MAGNUM: επική πορεία 40 χρόνων, σε 10 στροφές
Τετάρτη

28Νοέ

MAGNUM: επική πορεία 40 χρόνων, σε 10 στροφές

Δημοσιεύθηκε από:

28/11/2018

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1551
Θεωρήστε βέβαιο ότι θα αποδείξουν κάτι το οποίο αποδεικνύουν μια ολόκληρη δισκογραφική ζωή 40 ετών: ότι, όσο κι αν σε θεωρούν μουσικά παρείσακτο, η πραγματική ισχύς βρίσκεται στη μουσική σύνθεση, που ξεπερνά μόδες, είδη και κατηγοριοποιήσεις και σε δένει με το κοινό άρρηκτα σε μια επάξια, βιωματική συνύπαρξη. Διαβάστε παρακάτω μία επική πορεία 40 χρόνων, σε 10 στροφές για τους θρυλικούς Magnum!
1. Βλέπουν το φως της ημέρας στην πατρίδα του heavy metal, το μουντό και βροχερό Birmingham, πίσω στα 1972. Πυρήνας τους ο Anthony (“Tony”) Clarkin (24/11/1946) και ο Robert Adrian (“Bob”) Catley (11/9/1947). Αφ’ ότου κατόρθωσαν να χτίσουν τη φήμη τους παίζοντας στα club της περιοχής, το 1976 ηχογραφούν στο Λονδίνο το ντεμπούτο τους, το οποίο κυκλοφορεί 2 χρόνια αργότερα από την Jet Records, μετά από μια εκτεταμένη περιοδεία support στους Judas Priest. Λέγεται Kingdom Of Madness (16/9/78, UK#58), κι αποτελείται όπως και όλα τα επόμενα άλμπουμ τους, εξ ολοκλήρου από τραγούδια γραμμένα από τον Tony Clarkin. Με progressive και pomprock αναφορές, φιλοσοφημένο στίχο και δυνατές ερμηνείες, απoσπούν καλές κριτικές από το βρετανικό μουσικό τύπο, που τους εντάσσει ανάμεσα στο χώρο ανάμεσα σε Jethro Tull, Styx και Kansas.

 2. Με παραγωγό τον Leo Lyons, πρώην μπασίστα των θρυλικών Ten Years After και υλικό δοκιμασμένο στις συναυλίες, το Magnum II κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του ’79, αλλά αποτυγχάνει να μπει στα τσαρτ, παρά το ότι περιέχει το αρκετά ποπ για τα δεδομένα τους “Changes” και τα «κλασσικά» της πρώτης τους περιόδου “The Battle” και “Foolish Heart”. Ωστόσο, το “Magnum live E.P.” με τέσσερα ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια από μια και μοναδική εμφάνισή στο Marquee του Λονδίνου, τους κρατά ζωντανούς (5/4/80, UK#47). Τόσο, ώστε το επόμενο άλμπουμ τους Marauder (10/5/80, UK#34) να περιλαμβάνει ολόκληρη εκείνη την ζωντανή εμφάνιση (από την οποία ξεχωρίζει το “In the Beginning”) και να τους ξαναβάλει στο χάρτη ως υπολογίσιμη εμπορικά μουσική μονάδα, σε μια εποχής έκρηξης του σκληρού ήχου στη Βρετανία.

3. Το μεγάλο άλμα προς την καθιέρωση γίνεται στα χέρια του αμερικανού παραγωγού των Kansas, Jeff Glixman. To Chase The Dragon (13/3/1982, UK#17) έρχεται διπλωμένο σ’ ένα fantasy εξώφυλλο του Rodney Matthews. Νέο λογότυπο λανσάρεται και ο ήχος κατασταλάζει, απομακρυνόμενος από τα επιτηδευμένα στοιχεία του prog των ‘70s.  Tα “Soldier Of The Line” και ιδίως τα διθυραμβικά “The Spirit” και “Sacred Hour” γίνονται οι συνθέσεις – σήμα κατατεθέν τους και δε θα βγουν έκτοτε από το ζωντανό τους set-list, αποτελώντας την επιτομή της ηχητικής τους ταυτότητας. Στέρεες μελωδικές γραμμές, κιθαριστική δομή, φωτοσκιάσεις, μια φωνή με εύρος και απήχηση, ένας άχρονος, βρετανικός αυτοέλεγχος στην θεματική των στίχων και την τελική επίγευση. Αυτό που αργότερα ονομάστηκε classic rock.



4. Πάνω που έχουν αποδείξει ότι δικαιούνται και αξίζουν την υποστήριξη της δισκογραφικής, η Jet δεν τους επιτρέπει να χρησιμοποιήσουν και πάλι γνωστό παραγωγό όπως ο Glixman. Αποτέλεσμα, το The Eleventh Hour (28/5/83, UK#38) να ολοκληρωθεί την τελευταία στιγμή. Παραγωγή κάνει η ίδια η μπάντα, με αποτέλεσμα μια πληθώρα από καλές μουσικές ιδέες (“The Prize”, “Breakdown”, “One Night Of Passion”, “The Word”) να ηχογραφηθούν κάπως πεζά και να μην πάρουν την μορφή που τους αξίζει. Το συμβόλαιο με την Jet δεν ανανεώνεται.

5. O Mark Stanway που είναι μαζί τους από το 1980 στα πλήκτρα, αποχωρεί προσωρινά για να παίξει στους Gran Slam του Phil Lynott. Όταν συνειδητοποιεί ότι το σχήμα δεν οδηγεί πουθενά, επιστρέφει. Στο μεταξύ, οι Magnum έχουν καταφέρει να βρουν δισκογραφικό συμβόλαιο στην μεσαίας τότε εμβέλειας FM Records, συμφωνώντας όμως στη διανομή με το γερμανικό παράρτημα της Polydor, σε μια προσπάθεια να ακουστούν κι έξω από το νησί. Με καινούριο μάνατζμεντ και παραγωγό τον Kit Woolven που έχει επιμεληθεί άλμπουμ των μεγάλων Thin Lizzy και του David Gilmour, μπαίνουν στο Abbatoir στούντιο του Birmingham και ηχογραφούν το On A Storytellers Night”, το οποίο διπλωμένο σ’ ένα ακόμη κλασσικό εξώφυλλο του Rodney Matthews, προσδίδει χαρακτήρα στο περιεχόμενο. Ο αναβαθμισμένος, μεγαλεπήβολος ήχος αναδεικνύει μερικές από τις πιο άξιες ιδέες του Τony Clarkin. “How Far Jerusalem”, “On AStoryteller’s Night”, “Les Morts Dansants”, πλούσια σε ενορχήστρωση και μελωδική δύναμη, γίνονται κλασσικά για το πιστό τους ακροατήριο, το οποίο για πρώτη φορά αρχίζει να διευρύνεται. Ο συνδυασμός των βαρέων αυτών tracks με ορισμένα που ακροπατούν στα χνάρια των Foreigner, όπως η πρώτη τους απόπειρα για single και video με το “Just Like An Arrow” (8/4/85, UK#83), κάνουν το δίσκο χρυσό στη Βρετανία (25/5/85, UK#24). Το άλμπουμ παραμένει αυτό με τις μεγαλύτερες πωλήσεις από τα υπόλοιπα της όλης δισκογραφίας τους μέχρι σήμερα.



6. Μέχρι τα μέσα του ’86 οι Magnum ήταν στην ουσία άγνωστοι στο ελληνικό κοινό. Στο άκουσμα της ονομασίας “Magnum” οι συντριπτικά περισσότεροι παρέπεμπαν στο ομώνυμο παγωτό πύραυλος ή, το πολύ, στην αστυνομική σειρά με τον Tom Selleck που έδειχνε τότε η ΕΡΤ. Τον Ιούνιο του ’86 δημοσιεύεται στο “Heavy Metal” για πρώτη φορά αναφορά στους Magnum, μια συνέντευξη, μια μετάφραση – κονσέρβα, περίπου ένα χρόνο παλιά («τώρα έχουμε καινούριο μάνατζμεντ, καινούρια δισκογραφική» κ.λπ.). Η εικόνα τους οπωσδήποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί βοηθητική : Ένας σιτεμένος πλατυπρόσωπος τραγουδιστής, ένας κιθαρίστας με βλοσυρή μουσάκλα, σαν roadieτου Billy Gibbons που φορά καπέλο βγαλμένο από παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, συν τρεις κακομούτσουνοι αγγλάρες χωρίς ακτινοβολία. Στον πραγματικό κόσμο, μέσα στο ’86 η μπάντα δε σταματά να στοχεύει ψηλώτερα. Υπογράφουν συμβόλαιο για τρία άλμπουμ με την Polydor και με παραγωγό τον ντράμερ των Queen, Roger Taylor, βοηθούμενο από τον ίδιο τον παραγωγό των Queen, Dave Richards, ηχογραφούν στα πλέον προηγμένα Mountain Studios του Montreux της Ελβετίας το Vigilante.
Το κέντρο βάρους έχει προφανώς πέσει στο να υπάρξουν στο υλικό όσο πιο πολλά πιθανά singles καταστεί εφικτό, με αποτέλεσμα τα κομμάτια να είναι μεν άριστα ηχογραφημένα και radiofriendly, αλλά να στερούνται αιχμής και να είναι βαλμένα σ’ ένα ανέμπνευστο, ανεξήγητα λαθεμένο, tracklist. To άλμπουμ κάνει αξιοπρεπή πορεία εντός Βρετανίας (4/10/86, UK#24) και ακούγεται κάπως στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά τα singles του, παρ’ ότι άλλες μπάντες θα ήθελαν πολύ να είχαν έστω κι ένα απ’ αυτά στα δικά τους άλμπουμ, κινούνται σε ρηχά νερά: “Lonely Night” (19/7/86, UK#70), “Midnight (YouWon’tBeSleeping)”, (1/11/86, UK#91), “When The World Comes Down” (21/3/87, UK#96). Το ομώνυμο κομμάτι, θαμμένο προτελευταίο στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου, είναι ένα από τα πιο δυνατά της δισκογραφίας τους και παραμένει πολυαναμενόμενο σε κάθε ζωντανή τους εμφάνιση, ως και σήμερα. Τον Απρίλιο του ’87 έρχεται – πάλι καθυστερημένη – η δεύτερη αναφορά στους Magnum μέσα από τις σελίδες του “Heavy Metal”, με μια μεταφρασμένη συνέντευξη μιας σελίδας. Ανάμεσα σε Ratt, Queensryche, Malice και … Manowar, η αποδοχή και αναγνωρισιμότητά τους θα παραμείνει β΄ κατηγορίας για το εγχώριο κοινό, καθώς η μουσική τους δεν μπορεί να υπαχθεί στις απλοποιημένες κατηγοριοποιήσεις (heavy metal/hard rock/pop metal) με τις οποίες τότε σκέπτεται το κοινό.

7. Το 1988 έρχεται επιτέλους η σειρά τους. Το Wings Of Heavenενώ έχει προγραμματιστεί να υλοποιηθεί από την ίδια ομάδα παραγωγών (Taylor/Dave Richards), τελικά ηχογραφείται στα επίσης φημισμένα Wisseloord studios στην Ολλανδία, υπό την επίβλεψη του inhouse ηχολήπτη και γενικού ηχομάστορα Albert Booekholt, μιξάρεται στο Λονδίνο και κυκλοφορεί την Άνοιξη του ’88. Σε μια εποχή που το αμερικανόηχο hard rock των Def Leppard και των Whitesnake κυριαρχεί, οι Magnum εξακολουθούν να ακούγονται ντεμοντέ και να δείχνουν αντιτουριστικοί, όμως τα τραγούδια τους δεν υπολείπονται σε αξιοπιστία πολλών από τους πιο πετυχημένους και νεώτερους συναγωνιστές τους. Το άλμπουμ δεν έχει το λούστρο του “Vigilante”, αλλά φέρνει την εμπορική δικαίωση, καθώς μπαίνει στο το-10 (9/4/88, UK#5), ξεπερνά τις 200.000 αντίτυπα στη Βρετανία και σκαρφαλώνει ψηλά σε μικρώτερες αγορές της Ευρώπης. Για πρώτη φορά 3 singles, τα πιο συμβατά με τους ήχους της εποχής “Days Of No Trust” (19, 26/3/88, UK#32), “Start Talking Love” (14/5/88, UK#22) και η power ballad “It Must Have Been Love” (9/7/88, UK#33) μπαίνουν στο βρετανικό τοπ-40. Η πραγματική ουσία του κλασσικού τους ήχου πάντως βρίσκεται στο “Wild Swan” και “Don’t Wake The Lion”, τα οποία και χαιρετίζονται δεόντως από τη βάση των fans. Τον Απρίλιο του ’88, στο τεύχος όπου το δικό μας “Heavy Metal” αδελφοποιείται με το “Metal Hammer” υπάρχει μια μονοσέλιδη αναφορά μεταφρασμένη από άρθρο του Malcolm Dome. Παρά την επιτυχία των Magnum στην ευρωπαϊκή αγορά, καμία άλλη αναφορά ή άρθρο δεν θα υπάρξει μέχρι τουλάχιστον το τέλος του χρόνου.


8. Μην έχοντας εγκαταλείψει την ιδέα να πετύχουν κάτι στην μοναδική αγορά που μπορεί να εξασφαλίσει χρήμα και δόξα για καλά, την αμερικάνικη, για το τρίτο άλμπουμ τους με την Polydor οι Clarkin και Catley αναζητούν αμερικανό παραγωγό. Ταξιδεύουν στο Βανκούβερ και το L.A., έχοντας μια σειρά από demo. Κατορθώνουν να εξασφαλίσουν για παραγωγό τον μεγάλο Keith Olsen, περιζήτητο μετά το ‘Whitesnake ‘87’. Επιστρατεύονται κομμάτια του Russ Ballard και του Jim Vallance, υιοθετείται ο ξερός ήχος των Goodnight L.A.”, απ’ όπου και το άλμπουμ βαπτίζεται. Το single “Rockin’ Chair” (30/6/90, UK#27) κάνει κάποια αίσθηση, όμως το επόμενο, “Heartbroke & Busted” (2/9/90, UK#49), απογοητεύει την Polydor. Το άλμπουμ δε θα τύχει καν αμερικάνικης διανομής και θα τελειώσει την πορεία του σύντομα, παρά την αρχικά ικανοποιητική του πορεία στη Βρετανία (21/7/90, UK#9). Αναλογιζόμενος κανείς τους σκληρούς όρους που έθετε η εικόνα στην εποχή του hair metal, και μόνο από το βίντεο κλιπ του “Rockin’ Chair” διαβάζει τους λόγους για τους οποίους ένα μάτσο βετεράνων βρετανών πολύ δύσκολα θα μπορούσε να περάσει ως κάτι ιδιαίτερο στην αμερικάνικη αγορά, όσα μουσκεμένα μοντέλα κι αν κατάφερναν να χωρέσουν σ' ένα τετράλεπτο κλιπ.

9. Αποκαρδιωμένοι και αναγκασμένοι να περιοριστούν στο βρετανικό σιρκουί, ολοκληρώνουν τη σχέση τους με την Polydor μ’ ένα περιεκτικό live (The SpiritLive- 14/9/91, UK#50), που κι αυτό, ενώ προοριζόταν για διπλό, λόγω κόστους περιορίζεται σε μονό cd. Είναι πλέον η εποχή του grunge και αν οι Mαgnum, που ανέκαθεν στην καρριέρα τους έδειχναν και ακούγονταν εκτός vogue, τώρα πλέον μοιάζει να μην ενδιαφέρουν κανέναν, πλην ενός όλο και πιο περιορισμένου κύκλου hardrock οπαδών τους οποίους η βίαιη ανατροπή των μουσικών δεδομένων των ‘80s τους έχει κάνει σκληροπυρηνικούς. Το Sleepwalking(24/10/92, UK#27) είναι μια παραγωγή του ίδιου του Clarkin, που παρά την ποιότητα των τραγουδιών, αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Το επόμενο άλμπουμ, στο κλίμα της εποχής των unplugged, είναι το Keeping the Nite Light Burning (1993). Δεν μπαίνει καν στα τσαρτ, παρά τις ατμοσφαιρικές jazz, soul, ως και και reggaeενορχηστρώσεις συνοδεία πνευστών και τσέλλο, σε κλασσικά και deep cutsτου καταλόγου τους. Toμε καλές στιγμές Rock Art(18/6/1994, UK#57) είναι το τελευταίο της κλασσικής σύνθεσης των Clarkin (κιθάρες, σύνθεση), Catley (φωνητικά), Stanway (πλήκτρα), Wally Lowe(μπάσο) και Mickey Barker (τύμπανα), που έδρασε από κοινού σε στούντιο και σκηνή από το 1985. Επίσημα, οι Magnum μπαίνουν σε φάση ύπνωσης. Διάφορα best of και επανακυκλοφορίες όμως υπενθυμίζουν όσα προηγήθηκαν και τις μουσικές αιτίες για τις οποίες οπωσδήποτε οι Magnum άξιζαν μεγαλύτερης αναγνώρισης. Μεταξύ 1995 και 2001 οι Clarkin και Catley συνεχίζουν να συνεργάζονται υπό το όνομα Hard Rain, αναζητώντας συνθετική συμβολή από τρίτους. Μετά από δύο άλμπουμ χωρίς επιτυχία, διαλύονται.

10. Επανακάμπτουν μετά από 8 χρόνια σιωπής, σ’ έναν ψηφιακό κόσμο, στον οποίο προϋπαντώνται σε Βρετανία και Ευρώπη από ένα νέας σύνθεσης κοινό, αποτελούμενο κυρίως από όσους δεν τους πρόλαβαν καν την πρώτη περίοδο, απ' όσους αρέσκονται στους μύθους για το παρελθόν κι απ΄όσους επί δεκαετίες απορούσαν, γιατί παρά την ποιότητα των ηχογραφήσεων και των τραγουδιών, οι Magnum δεν κατάφεραν κάτι παραπάνω από το να είναι οι τίμιοι hard rock outsiders από το Birmingham. Εννέα studio κι ένα live άλμπουμ μέσα σε δεκάξι χρόνια από την SPV/Steamhammer ακολούθησαν για να φτάσουμε στο σήμερα.
Τους κρατούν στο προσκήνιο πιο σταθερά από ποτέ στην καρριέρα τους. Τa πρώτα άλμπουμ της επανένωσης των Clarkin, Catley και Stanway “Breath Of Life” (2002) και “Brand New Morning” (2004) δεν μπαίνουν καν στα τσαρτ, καθώς βρίσκουν το κοινό περισπασμένο, αλλά από κει και μετά, το πράγμα παίρνει ξανά μπροστά, λόγω και του ότι εξακολουθούν να είναι αξιόπιστοι πάνω στη σκηνή: “Princess Alice & The Broken Arrow” (7/4/2007, UK#70) “Into The Valley Of the Moonking” (4/7/09, UK#82), “The Visitation” (29/1/11, UK#55), “On The 13th Day” (6/10/12, UK#43), “Escape From the Shadow Garden” (5/4/14, UK#38), “Escape From The Shadow Garden – Live” (23/5/15, UK#91), “Sacred Blood, Divine Lies” (10/3/16, UK#31) και το πιο επιτυχημένο τους εδώ και 30 χρόνια από άποψη επιδόσεων στα τσαρτ, το 20ο στούντιο άλμπουμ τους, “Lost On The Road To Eternity” (1/2/18, UK#15).


Την Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2018, οι εβδομηντάρηδες Clarkin και Catley θ' ανεβούν στη σκηνή του Gagarin 205 έχοντας δίπλα τους τον 50χρονο -και από την εποχή των Ηard Rain μαζί τους, στο μπάσο- Al Barrow, τον Rick Benton στα πλήκτρα (από τo 2017 στη θέση του Stanway που εγκατέλειψε το σκάφος υπό όχι φιλικές συνθήκες και συνεχίζει με δικό τους σχήμα, τους Kingdom Of Madness) και τον 48χρονο Lee Morris στα τύμπανα (από τo 2017 στη θέση του Harry James των Thunder που έπαιζε μαζί με τους Magnum για 9 χρόνια) με θητεία δίπλα στον Danny Vaughan, τους Ten ως και τους Paradise Lost.
Θεωρήστε βέβαιο ότι θα αποδείξουν κάτι το οποίο αποδεικνύουν μια ολόκληρη δισκογραφική ζωή 40 ετών: ότι, όσο κι αν σε θεωρούν μουσικά παρείσακτο,  η πραγματική ισχύς βρίσκεται στη μουσική σύνθεση, που ξεπερνά μόδες, είδη και κατηγοριοποιήσεις και σε δένει με το κοινό άρρηκτα σε μια επάξια, βιωματική συνύπαρξη.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Live Favorites

// Rocktime Songs