House Of Lords: Wanna Be Loved, 14.2.89
Πέμπτη

14Φεβ

House Of Lords: Wanna Be Loved, 14.2.89

Δημοσιεύθηκε από:

14/02/2019

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2073
Το Φεβρουάριο του ’89, ζούσε ως πρωτοετής πειρατής. Όχι με παπαγάλο στον ώμο. Αλλά, να, κάπως σαν τον ατρόμητο και υπερόπτη καπετάνιο που είχε απ’ έξω εκείνο το αρχαίο επιτραπέζιο, το “Buccaneers”.
Πότε προσάραζε με τη γαλέρα στην παραθαλάσσιο θέρετρο όπου τον περίμενε η πυρωμένη Βαλεντίνα Βάργκας, πότε ενέσκηπτε ορμητικά στην κωμόπολη που τον περίμενε η εύθραυστη Κιμ Γκράϊστ, κι ενδιάμεσα χάνονταν στην ενδοχώρα του μεγάλου λιμανιού. Κι εκεί, στην Τορτούγκα Μπέϋ της Μητρόπολης, αλώνιζε με την αδυσώπητη Τζάνετ Τζάκσον που του είχε αναποδογυρίσει τα σωθικά. Κι υπήρχαν πολλά πανδοχεία, πολλά χάνια και ταβερνεία σε ακτίνα δύο - τριών χιλιομέτρων από τη Βουλή: Καφέ Ντε Παρί, Rue De Marseilles, Quartier Latin, «Ντόλτσε», Πνευματικό Κέντρο, «ΙΝΤΕΑΛ», «L.A.», «ΑΝ», «Εικοσιπέντε», «Ράμπα», «Παρασκήνιο», «Ροντέο», όπεν αιρ πλιάτσικα σε Πεδία του Άρεως και στη Βικτώρια.
Νύχτες που κρατούσαν βδομάδες, υποσχέσεις που κρατούσαν μια στιγμή, εναλλακτικές πραγματικότητες, βλέμματα και φιλιά μια συνεχόμενη ιερή ένταση από την επιδρομή στις αισθήσεις και από τα πυρά που του ανταπέδιδαν κι εκείνες. Γιο – χο – χο, κι ένα μπουκάλι Ρούμι. Μάγιερς.
Τηλεόραση δεν είχε, αλλά όπου προσάραζε η αρμάδα και σήκωνε τα μανίκια να πιάσει την κουβέντα με τους αδερφούς πειρατές, ξέκλεβε λίγο MTV. Σ’ ένα νυχτέρι απ’ αυτά, καθώς προσπαθούσε με κόπο να ξεμπερδέψει το τρικούβερτο ταραcouleur με Βαλεντίνα, Κιμ και Τζάνετ, κει πάνω στο κονάκι των Αμπελοκήπων, το είδε κείνο το βίντεο κλιπ:
Μια νουάρ αρσενική φαντασίωση τριών και μισού λεπτών: Αλληλοκαρφώματα ανάμεσα σε vamp Κλεοπάτρες με ερεθιστικές ελιές ομορφιάς στο σαγώνι και πλατινέ καμαριέρες, έτοιμες για παράδοση χωρίς απολύτως καμία απόπειρα συνθηκολόγησης. Μετρέσσες με ανδρικές γραββάτες και τιράντες, η μια να δένει τα μάτια της άλλης, Τζίλντες με επικολυρικές βλεφαρίδες και σαρκώδη κραγιόν που αφανίζουν μισάνοιχτα κάθε αντίσταση. Εκτεθειμένοι αφαλοί και γυμνές πλάτες να περιφέρονται, ζαρτιέρες και σουτιέν να διαγράφουν λεπτομέρειες υποσχετικές τελειότητας, καλσόν με κεντητά οικόσημα, πέρλες να βουτάνε από αλαβάστρινους λαιμούς προς ανοιχτά ντεκολτέ, γάμπες να σταυρώνονται ηδυπαθώς, κρυστάλλινα ποτήρια σαμπάνιας ακουμπιούνται μεταξύ τους νωχελικά. Καθώς η κάμερα κάνει ένα βήμα πίσω, αποκαλύπτει ότι γύρω από την τραπεζαρία του μπαρόκ σαλόν, οι φευγαλέες αυτές φιγούρες έχουν στήσει ένα προτζέκτορα όπου με αυταρέσκεια απολαμβάνουν τους εαυτούς τους και αλληλεπιδρούν.


Οι εικόνες εναλλάσσονται στο με επίκεντρο τη γκρο πλαν ματιά του σκηνοθέτη στο γαλαζοπράσινο βλέμμα καθενός από τους πέντε House Of Lords. Αυτοί ‘ναι στη μπάντα που βαράει έγχρωμα μέσα στην όλη παραίσθηση έναν παιάνα της στιγμής: “I Wanna Be Loved”. Ντυμένοι κι αυτοί κάπως σαν πειρατές. E, βέβαια.
«Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα σε γύρισμα βίντεο κλιπ. Ήμουν 28, μια χρονιά γεμάτη πρώτες φορές, τρομερά ενθουσιαμένος που έμπαινα στον κόσμο των μουσικών πρώτης κλάσης με τον πρώτο μου δίσκο. Το ρετιρέ όπου γινόταν το γύρισμα, έβλεπε από ψηλά ολόκληρο το Μανχάτταν. Κάτι απίθανα μοντέλα κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας φορώντας τα μόλις απαραίτητα ρούχα. Ωραίες μέρες. Και νύχτες». 
Ο James Christian, o τραγουδιστής των Λόρδων, με την πουκαμίσα του Φλέτσερ απ’ την «Ανταρσία του Μπάοϋντυ» κι ένα ηχόχρωμα μεταξύ Κοβερντέϊλ και Μενικέττι να μαρκάρει αρσενικά το hardυπόβαθρο, είχε κάνει πολύ δρόμο μέχρι να απολαύσει τις χλιδές του Μανχάτταν.
Γεννημένος το ’57 στο Connecticut ακόνισε το μέταλλο της φωνής του, παίζοντας κυρίως ροκ διασκευές στο δίκτυο των club της Νέας Αγγλίας. Τη μπάντα του την έλεγαν “Eyes” κι είχαν καταφέρει να κερδίσουν ένα σταθερό και αφοσιωμένο κοινό, τέτοιο, ώστε να μπορούν να καταβάλλουν ένα στάνταρ ποσό στους μαγαζάτορες, επιλέγοντας να κρατάνε το επιπλέον από το ταμείο κάθε βραδιάς για τους ίδιους.
«Οι ουρές του κοινού που ερχόταν για μας, κύκλωναν το οικοδομικό τετράγωνο. Βγάζαμε 2.500 δολλάρια κάθε βράδυ και δουλεύαμε 6 μέρες τη βδομάδα - πολλά για μια μπάντα διασκευών που παίζει σε μικρά κλαμπ. Όμως, απορροφηθήκαμε από τη σκληρή προσπάθεια και το κυνήγι του μεροκάματου και διαρκώς αναβάλλαμε τα σχέδιά μας να ηχογραφήσουμε το δικό μας υλικό – και είχαμε τέτοια σχέδια. Ενδόμυχα άρχισα να λέω από μέσα μου ότι δεν θα ξεφύγω ποτέ από το  κύκλωμα των κλαμπ. Οι κοντινοί μου άνθρωποι μου έλεγαν ότι θα ήταν κρίμα να χαραμιστώ Connecticut, με παρακινούσαν να φύγω. Όμως, καθώς ήμουν κάτι σαν το «πρώτο όνομα» σε ολόκληρη την πολιτεία, πού να πήγαινα; Αν έφευγα για Καλιφόρνια, θα μ’ έτρωγαν ζωντανό οι επιτήδειοι ατζέντηδες αλλά και το ταλέντο που υπήρχε μαζεμένο εκεί απ’ όλη τη χώρα. Πρέπει να το - Φοβόμουν».


Όμως, το ότι πετούσε τις ευκαιρίες του για κάτι πιο σημαντικό στα σκουπίδια, μέρα με τη μέρα, έτρωγε μέσα του τον James Christian. Το χειμώνα του ΄86 η τραγουδοποιός Judithe Randall τον ακούει και τον καλεί στην Καλιφόρνια, όπου ζούσε με την κόρη της Robin. Ήθελε να βάλει τα δικά του φωνητικά σε μερικά τραγούδια της που τα δειγμάτιζε και τα πλάσσαρε σε ανθρώπους τη βιομηχανίας. Ο James είπε το ναι χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Judith είχε κανονίσει να μείνει στο σπίτι του Lawrence Juber, κιθαρίστα των Wings του Paul McCartney. Φανατικός των Beatles από τα 10 του, ο James συνάντησε τον ίδιο τον Juber και μετά την πρώτη ξενάγηση στο σπίτι του, που ήταν γεμάτο χρυσούς και πλατινένιους δίσκους, φωτογραφίες, ιδιόχειρα σημειώματα του Paul, αναμνηστικά από τις περιοδείες τους, έπαθε ένα κανονικό πολιτισμικό σοκ.


Μετά από τρεις εβδομάδες, είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στο Connecticut, αφού οι λίγες ώρες ηχογραφήσεων που έκανε για την Judith δεν του απέφεραν σπουδαία χρήματα. Ήταν ένας άγνωστος, που απολάμβανε τη μεγαλύτερη ευκαιρία που θα μπορούσε να έχει - να ηχογραφήσει, έστω χωρίς credit, στα πιο γνωστά στούντιο του L.A..
Μία μέρα πριν φύγει, η Judith του είπε ότι μια από τις πολύ γνωστές μπάντες, οι Quiet Riot έψαχναν για τραγουδιστή. Του έδωσε μια διεύθυνση, στην οποία του επεσήμανε ότι θα έπρεπε να παραδώσει ο ίδιος προσωπικά μια κασσέττα με τα demo του. Ο James νοίκιασε αυτοκίνητο και το ίδιο απόγευμα έφθασε στην εξώπορτα μιας βίλλας. Χτύπησε το κουδούνι. Άκουσε από μέσα μια αντρική φωνή, σαν νά’ χε μόλις ξυπνήσει: «Ποιός είσαι και τί θέλεις;», Συστήθηκε, ανέφερε το ότι έρχεται από τη Judith Randall και ότι είναι ένας νέος ροκ τραγουδιστής που έχει στα χέρια μια κασσέττα με demo του, που θέλει να την παραδώσει ο ίδιος. «Καλά, άσ'την στην πόρτα», απάντησε η άγνωστη φωνή. Απογοητευμένος, μάζεψε τα πράγματά του και επέστρεψε στα Ανατολικά.



«Τρεις εβδομάδες αργότερα, μου τηλεφωνεί κάποιος Aldy Damien, μάνατζερ του γκρουπ LA Rocks, ζητώντας μου να έρθω να τραγουδήσω σε μερικά demo τους. Στο αεροπλάνο άκουγα τα τραγούδια στο walkman – θέλω να προετοιμάζομαι εγκαίρως. O Damien με παρέλαβε από το αεροδρόμιο και με πήγε κατευθείαν στο στούντιο, συστήνοντάς μου τα μέλη της μπάντας. Με ρώτησαν αν είμαι έτοιμος και μου ζήτησαν να επιχειρήσω πρώτα να πω τη «μπαλάντα τους». Μετά το δεύτερο take, μου ζήτησαν κατευθείαν να μπω στη μπάντα. Αντικαθιστούσαν τον τραγουδιστή τους, κάποιον Jeff Scott Soto. O Damien με έστειλε να μείνω στην αποθήκη ενός ρετιρέ στο ξενοδοχείο που είχαν οι γονείς του. Χωρίς μπάνιο, χωρίς θέρμανση. Τους επόμενους έξι μήνες παίξαμε support σε Bad Company, Robin Trower και άλλους στην ευρύτερη περιοχή του L.A.. Μοιραζόμαστε τις ίδιες σκηνές με Warrant,  Poison,  Pretty Boy Floyd, Shark Island, Ratt, Great White. Με τη διαφορά ότι εκείνοι, ο ένας μετά τον άλλον, έβρισκαν δισκογραφικό συμβόλαιο, ενώ εμείς όχι, παρά τα δοκιμαστικά που κάναμε για πολλές εταιρίες. Τα τραγούδια μας, για να πω την αλήθεια, δεν ήταν τίποτε σπουδαίο».


Ένα χρόνο αργότερα, αρχές του ’88, οι L.A. Rocks αναζητούν μπασίστα για να συνεχίσουν τα δοκιμαστικά και καλούν για βοήθεια τον έμπειρο Chuck Wright. Μέσα σε μερικά λεπτά, αναγνωρίζει τη φωνή του τραγουδιστή. «Μου είχες αφήσει μια κασσέττα στο σπίτι μου, ενάμιση χρόνο πριν. Ψάχνω να σε βρω παντού ! Το τηλέφωνό σου στο Connecticut δεν απαντά». Λογικό, αφού ο James Christian ζει πλέον στο L.A.. Ο Wright παίρνει παράμερα τον Christian και του λέει ότι είναι ο άνθρωπος που χρειάζεται. Φτιάχνεται, του λέει, μια «top class μπάντα», «είναι project του Gene Simmons. Είναι μέσα και ο Gregg Giuffria. Ο Christian δεν πιστεύει στ’ αυτιά του. Την επόμενη Wright, Christian και Giuffria συναντιούνται σ’ ένα μεξικάνικο εστιατόριο. Δίνουν στον τραγουδιστή να μελετήσει ένα demo με 4 τραγούδια : “Pleasure Palace”, “Under Blue Skies”,  “Edge Of Your Life” και “Jealous Heart”.
«Έτσι έφθασε η ώρα για την πρώτη μου ακρόαση, την πιο σημαντική μέρα της ζωής μου. Δεν μπορούσα ακόμη να πιστέψω το μέγεθος των ονομάτων που με περιστοίχιζαν. Τα τραγούδια ήταν προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, με εξαιρετική δομή και παίξιμο. Ένιωθα μέσα μου ότι είχε φτάσει η ώρα μου. Αυτό το συγκρότημα θα άφηνε το στίγμα του – Κι εγώ θα πετύχαινα μαζί τους». 

«Η πρώτη φορά που με σύστησαν στους παίκτες της ροκ σκηνής ήταν στο bachelor party του Vince Neil που γινόταν πάνω σ’ ένα γιωτ. Χωρίς μεγάλη δόση υπερβολής, το who is who του rock nroll της εποχής βρισκόταν τη βραδιά αυτή σ’ εκείνο το σκάφος. Ανάμεσα σ’ αυτούς, ο άνθρωπος που αργότερα θα μου εξασφάλιζε το πρώτο μου συμβόλαιο, ο Gene Simmons».
Στον James, χωρίς να το γνωρίζει, χαρίστηκε η ευκαιρία να ξεφύγει από τα αφάνεια, εξαιτίας του περάσματος στην αφάνεια ενός άλλου πρώην rock n’ roller, διακρινόμενου ανάμεσα σε δεκάδες όχι μόνο γιατί ήταν αρχηγός χωρίς να παίζει κιθάρα ή να τραγουδά – έπαιζε πλήκτρα – αλλά και γιατί έφερε μια one of a kind ξανθιά περικεφαλαία ου του έφτανε ως τη μέση. Τον Ιανουάριο του ’88, δυό μήνες πριν Wright και Christian αναγνωρίσουν ο ένας τον άλλο στην πρόβα των L.A. Rocks, ο 37χρονος Gregg Giuffria ήταν κι επίσημα παρελθόν από το ρόστερ καλλιτεχνών της MCA.
«Το δεύτερο άλμπουμ των Giuffria δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες μου. Μας επηρέασαν πολύ οι άνθρωποι των δισκογραφικών, MCA και Camel Records. Μου σέρβιραν για παραγωγό τον Pat Glasser, που είχε δώσει δείγματα γραφής στα άλμπουμ των Nightranger και δυστυχώς άφησε τα ίδια σημάδια και στο δικό μας ήχο. Δεν μπορούσα να καταλάβω αυτή την επιμονή τους. Μου στέρησαν τη δυνατότητα να βγάλω τον καλύτερο δίσκο που μπορούσα. Ο μουσικός δουλεύει αποδοτικά όταν βρίσκεται σε φιλικό περιβάλλον, με συνεργάτες που τον εμπνέουν και όχι όταν τον αναγκάζουν να βάλει περιορισμούς και καλούπια στη μουσική του. Οι άνθρωποι των εταιριών μου έδωσαν μια λίστα με τραγούδια που θα ηχογραφούσαμε, χωρίς να με ρωτήσουν πώς θα τα ηχογραφούσα ή αν μου άρεσαν. Μετά την αποτυχία του άλμπουμ “Silk And Steel”,  τους είπα ότι είχα αποφασίσει να μην συνεργαστώ ξανά μαζί τους».

Λίγες μέρες μετά, σ’ ένα club του L.A. o Gregg πέφτει πάνω στον Gene Simmons, τον άνθρωπο που δέκα χρόνια πριν, με δική του επιμονή, είχε πείσει τον Neil Bogart της Casablanca να κλείσει τους Angel, την μπάντα του Giuffria που στα τέλη του ’70 έκαναν αίσθηση ως ένα από τα θεαματικά γκρουπ pomp rock, μαζί με τους Kansas. «Μου είπε ότι είχε πλέον τη δική του δισκογραφική εταιρία, τη Simmons Records και μου ζήτησε, μόλις ξεμπερδέψω από τα νομικά κωλύματα, να του τηλεφωνήσω. Λίγο καιρό μετά, παρουσίασα ένα demo. Eνθουσιάστηκε. “Υπογράφουμε συμβόλαιο”, μου είπε. Όμως υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Είχα συμβόλαιο, αλλά δεν είχα μπάντα». «Αυτή τη φορά, θα το κάνουμε σωστά. Χρειάζεσαι μια μπάντα από παίκτες top class. Ένα supergroup», βρυχήθηκε ο Simmons με το σήμα του δολλαρίου να κάνει τζακ ποτ και στους δυό του αμφιβληστροειδείς.

O Chuck Wright που είχε παίξει μπάσο στο πρώτο άλμπουμ των Giuffria εκείνη την εποχή ήταν ακόμη μέλος των Quiet Riot, όμως έβλεπε ότι χωρίς τον larger than life Kevin DuBrow στα φωνητικά δε θα πήγαιναν μακριά. Όταν ανακάλυψαν ότι ο Chuck περνούσε περισσότερο χρόνο σε στούντιο γράφοντας demo με τον Giuffria, του είπαν ότι οι υπηρεσίες του «δεν τους ήταν πλέον απαραίτητες». Ο Chuck είχε ψηθεί με το σχέδιο του Simmons περί super group και είχε ενεργοποιηθεί. Στο μυαλό του είχε καταρχήν τον νεαρό Ken Mary, έναν από τους πλέον επιδέξιους ντράμερ στη σκηνή του L.A., που έπαιζε με τους Fifth Angel, που τότε ετοίμαζαν το δεύτερο lp τους. Στην κιθάρα, ο 27χρονος Lanny Cordola του οποίου η κιθάρα είχε θαφτεί από την παραγωγή του Pat Glasser στο “Silk And Steel” ήταν μια αξιόπιστη επιλογή. Έμενε όμως ανοιχτό το ποιός θα καθόταν μπροστά απ’ το μικρόφωνο.

Ο φωνητικά χαρισματικός αλλά με ανφάς ιδιότροπου μπουλντόγκ David Glenn Eisley, τραγουδιστής στα δύο lp των Giuffria, είχε ήδη γράψει μαζί με τον Giuffria το τρίτο, πριν ο αρχηγός τα σπάσει με την MCA. Ο Simmons καθάρισε με συνοπτικές διαδικασίες το τοπίο, εξαγοράζοντας τα credits του  Eisley σε 5 τραγούδια από τα demo, απομακρύνοντάς τον και τυπικά από τα μελλοντικά του σχέδια. Και πάλι, όμως. Ποιός θα καθόταν πίσω από το μικρόφωνο;


Για τη θέση του τραγουδιστή των House Of Lords – αυτό είχε αποφασιστεί ότι θα είναι το όνομα της μπάντας – είχαν δοκιμαστεί ήδη κάποιες δεκάδες υποψήφιοι. «Ο Chuck μας μίλησε τότε για έναν εντελώς άγνωστο τραγουδιστή απ’ το Connecticut, που, μας είπε ότι έχει ανακαλύψει ο ίδιος. Μόλις ακούσαμε τη φωνή του, είπαμε, εδώ είμαστε, αυτός είναι ο άνθρωπός μας. Στις 15 Μαΐου η σύνθεση είχε ολοκληρωθεί. Στις 26 Μαΐου αρχίσαμε τις πρόβες κι είχαμε από την 1η Ιουνίου ως την 21η  να ηχογραφήσουμε».

 Με την κασσέττα με τα τέσσερα κομμάτια στα χέρια και με το O.K. από τον Simmons, o James Christian είχε επιτέλους φτάσει στον προορισμό του. Όχι άλλα μίζερα κλαμπ, όχι άλλες διασκευές, όχι άλλοι ασυνεπείς συμπαίκτες με χλιαρά όνειρα και μάνατζερ βδέλλες που του έπιναν το αίμα.

«Τηλεφώνησα στον Aldy Damien από την αποθήκη του ξενοδοχείου που είχα στο μεταξύ πασχίσει να μετατρέψω σε δωμάτιο. Του είπα ότι τον ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσε με τους LA Rocks, αλλά πρέπει να τους αφήσω, γιατί μου παρουσιάστηκε μια σημαντική περίπτωση που είναι αδύνατο να προσπεράσω. Αναστατώθηκε. Αμέσως μου πρότεινε να μου δώσει 10.000 δολλάρια να παραμείνω στη μπάντα. Και υποσχέθηκε ότι θα μπορούσα επί τόπου να μετακομίσω σ’ ένα από τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου. Αρνήθηκα ευγενικά. Πόσο δύσκολο ήταν τελικά να μου βρει από την αρχή ένα αξιοπρεπές κατάλυμα; Τη μέρα που υπέγραψα το συμβόλαιο με τους House Of Lords πήρα μια προκαταβολή και μ’ αυτήν έκλεισα ένα ευρύχωρο διαμέρισμα στα Oakwood Apartments του Hollywood, επιπλωμένο και με υπηρεσία δωματίου. Θυμάμαι, κοίταξα έξω από την τεράστια τζαμαρία του σαλονιού την κοιλάδα και μονολόγησα. Έτσι, λοιπόν. Τώρα μιλάμε κανονικά». Έμπαινε Ιούνιος του 1988.

«Μια βδομάδα αργότερα, μου τηλεφώνησαν να πάω στο στούντιο να γράψω τα φωνητικά. Μου είπαν έχουμε μείνει πολύ πίσω στο πρόγραμμα, θα έχεις μόνο πέντε μέρες για να γράψεις τα φωνητικά για ολόκληρο το άλμπουμ. Πέντε μέρες; Για τον πρώτο μου δίσκο; Τέτοιο εγχείρημα χρειαζόταν την πιο εντατική προετοιμασία. Κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Άκουγα τις ταινίες, έκανα εξάσκηση, φανταζόμουν το δικό μου χρώμα πάνω στα τραγούδια. Η προετοιμασία γι’ αυτές τις πέντε μέρες ήταν τόσο εξαντλητική, που δυό μέρες πριν μπω στο στούντιο είχα αρπάξει μια έντονη ίωση στο ανώτερο αναπνευστικό. Δεν μπορούσα όχι μόνο να τραγουδήσω, ούτε ν’ αναπνεύσω. Μπήκα στο νοσοκομείο. Με πρακτικά ανύπαρκτο χρόνο για ανάρρωση, δεν υπήρχε άλλη λύση. Μου έκαναν μια επώδυνη ένεση γιγαντιαίων διαστάσεων, μ’ ένα ισχυρότατο αντιβιωτικό, ώστε να ενεργήσει πιο γρήγορα. Μέσα σε 24 ώρες ξανάνιωσα ανίκητος».


Ο James Christian από το Connecticut, έβαλε όλη του την ψυχή, ξεπερνώντας σε δύναμη, ακρίβεια κι εκφραστικότητα τα φωνητικά που είχε γράψει σαν οδηγό ο David Glenn Isley στα demo που ο Simmons είχε σπεύσει να εξαγοράσει από την MCA.

«Μέσα στις πέντε μέρες πράγματι ολοκλήρωσα τα φωνητικά. Ήξερα ότι τα έχω πάει καλά. Όμως, ο υψωμένος αντίχειρας του θρυλικού Andy Johns πίσω από το γυαλί του στούντιο κάθε φορά που πετύχαινα την ιδανική εκτέλεση, ήταν για μένα η μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Ο άνθρωπος είχε δουλέψει με τους Stones, τον Rod Stewart και κυρίως με τη μπάντα που θεωρούσα την κορυφαία όλων των εποχών, τους Led Zeppelin».

Το ομώνυμο άλμπουμ των “House Of Lords” κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του ’88, γεμάτο σφιχτοδεμένο hard rock, χρωματισμένο προσεκτικά από τα πλήκτρα του Giuffria και με τον πρωτοεμφανιζόμενο Christian να κυριαρχεί απ’ άκρη σ’ άκρη. Τα “Call My Name”, “Hearts Of The World”, “Under Blue Skies” και “Edge Of Your Life” ηχούν μεγαλειώδη, με τα  πλήκτρα να επενδύουν κάθε γωνιά του ήχου. O Jeff Scott Soto, σε μια περίεργη στροφή της μοίρας βρέθηκε να κάνει δεύτερα φωνητικά στον άνθρωπο που τον εγκατέστησε στους L.A. Rocks, ο Rick Nilsen των Cheap Trick έχει γράψει το “Slip Of The Tongue”, ενώ, κατά τη φόρμουλα της εποχής, κι άλλοι εξωτερικοί συνθέτες όπως ο Stan Bush κι ο Mandy Meyer έβαλαν την υπογραφή τους μαζί στα 10 τραγούδια.
Η μπάντα βγήκε ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο του ’89 στο δρόμο σε Αμερική και Ευρώπη, support σε Ozzy, Cheap Trick και Scorpions βάζοντας το όνομα House Of Lords στο χάρτη.
Πίσω στο Φεβρουάριο, η πειρατική ζωή κραταιά, σαρωτική, όσο και ανύποπτη για το αύριο:
Το “I Wanna Be Loved” σπρώχτηκε όσο πιο ψηλά μπορούσε απ’ το MTV (US#58, 4/2/1989), το άλμπουμ λίγο χρειαζόταν ακόμη και θα γινόταν χρυσό στην Αμερική (US#78, 25/2/1989), ενώ στις 14 Φεβρουαρίου, υπό το ημίφως το κεριών, η Τζάνετ είχε εκ των προτέρων προκριθεί ν’ ακούσει αυτή, σε απόκρημνο Ιnn στην ενδοχώρα της Κηφισιάς, τη μπαλλάντα του δίσκου. Γιο-χο-χο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs