Cheap Trick: The Flame, η επιστροφή
Τρίτη

31Ιούλ

Cheap Trick: The Flame, η επιστροφή

Δημοσιεύθηκε από:

31/07/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2007
Ξανθός μακρυμάλλης φρόντμαν με μπέϊμπυ φέϊς και λαρύγγι ικανό, με φυσική κλίση προς τις καθαρές μελωδίες. Μπασίστας με τετράγωνο σαγώνι ζεν πρεμιέ και επιτηδευμένη κώμη. Στην κιθάρα ένας υπόκωφα υστερικός γουρλομάτης φαρσέρ τελευταίου θρανίου με καπελλάκι του γκολφ και μια ατέλειωτη συλλογή από κιθάρες. Και στα ντραμς ένας δυνατός στα χτυπήματα χοντρούλης μύωψ με χωρίστρα και μουστάκι συνοικιακού μπακάλη.
Οι Cheap Trick ξεπετάχτηκαν το 1979, όταν με το κομμάτι “I Want You To Want Me” από το live τους “Live At Budokan” σημείωσαν μια απρόσμενη διεθνή επιτυχία φτάνοντας από τα αζήτητα στο top – 10 του Billboard (US#7, 21/7/79).
Καθώς η δεκαετία του ’70 διήνυε τους τελευταίους της μήνες, η οπτικά παράδοξη αυτή τετράδα από το Rockford του Illinois –δύο ροκ σταρ, δύο νέρντς- είχε αναγορευθεί σε πρώτο όνομα, χάρις τα τραγούδια της, που έφεραν ακαριαίως απομνημονεύσιμα μπητλοειδή hooks, ενθουσιώδη ρυθμό και εύστροφη κιθαριστική δουλειά.
Αφού το live τους, το τρίτο άλμπουμ μετά από τις δύο πρώτες στουντιακές απόπειρές τους που πέρασαν απαρατήρητες, έκανε θραύση, οι αμερικάνοι έφηβοι σε μηδέν χρόνο ανακάλυψαν και ταυτίστηκαν με τα μικροέπη τους, αυτές τις άμεσες και κατευθείαν στο στόχο τρίλεπτες δόσεις ενέργειας που άφηναν τον ακροατή να θέλει κι άλλο.
Το hype τους ακολούθησε για κάτι λιγώτερο από δύο χρόνια: συνεχείς περιοδείες, μία συμμετοχή σε σάουντρακ, άλμπουμ σε παραγωγή του θρυλικού «6ου Beatle», George Martin, ένα ατόφιο all American όνειρο, coming true στην κατάλληλη στιγμή. Στο αρχετυπικό teen movie της νέας δεκαετίας “Fast Times At Ridgemont High” του ‘82, o ξεβγαλμένος έφηβος Damone, πουλάει στη ζούλα εισιτήρια για το live των Cheap Trick σε ψαρωμένα προεφηβάκια του highschool. Για να τα πείσει μάλιστα να του πληρώσουν το μαυραγορίτικο «καπέλο», τα παραινεί τραγουδώντας με air guitar το “Surrender”. «C’ mon ! Cheap Trick ! “Υour daddy’s all right, your mummy’s all right…”. Τέτοια φάση.


Όμως, έκτοτε, η αναγνωρισιμότητά τους άρχισε να φθίνει με πιο γρήγορο ρυθμό απ΄αυτό με τον οποίο αναδείχθηκαν και μάλιστα χωρίς μεγάλο μέρος του αγοραστικού κοινού να πολυνοιαστεί. Στα τέλη του ’87 μετρούσαν πάνω από 8 χρόνια χωρίς ένα έστω μεσαίας εμβέλειας hit single, ενώ το ένα άλμπουμ τους μετά το άλλο αδυνατούσε να παρακολουθήσει την εποχή και ταυτόχρονα να βρει το δρόμο, έστω, προς το top 40.
Κατά την συστηματική διαδικασία αρμέγματος κάθε ροκ μουσικού που είχε στις αποσκευές του κάποιο ξεθωριασμένο πιστοποιητικό αυθεντικότητας - τάση που κυριαρχούσε στα μέσα της δεκαετίας του ’80 - οι υπεύθυνοι της δισκογραφικής CBS είδαν ότι τους έπαιρνε να ξοδέψουν μια ευκαιρία και για δαύτους. Το look των Cheap Trick παρέμενε λειτουργικό για το MTV, οι ίδιοι εξακολουθούσαν να είναι συνεργάσιμοι στο στούντιο, αξιόπιστοι στις απαιτήσεις των συναυλιών όπου και για όσο η εταιρία έκρινε και εργατικοί, πάντα εντός των προθεσμιών, όταν έπρεπε να παραδώσουν νέο υλικό.
Αυτό που χρειαζόταν να κάνουν αυτοί οι πρώην ροκ σταρ απ΄το Illinois ήταν να δεχτούν ένα από τα κομμάτια που θα τους πρόσφεραν οι κουστουμάτοι, να το ηχογραφήσουν και τότε ήταν σίγουρο, με τη βοήθεια των κατάλληλων καναλιών της βιομηχανίας, ραδιοφωνικός χρόνος και MTV θα τους έφερναν ξανά στον αφρό.

Το χρονικό σημείο έμοιαζε ιδανικό για μια τέτοια επιστροφή: Είχαν ν’ ακουστούν ενάμιση χρόνο, απ’ το υπερβολικά εκμοντερνισμένο lp τους “The Doctor” του ’86 που πήγε κι αυτό άπατο, ενώ ακόμη και το κομμάτι “Mighty Wings” που ηχογράφησαν και ακούστηκε στους τίτλους τέλους του blockbuster της χρονιάς “Top Gun”, ελάχιστοι το παρατήρησαν, σε σχέση εμ τους Loverboy, τον Kenny Loggins και τους Berlin που μέσα από το ίδιο soundtrack, σάρωσαν τα τσαρτς. Ο Tom Petersson, ο μπασίστας – ζεν πρεμιέ της αρχικής σύνθεσης, μετά από 7 και κάτι χρόνια κατά τα οποία επιχείρησε μια ποικιλία από σόλο σχέδια με μικρή επιτυχία, επέστρεψε στις τάξεις τους. Στο μουσικό στερέωμα, η ηγεμονία του hair metal είχε ξεκινήσει, με Whitesnake, Poison, Cinderella να δίνουν το στίγμα: το δοκιμασμένο και πραγματικά χρυσοφόρο μουσικό εργαλείο για μια δισκογραφική επιστροφή ήταν μια ετοιμοπαράδοτη power ballad.

Ο αντιπρόεδρος της Epic Records κάλεσε τα τέσσερα μέλη των Cheap Trick σ’ ένα «ειδικό» ενδοεταιρικό meeting στο γραφείο του. Η διάθεση ήταν γαλαντόμος: «Έχουμε δύο τραγούδια για σας και τα δύο θα πάνε στο Νο 1. Το ένα είναι για τους Chicago, το άλλο για σας. Επειδή σας συμπαθώ, διαλέξτε πρώτοι εσείς. Το ένα, όποιο θέλετε».

Οι Cheap Trick ζήτησαν μουδιασμένοι να τα ακούσουν και τα δύο στο εντοιχισμένο Sony στερεοφωνικό του γραφείου του aντιπροέδρου. Το πρώτο κομμάτι είχε φτάσει μέχρι τη μέση, λεγόταν “Look Away” κι ακουγόταν σαν τραγουδισμενο από μια φωνή σαν κοριτσιού. O αντιπρόεδρος διακόπτει την ακρόαση ανυπόμονα. «Νομίζω ότι καλό για σας είναι το άλλο, guys, το “The Flame
Ο ντράμερ Bun E. Carlos ανακαλεί τις άβολες εκείνες στιγμές, μιας μπάντας που αγωνιούσε, βλέποντας την τελευταία της ίσως ευκαιρία για να σώσει την καρριέρα της. «Δε μας άρεσε έτσι κι αλλιώς όσο είχαμε ακούσει από το πρώτο κομμάτι, οπότε δεν το πολυσκεφτήκαμε. O.K., θέλεις το “The Flame”, θα πούμε το “The Flame”. Είμαστε μεσα, φύγαμε».



Η απόφαση, όσο μονόδρομος κι αν ήταν, δεν πάρθηκε ανέφελα. Την πρώτη φορά που βρέθηκαν στο στούντιο οι τέσσερίς τους κι έβαλαν να το ακούσουν, ο κιθαρίστας Ricky Nilsen φλιπάρισε με το μελωμένο υφάκι του demo. Σηκώθηκε ήρεμα από την πολυθρόνα του, πήγε στο κασσετόφωνο, έβγαλε την κασσέττα, την πέταξε στο πάτωμα και ανέκφραστος άρχισε να την χτυπάει με το τακούνι της μπότας του, ώσπου την έκανε χίλια κομμάτια.
Παραγωγός τους, για δεύτερη φορά είχε οριστεί από την Epic ο Ritchie Zito. Όνομα έμπειρο και με πρόσφατες δαφνες από το “Can’t Hold Back” του Eddie Money που είχε γίνει γρήγορα πλατινένιο μέσα στο ‘87. Ο Zito είχε καταλάβει ότι το να τους πείσει να το ηχογραφήσουν δεν θά’ ταν εύκολο. Οι περισσότεροι ρόκερ της παλιάς φρουράς ήταν δυσκοίλιοι απέναντι στο να ηχογραφούν τραγούδια γραμμένα από άλλους, το έβλεπαν σαν την υπ’ αριθμόν ένα «εταιρική παρέμβαση στην καλλιτεχνική τους ελευθερία».
Το κομμάτι είχε γραφτεί από ένα δίδυμο βρετανών συνθετών, τους Bob Mitchell και Nick Graham. O πρώτος είχε από χρόνια αρχίσει να γράφει τραγούδια για τον Jimmy Cliff, ενώ ο δεύτερος, κάποτε ιδρυτικό μέλος των μεγάλων Atomic Rooster, είχε κι αυτός κάνει στροφή στα τραγούδια κατά παραγγελία, προκειμένου να επιβιώσει.
Αρχικά, το δίδυμο το προόριζε για την έμπειρη blues τραγουδίστρια Elkie Brooks, τη 43χρονη βρετανή που είχε την προηγούμενη χρονιά κάνει αίσθηση με τη μπαλάντα “No More The Fool, την γραμμένη κι αυτή από τον έμπειρο ρόκερ - συνθέτη Russ Ballard. Όμως, οι άνθρωποι που εκπροσωπούσαν την Brooks δεν έδειξαν να ενθουσιάζονται, οπότε οι Μιτψηελλ και Graham το ηχογράφησαν σε demo και το πλάσσαραν αριστερά και δεξιά, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να βρεθεί πάνω στο τραπέζι του αντιπροέδρου της Epic. Ήταν η φωνή του Mitchell που είχε εκνευρίσει τόσο τον Nilsen. O -35χρονος Robin Zander ηχογράφησε πρώτος τα φωνητικά και μετά οι υπόλοιποι Trick πρόσθεσαν τα δικά τους μέρη. Η ειλικρινής ερμηνεία του Zander, τα διακριτικά keyboards και οι σχολαστικοί, όπως πάντα, κυμβαλοειδείς ήχοι από το mandocello του Nilsen – το οποίο είχε ταυτιστεί με τον ήχο των Cheap Trick από την αρχή - έβαλαν τα υπόλοιπα μέρη του ηχητικού παζλ στη σωστή θέση.

Ήταν το μοναδικό κομμάτι των Cheap Trick μέχρι τότε, στο οποίο ο Nilsen δε θα έβλεπε το όνομα του γραμμένο στα συνθετικά credits. Κόντρα στη νευρώδη power pop των Cheap Trick, το τρακ προέκυψε έτσι όπως ήταν εξαρχής σχεδιασμένο: σαν μια αισθαντική μπαλάντα, ταιριαστή για τα ραδιοκύματα.  Ο αφηγητής – τραγουδιστής λέει στο κορίτσι του ότι θα βρίσκεται για πάντα κοντά της.  Είναι, της λέει «η αγάπη του» που «θα λάμπει ζωηρά για πάντα».
“After the fire, after all the rain, I will be the flame”.




Παίρνοντας τη σκυτάλη θά’ λεγε κανείς από το ύφος που εγκαινίασε το “Every Breath You Take” των Police 5 χρόνια νωρίτερα, οι στίχοι απηχούν την αθεράπευτη ερωτική εμμονή που εύκολα μπορεί να παροραθεί ως σύνδρομο ερωτικής κατοχής, άλλως ως ή το μουσικό υποστήριγμα για μια διαρκή συναισθηματική παρενόχληση. Αν και οι Cheap Trick, με τον εξωστρεφή τρόπο που το έπαιξαν, διστακτικά στην αρχική, μετά από συνεχή απαίτηση του κοινού τους στη συνέχεια, διασκέδασαν εξαρχής τέτοιες προεκτάσεις:
Χωρίς να δρέπει δάφνες πρωτοτυπίας και εκτελεσμένη άρτια, έγινε η ιδανική ερωτική μπαλάντα για ένα – ακόμη – καλοκαίρι αμερικάνικης
mainstream ευφορίας, απ’ αυτά που μαρκετάρισε αφειδώς προς όλες τις μουσικές αγορές του δυτικού κόσμου η δεκαετία του ’80.
Στην εποχή όπου σε ραδιόφωνο και MTV η power ballad μεσουρανούσε, το “The Flame” ξαναέβαλε τους Cheap Trick στο προσκήνιο, ανοίγοντας συγχρόνως διάπλατα το δρόμο των βετεράνων προς ένα νέο κοινό. Περίπου το ίδιο είχε συμβεί και με τις Heart, δυό χρόνια πριν, με το “These Dreams”. Άσχετα πόσο ικανοί τραγουδοποιοί είχαν αποδείξει ότι είναι οι ίδιοι, οι επαγγελματίες συνθέτες σήμαιναν για τη βιομηχανία μια άλλου είδους εγγύηση. Κυκλοφόρησε στις 5 Απριλίου του ’88 και μετά από σταθερά ανοδική πορεία, στις 9 Ιουλίου έφτασε στην κορυφή των singles του Billboard, όπου και παρέμεινε για δύο συνεχόμενες εβδομάδες. Το κόλπο μπορεί να ήταν φθηνό, αλλά είχε λειτουργήσει και πάλι στην εντέλεια.
Παραμένει έως και σήμερα το μοναδικό τους No 1 single, το πρώτο μετά τα 28 που είχαν κυκλοφορήσει ως τότε καθώς και το μοναδικό ανάμεσα στα πάνω από 60 συνολικά που έχουν δισκογραφήσει.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου