Bon Jovi: Εκ Νέας Υερσέης ορμώμενος
Σάββατο

6Οκτ

Bon Jovi: Εκ Νέας Υερσέης ορμώμενος

Δημοσιεύθηκε από:

06/10/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

3216
Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 1988, έντεκα και τέταρτο και το πρώτο δίωρο στa υψίπεδα του Κάμελοτ της νομικής σκέψης, που έχει το όνομα «Αμφιθέατρο Σαριπόλων» έχει τελειώσει. Η φωνή του Κώστα Μπέη – σκούρο γκρι κοστούμι, στενή μαύρη γραββάτα, απόλυτος έλεγχος στις παύσεις και τους τονισμούς μιας φαινομενικά διαχειρίσιμης, αλλά με νέα κοψιά, γεμάτης γωνίες γλώσσας –ευθυγραμμιζόταν απόλυτα με τους αχνούς θρύλους που τον συνόδευαν.
«Με το που θα τον ακούσεις, καταλαβαίνεις. Βρίσκεσαι στη γενέτειρα σχολή της νεώτερης ελληνικής σκέψης και καλά θα κάνεις να πείσεις το μυαλό σου ν’ ακούσει καλά».
Με λόγο ρυθμικό και κίνηση των χεριών μετρημένη έσβησε το σούσουρο του ακαδημαϊκού τετάρτου, επιβάλλοντας το ελάχιστο της ηχορύπανσης σε όλο κείνο το κύμα από άγνωστα πρόσωπα που γέμιζε το πλέγμα από αναδιπλούμενα ξύλινα έδρανα με σκουριασμένες βάσεις που μπήγονταν μέσα στο μωσαϊκό.

Πολύ νωρίς για ν’ αναγνωρίζω κανένα γνωστό πρόσωπο, εντελώς μάταιο ν’ αντισταθώ στη λιακάδα. Κατηφορίζω τη Σόλωνος από το αριστερό πεζοδρόμιο χωρίς το παραμικρό ίχνος βιασύνης. Είμαι φοιτητής. Έχω για πρώτη φορά βγει από αίθουσα διδασκαλίας χωρίς καμία πίεση, χωρίς κανένα πρόγραμμα, πέρα – ίσως- απ’ αυτό με τα μαθήματα της Σχολής, που σου δίνει δωρεάν το ημιϋπόγειο φωτοτυπάδικο απέναντι απ’ τη σχολή. Κι αυτό, άμα θέλω το παρακολουθώ – δεν παίρνει και κανένας απουσίες. Γιατί τώρα, είμαι φοιτητής. Ένας πρωτοετής, που ακριβώς επειδή μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει, όποτε τού’ρθει, εισπνέει πρόθυμα τις τζούρες των διερχομένων εξατμίσεων, καλοδέχεται τη βουή της Σόλωνος, προσπερνά το επώνυμο βιβλιοθηκονομείο γωνία με Ασκληπιού και κατευθύνεται προς τον πιο δημοφιλή του προορισμό στο κέντρο. Στο μέρος όπου η ροή των καιρών τρώει pause. Στον πρώτο όροφο του “Happening” της Χαριλάου Τρικούπη.
Και η ροή των καιρών, Δευτέρα, 3η Οκτωβρίου του ’88 κοχλάζει. Τα περίπτερα έχουνε κρεμασμένα στα μανταλάκια τις εξελίξεις από την έρευνα του Επιτρόπου της Τράπεζας της Ελλάδος στην Τράπεζα Κρήτης. Ο χοντρός ο πρόεδρός μας – σκοτεινό, αβαθές βλέμμα, χωρίστρα φοβισμένου, κακοπαθημένου παιδιού, ιδρωμένος, ζορισμένος, οχυρωμένος πίσω από μια αναιδή κοιλιά – φαίνεται να την έχει άσχημα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στη Σεούλ έχουν τελειώσει ούτε 24 ώρες πριν, ο βλοσυρός Μπεν Τζόνσον έχει πιαστεί. Έριχνε λίγη παραπάνω κηροζίνη στα δημητριακά του. Ο Γκορμπατσώφ, ένας μεσόκοπος γραββατωμένος παντοπώλης με μπαϊλντισμένο ύφος κι ένα βλαντί στην καράφλα, έχει ψηφιστεί Γενικός Γραμματέας του Κ.Κ. Σοβιετικής Ένωσης.

Ο Αντρέας έχει υποβληθεί πριν τρεις μέρες με εγχείριση ανοιχτής καρδιάς στο Χέρφηλντ από τον Αιγύπτιο καρδιοχειρούργο Μαγκντί Γιακούμπ, ενώ λίγες μέρες πιο πριν η Αθήνα γίνεται λαμπόγιαλο από οδομαχίες ΜΑΤ με αναρχικούς. Αντίποινα, λέει, για την δικαστική απόφαση του δολοφόνου του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά. Πάνε τρία χρόνια, Πρώτη Λυκείου πήγαινα ακόμα, όταν εκείνο το πρωτοσέλιδο στα «Νέα» έδειχνε έναν Ραλφ Μάτσιο με καρώ πουκάμισο – είχα ίδιο – να κείται ανάσκελα με μισάνοιχτα μάτια στο οδόστρωμα. Ο αστυνομικός που τον σκότωσε, ο Μελίστας, τιμωρήθηκε, λέει, για «ανθρωποκτονία από πρόθεση εν βρασμώ ψυχικής ορμής και καθ’ υπέρβαση των ορίων αμύνης», του αναγνωρίστηκε μάλιστα το ελαφρυντικό του «προτέρου εντίμου βίου».
Ποινή: Δύο χρόνια φυλακή για την ανθρωποκτονία κι έξι μήνες για οπλοκατοχή. Μα είναι δυνατόν τόσο λίγο για μια ζωή; Όπως και νά’ χει, το Ποινικό Δίκαιο ξεκινάει στο δεύτερο έτος, έχω όσο χρόνο θέλω για ν’ αποκωδικοποιήσω αργότερα τί σημαίνουν ειδήσεις σαν κι αυτή. Περισσότερο μ’ απασχολεί ότι παρά την παρουσία στην εντεκάδα μας του μοσχαναθρεμμένου Ντέταρι με το νούμερο 10 στην πλάτη, χθες Κυριακή μας ακυρώσανε δύο γκολ, ένα του Φούνες και μετά ένα του Χαντζίδη, για να φάμε ένα τεμάχιο όλο δικό μας από τα ΠΑΟΚια, 0-1 και τέζα. Το κυριώτερο: στην Αθλητική Κυριακή φαίνεται ξεκάθαρα πίσω απ’ το τέρμα του Γκιτσιούδη η τεράστια στημένη εξέδρα.
Η περιοδεία της Διεθνούς Αμνηστίας, με Peter Gabriel, Sting και τιτάνα Bruce Springsteen περνάει απόψε από την Αθήνα. Τρομερά πράματα.



«ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ για Ο.Α.Κ.Α. ΤΕΛΟΣ» γράφει η πινακίδα δίπλα στο ταμείο του “Happening”. Ανεβαίνω τη στριφτή σκάλα και χάνομαι στις προθήκες. Από το πατάρι του πρώτου ορόφου βλέπω χωρίς ήχο αυτοκίνητα και πεζούς ν’ ανεβοκατεβαίνουν τη Χαριλάου Τρικούπη και ψάχνω σε ποιούς νέας εσοδείας δίσκους θα ξοδέψω το πρώτο αίμα απ’ το βδομαδιάτικο.

Μιάμιση ώρα αργότερα, αραχτός στο ξεφτισμένο πορτοκαλί παγκάκι της Πλατείας Βικτωρίας, δίπλα στο νοτιοδυτικό περίπτερο, που από δίπλα του σφυρίζουν σε αδιανόητα μικρή απόσταση τα αυτοκίνητα της Αριστοτέλους, απολαμβάνω μια καινοφανή νηφαλιότητα. Είμαι φοιτητής. Στα χέρια μου μια διάφανη πλαστική σακκούλα με την «Ελευθεροτυπία», το «ΠΟΠ & ΡΟΚ» -τεύχος Οκτωβρίου, με τον Mike Scott των Waterboys στο εξώφυλλο- και το λευκό σακκουλάκι του “Happening” με το πορτοκαλί λογότυπο, που περιέχει τις δύο μου καινούριες κασσέττες : “No Place For Disgrace” των Flotsam & Jetsam και “New Jersey” των Bon Jovi. Τέτοιος ο περισπασμός από καινούριες παραστάσεις, τόσες οι πρώτες φορές μαζεμένες που δοκιμάζω ό,τι νά’ναι, τα άκρα αντίθετα. Γιατί μπορώ και κάνω ό,τι γουστάρω. Όποτε γουστάρω. Χωρίς να υπάρχει λάθος. Χωρίς να υπάρχει προηγούμενο. Ακόμη κι αν είμαι μόνος, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, μέσα σε μια πρωτεύουσα εκατομμυρίων, ακόμη κι αν το μόνο που έχω να περιμένω είναι η διαπεραστική ριπή της γκρι μου τηλεφωνικής συσκευής της τοποθετημένης στρατηγικά δίπλα στο παράθυρο με θέα Χέϋδεν, στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Περιμένω συγκεκριμένο τηλέφωνο και είμαι ικανός να περιμένω να χτυπήσει όλη μέρα, για να πάρουν με τη μία οι χτύποι της καρδιάς να μαρσάρουν. Ώσπου να έρθει όμως η ώρα εκείνη, έχω ό,τι χρειάζομαι: διάβασμα, άραγμα και μουσική, όλα απεριόριστα.
Στo εξώφυλλο του “New Jersey”, κάτι σαν οικόσημο. Τοίχος βαμμένος navy blue με το όνομα πάνω, σαν από ξεδιπλωμένο πάπυρο και τον τίτλο από κάτω καρφιτσωμένο σαν επιγραφή, σε γκρι φόντο. Στο εσώφυλλο, η μπάντα ώμο με ώμο σε μια προκυμαία, ο Alec Such δείχνει και λίγο ρώγα, κάποια γκομενουά προσομοίωση. Μόνο ο ίδιος ο Bon, σε πόζα πρίμα μπαλαρίνας, έχει γυρισμένη την πλάτη στο φακό, κι είναι ο μόνος ντυμένος μ’ ένα μακρύ μαύρο δερμάτινο που στην πλάτη αναπαράγει την επιγραφή απ’ το εξώφυλλο. “New Jersey”. Σα να λέει «είμαι από κει». Mόνο το “Made In” λείπει.
Το “Slippery When Wet” ήταν ολωσδιόλου πλαστικό. Πέρα από το ότι είχε βάλει και τα κορίτσια στο κόλπο ν’ ακούνε κάτι από τη «δική μας» μουσική, δεν είχε επιτελέσει άλλο έργο. Εξακολουθώ να αντιμετωπίζω τους Bon Jovi σαν το απευκταίο άκρο, σαν το παράδειγμα γλοιώδους εμπορικοποίησης ενός ήχου που εξαρχής δεν τους ανήκε καν.
Hard rock ήταν κι οι Y&T, κι οι Icon, κι οι Quiet Riot, αλλά δε θυσιάσανε τη φλέβα τους, Όμως, σ’ αυτά τα δύο χρόνια που πέρασαν από τη μεγάλη τους επιτυχία, οι Bon Jovi το είχαν ομολογουμένως δουλέψει καλά. Χωρίς ποτέ να χρειαστεί να το πουν, καταλάβαινες ότι δεν είναι γι’ αυτούς ούτε η κοινωνική ευαισθησία του Bono, ούτε η ρεαλιστική ματιά του διάσημου τέκνου του New Jersey, Bruce Springsteen. Με την πρεζωμένη παράνοια του glam ης δυτικής ακτής δεν είχαν καμία σχέση. Έδειχναν ότι παραμένουν πέντε φίλοι, από διπλανές συνοικίες που ο ένας στηρίζει τον άλλο, περήφανοι για τις απαρχές τους, ακόμη και τώρα που όλοι πιστεύουν ότι κολυμπάνε στα δολλάρια. Οι Bon Jovi δεν ήταν ένα γκρουπ που θα τρομοκρατούσε τους γονείς κανενός, ειδικά καμιάς κοπέλας. Ήταν ένα συγκρότημα που θέλαν να περάσεις καλά μαζί τους. Κι έτσι, είχαν καταφέρει να γεφυρώσουν την τάφρο μεταξύ του μοδάτου hard rock και της πλαστικής ποπ, πριν προλάβει κανείς να συνειδητοποιήσει το πώς.
Όταν η περιοδεία για το “Slippery When Wet” ολοκληρωνόταν τον Ιανουάριο του ’88, είχαν παίξει μπροστά σε πάνω από 4 εκατομμύρια θεατές σε 15 χώρες.



«Ελάχιστα μείναμε εντελώς άπραγοι, μόλις τρεις – τέσσερις βδομάδες. Χρόνος που με τίποτε δεν έφτανε για να συνέλθουμε από μια τέτοια περιοδεία. Μετά, εγώ κι ο Ritchie αρχίσαμε να επικοινωνούμε και το ένα τηλεφώνημα έφερε το άλλο. “Για άκου, έχω ένα καλό ριφ...”. “Τί κάνεις σήμερα; Έχεις όρεξη να κατέβουμε για μια ώρα στο στούντιο;” Έτσι, ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε κάποια ντέμο. Έφτασαν τα 17. Εκεί όμως συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε κάποιο κομμάτι που να ξεχωρίζει. Αρχίζει το άγχος. Αρχίζω να περιφέρομαι σα φάντασμα μέσα στο σπίτι μου, μονολογώντας. “Κάποιος πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό το διαμέρισμα και την πισίνα του, πρέπει να γράψουμε hits, κι άλλα hits !”. Κανείς μας δεν ήθελε να σταματήσει αυτό το όνειρο. Ήμασταν διατεθειμένοι να κάνουμε ό,τι χρειαζόταν για να συνεχίζουμε να το ζούμε».

Στις 25 Απριλίου του ’88 ο πολλά βαρύς μάνατζερ του γκρουπ Doc McGee κρίνεται ένοχος για την κατηγορία της διαπολιτειακής μεταφοράς από Carolina σε Columbia 18 κιλών μαριχουάνας, αξίας 40.000 δολλαρίων, που εκκρεμούσε σε βάρος του από το 1982. Θα καταδικασθεί σε ποινή πέντε ετών φυλάκισης με αναστολή, υποχρεώνεται να παράσχει κοινωφελή εργασία και του επιβάλλεται πρόστιμο 15.000 δολλαρίων. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μανατζάρει μια σειρά από μπάντες που φέρνουν πακτωλό χρημάτων στο ταμείο του. Πιο προσοδοφόρα, οι Bon Jovi. Γραμμή για το στούντιο.
Ηχογραφημένο για μια ακόμη φορά από τον Bob Rock στα Little Rock Studios του Καναδά, σε παραγωγή Bruce Fairbairn, ο καινούριος δίσκος φτιάχνεται στη φόρμουλα του “Slippery When Wet”. Η διαδικασία ξεκινά από την πρώτη Μαΐου του ’88 και ολοκληρώνεται στις 31 Ιουλίου. Το ηχογραφημένο υλικό είναι αρκετό για να γεμίσει ένα διπλό άλμπουμ και στην αρχή η μπάντα αυτό επιθυμεί. Θέλουν ν’ αφήσουν το στίγμα τους ως κανονική ροκ μπάντα, να φτιάξουν το δικό τους “Exile On Main Street”, το δικό τους “Born To Run”, να αποδείξουν ότι έχουν έρθει για να μείνουν. Η Polygram κοντράρει σθεναρά το ενδεχόμενο του διπλού άλμπουμ από την πρώτη στιγμή. Ποιός καλλιτέχνης στην ποπ ιστορία επιχείρησε να ακολουθήσει την επιτυχία ενός μονούς δίσκου με διπλό και δεν πάτωσε; Προτείνεται να παραμείνει η ίδια συνταγή για τον τίτλο, ένα απατηλά ομόηχο υπονοούμενο, το “Sons Of Beaches”. Απορρίπτεται. Τουλάχιστον προσπαθούν να στριμώξουν ορισμένες αυθεντικές συνθέσεις των Jovi/Sambora που να δικαιώνουν την ετικέττα του ροκ γκρουπ. Εν μέρει τα καταφέρνουν. Στο τέλος της πρώτης, στην αρχή της και στο τέλος της δεύτερης πλευράς στριμώχνονται τα "Blood On Blood", "Homebound Train", “99 In The Shade”, “Love For Sale”. Κατά τρόπο παρ’ ολίγον ιερόσυλο, φυσαρμόνικα, ψιθυρισμοί, αναμνησιακός στίχος, το πιάνο – ίδιο το στυλ του Roy Bittan – και η μασημένη –παιδί χίπη με υπερεγώ Μπέτυ Μίντλερ- εκφορά του Bon, το «δικό τους» υλικό παραπέμπει στον ήχο του μεγάλου αφεντικού του New Jersey, Bruce Springsteen, απλώς φορτωμένο με αρκετές δόσεις fuzz.

 

Τέσσερα, πάντως, κομμάτια, εξακολουθούν να φέρουν φαρδιά – πλατιά την (συν)υπογραφή του γνωστού και μη εξαιρετέου Desmond Child -το ένα μάλιστα μαζί με αυτήν της Diane Warren- ενώ ένα επιπλέον ανήκει στην άλλη fm radio μαστόρισσα, Holly Knight.
Το 4ο άλμπουμ των Bon Jovi για την Mercury Records κυκλοφορεί στις 19 Σεπτεμβρίου. Την 1η Οκτωβρίου του ’88 βρίσκεται στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ. Δυο βδομάδες αργότερα, ξεκινά μια επικυριαρχία 4 εβδομάδων στην κορυφή του Billboard. Πρώτο single είναι το “Bad Medicine” που φέρει τα ίδια χαρακτηριστικά "voice-box" κόλπα του "Livin' On a Prayer". Αν και σταματά στο Νο 17 της Βρετανίας, στις 19 Νοεμβρίου του ‘88, θα βρεθεί στο Νο 1 των singles του Billboard, όπου και θα παραμείνει για 2 εβδομάδες. Το βίντεο κλιπ του σύντομα αποσύρεται για να αντικατασταθεί από μια πρωτοτυπία της τελευταίας στιγμής, που δίνει μεγάλη ώθηση στο MTV. Το μάνατζμεντ αποφασίζει να μοιράσει κάμερες χειρός super 8 στο fan club του γκρουπ, που έχει διακεκριμένη θέση σε κάποιες συναυλίες. Το οπτικό υλικό που τελικά θα ντύσει το κλιπ προέρχεται από ένα κολλάζ ερασιτεχνικών λήψεων, παρμένων όλων μέσα από τα μάτια του ίδιου του κοινού. Το προλογίζει ο θυελλώδης –καθ’ ότι και φουλ στην κοκαΐνη – stand up κωμικός Sam Kinison, τότε στην κορυφή της αναγνωρισιμότητάς του για τη σχέση του με την ζωντανή διαφήμιση σιλικόνης Jessica Hahn.




Δύο από τα κομμάτια που φέρουν αισθητό το χέρι επαγγελματία συνθέτη – ενορχηστρωτή είναι το “Wild Is The Wind” και το “Stick To Your Guns”. Το πρώτο, ένα μελωδικό rock track στη φλέβα του “I’d Die For You”, με στίχο για μια καταδικασμένη σχέση, που γραπώνει εσώψυχα (“Maybe a better man will live and die for you – maybe a better man would never say good bye to you”). Το δεύτερο, μια συνέχεια της παραβολής ροκ σταρ και κάουμποϋ που ξεκίνησαν με το “Wanted Dead Or Alive”. Κανένα τους δεν θα γίνει σινγκλ και τα δύο όμως θα προσθέσουν στο “New Jersey” μουσική ουσία, αν κάτι τέτοιο μπορεί να βρεθεί σ’ ένα κατά προορισμό ποπ άλμπουμ. Στις 18 Φεβρουαρίου του ’89 το "Born To Be My Baby" φτάνει δύο θέσεις κάτω απ’ την κορυφή των singles του Billboard (US#3, 18/2/1989). Μουσικά και στιχουργικά επιχειρεί μια επανάληψη της συνταγής του “Living On A Prayer”, με την ακρίβεια που ελάχιστοι σαν τον Desmond Child πετυχαίνουν, όταν αναλαμβάνουν να κοπιάρουν τον εαυτό τους.

H “New Jersey Syndicate Tour” έχει ξεκινήσει από τις 31 Οκτωβρίου από την Ευρώπη -Ιρλανδία, Δυτική Γερμανία, Ελβετία, Ιταλία, Γαλλία, Ολλανδία, Νορβηγία, Σουηδία, Φινλανδία, Αγγλία, Βέλγιο- για να περάσει από το Τόκυο παραμονή Χριστουγέννων -με support Ratt, Kingdom Come και Britny Fox- και μετά να ξεκινήσει το αμερικανικό σκέλος της, αρχίζοντας από τις νότιες πολιτείες και προχωρώντας βορειοανατολικά. Στις 15 Μαρτίου του ’89 εμφανίζονται στο Meadowlands Arena του New Jersey. Πρόκειται για μια κανονική επιστροφή στα πάτρια εδάφη, που χαιρετίζεται μεγαλοπρεπώς από 40.000 θεατές. Ο δήμαρχος του Sayreville –εκεί που βρίσκεται το πατρικό του Jon-  παραδίδει στον ίδιο τα κλειδιά της πόλης και χρίζει την ημέρα “Bon Jovi Day”.
Στις 29 Απριλίου στο παρεκκλήσι Graceland του Las Vegas ο Jon παντρεύεται την αγαπημένη του από τα παιδικά του χρόνια, Dorothea Hurley. «Βγήκαμε έξω, μεθύσαμε πολύ άγρια, βρεθήκαμε σ’ ένα στέκι που φτιάχνει τατουάζ, έκανa κι εγώ ένα καινούριο, μετά πήγαμε σ’ ένα καζίνο κι αρχίσαμε να παίζουμε. Είχαμε ρέντα, βγάλαμε πολύ χρήμα και τότε θυμάμαι να λέω : “Hey, lets get married!”. Πήγαμε, το κάναμε κι αυτό και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο πριν καν κλείσει το μπαρ».
O Jon με τα “Living In Sin” και “I’ ll Be There For You” έχει ήδη απευθυνθεί μέσα από το "New Jersey” στη σταθερή του αυτή σχέση, υπαινισσόμενος ότι στα 26 του νιώθει ώριμος να δεχτεί μια και μόνη γυναίκα σαν συμμέτοχο όλων όσων επακολουθούν της διασημότητάς του. Στις 13 Μαΐου το “I’ ll Be There For You” θα βρεθεί στην κορυφή του Billboard (και UK#18 στις 6/5/89). Είναι το τέταρτο Νο 1 single της καρριέρας τους. Το γεγονός ότι, όπως έχει γραφεί, μοιάζει αρκούντως ύποπτα με το προ 20ετίας “Don’t Let Me Down” του Lennon, δεν πτοεί κανέναν. Τουλάχιστον τους fans που διατελούν σε Jovi-mania.

Ενώ η περιοδεία συνεχίζεται, στις 10 Ιουλίου ο 18χρονος David Pearsall κατηγορείται για κλοπή της λευκής Kramer αξίας 2.000 δολλαρίων του Ritchie Sambora, μετά από τη συναυλία τους στο Riverfront Park της Washington, δύο μέρες νωρίτερα. Θα αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση 1.000 δολλαρίων. Λίγες εβδομάδες αργότερα, μια σειρά από πρωτοσέλιδες φωτογραφίες του Ritchie Sambora με την Cher έρχονται να επιβεβαιώσουν το δεσμό τους. Στις 29 Ιουλίου το “Lay Your Hands On Me” φτάνει στο Νο 7 του Billboard. H μακριά του εισαγωγή είναι αυτή που κάθε βράδυ φτάνει σε σημείο βρασμού τις χιλιάδες των πιστών, που έχουν μόλις ζεσταθεί από την Lita Ford και τη δική της μπάντα σε ένα 45λεπτο σετ. Τρακ αρχέτυπο του δημαγωγικού αρένα – ροκ, περνάει το μήνυμα ότι η το συγκρότημα και ιδίως ο μπροστάρης ήρωάς της παραμένουν κοντά στον κόσμο τους, σε απόσταση μιας αγκαλιάς.



Οι επίπονες συγκυρίες δε λείπουν. Ο Jon υποχεώνεται να παίξει έξι βραδιές με ραγισμένη κνήμη, δεμένος ασφυκτικά για να μην απογοητεύσει το κοινό, που περιμένει να δει τον αεικίνητο frontman που αποζητά. Τα χάπια, οι σκόνες και οι φιάλες Jack Daniels αρχίζουν να γίνονται αναγκαία για να παρατείνουν τις αντοχές και να διώξουν την ανασφάλεια. Τα νεύρα και οι καυγάδες έχουν αρχίσει να προκύπτουν ως καθημερινό μενού, ενώ ένα καινούριο πρόβλημα εμφανίζεται, με το πρωτόβγαλτο συγκρότημα – κι αυτό από το Jersey- του οποίου Jon και Ritchie έχουν χρηματοδοτήσει το ντεμπούτο, διαλέξει για σαπόρτ περιμένοντας σε αντάλλαγμα ποσοστό από τις πωλήσεις που σημειώνει. Είναι οι Skid Row, που σε μερικές βδομάδες γίνονται το νέο ανερχόμενο όνομα. Προσπαθώντας να βγει από τη σκιά του ευεργέτη Bon Jovi, ο πολυλογάς Sebastian Bach αρχίζει και πετάει δημόσια διάφορα fuck αγνωμοσύνης. Η υπόθεση θα καταλήξει στα δικαστήρια.
Πάντως, στις 11 Αυγούστου του ‘89, το “New Jersey” γίνεται το πρώτο αμερικάνικο άλμπουμ που κυκλοφορεί επίσημα στη Σοβιετική Ένωση. Oι Βοn Jovi πληρώνονται με την υψηλώτερη επιτρεπόμενη από τη σοβιετική νομοθεσία αμοιβή – 9.600 δολλάρια – από την «λαϊκή επιχείρηση θεαμάτων» Melodiya για να γίνουν οι headliners του “Moscow Music Peace Festival” που διοργανώνεται το διήμερο 11 και 12 Αυγούστου στο Στάδιο Lenin της Μόσχας. Μαζί τους Ozzy Osbourne, Motley Crue, Scorpions, Cinderella, Skid Row και μια σειρά από ρωσικά γκρουπ, με πιο γνωστό τους Gorky Park. Το όλο event προωθείται μήνες πριν ως ένα «Φεστιβάλ για τα 20 χρόνια του Woodstock» και διαφημίζεται αφειδώς ως μια κορυφαία “anti-drug” πρωτοβουλία, με το σλόγκαν “Just Say No” με μια σειρά από διαφημιστικά κατά των ναρκωτικών από πρώην εθισμένους ροκ σταρ όπως ο Nikki Sixx και ο Ozzy Osbourne. Στην πραγματικότητα είναι μια καλοστημένη και χλιδοειδώς πληρωμένη κομπίνα του κοινού μάνατζερ όλων των σχημάτων που εμφανίζονται, Doc McGee, προκειμένου να εκτελέσει την «κοινωνική εργασία» που του έχει δικαστικώς επιβληθεί. Ενώ υποτίθεται είναι ένα «καθαρό φεστιβάλ», στα παρασκήνια, τα ναρκωτικά είναι σε αφθονία για κάθε ενδιαφερόμενο.

 

Στις 19 Αυγούστου του ’89 η μπάντα βρίσκεται και πάλι επικεφαλής πάνω από Europe, Vixen και Skid Row στο βρετανικό φεστιβάλ Milton Keynes. Steven Tyler και Joe Perry ανεβαίνουν στη σκηνή και τζαμάρουν για encore στο “Walk This Way”. Στις 6 Σεπτεμβρίου Jon και Ritchie βρίσκονται στα 6α MTV Music Awards, όπου και παίζουν μια ακουστική εκτέλεση του “Wanted Dead Or Alive” και γνωρίζουν την αποθέωση. Το γεγονός ότι εμφανίζονται χωρίς τους ενισχυτές και τα λοιπά ηλεκτρικά όπλα ενός hard rock γκρουπ, δίνει στους υπεύθυνους του MTV μια ιδέα που θα αποβεί χρυσοφόρα τα επόμενα χρόνια: “MTV Unplugged”. 


To Δεκέμβριο, η τελική αρπαχτή του McGee ολοκληρώνεται με την κυκλοφορία του δίσκου - συλλογή “Stairway To Heaven/Highway To Hell”, όπου Ozzy, Cinderella, Motley Crue, Scorpions, Skid Row και Gorky Park διασκευάζουν κομμάτια καλλιτεχνών που έχουν φύγει από ναρκωτικά. Το “The Boys Are Back In Town” είναι η επιλογή του Jon, προς τιμήν του Philip Lynott. Tα έσοδα προορίζονται –υποτίθεται- για το ίδρυμα “Rockers Against Drug & Alcohol Abuse”, το οποίο κανείς δεν άκουσε έκτοτε.
Στις 16 Δεκεμβρίου, το τελευταίο single του New Jersey, η δακρύβρεχτη μπαλάντα “Living In Sin”, που θά’πρεπε να έχει κι ετικέττα «μόνο για κορίτσια», μπαίνει κι αυτό στο top-10 του Billboard (US#9).
Κι ενώ η συλλογή με τα βίντεο κλιπ του “New Jersey” έχει ξεπεράσει τα 100.000 αντίτυπα, τον Φεβρουάριο του 1990, η περιοδεία – μαμούθ του “New Jersey”, 237 εμφανίσεις το σύνολο, ολοκληρώνεται με μια εμφάνιση στο Μεξικό. Μια φοιτητική εξέγερση μαίνεται έξω από το συναυλικό χώρο, με αποτέλεσμα η έναρξη της συναυλίας να καθυστερήσει πολύ. Η μπάντα στα παρασκήνια βρίσκεται σε αναβρασμό. Μια αδέσποτη βιντεοκάμερα χειρός καταγράφει μια πραγματικότητα που δεν αφήνει κανένα τους περήφανο. «Πρησμένοι, μεθυσμένοι, κουρασμένοι, σε υπερδιέγερση, χωρίς φωνή».
 

«Μέσα σε τριάμισυ χρόνια είχαμε κάνει δύο 16μηνές περιοδείες back-to-back. Δε σταματούσαμε, Μας πήγαινε σφαίρα ο πύραυλος της επιτυχίας και ποιός τολμούσε να κατέβει; Ήτανε σα νά’ μαστε στο δρόμο μια ζωή ολόκληρη. Ήμασταν εντελώς καμμένοι. Όμως, για να πούμε την αλήθεια, όλοι μας είχαμε παραδοθεί στις απολαύσεις, σε όλο το πακέτο που προσφερόταν τότε σε μια μπάντα που βρισκόταν στο Νο 1. Ήταν μέρες εξώλης και προώλης, περνάγαμε αφάνταστα. Όμως κάποια στιγμή, απότομα, έγινε πολύ βαρύ, κουραστικό. Ήταν πολύ κουραστικό και το να πρέπει να προσέχεις τον οποιονδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό σου – κι αυτόν, ίσα που μπορούσες. Και μεις, είχαμε συνηθίσει αλλιώς. Πάντα φροντίζαμε ο ένας τον άλλο. Καθώς τελείωνε όμως η New Jersey Syndicate Tour, ο καθένας πάλευε με τα δικά του ζητήματα. Δε μιλούσαμε μεταξύ μας. Αποξενωθήκαμε».
 
«Δεν έφταιγε κάποιος συγκεκριμένα. Αυτοί που είχαν τις τύχες μας στα χέρια τους – μάνατζμεντ, εταιρία, ατζέντηδες κάθε είδους – κάνανε τη δουλειά τους. Βέβαια, καταλαβαίνεις εκ των υστέρων ότι το μόνο που θέλανε είναι να βγάλουνε όσο πιο πολλά λεφτά μπορούσαν στην πλάτη μας. Ο McGee θα έπρεπε να μας δείξει λίγη εμπιστοσύνη. Μετά την περιοδεία για το Slippery…”, δεν χρειαζόταν να μας στύψει μέχρι το τέρμα για λίγα παραπάνω εκατομμύρια. Και μεις, δεν καταλαβαίναμε, για ποιο λόγο, παρά την τόση επιτυχία, λατρεία και αφθονία, δεν νιώθαμε να μας αρέσει η όλη υπόθεση. Και κυρίως δεν νιώθαμε πια κοντά, δεν ανεχόμασταν ο ένας τον άλλο».
«Φτάνει να πω ότι περάσαμε τα Χριστούγεννα του ’89 οι πέντε χωρίς τις οικογένειές μας, σ’ ένα ξενοδοχείο στο Λονδίνο. Δεν είναι τρόπος αυτός να περάσεις Χριστούγεννα. Ένιωθα ότι βρισκόμουν στον πάτο, ότι δεν είχε πιο χαμηλά.  Έφυγα για Καλιφόρνια, άρχισα να πίνω, να νιώθω τελειωμένος, ήθελα κάποιος να με βοηθήσει, μου ‘ρχόταν να πηδήξω από το αυτοκίνητο καθώς οδηγούσα. Ό,τι πιο ωραίο υπήρχε στην όλη διαδικασία, είχε για μένα χαθεί. Ήμουν εντελώς κομμάτια».
Ο τύπος έριξε αλάτι στην πληγή. Το “Kerrang!”  άρχισε να ασχολείται με φήμες και να τις προεκτείνει, να τους δίνει δική τους ζωή. «Ντράμερ εγκαταλείπει πολυπλατινένια ροκ μπάντα». Δεκάδες demo συνέρρευσαν αμέσως στο γραφείο μάνατζμεντ. Η ζωή των μελών εξελίσσονται σε κανονικά επεισόδια σαπουνόπερας. «Ο Sambora δεν είναι ικανοποιημένος με το μερίδιό του από τις προσόδους των Bon Jovi. Χωρίζει με τη Cher». Η Lehua Reid, πρώην σύντροφος του Sambora, αρχίζει να κελαηδάει με το αζημίωτο: κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “New Jersey”, λέει, Jon και Ritchie κάθονταν επί ώρες μπροστά σ’ ένα πιάνο, με κουτιά από κασσέττες δίπλα τους, γελώντας, ψάχνοντας ποιό τραγούδι άγνωστου συνθέτη που δεν είχε ηχογραφηθεί ακόμη μπορούσαν να κλέψουν.


Τον Ιούλιο του 1990 τα πέντε μέλη της μπάντας είχαν ήδη να ειδωθούν πέντε ολόκληρους μήνες. Όσο το όνομα του Jon παραμένει στο προσκήνιο με το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ και το single “Blaze Of Glory” (US#1, 8/9/1990), από την ταινία "Young Guns II", στις συνεντεύξεις οι ερωτήσεις για το μέλλον των Bon Jovi πέφτουν βροχή στον αποκαμωμένο ηγέτη τους: «Δε θέλω να διαλύσουμε, γιατί οι πέντε μας  είμαστε τα ίδια άτομα που επτά χρόνια πριν είπαμε ότι θα τα περάσουμε όλα, ότι θα σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Και το κάναμε, ακόμη και τότε που δεν είχαμε λεφτά ούτε για να μοιράσουμε μεταξύ μας ένα πρέτζελ, όταν κανείς δεν ήξερε τί είναι Bon Jovi, νόμιζαν ότι είναι μια καινούρια μάρκα τζην ή κάτι τέτοιο. Πολεμήσαμε μ’ ότι είχαμε και τα καταφέραμε. Και με το New Jersey θέλαμε ν’ αποδείξουμε ότι αξίζουμε να παραμείνουμε στη σκηνή για αρκετά χρόνια ακόμη».
 
Τα επόμενα αρκετά χρόνια παρέμεναν επί του παρόντος αχαρτογράφητα για όλους. Κι όμως, εκείνο το βράδυ της 3ης Οκτωβρίου του ’88, με το σκοτάδι νά’ χει κατέβει ανυποχώρητο στα πέριξ της Πλατείας Βικτωρίας, η αβεβαιότητα για ένα μέλλον όλο δικό σου, μόνο ευχάριστο μπορούσε να είναι. Ακόμη κι αν, περασμένες οχτώμισυ, το τηλέφωνο παρέμενε στο εσωστρεφές ακούδουνο κώμα του. Ακόμη κι αν προσπαθούσα να εκδιώκω την ιδέα ότι στο Ο.Α.Κ.Α. κάτι ευτυχισμένες χιλιάδες που μου είχαν βάλει την πρώτη μεγάλη συναυλιακή απουσία, θά’ χαν δει ή θα βλέπαν ακόμη, Springsteen, Gabriel, Sting και Tracy Chapman, την ώρα που εγώ βολόδερνα με τη φλούφλικη κασσέττα που υπογράφουν τα δευτερότριτα απ’ το New Jersey. Πασχίζοντας να βάλω σε σειρά τις καινούριες μέρες, τις καινούριες ώρες, τον καινούριο αέρα, τις καινούριες φάτσες και ορισμένα καινούρια, κατακλυσμιαία συναισθήματα. Κι εκείνα τα δύο κομμάτια, το “Blood On Blood” και το “Homebound Train”, αγκίστρια που με κρατάνε αλυσοδεμένο με τα περασμένα.
Το τηλέφωνο δε θα χτυπήσει. Έχει πάει πλέον αργά, όλα τα περίπτερα έχουν κλείσει, δε θα χτυπήσει. Έχω δύο επιλογές. Ή ξεκινάω ν’ ακούω Flotsam & Jetsam, ή κολλάω τ’ αυτί στο ηχείο του Panasonic κι αρχίζω να βολτάρω στα μεταμεσονύχτια fm. Η φοιτητική μου ζωή έχει μόλις ξεκινήσει. Και με κάνει ό,τι γουστάρει, όποτε γουστάρει. 
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites