Black Sabbath : Σκοτεινή Οχλοκρατία
Τρίτη

26Νοέ

Black Sabbath : Σκοτεινή Οχλοκρατία

Δημοσιεύθηκε από:

26/11/2019

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1986
«Δες το, εδώ ! Φαίνεται καθαρά ! Εδώ λέει “KΙLL OΖΖΥ”. Εδώ κάτω, με το αίμα!». Κρατά στα χέρια της το δίσκο και με ανησυχία μου τον γυρίζει πιάτο μπροστά μου.
Στα ορθάνοιχτα πράσινα μάτια της παλεύει να κρυφτεί η έκπληξη από την ανατριχιαστική αποκάλυψη. Ναι, είναι αλήθεια, τελικά. Οι σκοτεινές δυνάμεις είχαν πάρει τα ηνία στους Black Sabbath από τότε που τραγουδιστής τους έγινε ο Ronnie James Dio. Και μέσα από το αιμοσταγές εξώφυλλο του δίσκου εκείνου του ’81, επιδίωκαν να διεγείρουν τις διαταραγμένες ψυχές των φανατικών. Κάποιοι, δε μπορεί, θα έπιαναν το μήνυμα. Ο Ozzyέπρεπε να πεθάνει. Σ’ ένα ύπουλο ξέσπασμα κακόβουλης οχλοκρατίας.Δεν ήθελα και πολύ.
Το καλοκαίρι της Γ' Γυμνασίου ό,τι και νά’ταν γραμμένο σε κείνα τα πράσινα μάτια ήμουν προδιατεθειμένος να το πιστέψω. Ακόμη κι αν τότε, λέξεις όπως Ozzy και Black Sabbath ισοδυναμούσαν με βλαστήμιες δαιμονισμένου που έχει τρυπώσει σε πρόναο μέρα - μεσημέρι. Γι’ αυτό και προσέχαμε μη μας δουν να τρυπώνουμε σε παμπ όπως η Γκρασσχόπερ και μπαρ όπως το Μπιστρό. Καρφιτσώναμε και ξεκαρφιτσώναμε κονκάρδες. Δεν ξέραμε, αλλά καιγόμασταν να μάθουμε.
Πηγαίναμε ψαχτά, ακούγαμε και διαβάζαμε με το ένστικτο.
Πιστεύαμε τη δύναμη της παράδοσης από κάτι δακτυλοδεικτούμενους εικοσάρηδες. Και μόνο.
Το εξώφυλλο εκείνο ήταν από τα πιο ανίερα και εκφοβιστικά πράγματα που μπορούσες να έρθεις αντιμέτωπος σε ράφια δισκοπωλείου, όσων τυχόν είχαν ειδική γωνιά για το heavy metal. Ένα τεράστιο τείχος στο φόντο, βρώμικο, αιματοβαμμένο, με τρεις οχετούς να ξερνάνε ένα σκούρο απόβλητο. Μπροστά από το τείχος, πέντε ανθρωπόμορφα όντα, διπλωμένα σε σάπιες, κουρελιασμένες ολόσωμες κάπες κατά τρόπο ώστε χαρακτηριστικά προσώπου να μην υπάρχουν, να κρατάνε μαστίγια.



Τα πόδια τους πατούν σε ματοβαμμένες πέτρες μισοβυθισμένες σε λίμνες από νερό θολό απ’ το αίμα. Ανάμεσά τους, σε πρώτο πλάνο, ένα ικρίωμα, με πάνω του τεντωμένο ένα ματωμένο πανί βασανιστηρίων. Τα ίχνη κάποιων μακάβριων πράξεων που έχουν προηγηθεί, ορατά, παρά την απουσία του θύματος. Τα όντα, ακίνητα, ασυγκίνητα ατενίζουν κατάματα το θεατή, σα νά’ ναι αυτός το επόμενο θύμα.
Ήταν μια αναπαραγωγή του ζωγραφικού πίνακα “Dream 1: Crucifiers”, φιλοτεχνημένο το ‘71 από τον γεννημένο το ‘39 Greg Hildebrandt, που μαζί με τον δίδυμο αδεφό του Tim, ήταν ήδη ένα διάσημο ντουέτο εικονογράφων της λογοτεχνίας του φανταστικού. Είχαν ασχοληθεί ιδιαίτερα με εξώφυλλα εκδόσεων της Marvel και της DC Comics, ημερολόγια, πόστερ για έργα των Tolkien και είχαν γίνει πιο γνωστοί πιο γνωστοί ότι το ‘77 είχαν φτιάξει το πιο χτυπητό πόστερ του κινηματογραφικού blockbuster του GeorgeLucas που όλος ο κόσμος είχε παρακολουθήσει εκστατικός : του «Πολέμου των Άστρων».
Το μαύρο βινύλιο που ήταν κρυμμένο σ’ εκείνο το εξώφυλλο έκρυβε στα αυλάκια του τη δική του ιστορία λελογισμένου σκότους.
Όταν στις αρχές του 1981 οι  Tony Iommi, Ronnie James Dio και Geezer Butler αποφάσισαν να ξεκινήσουν να φτιάχνουν τον δισκογραφικό διάδοχο του “Heaven Αnd Hell” ήξεραν ότι θα έπρεπε να κτίσουν τη χημεία τους από το μηδέν. O 32χρονος Butler χαμένος ανάμεσα σε ντραγκς και σ’ ένα οδυνηρό διαζύγιο δεν είχε συμμετάσχει στη σύνθεση του άλμπουμ που εισήγαγε εντυπωσιακά τους Sabbath με νέο ήχο στη δεκαετία του ’80. Μέχρι την αποχώρηση του Ozzy το καλοκαίρι του ’79, ήταν εκείνος που έγραφε σχεδόν όλους τους στίχους, όμως αυτή τη φορά, μετά την επιτυχία του “Heaven And Hell” το έργο αυτό επιδίωκε να αναλάβει αποκλειστικά ο Ronnie James Dio, αξιώνοντας όλο και μεγαλύτερο ρόλο στη μουσική τους κατεύθυνση κατεύθυνση. Ο 39χρονος ιταλοαμερικάνος για πρώτη φορά ένιωθε ότι είχε βρει το δημιουργικό χώρο να ξεδιπλώσει τις σκοτεινές, αμφίσημες στιχουργικές του εικονογραφίες, ανάμεσα από τα υποβλητικά heavy riff του 33χρονου Ιοmmi.
Μεταξύ των τριών ψημένων ροκ σταρ οι ισορροπίες σε προσωπικό επίπεδο ήταν εύθραυστες. Απ’ όλες τις πλευρές τέθηκε ως προαπαιτούμενο ότι, μετά την επιτυχία της περιοδείας για το “Heaven And Hell”, θα έπρεπε πριν ετοιμάσουν καινούριο προϊόν, να ξεκαθαριστούν τα οικονομικά. Επιτεύχθηκε ένας καταρχήν καθησυχαστικός και ικανοποιητικός για όλα τα μέρη συμβιβασμός: Όλοι οι στίχοι θα πιστώνονταν στον Dio και ο Butler θα έπαιρνε το 50% των συνθετικών δικαιωμάτων σε όλα τα κομμάτια εξ αδιαιρέτου με τον Iommi, όσο κι αν ο βλοσυρός μαυροντυμένος κιθαρίστας παρέμενε στην πραγματικότητα ο κατεξοχήν υπεύθυνος για τη μορφή του μεγαλύτερου μέρους της μουσικής. Όσο για το τέταρτο μέλος των Sabbath, αυτό δεν ήταν πια ο Bill Ward, αλλά ο 24χρονος έμμισθος Vinnie Appice, αδελφός του περιβόητου Carmine, ο οποίος είχε ήδη αποδειχθεί αξιόπιστος πίσω από τα τύμπανα, όταν επελέγη σπευσμένα ως αντικαταστάτης του διαλυμένου από το ποτό Ward στη μέση της περιοδείας “Black & Blue”.
Η μπάντα ξεκινά να γράφει και να προβάρει σ’ ένα μισθωμένο στούντιο στην Λίμνη Toluca στο Los Angeles. Το πράγμα είναι εξαρχής φανερά διαφορετικό. Για να προκύψει το “Ηeaven And Hell”, οι Iommi και Dio είχαν συνεργατεί οι δυό τους μέσα σ’ ένα ταπεινό home studio. Αυτή τη φορά είναι όλοι τους παρόντες. Τζαμάρουν, ανοίγουν τους ενισχυτές στο τέρμα, επιτίθενται στα σκαριφήματα τραγουδιών που ο καθένας εισφέρει. Σκέφτονται αρχικά να εξοικονομήσουν τις πολυτελείς χρονοχρεώσεις των καθιερωμένων στούντιο και να ολοκληρώσουν την ηχογράφηση εκεί, αγοράζουν μάλιστα μια ολοκαίνουρια κονσόλα. Όμως, ο Iommi δεν μπορεί να πετύχει τον ήχο που θέλει στην κιθάρα. Προσπαθεί να τον βρει ηχογραφώντας στο διάδρομο, στην αποθήκη, στο χωλ του στούντιο, τίποτε.  Οι ικανές ποσότητες κοκαίνης τις οποίες χρειάζεται καθημερινά δεν είναι και ο καλύτερος σύμβουλος για να μπορεί να υλοποιήσει αυτό που ακούει μέσα στο κεφάλι του. Η διάθεσή του μοιάζει να κατατρέχεται από ένα σκοτεινό σύννεφο, μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι του. Καταλήγουν στη δοκιμασμένη λύση των στούντιο Record Plant του Los Angeles, μετά από σύσταση του Martin Birch.


Ο 33χρονος παραγωγός, ερχόμενος από μια δεκαετία πίσω από τις κονσόλες του σκληρού πυρήνα του βρετανικού heavy rock (Deep Purple, Wishbone Ash, Rainbow, Whitesnake) είναι αυτός που έχει φτιάξει το εκπληκτικό κράμα του “Heaven And Hell” και μόλις τελειώσει το δεύτερο lp των ανερχόμενων αστέρων του New Wave Of British Heavy Metal, κάποιων λονδρέζων που λέγονταν Iron Maiden.

Εργασιομανής και βαθύς γνώστης του στούντιο, ο Birch δεν στερείται ιδιαιτεροτήτων, όπως η κατανάλωση αλκοόλ και κοκαίνης, που μεταλλάσσουν την δημιουργική του υπερένταση σε αμφιθυμία που συχνά συνορεύει με την καθαρή παράνοια. Ο Birch, παρ’ ότι γνωρίζει τον Iommi και τον Butler από τα session της προηγούμενης χρονιάς στο Miami, αυτή τη φορά έχει για κάποιο λόγο πεισθεί ότι ο Iommi είναι ο φορέας κάποιας απόκρυφης, κακόβουλης δύναμης.
Ακόμη και για συμπτώματα όπως ένας επίμονος πονοκέφαλος, στραβοκοιτά τον Iommi. «Πάλι εσύ ! Το ξέρω ότι εσύ μου το κάνεις! Σε παρακαλώ, άφησέ με ήσυχο!». Ο διαβόητος για την αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ του Iommi, δείχνει να το απολαμβάνει, μπαίνοντας στο ρόλο που του είχε αποδώσει ο Birch και σπάζοντας πλάκα με το πόσο εύκολα, με την απειλή του, εξώκοσμου κακού, τρομοκρατεί ένα σκληρό καρύδι και κάτοχο μαύρης ζώνης στο καράτε όπως ο Birch.
Μια μέρα, ο Iommi υποδεικνύει στον Birch να μην αγγίξει καθόλου τη θήκη μιας κιθάρας του. Οι ώρες περνούν και ο Birch ρίχνει προς την μαύρη θήκη κλεφτές ματιές και αρχίζει να αγωνιά. Κάνοντας τον αδιάφορο, ο Iommi περνά από δίπλα, την ανοίγει με τρόπο και κοιτάζει το περιεχόμενο, μόνο και μόνο για να προλάβει ο Birch να δει ότι μέσα της, πάνω στο πορφυρό βελούδο της δεν είναι ξαπλωμένη μια από τις Gibson του, αλλά μια κούκλα σε ανδρική μορφή με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και πάνω της καρφωμένες κάτι ατσάλινες βελόνες. Ο Iommi κλείνει τη θήκη σα να μη συμβαίνει τίποτε και ο Birch φρικάρει. «Το είδα ! Το είδα ! Εγώ είμαι αυτός, έτσι; Tony, άφησέ με ! Τί θέλεις να κάνω επιτέλους;».
Ο Iommi φορώντας το γνωστό, αδιαπέραστα βλοσυρό του ύφος, κρατιέται να μη γελάσει και του λέει ξερά : «Δεν είναι τίποτε, δε σε αφορά. Είναι κάτι προσωπικό».
Η παραγωγικότητα ακόμη και οι στιγμές ενθουσιωδών jam δε λείπουν, απλώς ο Birch, πέραν της κοφτερής ηχητικής του υπογραφής, δεν έχει το μυαλό να συμβάλλει σε κάτι παραπάνω από το να ακολουθήσει το υπόδειγμα του “Heaven And Hell”. Οι Iommi, Dio και Butler έχουν δημιουργικές διαφωνίες, αλλά σε καμιά στιγμή δε φτάνουν σε σημείο να υψώσουν τη φωνή, να δείξουν με το δάχτυλο ή να χτυπήσουν το χέρι στο τραπέζι συσκέψεων του Record Plant. Ο κρυφά χολωμένος Butler παρακολουθεί τον Dio να μπαίνει όλο και περισσότερο στη δημιουργικό παιχνίδι.
Ο Iommi, μεριμνώντας πρώτα να ταίζει τα ρουθούνια του, βάζει βέτο εκεί που νιώθει ότι μπαίνει στα χωράφια του. Και οι δύο έχουν αρχίσει να νιώθουν άβολα, όταν βλέπουν την Warner Brothers να προσφέρει στον Dio μια ξεχωριστή solo συμφωνία, σαν μέρος της επέκτασης του συμβολαίου των Sabbath με την εταιρία. Όμως οι ρωγμές δεν ήταν ακόμη ορατές. Τουλάχιστον στα μάτια του τραγουδιστή.
«Η στάση του ενός μας απέναντι στον άλλο είχε αρχίσει σταδιακά να αλλάζει, αλλά δεν ήταν κάτι ανησυχητικό. Ναι, είχαμε διαφωνίες, αλλά δεν ήταν κάτι έξω από τα συνηθισμένα. Ήμασταν και οι τρεις μεγάλα παιδιά για να μας συμβεί κάτι τέτοιο».
Εκείνος που έσφυζε από ενέργεια και διάθεση ήταν ο αρκετά νεώτερος όλων, Vinnie Appice. Όταν προτάθηκε για αντικαταστάτης του Bill Ward, στη μέση της περιοδείας “Black & Blue”, είχε εμφανιστεί μ’ ένα μικροσκοπικό ντραμ σετ, ούτε το ένα τέταρτο από κείνο του Ward. Με ακαριαία σύσταση του Iommi, αρχικά για λόγους εικόνας, του είχαν φορτώσει ένα γιγαντιαίο σετ ντραμς ΤΑΜΑ, που τον περικύκλωνε και υψωνόταν μέχρι και πίσω απ’ το κεφάλι του. Γρήγορα όμως ο Appice είχε καταφέρει αν αποδείξει ότι δε χρειάζεται βαριά εργαλεία για να δείξει ότι είναι καλός μάστορας αναδεικνύοντας στο παίξιμό του τα δικά του στοιχεία: ξερή, βαθιά μπότα, αποφασιστικά τομ, δυναμικά ρολλ, προέκταση του στομφώδους ήχου των Sabbath της νέας δεκαετίας.


Η πρώτη πλευρά του δίσκου ξεκινά αιφνιδιαστικά με το δικό του μέτρημα πάνω στο δεξί του πιατίνι, πριν ξεχυθεί ο γρήγορος καλπασμός του "Turn Up the Night", που, κάτω από την παθιασμένη φωνή του Dio και τα Henrix-οειδή γεμίσματα του Iommi, κρύβει κάποια ίχνη εμπορικής υστεροβουλίας στην αμεσότητά του (θα επιλεγεί για δεύτερο single - UK#37, 13/2/82). Συνεχίζει με το επιβλητικό groove με τον τίτλο "Voodoo", κομμάτι που σίγουρα υπεύθυνο για σημαντικό μέρος από τους εφιάλτες του Martin Birch.
"Call me the Devil, it's true - Some can't accept, but I crept inside you,
Bring me your children, they'll burn!
Never look back, never turn!
Cry me a river, you'll learn !
Voodoo !”
 
H συνέχεια αποκαλύπτει το κολοσσιαίο doom έπος "The Sign of the Southern Cross". Ελάχιστοι μπορούσαν να προβλέψουν ότι οι Sabbath θα είχαν το απόθεμα να ξαναφτάσουν σε ατμόφαιρα τις κορυφαίες στιγμές του “Heaven And Hell”, όμως με το οχτάλεπτο αυτό κομμάτι τα καταφέρνουν. Η ακουστική εισαγωγή, με τον Dio να τραγουδά με μια σκοπίμως άγουρη, εύθραυστη πτυχή της φωνής του, γίνεται συντρίμμια από ένα τιμωρητικό, συνθλιπτικής βαρύτητας ριφ, που σηκώνει το κεφάλι του μέσα από τα ομιχλώδη, δυσοίωνα πλήκτρα του άτυπου πέμπτου μέλους της μπάντας και αχώριστου drug buddy του Iommi, του 37χρονου Geoff Nicholls. Ο Dio απλώνει μια μέτρο προς μέτρο καθηλωτική ερμηνεία, ζωγραφίζοντας πανοραμικά τοπία βγαλμένα από το πιο συναρπαστικό βιβλίο επικής φαντασίας που δεν είχε κανείς διαβάσει ποτέ.
 
“On a small world, west of wonder – Somewhere, nowhere, all
There’s a rainbow that will shimmer, when the summer falls
In an echo doesn’t answer, when it hears a searching sound
Then the beast is free to wander – but never seen around
And it’s the sign of the Southern Cross”.
 
Ένα κομμάτι που ενώνει σαν αφαιρετικό όνειρο το δέος με το ρομαντισμό, την απειλή με την ελπίδα, επιτρέποντας στις αχτίδες φωτός να διαπεράσουν το σκότος, με κλειδί το σημάδι του Σταυρού του Νότου, του αστερισμού που φαίνεται μόνον από το νότιο ημισφαίριο, συμβολίζοντας τη δυσεπίτευκτη ευτυχία, μια υπέρκοσμη ουτοπία, πνευματικό στήριγμα σε καιρούς που το κτήνος παραμονεύει, αόρατο, αδυσώπητο.
 
“Reach above your dreams of pleasure – give a knife to those who die
Look beyond your own horizons - Sail the ship of sighs
And it’s the sign of the Southern Cross”.
 

Μέσα από το απόκοσμα παραμορφωμένο μπάσο του Butler, πνιγμένο μέσα στην παραμόρφωση, βγαίνει το instrumental "E5150", εκπέμποντας τον ηχητικό κώδικα μιας εξωγήϊνης οντότητας που αναπνέει μέσα από το βούρκο, παγώνοντας το αίμα. Δεν είναι μόνο η βορβορώδης φωνή που κάπου στην αρχή ακούγεται να προστάζει κάτι αδιευκρίνιστο. Είναι ότι σύμφωνα με τη ρωμαϊκή αρίθμηση, μετά το γράμμα Ε, το «5» είναι το “V”, το 1 είναι το “I”  και το «50» είναι το “L”. Ο τίτλος του είναι, λοιπόν, “EVIL” και σύμφωνα με σποραδικές δηλώσεις των Dio και Iommi μπάντας, δε γνωρίζουν σε ποιόν ανήκει αυτή η φωνή.


Καθώς το «Ε5150» οδηγείται σε fade out, μπαίνει ορμητικά το ομώνυμο κομμάτι, η «Οχλοκρατία». Είχε γραφτεί πολύ νωρίτερα από τα session στην Καλιφόρνια, όσο οι Sabbath βρίσκονταν ακόμη σε περιοδεία στην Αγγλία. Το μάνατζμεντ τους είχε ζητήσει, μέσα σε ένα διήμερο διάλειμμα στα Ascot Sοund Studios, στο σπίτι του John Lennon στο Tittenhurst Park, να ηχογραφήσουν ένα κομμάτι για μια ταινία κινουμένων σχεδίων για ενηλίκους. Ήταν μια fantasy περιπέτεια με τίτλο “Heavy Metal”, σουρεαλιστική, βίαιη και πάντως καθόλου εύπεπτη, η οποία όταν προβλήθηκε τον Αύγουστο του ’81 δεν έκανε αίσθηση πέραν ενός ειδικού κοινού. Είχε όμως ένα γερό soundtrack, με Nazareth, Grand Funk, Sammy Hagar και Blue Oyster Cult (δίπλα σε Journey, Cheap Trick, Devo και Don Felder). Εκεί μέσα βρέθηκε όντως το “The Mob Rules”, σε μια σκηνή γενικευμένης σφαγής από το μέλλον όπου χρησιμοποιούνταν από τόξα ως και φλογοβόλα. Ήταν η πρώτη ηχογράφηση του Appice με τη μπάντα, η οποία με ελαφρά διαφορετική ενορχήστρωση έγινε και το πρώτο single του δίσκου (UK#46, 14/11/81).

Η δεύτερη πλευρά του “Mob Rules” ξεκινά με το βαρύ και σκοτεινό, “Country Girl”, φτιαγμένο για μια βουκολική μορφή μάγισσας, την οποία ο Dioζωγραφίζει σαν κακόψυχη αδελφή της Lady Of The Lake.
 
“Fell in love with a country girl, morning sunshine
She was up from a nether world, just to bust another soul”
Her eyes were an endless flame, holy lightning
Desire with a special name, made to snatch your soul away”
 

Ακολουθεί καταπόδας το απροσδόκητα ζεππελινώδες "Slipping Away", αποκύημα των jam στην Καλιφόρνια που στέκεται μόνο χάρις την ποιότητα των παικτών και τον γεμάτο, τρισδιάστατο ήχο του Birch. Το μεγάλο κομμάτι που χρωστά η δεύτερη πλευρά έρχεται στη μορφή του "Falling Off the Edge of the World". Τα πλήκτρα του Nicholls και μια κιθάρα απαλά θρηνητική σα βιολί συνοδεύουν τον υποβλητικό μονόλογο του Dio προς μια ψευδο-οπερατική κορύφωση, η οποία θρυμματίζεται από ένα τυραννοσαυρικό ριφ. Κι ενώ ο ακροατής ετοιμάζεται για αργόσυρτο ηχητικό βασανιστήριο, o Ιommi δίνει το σύνθημα μ’ ένα δαιμονισμένο ριφ στους Appice και Butler να πατήσουν συγχρονισμένα γκάζι. O Dio, απεγνωσμένος ζητά λύτρωση, σχεδόν βλέπεις τον ήρωά του να κρέμεται από την άκρη του κόσμου, με τα δάχτυλά του να ξεγλυστρούν, την ώρα που ο Iommi δίνει ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα κιθαριστικά σόλο όλου του δίσκου.
 
“Help me, tell me I'm sane
I feel a change in the earth, in the wind and the rain

Save me, take me away
You know I've seen some creatures from hell and I've heard what they say!

Οh, Ι’ve got to be strong – Ι’ m falling off the edge of the world”.

Ο επίλογος του "Over and Over" κι αυτός βαρύθυμος, με τον Dio να μονολογεί ότι «πεθαίνει την αυγή», ότι θέλει να απαλλαγεί «απ’ τον πόνο αυτό», καθώς γύρω του βλέπει «πολλές φλόγες, πολλά για να καούν», παραπέμπει με έντεχνη εμμεσότητα στη βαμπιρική παραφιλολογία, παρά σ’ έναν απλώς πομπώδη πεσσιμιστικό απολογισμό.
Μια αδιόρατη αίσθηση ότι, σε αντίθεση με τον ρομαντισμό της καρδιάς του του “Heaven And Hell”, αυτή τη φορά η μουσική δυσκολεύεται να απογειωθεί εξαιτίας της διάχυτης κατήφειας των στίχων, διατρέχει ολόκληρο το “The Mob Rules”. Σε ένα άλμπουμ πυκνό από οχληρές σημειολογίες (βουντού, βαμπίρ, μάγισσες, οχλοκρατία, δυστοπία, αγωνία για το άδειασμα από την άκρη του κόσμου), οι κάποιες μουντές αχτίδες φωτός εκπέμπονται μόνον από το “Sign Of The Southern Cross”, ενώ η μελωδικότητα της μουσικής επιτείνει την αμφισημία.
Οι Sabbath, με ένα βαρύ, κατηφές υλικό, ξαναμοίραζαν συνειδητά το φύλλο των αρχόντων του σκότους, αυτό που με δέος ο μουσικός κόσμος τους είχε αφήσει να κρατούν από τα πρώτα τους χρόνια. Και πράγματι, εκείνο το εξώφυλλο, με τον όχλο από ανθρωπόμορφα, κακόβουλα όντα έτοιμο να βασανίσει, εκπροσωπούσε τις προθέσεις τους όσο πιο πειστικά γινόταν.

Αποτροπιασμό και δυσαρμονία είχε πίσω του και ο αυθεντκός πίνακας στον οποίο βασίστηκε το εξώφυλλο. Μέχρι το 1981 ήταν ελάχιστα γνωστός, είχε όμως ιδιαίτερη σημασία για τον δημιουργό του. Το 1963 ο Greg Hildebrandt μαζί με τον αδελφό του Tim είχαν προσληφθεί από τον Fulton J. Sheen, έναν Επίσκοπο της Καθολικής Εκκλησίας, με τον οποίο τους συνέδεε μεγάλος σεβασμός και εκτίμηση, να εργασθούν πάνω σε μια σειρά ντοκυμανταίρ για την φτώχεια και την πείνα του τρίτου κόσμου. Για έξι χρόνια, τα δύο αδέλφια εργάστηκαν για την εκκλησία, βλέποντας τα πράγματα χωρίς φίλτρο.
«Μέσα από τα ντοκυμανταίρ είδα κατάματα την υποκρισία της επίσημης Καθολικής Εκκλησίας. Είδα από κοντά τα ψέμματα με τα οποία με είχαν μεγαλώσει και συνειδητοποίησα ότι έχει υπάρξει συγκάλυψη τρομακτικών αγριοτήτων στο όνομα του Χριστού. Μέσα από αυτή την εσωτερική σύγκρουση, μου προέκυψε μια σειρά από τρομακτικά όνειρα, σαν οράματα. Τα έβλεπα για περίπου δυο χρόνια και είχαν να κάνουν με τις φρικτές πράξεις που δρομολογούσε η επίσημη εκκλησία, στο όνομα της πίστης. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο χρόνων, τελικά εγκατέλειψα τον Καθολικισμό ολοκληρωτικά».  
Το μάνατζμεντ των Black Sabbath κατάφερε να πάρει την άδεια του Hildebrandt όχι μόνο για να ντυθεί το άλμπουμ με τον πίνακα, αλλά και να το πειράξουν «με σεβασμό στην αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία», διατηρώντας μάλιστα σε ευδιάκριτο σημείο την υπογραφή του. Έτσι, η καλλιτεχνική διεύθυνση η υπεύθυνη για το artwork του δίσκου των Sabbath προέβη σε μικρές, αλλά ευδιάκριτες επεμβάσεις στον πίνακα. Ο τίτλος του δίσκου, γραμμένος πάνω στο τείχος με μπογιά σαν αίμα. Δίπλα στο ικρίωμα, εκεί που στον πίνακα του Hldebrandt κρεμόταν από αλυσίδα ένα αγκίστρι χασάπη, κρέμεται ένας σταυτός. Στο αιματοβαμμένο σεντόνι, δύσκολα δε θα διακρίνει οποιοσδήποτε ένα δαιμονικό πρόσωπο. Ενώ ανάμεσα από τις πέτρες, τα ρυάκια του αίματος, έτσι όπως τα βλέπει κανείς... αν προσπαθήσει δηλαδή να τα δει καλά, κάτι σα να διαβάζει ...
«Μη μου πεις ότι δεν το βλέπεις ! Φαίνεται καθαρά ! Λέει “KΙLL OΖΖΥ”!».
Υποσυνείδητα αντιληπτή εντολή προς τους οπαδούς να «σκοτώσουν τον εχθρό» η σκιά του οποίου ήταν αδύνατο να μην πέφτει βαριά πάνω στο επόμενο έργο τους, σύμπτωση ή απλώς αρρωστημένη φαντασία; Το βέβαιο είναι ότι ο Ozzy Osbourne, σε ανοιχτό πόλεμο με την πρώην μπάντα του, κυκλοφόρησε το δεύτερό του lp, “Diary Of A Madman”, μέρες μόλις αφ’ ότου το “Mob Rules” εξέθεσε το τρομακτικό του εξώφυλλο στα ανά τον κόσμο δισκοπωλεία, στις 4 Νοεμβρίου 1981.
Και ναι μεν στη Βρετανία οι Sabbath κατάφεραν με διαφορά στήθους να ξεπεράσουν τις επιδόσεις του πρώην τραγουδιστή τους (το “Mob Rules” έφθασε στο Νο 12 των τσαρτ, αφήνοντας το “Diary” δύο θέσεις πιο πίσω), αλλά στην εικοσαπλάσια σε μέγεθος αμερικανική αγορά η διαφορά ήταν ξεκάθαρη υπέρ του διαβόητου madman, ο οποίος με το δίσκο του ακούμπησε το top – 20, αφήνοντας το πρώην συγκρότημά του σχεδόν δέκα θέσεις πιο κάτω (US#29, 19/12/81). Στα επόμενα χρόνια η διαφορά της μεταξύ τους εμπορικής απήχησης θα μεγάλωνε γεωμετρικά.
Έστω κι αν, στο μεταξύ, στις αρχές του ’82 κι ενώ οι περιοδείες και των δύο συγκροτημάτων εξελίσσονταν συγχρόνως, σε κλίμα ακραίου ανταγωνισμού, σε Αμερική και Καναδά όχι ο ίδιος ο Ozzy, αλλά ένας πολύτιμος αθώος, σκοτώθηκε ξαφνικά. Σαν κάποια πονηρή δύναμη να είχε βάλει στόχο να πλήξει το στρατόπεδο του αντιπάλου, στις 19 Μαρτίου 1982, την ώρα που οι Sabbath ταξίδευαν από το St. Louis στην Omaha, 1.300 χιλιόμετρα ανατολικά ο 25χρονος Randy Rhoads έχανε τη ζωή του όταν το εκπαιδευτικό αεροπλάνο που τον έκανε βόλτα για να ξεσκάσει, καθ’ οδόν συνετρίβη από λάθος του πιλότου, στο Leesburg της Virginia.  

Τα  όσα ακολούθησαν είναι περίπου γνωστά. Η περιοδεία για το “Mob Rules” πήγε περίφημα, όμως Iommi, Butler και Dio δεν μπόρεσαν να χωρέσουν το εγώ τους μέσα στον οίκο των Sabbath και το πράγμα κατέρρευσε μέσα σε ασυνεννοησία, πισώπλατα μαχαιρώματα, ναρκωτικά και  εγωπαθείς εμμονές. Σε σύγκριση με την καλλιτεχνική και εμπορική κατηφόρα που το ακολούθησε, το “The Mob Rules” υπήρξε από πολλές απόψεις το τελευταίο μουσικά σημαντικό άλμπουμ στην ιστορία των Sabbath. Ένα κομμάτι ατόφιο μέταλλο, που αστράφτει για την τραγουδοποιία του και την παραστατικότητά του.
“Evil lurks in twilight, dances in the dark
Makes you need the movement,

like a fire needs a spark
to burn!”.
 
Υ.Γ.: Στην αυτοβιογραφία του “Iron Man – My journey through heaven and hell with Black Sabbath”, ο Iommi αναφέρει, όσο μπορεί πιο αδιάφορα : «Όντως, προκλήθηκε θέμα με κάποιες σταγόνες στο έδαφος του πίνακα. Κάποιοι έλεγαν ότι σχημάτιζαν το όνομα του Ozzy. Μάλιστα, η φήμη αυτή έφτασε σε μας και απορήσαμε. Προσωπικά δεν πρόσεξα τίποτε. Ακόμη και σήμερα, αν κοιτάξω, δεν μπορώ να διακρίνω κάτι τέτοιο».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


 

// Live Favorites

// Rocktime Songs