Exciter: Unveiling The Wicked
Σάββατο

22Σεπ

Exciter: Unveiling The Wicked

Δημοσιεύθηκε από:

22/09/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

804
1983. H εποποιία των τηλεοπτικών σειρών είχε ξεκινήσει την προηγούμενη δεκαετία και συνεχίζεται. Τα τρία εθνικής εμβέλειας κανάλια των H.Π.Α., ABC, ΝΒC και CBS, πέρα από τα σήριαλ, επιδίδονται σε αθρόα εξαγωγή ενός άλλου προϊόντος: της «μίνι σειράς».
Δεν διαρκούν ολόκληρες σαιζόν όπως τα σήριαλ, διαθέτοντας όμως μια γερή κεντρική ιδέα, επενεργούν σαν μια εκτεταμένη σε επεισόδια κινηματογραφική ταινία, διατηρώντας το ενδιαφέρον του κοινού σε ψηλό επίπεδο («Ρίζες», «Τα Πουλιά Πεθαίνουν Τραγουδώντας», «Σογκούν»). Η μίνι σειρά “V” (από το “Visitors” – «Οι Επισκέπτες») προβάλλεται για πρώτη φορά  το διήμερο 1ης και 2ας Μαΐου του 1983 από το NBC.
Μια εξωγήϊνη φυλή όμοια εξωτερικά με την ανθρώπινη, μόνο ντυμένη ομοιόμορφα με κόκκινες στολές, καταφθάνει στη γη με φιλικές διαθέσεις, αναζητώντας πρώτες ύλες για τον μακρινό της πλανήτη. Μόνο που, όπως ο δαιμόνιος τηλεοπτικός δημοσιογράφος Michael Donovan αποκαλύπτει, στην πραγματικότητα, πίσω από τα χαμογελαστά πρόσωπα των «Επισκεπτών» κρύβονται σιχαμερά ερπετόμορφα τέρατα, που «φοράνε» την ανθρώπινη μορφή σαν δεύτερο δέρμα και έχουν έρθει με πραγματικό σκοπό να υποδουλώσουν και να καθυποτάξουν τους γήϊνους, πράγμα που τελικά πετυχαίνουν, βρίσκοντας πρόσβαση στα κέντρα εξουσίας. Όσοι άνθρωποι δεν «συνεργάζονται» με τους κατακτητές «επισκέπτες» , φτιάχνουν ομάδες ένοπλης αντίστασης και μάχονται για την ανακατάληψη του πλανήτη.
Η σειρά έχει αρχικά δύο επεισόδια, διάρκειας συνολικά 190 λεπτών, όμως η τηλεθέαση που σημειώνει το διήμερο της προβολής της ξεπερνά τα 50.000.000 τηλεθεατές. Επόμενο είναι να προκύψει ένα sequel τριών επεισοδίων και 275 λεπτών (“V: The Final Battle”), το οποίο προβάλλεται 6 και 8 Μαΐου του ’84 και μια εβδομαδιαία συνέχεια 19 ωριαίων επεισοδίων που τρέχουν ως σήριαλ μεταξύ Οκτωβρίου ’84 και Μαΐου ’85. Καθένα από τα επεισόδια έχει κόστος παραγωγής 1 εκατομμύριο δολλάρια – ποσό ρεκόρ για την εποχή.

Την ίδια διετία, μεταξύ αρχών του ’83 και Μαΐου του ‘85 κάποιες χιλιάδες μίλια βορειοανατολικά του Χόλλυγουντ, ένα 3 μελές γκρουπ από την Ottava προσγειωνόταν θορυβωδώς στην αντεργκράουντ μουσική σκηνή της παγωμένης Καναδικής ενδοχώρας, ένα μέρος του πλανήτη πιστωμένο μέχρι τότε με τη συνεισφορά στο ροκ σύμπαν ροδαλών ακουσμάτων τύπου Loverboy και Bryan Adams. Έχουν πάρει το όνομά τους από ένα τραγουδιού των Judas Priest: Exciter. Αναμιγνύοντας σκοτεινά ριφ προέλευσης Μπέρμιγχαμ -Sabbath, Priest- με την ταχύτητα των Motörhead και το αφτιασίδωτο γκάζι του πρώϊμου N.W.O.B.H.M. έχουν γίνει, χωρίς και οι ίδιοι να το συνειδητοποιήσουν, μια από τις πρώτες -ίσως και η π ρ ώ τ η- thrash και speed metal μπάντα της δεκαετίας. Mε τρόπο ανάλογο εκείνου με τον οποίον εισέβαλαν οι “Visitors” στην διαβόητη μίνι σειρά: μεταμφιεσμένοι αρχικά σε χαμηλόθωρους παρίες, με τα τρία τους lp μέσα σε δύο χρόνια, έσκισαν τη αιφνιδιαστικά το προσωπείο. Οι υπεργρήγοροι, πανκόμορφοι μικροβόρβοροι που στριμώχνονταν στα αυλάκια των δίσκων τους αποκάλυψαν ένα ατρόμητο, σκληροπυρηνικό ήθος που έτερψε και παραδειγμάτισε πολλούς ομοίους, ενώ και σόκαρε ακόμη περισσότερους σοφτ ακροατές.
Φωνητικά κάνει ο ντράμερ τους, ο 20χρονος Dan Beehler, ένα ανθρώπινο βουνό με αστείρευτες αντοχές, μονοκόμματο, γρήγορο παίξιμο στη δίκαση και για φωνή ένα μονοχρωματικό στρίγκλισμα, λες και τα ευαίσθητα κανενός δύσμορφου υπασπιστή του Νοσφεράτου να πιάστηκαν σε πυρακτωμένη μέγκενη. Μπασίστας ο επίσης 20χρονος Allan Johnson, με έφεση στο ημιτελώς οξυζεναρισμένο μαλλί - πράσο, στα κινδυνώδους σχήματος μπάσα μάρκας Kramer, τα οποία παίζει με φουλ παραμόρφωση  Κιθαρίστας ο, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος του ντράμερ, John Ricci, ένας γρήγορος, ημιάτεχνος εξάχορδος χώστης, που στις φλέβες του πάλλεται υλικό οκτανίων 49% Mantas και 51% Fast Eddie Clarke.


Η χρυσή τους ευκαιρία είχε έρθει στις 27 Αυγούστου του ’82, όταν οι Black Sabbath με τον Dio στα φωνητικά – περιοδεία “Live Evil”- πέρασαν από το Lansdowne Park της Ottawa. Beehler, Ricci και Johnson είχαν ήδη προμηθευτεί εισιτήρια πρώτης θέσης, όταν ένα απρόσμενο τηλεφώνημα ώρες πριν τη συναυλία στάθηκε ικανό να τροχοδρομήσει μια ολόκληρη δισκογραφική καρριέρα.
Ο Ricci γνώριζε καλά τον τοπικό promoter, Dennis Ruffo. Το support συγκρότημα που είχε ανακοινωθεί, η μπάντα του Johnny Van Zant, έχασε την πτήση προς Ottawa, κάπου από την ανατολική ακτή. «Τί λες, ανοίγετε εσείς για τους Sabbath;».
Οι τρεις outsiders βρίσκονται με μια ουρανοκατέβατη ευκαιρία ν’ ανεβούν στη σκηνή ως ενεργό μέρος ενός live πρώτης γραμμής, που μόνον ως θεατές είχαν σκεφτεί ότι μπορούσαν να παρακολουθήσουν. Η εμφάνισή τους το βράδυ εκείνο κινεί το ενδιαφέρον του Mike Varney της νεοσύστατης Shrapnel Records, που εδρεύει στην Καλιφόρνια. Κασσέττες demo ταξιδεύουν με την Western Union και το κομμάτι τους "World War III" μπαίνει σε μια από τις πρώτες συλλογές με πρωτοεμφανιζόμενες και χωρίς δισκογραφικό συμβόλαιο μπάντες, την “U.S. Metal, Vol. 2”.

Το πρώτο άλμπουμ των Exciter με τον απερίφραστο τίτλο “Heavy Metal Maniac” κυκλοφορεί στις 14 Ιανουαρίου του ’83. 7 ολόκληρους μήνες πριν το “Kill ‘Em All” και 11 πριν το “Show No Mercy” καταγράφεται ως το πρώτο thrash album, με κομμάτια όπως το ομώνυμο και τα “Blackwitch”, “Cry Of The Banshee”, “Mistress Of Evil” και το “Iron Dogs”. Το μοχθηρό, ογκώδες όσο και αφιονισμένο υλικό τους υποχρεώνει έναν από τους πιο χαρισματικούς κυνηγούς μουσικών ταλέντων στην underground σκηνή, τον Jon Zazula της Megaforce, να τους προσφέρει συμβόλαιο για τρία ακόμη άλμπουμ.

 

Ακολουθεί το Φεβρουάριο του ’84 το ηχογραφημένο στη Νέα Υόρκη, εξίσου βίαιο και πιο σκοτεινό “Violence And Force”. Η μπάντα, έχοντας πλέον υιοθετήσει παραδοσιακό look με μαύρο δέρμα και καρφιά δείχνει εξίσου επικίνδυνη με το πόσο ακούγεται. Κομμάτια όπως τα “Screams In The Night”, “Pounding Metal”, “Saxons Of The Fire” και “Delivering To The Master” αναμιγνύουν με απλοϊκό αλλά αποτελεσματικό τρόπο αναπαραστάσεις βίας, ψευδοαποκρυφισμού και fantasy κόμικ τρίτης διαλογής, συνδυασμός εθιστικός για κάθε δυσλειτουργικό έφηβο που αποζητά το metal του μια σκάλα πιο heavy. Πρώτη περιοδεία στην Αμερική, σαπόρτ σε Mercyful Fate και Motörhead. Οι τρεις Καναδοί, όταν δεν ισοπεδώνουν με τον θόρυβό τους τα κακομούτσουνα ακροατήρια της ανατολικής ακτής, κολυμπούν σε ωκεανούς μπύρας και ραντίζουν με φτερνιζόσκονη τον σταυρό από κόκκαλα που κραδαίνει κάθε βράδυ για μικρόφωνο ο Δανός βαψομούρης, σαφώς προσδίδοντας στο show του μια πιο προσγειωμένη διάσταση.
 
Από την Megaforce, μεταπηδούν στην εξειδικευμένη ετικέττα της “Music For Nations”. Είναι η εποχή που το thrash υψώνει το άλουστο κεφάλι του από τις λάσπες του Bay Area και οι Exciter βρίσκονται στον αφρό ενός ορμητικού κύματος, μαζί με Metallica, Slayer και Exodus. Η εταιρία θα τους δώσει την ευκαιρία να ταξιδέψουν αυτή τη φορά στην Αγγλία και να ηχογραφήσουν το τρίτο τους άλμπουμ με τον Guy Bidmead στο τιμόνι της παραγωγής.
Ο βρετανός είχε ξεκινήσει από ηχολήπτης και χειριστεί χωρίς μεγάλη προπαρασκευή τον τραχύ ήχο της επιστροφής των Motörhead, με τα 4 θρυλικά κομμάτια τους με δύο κιθαρίστες που περιλαμβάνει το “No Remorse”. To “Long Live The Loud” ηχογραφείται στα Brittania Row του Λονδίνου και είναι μια ξερή, ολομέτωπη punk επιδρομή, την οποία ο Bidmead ασυνηθίζει να δίνει σε σύγχρονες κυκλοφορίες που επιμελείται, όπως των Warfare. Κυκλοφορεί το καλοκαίρι του ’85 και η μπάντα περιοδεύει σαν σαπόρτ στους Accept σε Αγγλία, Γερμανία, Βέλγιο και Γαλλία. Χωρίς διακοπή, ακολουθούν Motörhead και Megadeth σε μια εκτεταμένη αμερικάνικη περιοδεία, παίζοντας σε ασφυκτικά γεμάτα club των 500 ως και 2.000 θέσεων. Κομμάτια όπως το – ο βελζεβούλης παίζει μπάσο στους Exploited- “I Am The Beast”, το “Beyond The Gates Of Doom” και το δεκάλεπτο σφυροκόπημα του “Wake Up Screaming” έχουν βάλει τους Exciter στην εμπροσθοφυλακή του thrash, που δειλά – δειλά ονοματίζεται στον διεθνή τύπο ως το «πραγματικό metal».

 

Πάνω όμως που έχουν αρχίσει να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, ο John Ricci, η βάρβαρη κιθάρα του οποίου αποτελεί κρίσιμο συστατικό του ήχου τους – ο ίδιος γράφει και μεγάλο μέρος της μουσικής και των στίχων- ανακοινώνει ξαφνικά ότι «φεύγει από το γκρουπ», αηδιασμένος από την εκμετάλλευση των δισκογραφικών εταιριών, που τους ταΐζουν junk food και «μπύρα σαν κάτουρο», ενώ «εκείνοι πουλάνε τα περισσότερα μπλουζάκια από τις άλλες μπάντες σε κάθε τους περιοδεία». Αφορμή η κυκλοφορία του E.P. “Feel The Knife” στα τέλη του ’85, χωρίς την άδειά τους.
 

«Όταν ο John είπε ότι φεύγει, τα πράγματα έγιναν πολύ δύσκολα. Μας περίμενε προγραμματισμένη περιοδεία μόλις μετά από μια βδομάδα. Του ζήτησα τουλάχιστον να την τελειώσουμε και να φύγει μετά. Αρνήθηκε. Έπρεπε να συνεχίσουμε εγώ κι ο Allan, για πρώτη φορά μόνοι μας. Ο Brian Mc Phee ήταν φίλος από παλιά και ζητήσαμε τη βοήθειά του την τελευταία στιγμή. Μέσα σε τρεις μέρες έμαθε όλο το σετ. Πετάξαμε για Νέα Υόρκη, στο Rock NRoll Hotel, όπου και γράψαμε το δίσκο σε μια βδομάδα. Μετά, αμέσως πίσω στο Λονδίνο στο Brittania Row για την ηχογράφηση και κατευθείαν στο δρόμο, σε περιοδεία με τους Motörhead». – Dan Beehler«Θέλαμε να κρατήσουμε τη μουσική όσο πιο heavy γίνεται, αλλά να κάνουμε κι ένα μικρό βήμα μπροστά συνθετικά. Μ’ έναν καινούριο κιθαρίστα, ο ήχος αλλάζει ό,τι και να κάνεις. Αυτή τη φορά νιώσαμε ότι μπορούμε να κάνουμε πράγματα που μας ήταν αδύνατο μέχρι τότε» - Αllan JohnsonΥπήρχε βέβαια και το εξώφυλλο. Μετά το ερασιτεχνικό πρώτο, το τρομακτικό, βίαιο δεύτερο και το βγαλμένο από τον Conan τον Εξολοθρευτή τρίτο, ήρθε το κατάμουτρο, b-movie τρόμου, τρίτο, κατευθείαν από την υπόθεση της μίνι σειράς “V”. Ιδού το “Unveiling The Wicked”. 
«Το μόνο παράπονο ήταν ότι το όνομά μας στην κορυφή και ο τίτλος στο κάτω μέρος είχαμε παραγγείλει να φαίνεται σαν σκαλισμένος πάνω σε μέταλλο, τα γράμματα θέλαμε να αστράφτουν. Τελικά, τα γράμματα βγήκαν σε χρώμα που έμοιαζε στην καλύτερη περίπτωση με γκρι, αλλά ας είναι».

 
Το γκρο πλαν του θηλυκού μοντέλου πείθει τον κάτοχο του βινυλίου ότι πράγματι γδέρνει μόνη της το ψεύτικο δέρμα, αποκαλύπτοντας το εσώτερο τέρας.
Την ιδέα είχε κάποιος συνεργάτης στο καλλιτεχνικό τμήμα του management και τους την φέρνει έτοιμη για να  τηρηθούν οι προθεσμίες, καθώς η “Music For Nations” ζητά επίμονα «νέο προϊόν».
Όλοι ενθουσιάζονται και το εγκρίνουν, καθώς μοιάζει οικείο και έχει την απαραίτητη ποιότητα σοκ που «πρέπει» να συνοδεύει ένα thrash άλμπουμ. Βρισκόμαστε ακριβώς στο μέσον της δεκαετίας και τα b-movies τρόμου βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Poltergeist, Suspiria, Phenomena, Halloween, ό,τι είχε μακάβρια εφέ, αίμα, κομμένα μέλη, φαντάσματα και κραυγές απροστάτευτων γυναικών βρίσκει το δρόμο προς τα βίντεο – κλαμπ και αποσπά την επιβράβευση μιας κλειστής κοινότητας, άρρωστης με τόσο με τον σινετρόμο, όσο και με τους thrash δίσκους. Το “V” είχε σταματήσει να παίζεται στην Αμερική μόλις κάποιους μήνες πριν και η ομοιότητα του εξωφύλλου με την κλασσική σκηνή αυτό-αποκάλυψης των εξωγήϊνων του σεναρίου του είναι προφανής. «Είναι ν’ απορεί κανείς πώς δε φάγαμε αγωγή», θυμάται ο Beehler δεκαετίες αργότερα.


O νέος δίσκος, που κυκλοφορεί το Μάρτιο του ’86, σηματοδοτεί πρόωρα την μετεφηβική κρίση της thrash σκηνής. Η πρόσληψη του αριστερόχειρα Brian McPhee και ο πιο καθαρός, συμβατικός ήχος του αποξενώνει την σκληροπυρηνική βάση των οπαδών, που στα δεκάδες fan mail διαμαρτυρίας παρομοιάζουν την περίπτωση με την ένταξη στους Motörhead του Brian Robertson.
Ο αριστερόχειρας McPhee είναι ευθυτενής, ξανθός, φοράει λεπτή κορδέλλα στο οξυζεναρισμένο μαλλί αλα Mantas των Venom, προκαλεί κύματα φρίκης στους οπαδούς καθώς …χαμογελά πάνω στη σκηνή και η όλη πόζα του παραπέμπει σε κιθαρίστα glam μπάντας – απόλυτη η αντίστιξη με τον υπέργηρο χίππη με βλεφαρόπτωση και αρχόμενο μπυροκοίλι που έχει καθιερώσει ο John Ricci. Τα καινούρια κομμάτια είναι μεν heavy, αλλά ορισμένα απ’ αυτά σίγουρα όχι thrash. Η άτσαλη απόπειρα να γίνουν «εμπορικοί» αποτελεί έγκλημα καθοσιώσεως. Ο μέταλ τύπος, που ποτέ δεν υπολείπεται σε χαμέρπεια και μονομέρεια, επιτίθεται ανελέητα στην «στροφή» των μέχρι τότε συμβίβαστων thrashers:
«Ο καινούριος στην κιθάρα πατάει στις μύτες, προσέχει μην ενοχλήσει κανέναν με κανένα ξέσπασμα επιθετικότητας».
Το “Die In The Night” είναι το πλησιέστερο που θα μπορούσαν να φτάσουν αυτοί οι κακοφωνίξ εξ Οττάβα σε ένα μέταλ χιτ ευρείας στόχευσης. Το “(I Hate) School Rules” μπορεί μεν να έχει στο μυαλό του τους οπαδούς των Twisted Sister, αλλά ο μέσος thrasher όταν το ακούει είναι έτοιμος να κάνει το δίσκο κομμάτια κάτω από τα γδαρμένα μποτικά του και να βάλει ν΄ακούσει το “Evil Invaders” των Razor. Ο δίσκος των Exciter έπρεπε να ωθεί τον οπαδό να χώσει τη σιδηρογροθιά στην τσέπη του τζην μπουφάν με τα κομμένα μανίκια που φορά πάνω από το δερμάτινο και να βγει μέσα στη νύχτα αναζητώντας τυχαίους τσαμπουκάδες. Δεν είναι το ίδιο συγκρότημα που έχει βγάλει τον ύμνο “Pounding Metal”.


Η αλήθεια είναι ότι ο McPhee έχει έναν τεχνικά υπέρτερο ήχο, είναι γρήγορος και οι νότες του ρέουν, συχνά δε περνάει μελωδικές γραμμές στα κομμάτια που η μπάντα αγνοούσε μέχρι τότε, αλλά και φλυαρεί, όπως στο αχρείαστο “Brainstorm”, 90 δευτερόλεπτα σόλο ποζερισμού, ξένου με τα thrash ήθη. Ο τόνος του άλμπουμ είναι heavy αλλά όχι δαιμονιώδης και τιμωρητικός. Το καλύτερο κομμάτι μαζί το “Die In The Night” είναι το βαρβάτο “Waiting In The Dark” και το “Live Fast, Die Young”. Στο Easter Metal Blast του ’86 βρίσκονται στο δρόμο, σε ευρωπαϊκή περιοδεία με Motörhead και Manowar. Μαζί με Venom επισκέπτονται τη Βραζιλία, το Δεκέμβριο του ’86. Αποκάλυψη. 
«Παίζαμε σε 10.000 αποτρελλαμένους βραζιλιάνους φανς κάθε βράδυ. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα παιδιά που έρχονταν μετά περιμένοντας ώρες για ένα αυτόγραφο. Πολλά έκλαιγαν και μας ευχαριστούσαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι είχαμε βρεθεί εκεί, που ελάχιστες μπάντες επέλεγαν να ταξιδέψουν. Μας αντιμετώπισαν σαν βασιλιάδες και δε θα ξεχάσω ποτέ τους Βραζιλιάνους γι’ αυτό».

H φλόγα του μέταλ έκαιγε ανέκαθεν πιο ζωηρή σε περιοχές απόκρημνες και στερημένες. Όμως η επιστροφή των Exciter για μια σειρά από συναυλίες σε Καναδά και Αμερική σημειώνει, για πρώτη φορά μια κάθετη πτώση της δημοτικότητάς τους. Το δεύτερο εξάμηνο του ’86 η αμερικάνικη thrash σκηνή βρίσκεται σε αναβρασμό. Μερικά από τα κορυφαία άλμπουμ του είδους έχουν μόλις κυκλοφορήσει εκείνους τους μήνες – από το “Master Of Puppets” ως το “Reign In Blood” - οριοθετώντας το είδος. Το “Unveiling The Wicked” μοιάζει παρωχημένο, με το καθένα από τα δύο του πόδια σε διαφορετική βάρκα. Θα ακολουθήσει η αποδέσμευση από την “Music For Nations”, λόγω απογοητευτικών πωλήσεων και η επιμονή του μάνατζμεντ να προσλάβουν «κανονικό» τραγουδιστή. Τον βρίσκουν στο πρόσωπο του άσημου Rob Malnati που στην ουσία καλείται να ουρλιάζει όρθιος, αντί για τον Beehler που ούρλιαζε καθιστός και δέρνοντας τα τύμπανα. Σα να μην έφτανε αυτό η ανεξάρτητη εταιρία Maze Music, η μόνη που τους προσλαμβάνει στο ρόστερ της, αναθέτει την παραγωγή του 5ου άλμπουμ σ’ έναν υπερβολικά «μουσικό» παραγωγό.
«Του έδωσα ένα αντίτυπο του “Heavy Metal Maniac”λίγες μέρες πριν μπούμε στο στούντιο και του είπα ότι έτσι θέλουμε ν’ ακουγόμαστε. Μου απάντησε “δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψω ν’ ακούγεστε τόσο σκατά”. Αυτά τα σκατά, του είπα σοβαρά, είναι ο λόγος για τον οποίο έχουμε καταφέρει και είμαστε ακόμη σήμερα σ’ αυτή τη δουλειά. Αλλά δεν  έδειχνε να καταλαβαίνει».
Ο ήχος του “Over The Top” (έτσι τιτλοφορήθηκε στην ευρωπαϊκή αγορά) ήταν ακόμη πιο καθαρός από του “Unveiling…” και τα κομμάτια πιο επεξεργασμένα, σε σημείο να βρουν τη θέση τους στο κυρίως metal κοινό. Ο Rob Malnati μπορούσε να αντιγράψει τις παρατεταμένες κραυγές του Beehler, όμως, ποιό το όφελος; Η κραυγή του ξωτικού ακουγόταν ακόμη πιο παράταιρη πάνω στα πεντακάθαρα, ογκώδη αλλά  υπερβολικά ζυγοσταθμισμένα riffs  του Mc Phee.  Οι σχεδόν μηδενικές πωλήσεις, αποδείκνυαν ότι το κοινό πλέον τους έχει εγκαταλείψει. Από τα τέλη του ’88 οι Exciter υποχωρούν στην αφάνεια.
Θα ακολουθήσουν αρκετά ακόμη επουσιώδη κεφάλαια στην ιστορία τους, πριν ο Dan Beehler τα βροντήξει οριστικά το ’93 και να φτιάχνει το προσωπικό του σχήμα και τον Ricci, που είχε στο μεταξύ επανέλθει, να συνεχίζει με νέα μέλη με πενιχρά δισκογραφικά αποτελέσματα. Η σπορά, όμως, της πρώτης τους μεταλλικής περιόδου έχει ήδη αποφέρει καρπούς. Αφοσιωμένος φαν τους, ο αρχηγός των Annihilator, Jeff Waters, αναλαμβάνει το 2003 να επανακυκλοφορήσει τα κλασσικά άλμπουμ με νέο φωτογραφικό υλικό και σχόλια από τους τρεις της αυθεντικής σύνθεσης. Ώσπου, παραπάνω από δέκα χρόνια αργότερα, αντιλαμβανόμενοι ότι για απροσδιόριστα μεγάλη μερίδα μεταλλικού κοινού σε διάφορα γνώριμα και μη μέρη του πλανήτη θεωρούνται κάτι σαν οι απολωλότες προφήτες του thrash. Ποικίλες πηγές, νοσταλγών της μέταλ προϊστορίας, ακόμη και γραφέων μουσικά αγέννητων όταν είχαν κυκλοφορήσει τα πέντε πρώτα lp τους, τους περιλαμβάνουν στο «καναδικό big four» του ακραίου metal : Exciter, Anvil, Voivod και Razor.
 
Μετά από έντονη κινητοποίηση διάφορων ανεξάρτητων site, fan club και θιασωτών της παλιάς φρουράς, Beehler, Ricci και Johnson, οι αρχικοί τρεις, ξαναβρίσκονται.
Ο Beehler πιο στεγνός από ποτέ, μετά από μια σειρά προβλημάτων υγείας και το θάνατο του αδερφού του Richard, του πιο φανατικού υποστηρικτή των Exciter. Ο Johnson χωρίς μαλλιά και με είκοσι κιλά παραπάνω. Ο Ricci με πρόδηλη βαφή στο φρηκόμαλλο και το αναπόφευκτο προγούλι. Κι όμως, από την πρώτη κιόλας πρόβα, τα άλατα σπάνε. Η επιστροφή τους στη σκηνή του φεστιβάλ “Keep It True” στις 25 Απριλίου του 2015 γίνεται δεκτή με την αναμενόμενη συγκίνηση. Αυθεντική ορμή και πώρωση επανέρχονται αβίαστα με την συνύπαρξή των τριών πάνω στο σανίδι. Από κάτω, η ανθρώπινη μάζα εκτροχιάζεται κατά κύματα, καθώς τα σαρώνει, γνώριμα ανίερος, ο μεταλλικός θόρυβος.
“We f@%&$ thank you all ! It’s just like the eighties, man ! It’s even better ! Let’s go back to some f@%#$ heavy metal !” βρυχάται όρθιος πίσω απ’ τα ντραμς ο Beehler, καθώς αρχίζει να μετρονομεί μανιακά πριν εκραγεί σε κλάσματα του δευτερολέπτου το “Long Live The Loud”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου