Thin Lizzy: “No, you won’t come back – Νot from Chinatown”.
Πέμπτη

11Οκτ

Thin Lizzy: “No, you won’t come back – Νot from Chinatown”.

Δημοσιεύθηκε από:

11/10/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1194
Ο χειμώνας του ’79 βρίσκει τους Thin Lizzy στο Παρίσι, να ηχογραφούν το 9ο στούντιο άλμπουμ τους, “Black Rose: Α Rock Legend” με παραγωγό τον υπεύθυνο για την τεράστια της επιτυχία του ”Live & Dangerous”, Tony Visconti.
Οι νύχτες στα καμπαρέ του Σανζ Ελυσέ έχουν περισσότερες γάμπες με διχτυωτά καλσόν και φιάλες Ντομ Περινιόν από κάθε  παραίσθηση επίγειου παραδείσου, όπως τουλάχιστον έχουν μάθει να τον αντιλαμβάνονται οι ροκ σταρ που έχουν πλησιάσει την ηλικία των 30. Και ακριβώς τη στιγμή που δύσκολα μπορούσε να γίνει το πράγμα καλύτερο, ήρθε η ηρωίνη.
Ένα από κείνα τα βράδια στο Παρίσι, μετά από επτάωρα στο στούντιο Pathe Marconi και λίγο πριν βγουν για να σαρώσουν τα μπαρ, ο Lynott εμφανίζεται στο καμαρίνι του Gorham με μια μεγάλη βαλίτσα, γεμάτη ομοιόμορφες συσκευασίες καφετί σκόνης, ταξινομημένες προσεκτικά. «Ξέρεις τί’ ν’ αυτό;». Ο Gorham κάτι έχει υπ’ όψη του, χωρίς όμως την παραμικρή ιδέα για το τί τον περιμένει. Μετά από μερικές μόνο μέρες, έξω από το booth των ηχογραφήσεων, βρίσκονται καθημερινά τρεις περίεργοι τύποι απορροφημένοι όλη την ημέρα με συγκεκριμένες εργασίες : Ο ένας φέρνει πρέζα, ο άλλος κόκα, ο τρίτος χασίς. Κόβουν, ψήνουν και συσκευάζουν κολαγια κάθε ώρα και διάθεση της μπάντας. Οι πόρτες παραμένουν συνεχώς ανοιχτές για μούτρα σαν κι αυτούς.
Σε λίγους μήνες, Lynott και Gorham έχουν μετεξελιχθεί από ερασιτέχνες δοκιμαστές του κινδύνου σε επαγγελματικά αφοσιωμένους χρήστες.
Ξυπνούν και στέλνουν ανθρώπους να τους φέρουν το πράμα. Βάζουν άλλους να τους το ταχυδρομούν πριν κάθε συναυλία. Φτάνουν στην επόμενη πόλη της περιοδείας και το πρώτο πράγμα που ρωτούν στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου είναι «αν έφθασε το πακέτο». Καθώς η μια συναυλία διαδέχεται την άλλη, μοιάζει μια απλή συνήθεια, ένα γερό σπρώξιμο στο κουρασμένο κορμί για να δώσει ακόμη μια παράσταση που τα παιδιά με τα διάπλατα μάτια στις πρώτες σειρές δε θα ξεχάσουν ποτέ.
Σύντομα, οι εμφανίσεις τους «δεν είναι και τόσο καλές» χωρίς «αυτό». Λίγους μήνες αργότερα, συνειδητοποιούν ότι δεν είχουν καν διάθεση να ξεκινήσουν να παίζουν χωρίς «αυτό».

Αυτή είναι και η αιτία που ο 27χρονος Gary Moore τους παρατάει, αρχές Ιουλίου του ’79. Έχει προειδοποιήσει ότι δεν αντέχει ούτε κι ανέχεται να συζεί με μια αυτοκαταστροφική ρουτίνα που μυρίζει από παντού θάνατο. Στη θέση του έρχεται ο μουσικά πιο δεκτικός Midge Ure, μένει όμως μόνο τρεις μήνες – η κλίση του στα κίτρινα και ροζ παντελόνια μπάγκυ δε βοηθά, όσο κι αν ενδυματολογικές προτιμήσεις σαν αυτή θα αποδειχθούν σύντομα αντιστρόφως πιο γόνιμες για τα new wave εδάφη στα οποία είναι έτοιμος να διαβεί, με το μουσικό όχημα που θα ονομάσει Ultravox.
Το Σεπτέμβρη του ’79 οι Lizzy κάνουν και μερικές εμφανίσεις σαν κουϊντέτο, με τον Σκωτσέζο David Flett των Manfred Mann να προσθέτει κιθάρες.
Έχει βλέψεις για μόνιμο μέλος, αλλά ο Lynott, επί μέρες άϋπνος και σε διαρκή υπερδιέγερση, ασχολείται με άλλα ζητήματα. Ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου του ’80, παντρεύεται την Caroline Crowther, μια ξανθιά ψιλόλιγνη καλλονή, κόρη του διάσημου show host της βρετανικής τηλεόρασης.
Είναι έγκυος στην πρώτη τους κόρη, Sarah και ως πιστός καθολικός ο Lynott επιχειρεί με το γάμο του να κρατήσει ανοικτή μια πόρτα διαφυγής προς την κανονικότητα.
Όμως όλοι οι γύρω του ξέρουν, περισσότερο μάλιστα ο ίδιος, ότι δεν είναι φτιαγμένος για κάτι τέτοιο. Κατά το επικρατούν ήθος της εποχής, ένας σταρ της μουσικής ή του σινεμά δικαιούται να έχει ως βασική μέριμνά του το πώς θα μεγιστοποιήσει τις αισθήσεις που θα παρατείνουν και θα πολλαπλασιάσουν την καλλιτεχνικότητα στην δημόσια απόδοσή του. Για ν΄ανταπεξέλθει στην πίεση, τις απαιτήσεις, την υποκαταστατότητα του προϊόντος του.
Στις αβαθείς ανθρώπινες σχέσεις που τον κυκλώνουν. Στο κάτω – κάτω, τη σχέση του με «αυτό» την ελέγχει, «δεν έχει πρόβλημα», «όποτε θέλει το σταματάει, το κόβει».
Η συστηματική χρήση είναι ζήτημα ενός κλειστού κύκλου μυημένων, που αναγνωρίζονται μεταξύ τους από ανεπαίσθητα σημάδια. Ένα νευρικό τικ, ένα μάτι που γυαλίζει. Έξω από τον κύκλο αυτόν οι «άλλοι» δεν νιώθουν, δεν καταλαβαίνουν, βρίσκονται ολόκληρους κόσμους μακριά. Ο Lynott κρατά την ανάγκη του κρυφή, καταπιεσμένη μέχρις ασφυξίας από την εικόνα του ανίκητου Έρρολ Φλυν της ροκ σκηνής, στην οποία οφείλει να ανταποκρίνεται κάθε λεπτό της ζωής του.
«Δεν εγκρίνω τα ναρκωτικά, αλλά ξέρω γιατί οι καλλιτέχνες τα παίρνουν, Για να νιώσουν την εμπειρία, να φθάσουν μέχρι τα άκρα. Οι άνθρωποι πάντα θέλουν να φτάνουν στα άκρα. Κι αν τελικά φτάσεις εκεί, θα πρέπει να είσαι προετοιμασμένος και να πέσεις. Φαίνεται ότι όλοι οι καλλιτέχνες που έχω σ΄εκτίμηση, έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, φτάσει στα άκρα. Κάποιοι τα κατάφεραν να γυρίσουν και να γράψουν γι’ αυτή τους την εμπειρία, άλλοι όχι. Και σε περίπτωση που κατάλαβες λάθος, εγώ πάντως δεν κάνω ναρκωτικά», λέει ο Lynott την Άνοιξη του 1980 στον δημοσιογράφο Harry Doherty, αυτόκλητο βιογράφο της μπάντας.
Εξωτερικά, το κεφάλαιο της καινούριας δεκαετίας αρχίζει με τον Lynott σε δημιουργικό οργασμό. Eτοιμάζει το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ, ”Solo In Soho”, με πλήθος guest, μεταξύ των οποίων οι Gorham, Downey, Midge Ure, Gary Moore, Jimmy Bain, Mark Nauseef, Huey Lewis, Mαrk Knopfler.
Ο Lynott ξεχωρίζει έναν από τους προσκελημένους σαν το ιδανικό αντιστάθμισμα για το ατίθασο παίξιμο του Gorham στην κιθάρα. Το όνομά του ήταν Terence Charles "Snowy" White ήταν 32 ετών και διέθετε σημαντική εμπειρία σαν session παίκτης και περιοδεύων μουσικός με ονόματα όπως ο Cliff Richard, o Al Stewart, οι Cockney Rebel και ο Peter Green.
Την εποχή που ηχογραφούσε κιθάρα για δύο από τα κομμάτια του σόλο δίσκου του Lynott, οι Pink Floyd τον είχαν συμπεριλάβει στην βραχύβια, όσο και εντυπωσιακή περιοδεία για το The Wall. Και δεν ήταν η πρώτη του φορά, καθώς είχε συναργαστεί μαζί τους ήδη από το ‘Wish You Were Here”.
Ο Lynott αδράχνει την ευκαιρία και του προτείνει να γίνει κανονικό μέλος των Thin Lizzy, ο πρώτος Άγγλος που μετά από αμερικανούς και σκωτσέζους θα εντασσόταν σε μια γέννημα – θρέμμα ιρλανδική μπάντα.

«Αν δεν υπήρξα και η πιο αναμενόμενη επιλογή για κιθάρα των Lizzy, κι ενώ ποτέ δεν υποσχέθηκα ότι θα φοράω ζώνες με καρφιά και θα χοροπηδάω σαν τρελλός στη σκηνή, ο Phil μου είχε εκμυστηρευτεί πόσο χαιρόταν που θα είχε δίπλα του κάποιον που ήταν και θα συμπεριφερόταν σαν «κανονικός μουσικός».
Μια ακόμη προσθήκη ήρθε να εμπλουτίσει τον ήχο του 10ου   αλμπουμ των Lizzy, στο πρόσωπο του μόλις 17χρονου οργανίστα Darren Wharton. Αν και προς το παρόν προσληφθείς σαν έμμισθος, ο Wharton δυνάμωσε τις μελωδίες τις κιθάρας με τα συνθεσάϊζερ, κάνοντας τον σκληροπυρηνικό ήχο της μπάντας πιο σύγχρονο με τα κρατούντα μουσικά ρεύματα.

Καθώς μπαίνει το καλοκαίρι του ’80, οι ανασχηματισμένοι Thin Lizzy αποκτούν χημεία τζαμάροντας, ηχογραφώντας και δοκιμάζοντας live μέρος από το καινούριο υλικό. Στο set list εμφανίζονται τακτικά και ορισμένα τραγούδια που έχουν καταλήξει στο “Solo In Soho”, όπως το “Dear Miss Lonely Hearts” (UK# 37) στο οποίο παίζει κιθάρα ο White.


Το άλμπουμ “Chinatown” ηχογραφείται σε διακεκομμένα session ανάμεσα σε Απρίλιο και Αύγουστο του 1980 στα Good Earth Studios του Soho και κυκλοφορεί στις 10 Οκτωβρίου. Αυτή τη φορά ο Tony Visconti έχει προτιμήσει να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στον David Bowie που ηχογραφεί το “Scary Monsters And Super Creeps”. Έχει αφήσει όμως έναν από τους ηχολήπτες του πίσω, τον Kit Woolven. Πετυχαίνει μια κρυστάλλινη ηχογράφηση, με έμφαση στις αρμονίες, εισάγοντας ένα «σκληρό» γκρουπ στη νέα δεκαετία με κλάση.
Το γεμάτο αυτοπεποίθηση, μελωδικό μήνυμα του "We Will Be Strong" με τις διπλές κιθάρες – σήμα κατετεθέν να τονώνουν το στίχο το “I know we have the strength to carry on – I know my rights, I know you’ve lost, I’ ve won”, το ανάλαφρο "Having a Good Time", ο γυμνασμένος πάνω στα κήμπορντς του Wharton ερωτικός απολογισμός Sweetheart, το υπαινικτικό και αντιληπτό μόνο στον στενό κύκλο “Sugar Blues” που αφήνει ν’ αναδειχθεί η πολλές φορές υποτιμημένη δεινότητα του Downey στα τύμπανα, το εύθραυστο "Didn't I": αντανακλούν ένα γκρουπ με παρελθόν, αλλά χωρίς να προσπαθεί βεβιασμένα, μια ομάδα υγιή και ευδιάθετη. Ο White αναδεικνύεται σε ήρεμη δύναμη, προσθέτει στον αναγνωρίσιμο ήχο τους αφαιρώντας δικές του παρεκκλίσεις, σπέρνει διακριτικά εφέ όπου υπάρχει περιθώριο υπογράμισης, δείγμα της εμπειρίας του.


Υπάρχουν όμως και χαραμάδες από τις οποίες ο προσεκτικός ακροατής διακρίνει ότι καιροφυλακτεί να ξεχυθεί το σκοτάδι. Το "Genocide (The Killing of the Buffalo)", ένα καινούριο επεισόδιο στο στιχουργικό φλερτ του Lynott με την αμερικάνικη ιστορία, έχει ένα παρατεταμένα αγχωτικό ρεφραίν από τον Lynott, σε σημείο να προβληματίζει : νιώθει ο ίδιος υπό εξαφάνιση, αποξενωμένος, υπό διωγμό; Και από ποιόν, αν όχι από τον ίδιο του τον εαυτό; To ομώνυμο του άλμπουμ Chinatown, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια όλης της δισκογραφίας τους (UK#21, καλοκαίρι του 1980), έρχεται να προσδώσει ηχητική υπόσταση στον κινέζικο δράκο του Jim Fitzpatrick στο εξώφυλλο με ένα γεμάτο κίνδυνο ημι-boogie περιστρεφόμενο γύρω από το βάρβαρο μπάσο του Lynott.
Και κείνος, σκιαγραφεί την δική του κατάβαση στην κινούμενη άμμο του εθισμού με τον μοιραίο, απεγνωσμένο τρόπο που εκφέρει τους στίχους :
“(...) and you dont stand a chance, if you go down in China Town - living and dying there aint no relief”. “No – you won’t come back – not from Chinatown – ‘it’s a different scene - there are people there, they are so obscene – if you see what they mean, then they’ll show you the dream – night comes up – you must come down”.
Ένα από τα πρώτα βίντεο κλιπ που γυρίζεται με κανονική σκηνοθεσία και κομπάρσους δείχνει τον Lynott στο φυσικό του περιβάλλον. Στο βούρκο κραιπάλης του Soho, όπου ψυχές και σώματα εκπορνεύονται και φόνοι προκύπτουν, από μια επιλογή που μοιάζει παραδομένη στα ένστικτα και την τύχη. Τα παραληρηματικά σόλο των White και Gorham είναι σαν το στρεβλό περπάτημα του ίδιου ανθρώπου, που ισορροπεί μεταξύ ακαταλόγιστης απόπειρας να ξεφύγει και απελπισμένης αυτοβύθισης.
Στον μέσο ακροατή είναι μάλλον αδιόρατο, αλλά  στην ουσία αυτοβιογραφείται μουσικά η ηρωίνη. Οι παραισθήσεις παντοδυναμίας και απόλυτης αδυναμίας που έχουν την ίδια εποχή οδηγήσει μουσικούς μύθους σε παρασιτικό αυτοαποκλεισμό (Miles Davis), ανθρωποκτόνο βία (Sid Vicious), αυτοκαταστροφή (Keith Moon) και ατυχηματικούς θανάτους (Tommy Bolin, Bon Scott, Tim Hardin, Mike Bloomfield) είναι αυτές που γένησαν σ’ άλλους την ανάγκη για αλλόκοτα εγκεφαλικές εκτροπές. “Visions of swastikas in my head, plans for everyone”, κατά το στίχο των Bowie  και Iggy Pop. “I’ ve been hiding in the shadows of love, waiting for you”, για τον Phil Lynott.

To Killer On The Loose, ένα βάναυσο, χεβυμεταλλικό τρακ, με τον Lynott σε μια σπάνια διαβολική ερμηνεία, κυκλοφορεί σε single στις 27 Σεπτεμβρίου και καθώς αρχίζει να ακούγεται, όλο τον Οκτώβριο του 1980 προκαλεί σάλο στη Μεγάλη Βρετανία, δεν ήταν καθόλου αστείο, ούτε μπορούσε να γίνει αντιληπτό ως «συμβολικό». Γιατί ακριβώς την περίοδο της κυκλοφορίας του βρίσκεται σε εξέλιξη το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στα αστυνομικά χρονικά της Βρετανίας.
Από το 1976 ως και τις μέρες που το “Chinatown” εκτίθεται στις προθήκες των δισκοπωλείων, έχουν ληφθεί πάνω από 30.000 επίσημες καταθέσεις, καθώς η Βασιλική Αστυνομία πλησιάζει στην εξιχνίαση μιας μακράς σειρά από δολοφονίες γυναικών, κυρίως κοριτσιών που «εργάζονται» στις κακόφημες συνοικίες της ευρύτερης περιοχής του Yorkshire.
Το βίντεο κλιπ, με τον Lynott ντυμένο με καπαρντίνα, σαν διαστροφκό άφρο Jack The Ripper ανάμεσα από προκλητικά ντυμένες νεαρές, ελάχιστα βοηθά στον κατευνασμό του δημόσιου τρόμου για τον υπαρκτό φονιά που κυκλοφορεί ελεύθερος. Προκαλεί κατακραυγή – που βέβαια δεν εμποδίζει τις πωλήσεις του 7’’ιντσου single το οποίο ανεβαίνει κατευθείαν στο top-10 (UK#10, Οκτώβριος ’80), μια εβδομάδα πριν το άλμπουμ “Chinatown” κορυφώσει κι αυτό την διάρκειας δύο μηνών αναρρίχησή του στο βρετανικό τσαρτ (UK#7). Ο Lynott αναγκάζεται να ζητήσει δημόσια συγγνώμη με ένα φτηνό it was a bad joke.
Άσχημο πραγματικά, αλλά καθόλου αστείο. Στις 2 Ιανουαρίου του 1981, περισσότερο από τύχη, παρά από εφαρμογή των αστυνομικών τεχνικών έρευνας, ο 24χρονος πρώην νεκροθάφτης Peter Sutcliffe πέφτει στα χέρια των αρχών. Ένας αστυνομικός έλεγχος ρουτίνας τον βρήκε με μια ιερόδουλο μέσα στο αυτοκίνητό του, το οποίο όμως είχε πλαστές πινακίδες. Παρ’ ότι είχε εξετασθεί 9 φορές μέσα στα χρόνια, δεν υπήρχαν ικανά στοιχεία που να τον συνδέουν απευθείας με τις δολοφονικές επιθέσεις. Ανακρινόμενος, ομολόγησε 20 επιθέσεις με φονικό όπλο, στις οποίες χρησιμοποιούσε ένα σφυρί για να εξουδετερώσει τα θύματά του, πριν τα μαχαιρώσει και τα ακρωτηριάσει. 13 γυναίκες βρήκαν στα χέρια του τραγικό θάνατο. Στις 24 Μαίου του ’81 καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης τουλάχιστον 30 ετών, χωρίς τη δυνατότητα αναστολής, λόγω του ότι επικαλέστηκε ψυχική νόσο.

Όμως, το Μάϊο του ’81 οι Thin Lizzy βρίσκονται ήδη στο δρόμο, καθώς οι  περιοδείες τους σε Βόρεια Αμερική, Ιαπωνία, Αυστραλία και νέα Ζηλανδία συνεχίζονται, παρ’ ότι εναι φανερό ότι το μουσικό ρεύμα έχει αλλάξει και η πιθανότητα επανάληψης της επιτυχίας του “Live And Dangerous” μοιάζει απόμακρη, κι ας απέχει χρονικά μόλις τρία χρόνια. Ανάμεσα σε αεροδρόμια, μοτέλ, σκοτεινά καμαρίνια και γεμάτα στάδια, η καθημερινότητα των Lynott και Gorham έχει μπει πλέον για τα καλά σε φάση ασθένειας. Δύο - τρεις μέρες άϋπνοι καθηλώνοντας ακροατήρια ανά την Ευρώπη, άλλες τόσες καθηλωμένοι οι ίδιοι στο κρεββάτι, με έντονα συμπτώματα στέρησης, αποκλεισμένοι απ’ ότι θυμίζει δόξα, έπαρση, πραγματική ζωή.
«Ήταν μια βραδιά στην Ιαπωνία», θυμάται ο Gorham, «όπου δεν γινόταν να βρούμε με τίποτε», λόγω της δρακόντειας επιτήρησης που παραδοσιακά υπάρχει για τη διακίνηση ναρκωτικών στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. «Παίζαμε το “Still In Love With You και ο Phil γύρισε και με κοίταξε πάνω στη σκηνή. Ήταν κάθιδρος και παραμορφωμένος από τους πόνους, αλλά είμαι σίγουρος ότι είδα και δάκρυα στα μάτια του. Δεν θα αντέχαμε πολύ ακόμη, το ξέραμε και οι δύο».

Όμως το να ζητήσει ο χρήστης βοήθεια, στις αρχές του ‘81, ειδικά αν είναι ροκ σταρ, είναι απαγορευμένο, αποτελεί ομολογία ήττας. Ρωγμή στην εικόνα του, που δεν γιατρεύεται. Ο Lynott, παγιδευμένος ανάμεσα στις περσόνες των ίδιων του των στίχων, τον άτρωτο Romeo, τον Jack τον αλητήριο, τον Jimmy The Weed και τον άγουρο ονειροπόλο Johnny, βρισκόταν ήδη σε μια αργή, καθοδική σπείρα προς το θάνατο, όσο κι αν έλεγε ότι θα καταφέρει μόνος του να γλυτώσει. To τέλος του το είχε προλέξει ο ίδιος. No, you don’t come back – Not from Chinatown”.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου