Chris Rea: “Take me back to the place that I know - On the beach”
Δευτέρα

2Σεπ

Chris Rea: “Take me back to the place that I know - On the beach”

Δημοσιεύθηκε από:

02/09/2019

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

441
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ : Υπό τη σκιά ριγέ τέντας κι από πίσω τα Γεράνεια, καλοκαίρι του θρυλικού Ευρωμπάσκετ. Ο μπάρμαν – ιδιοκτήτης του “Tivoli”, εξτέντεντ ρημίξ Μισέλ Κρετού και Τραμπάκουλα, κάνει τον αδιάφορο.
Ανακατεύει με προσήλωση αλχημιστή δύο Ρόσσο Αντίκο ταυτόχρονα και τα σπρώχνει αργά πάνω στο σκούρο μάρμαρο της μπάρας προς το μέρος που κάθεται το έφηβο ζευγάρι, φως – φανάρι σκαστό από φροντιστήριο.
Με το που τα φτάνει μπροστά τους, ρίχνει μια ματιά στο κορίτσι. Μάτια πράσινα, μαλλιά όλα πίσω, άγρια απ’ το μπάνιο, ζεμένα με πετσετέ πιαστράκι τρικολόρ, τζην κομμένο πάνω απ’ το γόνατο, τσόκαρο φλατ.
Κοιτάει και τον άλλον μια περασιά. Τα γόνατά του μέσα απ’ το ασπρισμένο με χλωρίνη τζην χαμογελάνε. Υποψία χαίτης, χακί σχολική τσάντα, γραμμένη παντού με στυλό, λαχανί μπλουζάκι Ρόμπε Ντι Κάπα, όλο κοιτάει μην τον πάρει κανά μάτι. «Πιτσιρίκια» λέει από μέσα του. Κι απ’ έξω του, «Διακόσες ογδόντα και τα δύο μαζί».

Με το ένα μάτι στο αγόρι, που ψάχνει κάτι σαν πορτοφόλι πού’χει χωμένο στο τζην και το άλλο στο μπικίνι περιεχόμενο του σηθρού παρεό μιας γαλλίδας που παιδεύει τον πλαστικοποιημένο κατάλογο με τα κοκτέϊλ ήδη κανα δεκάλεπτο, ο μπάρμαν - ιδιοκτήτης κάνει ένα βήμα αριστερά πίσω απ’ τη μπάρα, κι ανοίγει το πορτάκι του ΑΚΑΙ. Πάει οχτώ παρά τέταρτο, ο ήλιος ακόμα βαράει από ψηλά, σκάει στην ακυμάτιστη θάλασσα, γκελάρει, περνάει μέσα απ’ τα τέσσερα φοινικόδεντρα του πάρκου και το δρόμο διπλής κατεύθυνσης και θαμπώνει όποιον θαμώνα του “Tivoli” δε φοράει γυαλί. Το αγόρι του σπρώχνει πάνω στο μάρμαρο τρία τσαλακωμένα κατοστάρικα. «Ο μικρός κερνάει, θα της την πέσει» λέει από μέσα του. Κι απ’ έξω του, σπρώχνει μέσ’ στο στέρεο την 90άρα με τα «Διάφορα», που τού’χει γράψει ο dj της “Tropicana”. Πατάει play κι αφήνει εκείνο τον τύπο με τη βραχνή φωνή να πει «στα ξένα» τα υπόλοιπα.

“Between the eyes of love I call your name - Behind those guarded walls I used to go…”.

Για τον Christopher Anton Rea οι καθυστερημένες εκκινήσεις υπήρξαν κανόνας ζωής. Γεννιέται το Μάρτιο του ’51 στο Middlesbrough, από μητέρα Ιρλανδέζα και πατέρα Ιταλό. O γεννημένος στο Arpino του Frozinone, Camillo Rea, συντηρεί τα επτά του παιδιά διευθύνοντας ένα εργοστάσιο παραγωγής παγωτού και μια αλυσίδα από σνακ μπαρ, στην παραλιακή περιοχή του Teesside. Από παιδί, ο Chris περνά πολλά καλοκαίρια στην Ιταλία, δίπλα στη θάλασσα. Από τα δώδεκά του δουλεύει γκαρσόνι σε κάποια από κείνα τα παραλιακά καφέ - μπαρ του πατέρα του. Αργεί πολύ να απολαύσει ξένοιαστα καλοκαίρια. Ακόμη κι όταν νιώθει ότι έχει μάθει πια αρκετά για ν’ ασχοληθεί πιο ενεργά με τα της επιχείρησης, ο πάτερ φαμίλιας προτιμά να δώσει το προβάδισμα σ’ ένα από τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Κι εκεί, έχει έρθει αργήσει.

Ετεροχρονισμένα κι από καθαρή τύχη ακούει μέσα από το ραδιόφωνο – ξυπνητήρι της μητέρας του, κάποιο Σάββατο, έναν όχι και τόσο διάσημο μάστορα των delta blues, τον Charlie Patton.

«Πάντα έλεγα ότι με τέτοια φωνή δεν έχω καμιά τύχη σαν τραγουδιστής. Δεν άντεχα ούτε εγώ ο ίδιος τη φωνή μου. Κι ένα βράδυ, τυχαία, ακούω αυτόν τον τύπο. Η φωνή του έμοιαζε με τη δική μου. Δεν είχα ιδέα από την ορολογία και τις διακλαδώσεις του αμερικάνικου blues, όμως εκεί υπήρχε ένα συναίσθημα που ταίριαζε με αυτό που είχα μέσα μου. Ξεκρέμασα λοιπόν από τον τοίχο μια παλιά ιταλική κιθάρα, που τη θυμάμαι να βρίσκεται κει σ’ όλη μου τη ζωή. Πήρα στα χέρια μου ένα άδειο μπουκαλάκι βερνίκι νυχιών της αδελφής μου, κι άρχισα μ’ αυτό να προσπαθώ να βγάλω ήχο, τσουλώντας το πάνω σε μια χορδή. Δεν είχα παίξει ούτε μια blues κλίμακα στη ζωή μου. Μια εβδομάδα αργότερα είχα στην κατοχή μου μια Hofner κι έναν ενισχυτή Laney. Κάπως έτσι έπεσα με τα μούτρα στα gospel blues».

Ακόμη και την πρώτη του κιθάρα, την παίρνει στα χέρια του καθυστερημένα, λίγο πριν κλείσει τα 22. Μαθαίνει να παίζει μόνος του, ακούγοντας απ’ το ραδιόφωνο Ry Cooder και Joe Walsh και μεγαλώνει θαυμάζοντας περισσότερο απ’ όλους τον Eric Clapton. Στα 27 του καταφέρνει με τον πρώτο του κιόλας δίσκο, να τρυπώσει στα ψηλά στο Billboard με το single “Fool If You Think It’s Over” (US#12, 16/9/78). Όμως σύντομα θ’ αρχίσει να το φέρει βαρέως.

«Είπαν ότι εκείνο το κομμάτι ήταν μια τεράστια επιτυχία του λεγόμενου ήχου της Καλιφόρνια. Και να σκεφτεί κανείς, είναι το μοναδικό κομμάτι στο οποίο δεν έχω παίξει νότα κιθάρας ο ίδιος. Μεγάλη αντίφαση. Είχα μια επιτυχία που δεν ήταν σε καμία περίπτωση αυτό που ήμουν εγώ».

Με τους πέντε δίσκους που θα ακολουθήσουν, με φωνή που ξεγελά για το χρώμα του δέρματός του και την ηλικία του, θα αναπτύξει τοπροσωπικό του ύφος. Βασισμένο στα blues, όμως με μια ποικιλία επιρροών -folk, pop, jazz, ακόμη και λευκής reggae- να μπαινοβγαίνει στα χαμηλόφωνα, γεμάτα μικρές εκμυστηρεύσεις, τραγούδια του: σα σκόπιμα αφημένες χωρίς τέλος σημειώσεις σ’ ένα ημερολόγιο συναισθημάτων. Το 7o άλμπουμ του, “Shamrock Diaries” του ’85, είναι το πρώτο που δημιουργεί κάποια αίσθηση, μπαίνοντας στα 20 πρώτα σε διάφορες ευρωπαϊκές αγορές.


«Αν τυχόν ανέφερες τότε τη λέξη blues σε κάποιον απ’ τους ανθρώπους της βιομηχανίας, θα το έβαζαν στα πόδια και θα συνέχιζαν να τρέχουν για ένα μίλι τουλάχιστον. Έτσι πήγαινε εκείνη την εποχή και μάλιστα για όλους, ακόμη και για τους Dire Straitsή τους Police. Έκανες αυτό που σου έλεγαν, γιατί ήσουν μέλος μια μεγάλης βιομηχανίας. Ήσουν κρίκος μιας αλυσίδας. Σαν την αλυσίδα από τα παγωτατζίδικα που διεύθυνε ο πατέρας μου. Όμως πάντα μου άρεσαν τα blues».
Η ώρα για το 8ο άλμπουμ σε ισάριθμα χρόνια φθάνει στα τέλη του ’85. Αναλαμβάνει ο ίδιος την παραγωγή, με την κρίσιμη βοήθεια του David Richards, του παραγωγού που με έδρα το Montreux έχει ταυτίσει το όνομά του με τις ελίτ ηχογραφήσεις των Queen. Δίπλα του, ο Rea συγκεντρώνει για το στούντιο μια επίλεκτη μπάντα. Τον Dave Mattacks, μάστορα ντράμμερ των Fairport Convention και XTC. Τον Martin Ditcham στα κρουστά, συμμέτοχο σε τεράστια άλμπουμ, από Stones, Elton John και Roger Daltrey, ως Talk Talk, Sade και Tina Turner. Τον περίφημο Max Middleton (Jeff Beck Group, Beck Bogert, Appice, Roy Harper, Kate Bush), σταθερό του συνεργάτη στα πλήκτρα. Ο ίδιος ο Chris συμπληρώνει άταστο μπάσο και synth, όπου χρειάζεται.

Ο 35χρονος Rea, γνωρίζει ότι έχει για μια ακόμη φορά αργήσει. Για πολλούς λόγους, μουσικούς και φωτογένειας, δεν μπορεί να περάσει στο κοινό ως «ποπ σταρ». Επιλέγει λοιπόν να κινηθεί συνειδητά σ’ ένα ακόμη πιο προσωπικό, jazzίζον μονοπάτι, που εκείνη την περίοδο δείχνουν να προτιμούν κι άλλοι, πιο καταξιωμένοι από τον ίδιο, καλλιτέχνες όπως η Joni Mitchell και ο Van Morrison.

Στα τραγούδια του, η γεμάτη αισθήσεις ακινησία του χρόνου, η πνευματική νημεμία του καλοκαιριού που στους πολλούς μοιάζει απλώς με ραστώνη, είναι θέμα που επανέρχεται τακτικά, σε μια απόπειρα αναπαράστασης εκείνων των καλοκαιριών της παιδικής του ηλικίας. All the promise of a July sun in the morning sky” λέει στο “Seabird” του ’79 και σε κάθε του δίσκο επανέρχεται: “Distant Summers” (1980), “Do You Still Dream?” (1982), “Nothing’s Happening By The Sea”(1983), “All Summer Long” (1985). Αυτή τη φορά, το έργο του θα βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά και τη μνήμη του. Ατόφιο, προσωπικό, όπως το θέλει. Ο δίσκος θα πάρει τον τίτλο “On The Beach”, καθώς ο δημιουργός του εσκεμμένα θα αναθέσει στα δέκα τραγούδια του, το ρόλο του διασώστη των στιγμών απ’ τα καλοκαίρια όσων ακροατών το συναπαντήσουν.

Ακούγοντας από την αρχή ως το τέλος το On The Beach το πρώτο που υποβάλλει είναι ο θεματικός του ρυθμός. Ρέει αργά, σα να βάζει τον ακροατή σε ταινία του Antonioni, με το score να έχουν επιβλέψει οι Tangerine Dream, μετά από μακρά παραμονή σε beach bar των Barbados. Ξεκινά με την άθραυστη από το χρόνο αρχετυπία του ομώνυμου τρακ, με τη latin jazz διεισδυτική του αύρα να εισαγάγει υποδώρια, σαν όνειρο μυσοξύπνιου παραθεριστή σε παλιοκαιρινή αιώρα δίπλα στο κύμα θερέτρου χωρίς όνομα, σκέψεις από μια αθωότητα παρελθούσα, ανακατεμένη με μνήμες της νεότητας. Η διακριτική χρήση των κρουστών σε όλο το άλμπουμ από τον Mattacks είναι ο μετρονόμος που επιτρέπει στα όνειρα, σα σύννεφα σε καλοκαιρινό ουρανό, να διαδέχονται το ένα το άλλο


ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Καπετανόσπιτο Οίας, σαλόνι με χτιστούς καναπέδες, λευκές μαξιλάρες, ξύλινο, βαρύ τραπέζι. Απ’ τα παράθυρα το Αιγαίο ν’ ανατανακλά θείο φως. Στα φρεσκοβαμμένα παραθυρόφυλλα, στο ταβάνι με τις στρογγυλεμένες γωνίες, στα κοντόχοντρα κρυστάλλινα ποτήρια με το Αμαρέττο, στα αχανώς γαλανά της μάτια. Του έχει βάλει στο στέρεο το cd («δεν προλαβαίνουμε να κατεβούμε για μπάνιο, τώρα»), κι εκείνος, από συνήθεια κυρίως όμως για να κρύψει την αμείλικτη αμηχανία, έχει πάρει στα χέρια του το βιβλιαράκι. Έχει δεκατρείς φωτογραφίες, μια για κάθε τραγούδι. Σε όλες πρωταγωνιστεί η ομπρέλλα που υπάρχει και στο εξώφυλλο. Ανθρωποι, πουθενά. «Αυτή η ομπρέλα, λες κι αυτή είναι η ζωή, που μετράει ουρανούς και καλοκαίρια», λέει, καθώς το βουτηγμένο στο νοσταλγικό mini Moog του Middletonστο Little BlondePlaits απλώνεται στο σαλόνι. «Είσαι πολύ νέος για ποιητής κι έχουμε τρεις ώρες μέχρι να γυρίσει ο άντρας μου», την ακούει να του απαντά.

“The secrets of the summer, I will keep - The sands of time will blow a mystery”.

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ: Πέτρα της Πάτμου, απόγευμα, Ιούλιος του Μουντιάλ της Αμερικής. Γελούσαν ολόκληρη τη μέρα, σα να γνωρίζονταν από παιδιά. Ήταν η πρώτη φορά που άφηνε μια άγνωστη να του κάνει μέχρι και πατητές, μετά από μόλις δύο μέρες γνωριμίας. Πρέπει να παραδεχτεί ότι δε θα τό’ χε φτάσει μέχρι εδώ αν δεν είχε τρακάρει μ’ αυτό το χαμόγελο Βαλεντίνα Βάργκας, που τα έκανε όλα εύκολα. Έπιασε βράδυ και μιλούσαν ακόμη, σπάζοντας τις λαιμαριές του ενός «Μίνι» μετά το άλλο, στην ταβέρνα της Καλλικατσούς.She was warm, she was deep summertime, she was love itself”. Όπως ακριβώς, δηλαδή, το λέει και το Giverny. Μια μέρα αργότερα, εντελώς απροσδόκητα, θ’ αναγκαστεί να εγκαταλείψει το νησί. Το καρτοτηλέφωνο μετέφερε κάτι άσχημο που έγινε «πίσω στο πατρικό». Δε θα ξαναϊδωθούν ποτέ – ήτανε πριν βγουν τα κινητά. “Two different lifetimes, we just happened to meet – traded some good times, on the corner of the street” (“Two Roads”).

“Forever in my dreams my heart will be - Hanging on to this sweet memory”.


Τα καλοκαίρια όσων μεγάλωσαν με το ν’ άκούνε δίσκους απ’ την αρχή ως το τέλος τους, βρίσκονται μέσα στο “On The Beach”. Στη γαλαντόμο λιακάδα και την άγουρη, χωρίς ανάγκη για δεύτερες σκέψεις αισιοδοξία του Lucky Day με τους ισπανικούς δακτυλισμούς. Στο αιθέριο “Just Passing Through, που κρύβει μέσα του την πιο blue φωνητική ερμηνεία του Rea (A life that is easydream that comes trueFlowers for someoneBut they sure ainfor me, sure ainfor you”) και σβήνει σαν ηλιοβασίλεμα πίσω από jazz σχολιασμούς πλήκτρων.
Στην yacht rock οίηση τουItAll Gone, την υποβοηθούμενη από τα synth αλα Donald Fagen, τα έξυπνα percussion του Martin Ditcham, και το ρεφραίν φευγιό Sail on - thereno thing for you nowhere, now, που σαν καλός σκίππερ δεν σ’ αφήνει, αν η ρότα δε γράψει εφτάμιση λεπτά, μ’ ένα σόλο από το Fender Rhodes του Middleton. Στην ambience του Light Of Hope, με την κιθάρα να υποχωρεί ταπεινά, ώστε η φωνή να βρει το δρόμο προς το ευφορικό ρεφραίν (Ten thousand summers wait for me hereyou lead and will followinto your womb fade away). Ακόμη και στα bonus track του cd: Στους ανοιχτούς ορίζοντες του “Freeway” (“Dream on lady, on the early morning sun, take your dream to be free”), τις RyCooderικές slide υποσημειώσεις του instrumental “Bless Them All” και του “Crack That Mould”.
 
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: “L’Amico”, Ανάβυσσος, μετά από δύο ζεύγη Margaritas. «Απόψε είναι το μεγάλο φεγγάρι του Αυγούστου. Θα έχει ωραία βραδιά, λέει. Θα φύγεις;» του λέει εκείνη, που κάποτε, πριν πολλά φεγγάρια, τον άφησε σύξυλο για κάποιον άλλο. «Πρέπει να επιστρέψω, είμαι πνιγμένος στη δουλειά», της απαντάει. «Ακόμη και τέτοιες μέρες; Κρίμα, κι ήθελα πολύ να δούμε το φεγγάρι μαζί». «Ωραία η πρόταση, όμως κάπως καθυστερημένη, ή μου φαίνεται;». «Έλα, τώρα, υπερβολές ! Μόνον είκοσι χρόνια !». Γελάνε. Εκείνος σηκώνει το χέρι για έναν γύρο ακόμη, καθώς ο ήλιος ετοιμάζει κατάδυση προς το Σούνιο. 

“A day of strange desire and a night that burned like fire - Take me back to the place that I know”.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ: Παραλία Ιταλίδα, Κουφηνήσια, στο γύρισμα του αιώνα. Οι δύο φίλοι που την έχουν αράξει στον ήλιο από το πρωί, δε χρειάζεται να μιλάνε και πολύ – χωρίς γυναίκες στην παρέα, τα πράματα τσουλάνε πάντα χωρίς παρενθέσεις, αρκεί το ψυγειάκι με τα απαραίτητα. «Τότε που τσακωθήκαμε, για κείνη την ηλίθια, θυμάσαι;». «Πάει καιρός, κάθε το αδίκημα έχει παραγραφεί». «Άντε γειά μας».
“Hello, Friend, how are things for you these days? – Sometimes I turn and I swear I hear you call – And I often wonder, how we lost what we knew”.

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ: Αιγιάλη Αμοργού, στο μπαρ του σκαρφαλωμένου στο βράχο ξενοδοχείου, αμέσως μετά την προβολή του «Απέραντου Γαλάζιου», στο 30 θέσεων σινεμά του ξενοδοχείου. Το ξεχασμένο cd παίζει χαμηλά, ο μπάρμαν, ένας Βενσάν Κασσέλ απ’ το Ίλιον, δε λέει όχι στις παραγγελιές. «Άσ’το να παίζει, ταιριάζει με την ώρα». Το απόλυτα κινηματογραφικό Auf Immer Und Ewig με την δραματική φράση της κιθάρας στην καρδιά, ανεβαίνει στον έναστρο ουρανό. «Γιατί να χαλάσει αυτό το υπέροχο κομμάτι μ’ ένα γερμανικό τίτλο;». «Δεν το ξέρεις; Είναι από ταινία, γερμανική. Σημαίνει “forever and ever”. Πολύ κλάμα. Αυτή τον έχει αφήσει κι έχει φύγει μακριά, χωρίς να του πει ότι  έχει μέσα στα σπλάχνα της το παιδί του. Είναι μια λίγο ασχημούλα, πιστεύει ότι εκείνος της πέφτει κάπως πολύς, ότι θα την αφήσει και τελικά έχει προτιμήσει να φύγει πρώτη εκείνη. Όμως, εννιά χρόνια αργότερα, αυτή, που ζει σε άλλη πόλη, με το παιδί πια μεγάλο και μ’ άλλο σύντροφο, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο. Βλέποντας ότι τελειώνει το καντήλι της, τα παρατάει όλα και πάει να τον ξαναβρεί, να ζήσει ό,τι έχει απομείνει από το μεγάλο της έρωτα, που ξέρει ότι είναι κι ο τελευταίος της».Τον κοιτάει με νόημα. «Οι γυναίκες αγαπάμε πιο πολύ από σας. Απλώς τυχαίνει να έχετε τους περισσότερους σκηνοθέτες».

“No one but you and I, underneath that moonlit sky - Take me back to the place that I know”.



ΣΚΗΝΗ ΠΡΟΣΦΑΤΗ: Νιώθει τυχερός που μεγάλωσε σε πόλη που βρέχεται από θάλασσα. Το πρωϊνό μπάνιο απείχε το πολύ έξι - εφτά λεπτά με τα πόδια απ' το δωμάτιό του, κι από παραλίες υπήρχαν δύο επιλογές. Και στις δύο ήξερε, ανάλογα την ώρα που θα έφτανε, ποιούς απ’ τους δικούς του θα συναντούσε. Ομπρέλες και ξαπλώστρες υπήρχανε μόνο σε κάτι ταινίες με τον Λουί Ντεφινές στο Σαιν Τροπέ. Η φάση ήτανε διπλά πάνω στην άμμο, τέσσερις με τέσσερις ο ένας μπακότερμα. Η', «ο τέρμας μέσα, όλοι έξω κι η μπάλα δεν πέφτει κάτω». Παίζανε χωρίς σταματημό μέχρι τις δύο το μεσημέρι, τότε μόνο νιώθανε τον ήλιο να μη συγχωρεί, να καίει. Κι αν ποτέ ενοχλούσανε καμιά 50άρα γριά, κι άρχιζε τα «την επόμεμη φορά, παίρνω τη μπάλα και τη δίνω στον κύριο Λιμενικό», το Λιμεναρχείο ήτανε δυό βήματα και - ήτανε σίγουρο - ποτέ τα ένστολα μαγκάκια του λιμενικού πού’χανε βάρδια δε θα κρατάγανε τη μπάλα.

Η παραλία και η θάλασσα ήτανε πάντα εκεί και περίμεναν. Χρόνια τώρα, τό’χε πάρει γραμμή, ο κόσμος χωρίζεται σε δύο κατηγορίες. Στη μία ανήκουν όλοι αυτοί πού’ ναι έτοιμοι να κάνουν οχτώμισυ χιλιόμετρα κολλημένοι μέσα σε κίνηση, μόνο και μόνο για να πουν ότι κάνανε μισή βουτιά σε λασπόνερα - ή δέκα και παραπάνω μέσα σε καρόδρομο για να καταλήξουν σ’ απάτητες κοτρώνες για να βρουν «τη φανταστική παραλία που δεν έχει ψυχή», απ’ όπου δύο ώρες ιδροκόπι δε φτάνουν για επιστροφή.
Μαζί τους κι αυτοί που δεν βλεπουν διαφορά ανάμεσα σε παραλία και πισίνα, γι’ αυτό και προτιμούν την τελευταία, αλλά κι όσοι δεν καταλαβαίνουν τί σημαίνει παραλαία, αφού «μόνο μια βουτιά θα κάνουμε». Στην άλλη, είναι οι λιγώτεροι, μαζί κι αυτός, που έχουν από μικροί σούρει τα γυμνά τους πόδια μέσα στην άμμο, που έχουν νιώσει τη δροσιά του πρώτου μπάνιου σκαστοί από φροντιστήριο, έχουν προσπαθήσει να κοιτάξουν τον ήλιο κατάματα με τα μάτια μισόκλειστα, ανάσκελα πάνω σε μικροσκοπική πετσέτα. Όσοι έχουν δει τον ορίζοντα από σκούρος να χρυσίζει μετά το beach party, έχουν διαλέξει να τα παρατήσουν όλα, κυνηγώντας να χορτάσουν τη θηλυκή αλμύρα με τα χείλια. Όσοι μ’ εφόδια μπυρόκουτα, τρανζιστοράκια και φιλίες του καλοκαιριού έχουν παρλάρει στα βότσαλα απ’ το πρωί μέχρι τη νύχτα, αναλύοντας τις συμπαντικές συνιστώσες ενός θανατηφόρου μπικίνι. Έτσι όπως το βλέπει, αυτοί της δεύτερης κατηγορίας, μαζί κι αυτός, πολύ λίγα κοινά μπορούνε να βρούνε μ’ εκείνους της πρώτης.

Γι’ αυτό έχει πάρει μαζί, για το τελευταίο μπάνιο του καλοκαιριού, το πιστό του discman, ασημένιο αντικραδασμικό Pioneer, σωστό σκυλί, μ’ ένα και μόνο cd ξαπλωμένο μέσα του. Απλώνει την πετσέτα, τώρα πια πάνω σε σκιερή ξαπλώστρα και καθώς αράζει πιάνοντας χώρο μέσα στη χλιαρή αύρα του Αυγούστου, κλείνει τα μάτια και πατάει το play.

“Between the eyes of love I call your name - Behind those guarded walls I used to go…”.



Υ.Γ. Ι: Την έμπνευση για τον τίτλο του “On The Beach” έδωσε στον Chris Rea η ισπανική Formentera. Ένα νησάκι στο νοτιώτερο σημείο του συμπλέγματος των Βαλεαρίδων, 4 ναυτικά μίλια από την Ίμπιζα, μόλις 19 χιλιόμετρα αν το διατρέξεις απ’ άκρη σ’ άκρη. Ένας παράδεισος για διερχόμενα σκάφη, όλο αμμουδιές και ρηχά τυρκουάζ νερά.
«Είναι εκεί που η γυναίκα μου κι εγώ γίναμε πραγματικό, παντοτινό ζευγάρι. Μ’ αυτό έχει να κάνει. Όπως λέει και ο στίχος "between the eyes of love". Ένα υπέροχο νησί, που αξίζει να ανακαλύψει όποιος μένει στην Ευρώπη».

Υ.Γ. ΙΙ: Ο δίσκος κυκλοφόρησε την Άνοιξη του ’86 και η Magnet Records δεν είχε απ’ αυτόν ιδιαίτερες προσδοκίες. Όμως, διαψεύσθηκε ευχάριστα. Θα γίνει το πρώτο άλμπουμ του Chris Rea που περνά ξυστά από το βρετανικό top-10 (UK#11, 24/6/86) και η μεγαλύτερη μέχρι τότε επιτυχία του, με περισσότερες από 300.000 κόπιες να φεύγουν κατά τις 24 εβδομάδες που παρέμεινε στα τσαρτ.
Όσο κι αν το τραγούδι “On The Beach” έγινε οικουμενικό συνώνυμο με το χωρίς έγνοιες καλοκαίρι, κατά την πρώτη του κυκλοφορία πέρασε μάλλον απαρατήρητο (UK#57, τις δύο πρώτες εβδομάδες του καλοκαιριού του ’86), όπως και τα άλλα δύο singles από το δίσκο (“It’s All Gone”, UK#69, 5/4/86 και “Hello Friend” UK#79, 20/12/86). O Chris Rea για τη δισκογραφική βιομηχανία, είχε το προφίλ του “album artist” και οι πωλήσεις του το επιβεβαίωναν. Το 9o άλμπουμ του, “Dancing With Strangers”, κυκλοφορεί το Σεπτέμβριο του ’87 και θα φτάσει μία θέση κάτω απ’ την κορυφή (UK#2, 26/9/87).
Όμως, μέσα στο καλοκαίρι του ’88, καθώς ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει την πρώτη συλλογή της καρριέρας του, “New Light Through Old Windows”, το "On the Beach" επαναμιξάρεται με ευδιάκριτα διαφορετική, πιο ρυθμική, βάση κρουστών και επανακυκλοφορεί σε single. Aυτή τη φορά γίνεται hit (UK#12, 27/8/88), κι ας έχει ήδη δύο καλοκαίρια στην πλάτη του. Στο τρίτο, μάλιστα, καλοκαίρι της ζωής του, μπαίνει και στο top-10 του A.O.R. χάρτη της Αμερικής (US#9 στον κατάλογο του Adult Contemporary chart του Billboard, στις 2/9/1989).


Παρά την διαρκή του ανησυχία ότι τον σερβίρουν ως έναν χαμηλότονο, θλιμμένο τροβαδούρο με light soul/blues περιτύλιγμα, τα επόμενα χρόνια ο Rea θα υποχρεωθεί να πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση: Να κάνει τον ήχο του πιο εξωστρεφή, φιλτράροντας μέσα από τη βραχνή του φωνή περισσότερο Dire Straits απ’ όσο επιθυμεί. Τελικά, θα πατήσει την κορυφή, μ’ ένα δίσκο αυτή τη φορά «χειμερινό», το “Road To Hell” του ’89. 
«Χρειάζεται ένα ειδικό τύπο πειθαρχίας για να γίνεις ροκ σταρ. Κι εγώ δεν την είχα ποτέ. Όταν έρχονταν οι άνθρωποι των δισκογραφικών και μου υπαγόρευαν προς τα πού έπρεπε να πάω, έλεγα τη γνώμη μου, αλλά δεν κατόρθωνα να την επιβάλλω. Δεν είχα το ειδικό βάρος».

Υ.Γ.ΙΙΙ: Αποδεικνύοντας ότι παραμένει μόνιμος κάτοικος ενός θέρους που δεν τελειώνει ποτέ, ο Chris Rea θα συνεχίσει να γράφει κομμάτια για το καλοκαίρι : “Looking For The Summer” (1991), “Summer Love” (1993), “Sweet Summer Day” (1998), “King Of The Beach” (2000), “Sail Away” (2000), “Sandwriting” (2000).

 Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites