“When I See You Smile”: Power ballad χλιδή στα ρέστα των ’80s
Πέμπτη

2Ιαν

“When I See You Smile”: Power ballad χλιδή στα ρέστα των ’80s

Δημοσιεύθηκε από:

02/01/2020

Κατηγορία: Rocktime Songs

2547
Τα τελευταία Χριστούγεννα της δεκαετίας δεν είναι ούτε μισή βδομάδα μακριά. Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου ’89 Πατησίων 351, δίπλα στο σταθμό του Ηλεκτρικού «Άνω Πατήσια», απέναντι απ’ την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας.
Στο “Rich Club”, οι δευτεροετείς της Νομικής είμαστε έτοιμοι να γράψουμε τον επίλογο μιας τετραήμερης εκδρομής στο Πήλιο (όπου έγινε της κολάσεως) και συγχρόνως τον πρόλογο της καινούριας δεκαετίας, αυτής με τρίτο ψηφίο το «9», που μας βρίσκει μετέφηβους και θα μας φτάσει μέχρι τα βαθιά γεράματα, κοντά στα 30.
Τηλεφωνιόμαστε με Πάνο, που μένει ακριβώς εκεί, σε διαμέρισμα πολυκατοικίας πίσω απ’ την εκκλησία. «Άραξε, νωρίς είν’ ακόμα. Δε σκάμε μύτη πριν τις δώδεκα».
Είναι ένα από τα παράξενα της φοιτητικής ζωής που μετράει κιόλας έναν γεμάτο χρόνο. Ποτέ δε βγαίνουμε πριν τα μεσάνυχτα. Προβάρω ποιό απ’ τα τρία υποψήφια– λαχούρι στο φουλ - πουκάμισα ταιριάζει με το φρέσκο ξύρισμα, ακούγοντας μουσική από την τηλεόραση που παραμένει κολλημένη στο MTV. Αφού θα πάρω τον τελευταίο ηλεκτρικό προς Κηφισιά, δώδεκα παρά πέντε, αυτή τη φορά, θα προλάβω σχεδόν ολόκληρη την εκπομπή “The best 100 videos of the decade - Countdown”. Την έχει δείξει ήδη τρεις – τέσσερις φορές και στο σποτάκι η φλωράντζα ο Steve Blame προαναγγέλλει κάθε φορά την επόμενη ώρα προβολής -«Σέντραλ Γιουροπήαν Τάϊμ», κατά την ψευδή του προφορά - αλλά όλο κάπου έξω βρίσκομαι κι έχω δει μόνο ένα μέρος, τα κομμάτια μεταξύ 70 και 50, από Whitesnake και INXS μέχρι Madonna και Bryan Adams.



Το τρίτο τετράμηνο του ’89 μετράει τις τελευταίες του μέρες αφήνοντας στο στόμα και το μυαλό τη γεύση από το νιοστό φλεγόμενο B-52 μετά από μπαροτσακόβια ολονυχτία. Μηνίγγια σε εγρήγορση, γλώσσα μεθυσμένη, Πάρτυ, εκδρομές, έξοδοι σε ντίσκο και σε club, το ένα πόδι στο τί συμβαίνει τριγύρω και το άλλο στο «ΡΟΔΟΝ», το “Rock City”, το “Jazz Rock”, το “Metropolis”.
Στα φουαγιέ του «Αλεξάνδρα», του «Απόλλωνα» και του «Στούντιο», στο φαστφουντάδικο της γωνίας, στη «Ράμπα», το “L.A.”, στα βουναλάκια από καλοκουρεμένο γρασίδι έξω από το Πνευματικό Κέντρο, ακόμη και μέσα στον ηλεκτρικό και τα τρόλλεϋ, παρατηρώ τους ανθρώπους. Tο βλέμμα σε διαρκή περιστροφή, αλλάζει γωνία, χάνεται και ξαναβρίσκεται πάνω σε πρόσωπα, σε περμανάντ και σε κραγιόν, σε λαιμοκόψεις και πουκάμισα κουμπωμένα μέχρι πάνω.
Το μυαλό κάνει μοτοκρος σε ιδέες, φράσεις και πρόσωπα, καινούρια, πρωτόγνωρα.
Οι συμφοιτητές διακρίνονται, μέρα με τη μέρα, σε δύο, κυρίως, κατηγορίες, Αυτούς που κινούνται με την κεκτημένη ταχύτητα της πόλης, που ζουν στο σπίτι τους τακτοποιημένα, με τις παρέες από τις συνοικίες τους πάντα στην καβάντζα. Δύσκολα ανοίγονται, μαθαίνουν ή θυμούνται τα ονόματα της παρέας. Οι υπόλοιποι είμαστε οι ασύμπτωτοι. “Just like small town dudes with a big city attitude”, που λέει κι ηCher. Διστάζουμε ν’ ανοίξουμε τα νοικιασμένα μας σπίτια, προτιμάμε να βρισκόμαστε σε καφετέριες, κρεπερί, μπαρ στο παραλληλόγραμμο Θεμιστοκλέους, Σκουφά, και Σίνα και Ακαδημίας.
Ν’ ανταλλάσουμε κεράσματα και ιστορίες για όσα έχουν προηγηθεί στις ούτε εικοσάχρονες ζωές μας, παραφουσκωμένα επιθυμίες και φιλόδοξα σχέδια για όσα θα επιδιώξουμε ν’ ακολουθήσουν. Ιστορίες που κανείς μας δεν μπορεί ή να διασταυρώσει ή και να προσχεδιάσει και που η επίδρασή τους εξαρτάται μόνο από το πόσο καλά μπορούν να ειπωθούν και να εντυπωθούν στη λεπτομέρειά τους.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το επίπεδο είναι σίγουρα ψηλώτερο. Αργόστροφοι, μίζεροι, μπούληδες και ζοριλήδες του τελευταίου θρανίου δεν υπάρχουν - ο καθένας μοιάζει σίγουρος και ξεχωριστός δίπλα σε άλλους που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουν ξεχωρίσει κι αυτοί.
Υπάρχει βέβαια και μια τρίτη, μικρή σε αριθμό, όμως ευδιάκριτη κατηγορία συμφοιτητών: οι στοχοπροσηλωμένοι φύτουλες. Έχουν μάθει να περνάνε απαρατήρητοι, κάποιοι πιο πετυχημένα, κάποιοι όχι. Βαράνε κάρτα στις παραδόσεις έχοντας πιάσει τις δύο πρώτες σειρές των εδράνων, κρατάνε σημειώσεις από κι επικαλούνται διαρκώς απίθανα «προσωρινά» προβλήματα για να μην τις δώσουν στους άλλους για φωτοτυπία. Το παίζουν άνετοι, μ’ αυτό το «δεν έχω διαβάσει τίποτα» να καταλήγει συνήθως σε δεκάρι, στις μηχανογραφημένες καταστάσεις αποτελεσμάτων του δεύτερου ορόφου. Γελοίο, αλλά έτσι, φαίνεται, είναι τα νέα ήθη. Λίγη υποκρισία πάντα είναι μέρος του παιχνιδιού. Πρόκειται για μια εντελώς νέα πίστα, με νέους συμπαίκτες, με τους οποίους μαθαίνουμε να επικοινωνούμε μέσα από μια νέα, ντουμπλ φας, γλώσσα.
Από τη μία, είναι η νομική ορολογία – μαθαίνουμε κάτι που οι άλλοι, ενώ μιλάνε συνέχεια γι αυτό, στην ουσία δεν το ξέρουν. Συνταγματική Αναθεώρηση, Οικουμενική Κυβέρνηση, Διερευνητικές Εντολές, παίζουν κάθε μέρα στις ειδήσεις και στα πρωτοσέλιδα, αλλά ποιος πραγματικά ξέρει την ιστορία τους, τη δυναμική και τις πραγματικές εναλλακτικές που μπορούν να γεννήσουν; Από την άλλη, είναι αυτή η ατέλειωτη, ξεμπροστιασμένη από ενοχές, κοινή μας ανάγκη για καλοπέραση.
Μέσα σε μερικούς μήνες, έχουμε γίνει μια περιφερόμενη «πενταήμερη». Πρώτα στο πάρτυ του Τόμη, μετά του Αντρέa και μετά στης Άννας, καπάκι μετά οι τέσσερις μέρες στο «Ξενία» στο Πήλιο, με τα ολονύχτια πάρτυ στο ξενοδοχείο, τον μπιφτεκοπόλεμο στο καταφύγιο, τα εναλλασσόμενα ζευγαρώματα, τις μουσικάρες, τις προσδοκίες και τα όνειρα να βρίσκονται ξεπηδούν από παντού σε αφθονία.
Ώρα τέσσερις παρά τέταρτο, Άνω Πατήσια, στο ισόγειο με από πάνω τα φροντιστήρια «Παππάς» και δίπλα την καφετέρια «Αύρα». Στο “Rich Club”, τα Ρόσσο Αντίκο και τα Μπακάρντι - Kόλα, τα Black Russian και οι Κάρλζμπεργκ περιλούζονται επί μία ώρα με σφηνάκια. H Ρόζα, σερβιτόρα ίδια η Τανίτα Τικάραμ, ανοίγει δρόμο ανάμεσα από τους καμιά ογδονταριά δευτεροετείς νομικάριους κρατώντας ψηλά και προσγειώνοντας εγκαίρως τους δίσκους με τα σναπς. Μετά από δύο γεμάτες ώρες Soul II Soul, Tone Loc, Janet Jackson, Technotronic – το ανυπόφορο Pump Up The Jam βαράει παντού και πάντα – και τα ποτ πουρί του djίστικου ανέκδοτου που λέγεται Jive Bunny & The Mastermixers, έρχεται και ο ατύπως στεφθείς από τα προχριστουγεννιάτικα πάρτυ ως ο χορός του έτους μας, το “I Love Rock N’ Roll” και στο καπάκι ”I Hate Myself For Loving You”, όστις χορεύεται σε ιδρωμένο κύκλο εναγκαλιστί, ώστε όλοι να βλέπουμε γύρω μας όλους, ουρλιάζοντας μεθυσμένα ό,τι γουστάρει καθένας - συν τα ρεφραίν.
Χαμόγελα διάπλατα, ένοχα παλαμαριάσματα, μάσκαρες στραπατσαρισμένες, ξεκούμπωτα πουκάμισα και κανα δυό σπασμένα τακούνια πιο μετά, το “Rich” και η πακτωμένη μπάρα του έχει γίνει το Πατησιώτικο Κοκτέϊλς Εντ Ντρημς. Και τότε, ο dj, ένα μπλαζέ ντερέκι με γιλέκο, πέτσινη γραββάτα - κορδόνι και κάτι από το σαγώνι του Ρον Μος της «Τόλμης και Γοητείας», ρίχνει τα slow.
Το πρώτο που βγαίνει απ’ τα ηχεία μας τό’ χει παραχώσει στο μυαλό το MTV τον τελευταίο ενάμιση μήνα. Δε χρειάζεται δεύτερη κουβέντα, το ξέρουμε καλά. Έρχεται από ένα παρελθόν, που, για τα είκοσί μας χρόνια που σπαρταράνε, είναι το ίδιο πρόσφατο, όσο και μακρινό.


Μετά το “Rover’s Return” που πέρασε απαρατήρητο το φθινόπωρο του ’87, ο John Waite χάνει το συμβόλαιό του με την ΕΜΙ. Ο γεννημένος το ’52 βρετανός τραγουδιστής που έχει γνωρίσει τεράστια επιτυχία με το “Missing You” (US#1, 22/9/84) καταφέρνει, πάντως, να υπογράψει με τη δισκογραφική Epic. Οι άνθρωποι που συνέστησαν την ένταξή του στο ρόστερ της εταιρίας εκπλήσσονται όταν ακούν από το στόμα του ότι σκοπεύει να φτιάξει ο ίδιος μια καινούρια πλήρη μπάντα, να επανεκκινήσει την καρριέρα του χωρίς να φέρει το βάρος του ονόματός του. Οι προσπάθειές του να βρει κιθαρίστα είναι ανεπιτυχείς, μέχρι που, στη Νέα Υόρκη, πέφτει πάνω στον τον πιανίστα Jonathan Cain, πρώην συμπαίκτη του στους The Babys, που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 κατάφεραν για κάποιο διάστημα να κανουν αισθητή την παρουσία τους.
Ο 38χρονος Cain είναι κι αυτός μετά τo ’87 σε αναζήτηση συνεργατών, αφού οι βασιλείς του FM rock ήχου, οι περίφημοι Journey, στους οποίους πήγε μετά τους Bαbys για να περάσει μαζί τους τα καλύτερα 6 χρόνια της καρριέρας του, έχουν επίσημα διαλυθεί. Οι δυό παλιοί γνώριμοι ξεκινούν να προβάρουν και να γράφουν μαζί. Το φθινόπωρο του ’88 o Cain ανακοινώνει στον Waite ότι έχει ετοιμοπόλεμο έναν άλλο παλιόφιλο από τους Babys, τον 36χρονο μπασίστα Ricky Philips.
«Μίλησα με τον Bingo- έτσι φώναζαν κι οι δυό τους τον Waite από την εποχή των Babys - και είπαμε να βρεθούμε οι τρεις μας στο στούντιό μου στο San Francisco, να δούμε αν η χημεία που είχαμε παλιά μεταξύ μας εξακολουθούσε να υπάρχει. Είπαμε να γράψουμε για λίγες μέρες μαζί και να δούμε αν μπορεί να βγει κάτι».
Cain και Philips υπογράφουν κι αυτοί συμβόλαιο με την Epic, βρίσκουν μάλιστα κι ένα όνομα για το καινούριο συγκρότημα που μαζί με τον Waite σκοπεύουν να δημιουργήσουν. Είναι παρμένο από τον όρο του αμερικάνικου μπιλιάρδου, όταν η ο παίκτης χτυπά τη λευκή μπάλα με φάλτσα: Bad English. Ο Jonathan Cain δε χρειάζεται να ψάξει πολύ για το ποιός μπορεί να συμπληρώσει τον ήχο τους. Ο διασημώτερος άνεργος δεξιοτέχνης της κιθάρας είναι τη δεδομένη στιγμή ο 35χρονος Neil Schon. Το κάποτε παιδί - θαύμα της μπάντας του Santana και για 12 χρόνια ο άνθρωπος που έδωσε τη ροκ αιχμή στους Journey, γεμίζει το χρόνο του με guest εμφανίσεις σε άλμπουμ τρίτων, μετά τη διάλυση του γκρουπ που έκανε κι αυτόν, όπως τον Cain, διάσημο και πλούσιο. Ο Schon δεν καίγεται να ξεκινήσει μια καινούρια συλλογική προσπάθεια, πιστεύει ότι μετά από τόσα χρόνια στους Journey είναι ώρα να ξεκινήσει σόλο καρριέρα. Συμφωνεί αρχικά να συναντηθεί με τους τρεις για να ηχογραφήσει κάποια σόλο. Μόλις όμως ακούει το υλικό στα ηχογραφημένα demo αρχίζει να μπαίνει σε πειρασμό.


«Δεν είμαι σίγουρος για το αν θέλω να το κάνω, but boy, this sounds great».
Είναι σχεδόν έτοιμοι να προσλάβουν τον 27χρονο Andy Timmons, κιθαρίστα μιας glam metal μπάντας από τη Νέα Υόρκη, των Danger Danger, όταν όμως ο Schon δηλώνει πρόθυμος να προσχωρήσει, όλες οι υπόλοιπες εναλλακτικές εγκαταλείπονται επί τόπου. Η οικειότητα και η άνεση μεταξύ έμπειρων μουσικών, που ο ένας εμπιστεύεται τις ικανότητες του άλλου, είναι αποφασιστικό στοιχείο. Ιδίως όταν σκοπός είναι να τα δώσουν όλα για ένα καινούριο πρότζεκτ, έξω από την ασφάλεια των brand name που μέχρι τότε είχαν δημιουργήσει. Το παζλ ολοκληρώνεται με έναν φέρελπι ντράμερ από το Oregon, τον 24χρονο Deen Castronovo που φέρνει μαζί του ο Schon. Τον γνώρισε στα session του σόλο άλμπουμ του κιθαρίστα Tony McAlpine, στο οποίο είχε συνεισφέρει υλικό και ο Schon. Οι Bad English, το ημερολογιακά τελευταίο σούπεργκρουπ της δεκαετίας του ’80, μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν τον πρώτο τους δίσκο.
«Μέσα σε έξι μήνες γράψαμε περίπου 40 τραγούδια, όμως για να είμαστε ειλικρινείς, τα περισσότερα δεν άξιζαν καθόλου. Προσπαθούσα να γράψω κομμάτια συναυλιακά, άμεσα, που θα τίναζαν στον αέρα την οροφή κάθε συναυλιακής αίθουσας. Η διαδικασία απαιτούσε από όλους μας πολλή προσοχή, δε θέλαμε να μοιάζει ούτε με Journey, ούτε με τα προσωπικά μου άλμπουμ. Νομίζω τελικά καταφέραμε. Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδικασία».
Στην προσπάθειά του αυτή ο Waite αξιοποιεί ασυνήθιστες πηγές έμπνευσης. «Τα βράδια μετά τη δουλειά στο στούντιο επέστρεφα στο σπίτι και διάβαζα. Από την βαμπυρική λογοτεχνία της Ann Rice προέκυψαν κάποιοι στίχοι. Έδωσα στον Jonathan τα βιβλία και την επόμενη φορά που μαζευτήκαμε να γράψουμε, προέκυψαν τα Possession” καιForget Me Not. Μιλάνε για την πυρετώδη επιθυμία, τη λαγνεία. Στα βιβλία της Rice, αυτό το αίσθημα της ερωτικής επιθυμίας υποτίθεται ότι είναι αιώνιο. Προσπαθήσαμε να εκφράσουμε την αδημονία να συναντήσει κανείς τον έρωτά του, μια έντονη αίσθηση που ξεπερνά το χρόνο».    


«Τίποτε δεν έχει αφεθεί στην τύχη», λέει ο Waite σε συνέντευξή του στο Kerrang! «Αυτός ο δίσκος θα τα γαμήσει όλα. Και θέλω να το ζήσω, να το δω να συμβαίνει».
Εξοπλισμένο με 13 κομμάτια, τουλάχιστον 10 από τα οποία θα έκαναν οποιοδήποτε ροκ γκρουπ της εποχής να καπιεί αμάσητο το συμβόλαιό του, μπροστά στο να έχει έστω ένα από αυτά στο δικό του δίσκο, το “Bad English” είναι μια A.O.R. υπερπαραγωγή που αγγίζει το τέλειο. Οι ερμηνείες αβίαστες και on the spot, η παραγωγή πεντακάθαρη, οι μελωδίες απευθείας εθιστικές, η ισορροπία ανάμεσα σε hard rock και FM ήχο ιδανική. Ο δίσκος κυκλοφορεί στις 26 Ιουνίου του 1989 από την Epic Records, θυγατρική της CBS/Columbia, μ’ ένα απλό εξώφυλλο, με τη φωτογραφία των πέντε στο κέντρο ενός κεραμυδί πλαισίου. Τα πρόσωπα και μόνο έλεγαν αυτό που καταλάβαιναν όλοι : δείτε μόνο ποιοί είμαστε μαζί στη μπάντα αυτή.
Αρχές φθινοπώρου του ’89. Σε μερκούς μήνες μια ολόκληρη δεκαετία τελειώνει. Το ροκ ακροατήριο έχει πολλαπλασιαστεί με ρυθμούς επιδημίας από τότε που ο Desmond Child πλάσσαρε το αποτυχημένο “If You Were A Woman” στον Bon Jovi, γεννώντας, με τη δύναμη ενός τεράστιου εταιρικού μηχανισμού πίσω του, το απόλυτο rock/pop crossover hit. Οι επαγγελματίες συνθέτες έχουν αρχίσει να καταλαμβάνουν τον ένα προμαχώνα βετεράνων ρόκερ μετά τον άλλο. Aerosmith, Alice Cooper, Cheap Trick, Chicago, Kansas, Heart, Robin Beck, Kiss, Joan Jett. Οι Bad English, συνασπισμός βετεράνων υπό την ευλογία βοήθεια της μουσικής βιομηχανίας, δε θα μπορούσε να διαφέρει. Πράγματι, τίποτε, όπως προανήγγειλε ο Waite, «δεν έχει αφεθεί στην τύχη».
Η παραγωγή του αλμπουμ έχει ανατεθεί στον Ritchie Zito. Γεννημένος το ’52 στο Brooklyn, o Zito είχε ξεκινήσει ως session κιθαρίστας παίζοντας σε δεκάδες τραγούδια που έγιναν hit, όπως το “Call Me” των Blondie. Έκτοτε, συνεργαζόμενος με τον ιταλό ειδήμονα του κινηματογραφικού ήχου Giorgio Moroder, έπαιξε κιθάρα σε πετυχημένα soundtrack της δεκαετίας του ’80, όπως στον «Σημαδεμένο», το “Flashdance” και το “Top Gun”.  Μεταπήδησε στην παραγωγή με ποπ σχήματα, όπως η ToniBasilκαι οι Motels, ενώ έκανε για πρώτη φορά αισθητή την παρουσία του ως παραγωγός στο δίσκο “Cocker” που επανέφερε το ’86 στο προσκήνιο τον Joe Cocker και το “Lap Of Luxury” των Cheap Trick το ’88.  
Aν και το μεγαλύτερο μέρος του υλικού είναι γραμμένο από τον πυρήνα Waite/Cain/Schon, δύο δοκιμασμένοι συνθέτες, ο προερχόμενος από το χολλυγουντιανό σούπερμάρκετ των soundtrack Mark Spiro και η ήδη εξειδικευμένη στις power ballads Dianne Warren, που μέχρι τότε έχει γράψει για Kiss, Bon Jovi, Joe Cocker, Michael Bolton, Heart, Robin Beck, Starship, Bonnie Tyler, Laura Branigan, επιστρατεύονται για να γράψουν για τους Bad English το «σίγουρο» hit. 
Η ιδιοφυής 33χρονη Καλιφορνέζα, μια ασχημόπαπη Λάϊζα Μινέλλι, θα γίνει αυτή που θα το καταφέρει. Το “When I See You Smile”, πέμπτο κατά σειρά κομμάτι του αλμπουμ, θα χτυπήσει ένα προς ένα τα κρίσιμα αισθητήρια του κοινού, με πρώτα τα ακουστικά: παλλόμενα πλήκτρα, ανοιχτός, αισιόδοξος ερωτικός στίχος, μια αναγνωρίσιμη φωνή, εμβατηριακή δομή μετρονομημένη με πραγματικά τύμπανα και πιατίνια, μικρό, μελωδικό σόλο από μια γνώριμη κιθάρα. Το βίντεο – κλιπ, συμπληρώνει το στρατηγικό πλασσάρισμα, αφού ακουμπά και τα σωστά οπτικά νεύρα: ο John Waite, με την κάποτε μοντερνιζέ κόκκινη κώμη να έχει γίνει κόκκινη hair metal χαίτη, κοιτάει κατευθείαν στο φακό και σερβίρει το ακαταμάχητο χαμόγελο με το κενό ανάμεσα απ’ τα μπροστινά του δόντια, μ’ ανάλογο τρόπο και ο Neil Schon με την κίτρινη customized κιθάρα του και χωρίς κενό ανάμεσα στα δικά του δόντια, ο Ricky Philips εκθέτει μια επιτομή πόζερ χορογραφίας με το μπάσο ανά χείρας, ο Jonathan Cain συνέχει το σύνολο πίαω από την κομψή κονσόλα των πλήκτρων και ο Castronovo βαράει αλύπητα το σετ της δίμποτης TΑΜΑ, στροβιλίζοντας τις μπαγκέτες στον αέρα. Τόσο από τα live αποσπάσματα όσο και από τις πλάκες στα παρασκήνια που παρεισφρύουν κατά δευτερόλεπτα στο κλιπ, οι πέντε ψημένοι Bad English φαίνονται να περνάνε χάρμα. Αυτό μόνο χρειάζεται για να αποβεί αυτή η αύρα εθιστική: το 1989, αυτό που θέλει ο καταναλωτής μουσικής είναι «να γουστάρει», να είναι μαζί μ’ αυτούς που «περνάνε καλά».


Τον Αύγουστο του ’89 έχει κυκλοφορήσει ως πρώτο single του δίσκου το “Forget Me Not” με χλιαρά, αλλά όχι απογοητευτικά αποτελεύσματα (US#45, 26/8/89). Και τότε, λίγο πριν οι Bad English βγουν στο δρόμο για περιοδεία, η Epic ρίχνει στο τραπέζι το σίγουρο χαρτί. Στις 16 Σεπτεμβρίου το “When I See You Smile” γίνεται το δεύτερο single και μέσα σε δύο μήνες διαρκώς αυξανόμενης προβολής του από το MTV βρίσκεται στην κορυφή του Billboard (US#1, 11-18/11/89).
Μια από τις αρχετυπικές power ballads της δεκαετίας, η τελευταία από hard rock μπάντα που φτάνει στο Νο 1 των Η.Π.Α., σφραγίζει το peak της εποχής του “hair metal”. Μέσα στο 1989 πολλές μπάντες που το mainstream εντάσσει στο ιδίωμα (Poison, White Lion, Vixen, Guns N’ Roses, Winger, Cinderella, Warrant, Skid Row, Great White, Bon Jovi, Kix, Ozzy Osbourne & Lita Ford) ανεβαίνουν με φόρα στις πιο ψηλές θέσεις των τσαρτ του Billboard παίζοντας power ballads.
Συγχρόνως, μια σειρά από παλιά και καινούρια ονόματα του rock (Joan Jett, 38 Special, Jeff Healey Band) του A.O.R. (Bangles, Robin Beck, Chicago, Ann Wilson & Robin Zander, Mike & The Mechanics) ως και της pop (Richard Marx, Roxette, Cher) ακολουθούν την ίδια συνταγή με σαρωτική επιτυχία. Το “When I See You Smile” γίνεται χρυσό, πλατινένιο, ακούγεται και παίζεται παντού, γίνεται η τελευταία αυτάρεσκη σπονδή του corporate rock στα ‘80s, που τελειώνουν μέσα σε ένα τεράστιο πάρτυ που δε δίνει δεκάρα για το αύριο.
Ωστόσο, παρά την επιτυχία, η διαδικασία σύνδεσης του “When I See You Smile” με το super group των Bad English δεν υπήρξε ανέφελη, νομοτελειακή, ούτε, ασφαλώς, και χωρίς συνέπειες.
«Αυτό το τραγούδι δεν ήταν το στυλ που έπρεπε να παίξουμε σαν Bad English. To ηχογραφήσαμε σα χάρη προς τους ανθρώπους της εταιρίας, οι οποίοι μας το ζητούσαν επίμονα. Είπαμε με βαριά καρδιά, ας κάνουμε ένα demo, δεν το πιστεύουμε, θα τους αποδείξουμε ότι βγαίνει χάλια και έτσι θα μας αφήσουν στην ησυχία μας. Όμως, ο κάθε μουσικής σ’ αυτή τη μπάντα ήταν τέτοιου επιπέδου που το να παίξει κάτι που θα ακούγεται “χάλια” ήταν, απλώς, αδύνατο. Μόλις το ακούσαμε, καταλάβαμε ότι πράγματι μοιάζει επικίνδυνα με  υλικό απ’ αυτό που πάει στο Νο 1. Αναρωτιόμασταν «πώς διάολο το κάναμε αυτό, μ' 'ένα τραγούδι που ούτε καν μας αρέσει;». Οι άνθρωποι της εταιρίας μας χάριζαν πλατιά χαμόγελα, μας χτυπούσαν στην πλάτη και μας έλεγαν “τελικά, τα καταφέρατε”, κι εμείς γελάγαμε για άλλο λόγο : το είχαμε κάνει σαν αγγαρεία».
«Ασφαλώς και το απολαύσαμε όταν πήγαμε στο Νο 1 παντού.  Όμως, ήταν ο λάθος τύπος τραγουδιού για να στηρίξουν οι Bad English την καρριέρα τους».
Από το Μάρτιο έως και το τέλος του Ιουνίου του 1990 οι Bad English περιοδεύουν στις Η.Π.Α. ανοίγοντας για τους Whitesnake που μόλις έχουν κυκλοφορήσει το “Slip Of The Tongue”, το οποίο πουλάει σαν άλμπουμ λιγώτερο από τα μισά σε σχέση με το “Bad English” και φυσικά δε βλέπει κανένα single του να πλησιάζει το top-10. Εμφανίσεις κλείνονται διαρκώς και νέες, η μπάντα παίζει σε event και τηλεοπτικές εκπομπές και στο ραδιόφωνο τα singles τους βρίσκονται σε heavy rotation.
Μετά τα “Forget Me Not” και “When I See You Smile”, η μπάντα επιμένει να κυκλοφορήσει σαν τρίτο single ένα ροκ κομμάτι, που να απηχεί την πραγματική τους ταυτότητα. Έτσι, το “Best Of What I Got”, με το οποίο ανοίγουν τις συναυλίες τους – και το οποίο έχει ήδη μπει στο soundtrack της ταινίας δράσης “Tango & Cash” με Stallone και Kurt Russell - φτάνει στις 3/2/90 στο Νο 9 των Mainstream Rock Charts, χωρίς όμως να απασχολήσει το mainstream. Αντίθετα, μια ακόμη power ballad, συνεργασία αυτή τη φορά των Waite και Cain, με τον τίτλο “Price Of Love” τους οδηγεί και πάλι μια ανάσα στην κορυφή (US#5, 10/3/90).


«ToWhen See You Smile μας έκανε μέσα σε μερικούς μήνες Νο 1, όμως την ίδια στιγμή  μας έδωσε το φιλί του θανάτου. Κάνατε το Νο1 που θέλαμε, πάμε τώρα για άλλον, σκέφτηκε η εταιρία. Ήμασταν μια rock nroll μπάντα, θα τα πηγαίναμε καλά και χωρίς τη βοήθειά τους. Όμως το κοινό γρήγορα μας ταύτισε με τις ερωτικές μπαλλάντες».
Η πορεία στα charts των δύο επόμενων singles - και τα δύο με σαφή ροκ κατεύθυνση και με το άγγιγμα του Mark Spiro στη σύνθεση - πράγματι κάτι τέτοιο αποδείκνυαν. Το “Heaven Is A Four Letter Word” με το κλιπ του βουτηγμένο στη ροκ χλιδή της εξελισσόμενης περιοδείας (US#66, 28/4/90) και το με δυνατές φωτοσκιάσεις “Possession” (US#21, 18/8/90) κρατούν τη μπάντα στην επικαιρότητα.

Το καλοκαίρι του 1990, μια ακόμη μπαλλάντα, το “Deal For Life”, πιστωμένη σόλο στον John Waite, αλλά με τη μπάντα να εμφανίζεται στο κλιπ, μπαίνει στο καινούριο φιλμ του Tony Scott, την blockbuster τοπγκανιά “Days Of Thunder”, με τον Tom Cruise στο ρόλο του – ως συνήθως κωλοπετσωμένου - οδηγού αγωνιστικών αυτοκινήτων που κερδίζει, μέσα από ατυχίες, φθόνο και θανάτους συνεργατών, τον τίτλο στην πίστα της Daytona.



Η επιτυχία, ασφαλώς, δεν είναι ανέφελη. Ο Waite κλείνει με το ζόρι το μαγνητόφωνο του Andy Bradshaw όταν, κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης, ο δημοσιογράφος αναφέρει τη λέξη Journey. Ο Waite γυρίζει με το δάχτυλο την κασσέτα πίσω και απαιτεί από τον Bradshaw να «ξεκινήσει τις ερωτήσεις απ’ την αρχή». Σε μια μπάντα από καθιερωμένους μουσικούς που ο καθένας έχει βαρύ παρελθόν και έχει μάθει ν’ ακούγεται η φωνή του και να γίνεται το δικό του, τα προβλήματα δεν αργούν να φανούν.
Ο Waite αρνείται κάθετα να πει κομμάτια των Journey, όσο κι αν ο κόσμος στα live το ζητά. Οι δύο πρώην Journey, Schon και Cain, προσπαθούν να κρατήσουν τις ισορροπίες ανάμεσα σ’ αυτό που θεωρούν δικαιωματικά δική τους κληρονομιά, αυτό που θέλει ο κόσμος ν’ ακούσει και του τραγουδιστή τους, που, εν τέλει, είναι αυτός που ξεκίνησε τη νέα μπάντα, αφήνοντας κατά μέρος τη solo καρριέρα του. O δε Deen Castronovo, ως μικρώτερος, έχει αναλάβει να σπάει τον πάγο με φάρσες και αστεία, που πάντως λειτουργούν μόνο σαν παυσίπονα σ' έναν πόνο που έχει βαθύτερα αίτια.


«Ήταν πολύ ωραία για έναν ολόκληρο χρόνο», θυμάται ο John Waite. «Απλώς, όταν βρίσκεσαι σε μια ομάδα όπου ο καθένας προσπαθεί να πει το δικό του και δεν έχει μάθει ν’ ακούει τον διπλανό του, προκύπτει μια κλασσική περίπτωση “πολλοί μάγειρες στην κουζίνα, χάλια το φαγητό”. Στα μέσα του ’91 έπρεπε να ξαναμπούμε στο στούντιο για το δεύτερο άλμπουμ και τότε το πρόβλημα φάνηκε πιο έντονα, καθώς η μπάντα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα. Αυτούς που ήθελαν να κάνουμε ό,τι έπρεπε για να πετύχουμε ένα ακόμη hit, κι εκείνους που ήθελαν να προχωρήσουμε, αφήνοντας πίσω μας τις εμπορικές σκοπιμότητες. Μας δόθηκε πολύ λίγος χρόνος για να κάνουμε το δεύτερο δίσκο. Το προσπαθήσαμε, όμως δεν μπορείς μέσα σ’ ένα μήνα να γράψεις ένα δίσκο που διαδέχεται μια επιτυχία δύο εκατομμυρίων αντιτύπων. Οι άνθρωποι του μάνατζμεντ είχαν άλλη γνώμη και τελικά αυτή η επιμονή τους διέλυσε τη μπάντα».
Το δεύτερο άλμπουμ, τιτλοφορούμενο κατά τραγική ειρωνεία “Backlash” («Αντίκτυπος»), κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του ’91, όταν οι Bad English είχαν πλέον διαλυθεί και κανεί δεν ασχολήθηκε μαζί του.
Όμως τέτοιες ημεροχρονολογίες αποτελούσαν για όλους μας αδιανόητα μακρινό μέλλον εκείνο το βράδυ στo“Rich Club”, στα άνω Πατήσια. Είχαμε μπροστά μας τις γιορτές, την εξεταστική, το δεύτερο εξάμηνο - που μέσα στην Άνοιξη έκανε τα πάντα να φαίνονται πιθανά - ποιός ξέρει πόσα οργανωμένα και ανοργάνωτα ξενύχτια, συνευρέσεις, έρωτες, πάρτυ, αρμένικους καφέδες, κερασμένα σφηνάκια, εκδρομές - καταδρομές, το Μουντιάλ της Ιταλίας, anything goes, όπως έλεγε και κείνο το διονυσιακό κομμάτι των Guns N’ Roses από το “Appetite For Destruction”.
Στο μεταξύ, το μόνο που είχαμε στα χέρια μας με την ευθύνη να το διαχειριστούμε, ήταν το χαμόγελο. Το βλέπαμε στο πρόσωπο της κάθε μέρας και της κάθε νύχτας και μας έλεγε ότι τίποτε δε θα μας σταματήσει.
When I see you smile - I can face the world - You know I can do anything”.
 
Υ.Γ.: Το 1989, υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η αποθέωση του ραδιοτηλεοπτικού format της powerballad. Αυτό είναι το απόλυτο top-40, όπως ακούστηκε σε ραδιόφωνα και MTV κατά τη διάρκεια της χρονιάς:

  1. Don’t Know What You’ve Got (‘Till It’s Gone) – Cinderella (US#12, 19/11/88)
  2.  First Time – Robin Beck  UK#1, 20-27/11, 4/12/88
  3. Look Away – Chicago, (US#1, 10, 17/12/88.
  4. Suddenly – Angry Anderson (UK#3, 27/11, 4/12, 30/12/89)
  5. Every Rose Has Its Thorn – Poison (US#1, 24/12/88, 31/12/88, 7/1/89)
  6. Little Liar – Joan Jett (US#19, 21/1/89)
  7. When The Children Cry – White Lion (US#3, 4/2/89)
  8. Love Don’t Lie – House Of Lords
  9. Across The Miles – Survivor (US#74, 11/2/89)
  10. Surrender To Me – Ann Wilson & Robin Zander (US#6, 11/3/89)
  11. The Living Years – Mike & The Mechanics (US#1, 25/3/89)
  12. You’re Not Alone – Chicago (US#10, 25/3/89)
  13. Cryin’ – Vixen (US#22, 25/3/89)
  14. Nothing Is Stronger Than Love - Dare
  15. Eternal Flame – The Bangles (US#1, 8/4/89/UK#1, 15/4 – 6/5/89)
  16. Second Chance - 38 Special (US#6, 6/5/89)
  17. I’ll Be There For You – Bon Jovi (US#1, 13/5/89)
  18. After All – Cher & Peter Cetera (US#6, 13/5/89)
  19. Patience – Guns N’ Roses (US#4, 3/6/89)
  20. Close My Eyes Forever – Ozzy Osbourne & Lita Ford (US#8, 17/6/89)
  21. Into The Night – Benny Mardones (re-entry) (US#23, 24/6/89)
  22. Edie (Ciao Baby) – The Cult, 1989 (UK#32, 22/7/89/ US#93, 30/9/89)
  23. Headed For A Heartbreak – Winger (US#19, 19/8/89)
  24. Right Here Waiting – Richard Marx (US#1, 12, 19, 26/8/89)
  25. Hell Is Living Without You – Alice Cooper
  26. The End OF The Innocence – Don Henley (US#2, 2/9/89)
  27. Angel Eyes - The Jeff Healey Band (US#5, 2/9/89)
  28. Tangier – On The Line (US#67, 9/9/89)
  29. Soul Provider – Michael Bolton (US#17, 16/9/89)
  30. Heaven – Warrant (US#2, 23/9/89)
  31. 18 & Life – Skid Row (US#4, 23/9/89)
  32. Forever Free – W.A.S.P. (UK#25, 23/9/89)
  33. Listen To Your Heart – Roxette (US#1, 4/11/89)
  34. When I See You Smile – Bad English (US#1, 11, 18/11/89)
  35. Angelia – Richard Marx (US#2, 25/11/89)
  36. The Angel Song - Great White (US#30, 2/12/89)
  37. Living In Sin – Bon Jovi (US#9, 16/12/89)
  38. Don’t Close Your Eyes – Kix (US#11, 16/12/89)
  39. Just Like Jesse James – Cher (US#8, 23/12/89)
  40. Love Song – Tesla (US#10, 20/1/90)
Παναγιώτης Παπαϊωάννου.
 


// Live Favorites

// Rocktime Songs