Saxon: Crusader, Lord οf the Realm - Η Ι΄Μεταλλική Σταυροφορία
Πέμπτη

16Απρ

Φθινόπωρο 1983. Μετά από το “Power And the Glory” και μια εκτεταμένη περιοδεία στις Η.Π.Α., οι Saxon έχουν για πρώτη φορά σοβαρούς λόγους να πιστεύουν ότι η προσέγγιση της αμερικανικής αγοράς είναι μονόδρομος. Το συμβόλαιο με την Carrere Records εκπνέει και έχει έρθει η ώρα να «γίνουν οι σωστές κινήσεις».
O μάνατζέρ τους, Nigel Thomas, είναι αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα τις μεθοδεύσει. Η Carrere έχει βλάλει στην κυκλοφορία μια συλλογή από τα πρώτα τέσσερα άλμπουμ τους, με τίτλο “Strong Arm Metal”, χωρίς ενημέρωση και άδεια από τον ίδιο και της μπάντα.
Το κυριώτερο, χωρίς να δώσει ούτε μισή λίρα προκαταβολή έναντι των προσδοκωμένων πωλήσεων. Ο Thomas εξοργισμένος έρχεται σε σκληρή αντιπαράθεση με τον Freddie Cannon, τον άνθρωπο που είχε φέρει στην Carrere τους πέντε – όχι και τόσο νεαρούς – μουσικούς από το Yorkshire, το 1978. Αυτή τη φορά, το καινούριο άλμπουμ θα έχει μεν τη σφραγίδα της Carrere, όμως στην ουσία θα διανεμηθεί από την πολυεθνική ΕΜΙ, με την οποία και οι Saxon υπογράφουν συμβόλαιο για τρία άλμπουμ.
Ο Thomas δεν έχει μπορέσει να χωνέψει με τίποτε ότι οι πελάτες του, ενώ τέλη του ’81 είχαν τρία συνεχόμενα άλμπουμ στο βρετανικό top-10 και από τον τύπο προσαγορεύονταν ηγέτες του New Wave Of British Heavy Metal, μέσα στα επόμενα δύο, είδαν τους δέκα χρόνια νεώτερούς τους Def Leppard να πουλάνε εκατομμύρια στην Αμερική με το “Pyromania”. Συγχρόνως, τους Λονδρέζους Iron Maiden, εκμεταλλευόμενους, όπως εκείνος τουλάχιστον τό’ βλεπε, την εικονοπλαστική δύναμη ενός σκίτσου, να πατάνε την κορυφή των βρετανικών τσαρτς, επίτευγμα αδιανόητο για heavy metal συγκρότημα.
Η μπάντα καταλύει στο ηλιόλουστο L.A., τα συμβόλαια με την ΕΜΙ υπογράφονται και καθώς ο χειμώνας του ’83 – ένας χειμώνας που στη δυτική ακτή των Η.Π.Α. δε διαφέρει σε τίποτε από καλοκαίρι – προχωρεί, μπαίνουν στα Sound City Studios, εκεί που έχουν ηχογραφηθεί πασίγνωστα άλμπουμ των Neil Young, Spirit, Dr. John και Fleetwood Mac. Ο Thomas διαπραγματεύεται με την ΕΜΙ το όνομα του παραγωγού που θα αναλάβει να δώσει το καταλυτικό στίγμα στο νέο υλικό. Με την Carrere οι σχέσεις είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες.
Η εταιρία εξακολουθεί να δικαιούται να βάλει τυπικά τη σφραγίδα της στο ηχογράφημα βάσει συμβολαίου, όμως δεν ενδιαφέρεται να επενδύσει το παραμικρό, για κάτι που δεν θα διακινήσει αυτή. Το ποιός θα επιβαρυνθεί με την αμοιβή του παραγωγού εξελίσσεται σε κρίσιμο ζήτημα. Τελικά, ο εκλεκτός είναι ο 34χρονος Καναδός Kevin Beamish.
Έφηβος στα τέλη των ‘60s όταν και μετακόμισε στην Καλιφόρνια, ο Beamish ολοκλήρωσε το ’73 τις σπουδές του στο Berkeley - Mαθηματικά και Μουσική Θεωρία - και αμέσως μετά προτίμησε να αναζητήσει δουλειά στα στούντιο της δυτικής ακτής, ξεκινώντας μάλιστα οικειοθελώς από παιδί για όλες τις δουλειές. Έγραψε χιλιόμετρα εξασκώντας όσα είχε σπουδάσει, έγινε βοηθός ηχολήπτη, αργότερα ηχολήπτης και στη συνέχεια, αρπάζοντας το 1976 την ευκαιρία, υπέγραψε ως παραγωγός ένα Νο 1 hit, για τη Motown, με το “Love Machine” των The Miracles. Πέντε χρόνια αργότερα χτύπησε φλέβα χρυσού με το “High Fidelity” των REO Speedwagon, έναν από τους κορυφαίους σε πωλήσεις δίσκους της χρονιάς ’81 – ’82, διεθνώς. Από τη στιγμή που ο ραφιναρισμένος ήχος του είχε σημειώσει αδιαμφισβήτητη επιτυχία σε τσαρτς και ραδιόφωνο, ο Τhomas επέλεξε τον Beamish ως έναν από τους ιδανικούς για να ωθήσει του πελάτες του να  κάνουν το άλμα προς την αμερικανική αγορά.



Πράγματι, ο Beamish ακούει το ημιτελές υλικό που του παρουσιάζουν οι Saxon σε demo και θέτει συγκεκριμένες προδιαγραφές: δεν πειράζει τη βρετανικότητα του ήχου, όμως την σιδερώνει ηχητικά, ώστε τα μεσαία της να μπορούν να περάσουν εύκολα στα FM. Προσθέτει αρκετά ηχητικά εφέ, ενισχύει τα τύμπανα ψηφιακά και βάζει δεύτερα φωνητικά όπου χωρούν, φόρμουλα την οποία είχε εφαρμόσει με εντυπωσιακά αποτελέσματα ο Spencer Proffer με τους Quiet Riot μόλις την προηγούμενη χρονιά.
Αντιλαμβανόμενος ότι η σύνδεση του ήχου ενός metal σχήματος με την οπαδική του βάση δεν πρέπει να διασπαστεί εντελώς, ενθαρρύνει τη μπάντα να παίξει γρήγορα. Τα "A Little Bit Of What You Fancy", "Bad Boys Like To Rock ’n’ Roll" και "Rock City", απλοϊκά hard boogie κομμάτια υψηλών ταχυτήτων, απ’ αυτά που ο πάντα σεληνιασμένος μπασίστας Steve Dawson συνήθως εισφέρει στο υλικό τους, αυτή τη φορά ακούγονται πιο ξερά, πιο rock ’n’ roll, πιο ελαφρά σε διάθεση. Ο Beamish συστήνει να περιλάβουν ένα mid tempo track με τη λέξη “rock” στον τίτλο – κλασσικό τέχνασμα – κι έτσι προκύπτει το “Just Let Me Rock”, βασισμένο εν μέρει στο κοφτό ριφ ενός δικού τους, του “Denim & Leather”.
Συνυπογράφει και ο ίδιος ως συνθέτης τη μπαλλάντα “Do It All For You”, ώστε να υπάρχει κάτι έτοιμο για το mainstream ραδιόφωνο, ενώ, επειδή πάντα χρειάζεται για το πλατύ κοινό και κάτι αναγνωρίσιμο, φροντίζει να συμπεριληφθεί στο δίσκο η πρώτη διασκευή που θα ηχογραφήσουν οι Saxon, το “Set Me Free” των Sweet, την οποία μερικές φορές η μπάντα παίζει σε υπερηχητική ταχύτητα, για ζέσταμα.
Συγχρόνως, δίνει κατευθύνσεις πάνω σ’ ένα jam, από το οποίο προκύπει το “Sailing To America”. «Ξέρετε πόσο αρέσει στους Αμερικάνους ν’ ακούγεται το όνομα της χώρας τους σ’ ένα τραγούδι». Έτσι προκύπτει ένα απογειωτικό, πλατύ κομμάτι που σηματοδοτεί το νέο ξεκίνημα, το συνειδητό σαλπάρισμα για την Αμερική.  “Sailing To America”.
“Excitement in the air
There's a journey to prepare
They check the food and water's all on board
They're waiting for the tide
The sails are open wide
They're sailing to a better place to dwell”



Το μπάσο του Dawson ακούγεται σε διαρκή στύση, οι κιθάρες των Graham Oliver και Paul Quinn, παρ’ ότι προφανές ότι κανείς τους δεν είναι βιρτουόζος, ή μοστραδόρος σαν κάθε Carlos Cavazo ή Warren De Martini, ρέουν κι αλληλοσυμπηρώνονται με συνεχείς φράσεις.
Οι limey λαρυγγισμοί του Biff Byford πετυχαίνουν το στόχο, συνέχοντας το κάθε κομμάτι με άνεση, ενώ ο Nigel Glockler, στο δεύτερο δίσκο του με τη μπάντα, ακούγεται μοντέρνος και γεμάτος όπου χρειάζεται, με ευδιάκριτα στοιχεία από ηλεκτρονικά ντραμς να δημιουργούν ποικιλία έναντι του ακάθεκτου και μονοκόμματου Pete Gill, των πρώτων δίσκων.
Υπάρχει βέβαια κι ένα κομμάτι με τον τίτλο “Crusader”. Παίρνοντας τη σκυτάλη από το “The Eagle Has Landed”, είναι ένα επιβλητικό άρμα με στίχο για τις Σταυροφορίες. Ο Beamish έχει στα χέρια του το μεταλλικό πιστοποιητικό που χρειάζεται. Κανείς δε μπορεί να αμφιβάλει για την ταυτότητα του ήχου του δίσκου που θα φτιάξει, μ’ ένα τέτοιο κομμάτι.
Το εισαγάγει με ένα λεπτό ηχητικών εφέ : ο αχός της μάχης, σάλπιγγες απόμακρα χλιμιντρίσματα αλόγων. Το απλώνει, του δίνει βάθος, γράφει πολλές κιθάρες τις οποίες μιξάρει χαμηλά, προτάσσει τα τύμπανα του Glocker και υφαίνει τη σχεδόν folk βασική μελωδία  πάνω στις δύο κιθάρες, αναπλάθοντας μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει στη δεύτερη πλευρά του “Argus” των Wishbone Ash. Αφήνει έτσι χώρο στον Byford να γίνει τελάλης του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, καταγράφοντας μια ερμηνεία με τη δύναμη απαγγελίας από σελιδες βιβλίου ιστορίας.
Το ρεφραίν ενισχύεται με δεύτερα φωνητικά, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ολόκληρη η στρατιά των σταυροφόρων προχωρά σιδηρόφρακτη με δόρατα, ξίφη και ασπίδες ανά χείρας, κι είναι σα να εφορμά σε αργή κίνηση την ώρα που ο Quinn, ως μελετητής των απάντων του Jeff Beck, ξεκινά το κινηματογραφικής έντασης σόλο.
Υπάρχει ένα ακόμη γρήγορο κομμάτι, στο οποίο ο Beamish αφήνει ανέπαφη μια ακόμη βρετανικότητα, όπως τη βρίσκει στα demo που οι Saxon του παρουσιάζουν. Δεν μπορεί ακριβώς να την αποκωδικοποιήσει, όμως ως μουσικός παραγωγός αναγνωρίζει ότι εκεί βρίσκεται κάτι που έχει τη δυναμική να λειτουργήσει ιδανικά σε συνθήκες συναυλίας.
«Τί είναι αυτό, πώς σας ήρθε;». «Είναι κάτι που τραγουδάνε στο γήπεδο. Στο Sheffield, από κει που είμαστε και σε διάφορα άλλα μέρη, back home. Football. “Soccer”, you know?», του εξηγούν Byford και Dawson.
Τα δύο μουσικά μέτρα από την ιαχή κερκίδας ποδοσφαιρικού γηπέδου θα παραμείνουν αυθαίρετα φυτεμένα στη μέση και στο τέλος του “Run For Your Lives”, επαναλαμβανόμενα ως το fade-out, δίνοντάς του έναν εντελώς άλλον αέρα.
Με κύριο γνώρισμα την ελαφρών βαρών, πριμαριστή, παραγωγή, το “Crusader” κυκλοφορεί στις 16 Απριλίου του 1984 σε παγκόσμια διανομή.

Στη Βρετανία είχε προηγηθεί κατά δύο μήνες (UK#18, 11/2/84), με μόνο αποτέλεσμα το να πιστοποιηθεί η αποστροφή παλιών τους οπαδών προς την αμερικανόστροφη κατεύθυνσή τους, με το single “Sailing To America” να συναντά παγερή αδιαφορία (UK#81, 9/2/84). Ως συνήθως συμπλεγματικός απέναντι στα συγκροτήματα που διαμορφώνουν τον ήχο τους πάνω σε «αμερικάνικα πρότυπα» -μέχρι, τουλάχιστον, να φέρουν από την RIAA τον πρώτο πλατινένιο δίσκο- ο βρετανικός τύπος παρουσιάζεται από αμείλικτος ως και ξεδιάντροπα φαιός απέναντι στο “Crusader”. Είναι μάταιο «να ανακαλύπτεις ότι είσαι ξανθός στα 33», γράφουν για το ότι ο Biff Byford άνοιξε απόχρωση στη λεοντή του. «Οι Saxon επιχειρούν να πουλήσουν Coca Cola στους Αμερικάνους».
Η πολεμική αυτή κατά του “Crusader” έφτανε ως απόηχος στην παραζαλισμένη από την ευδαιμονία της πρώτης τετραετίας της ΠΑΣΟΚικής «Αλλαγής» Ελλάδα. Στην Ελλάδα του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς και Αθλητισμού του Λαλιώτη που είχε γεμίσει τα χωριά μπασκέτες και του «Αττικάρχη» Αρκουδέα, που, με τις επιχειρήσεις «Αρετή» είχε φουλάρει τα Εξάρχεια με Μ.Α.Τ..
Στην Ελλάδα των Μουσικών Ταξιαρχιών, της Δήμητρας Γαλάνη, και του πρώτου νταμπλ των βαζελοφρόνων μετά το '77, που είχαν στον πάγκο τους τον «σαγώνια» Γιάτσεκ Γκμοχ. Σ' αυτήν την Ελλάδα, των πολυάριθμων μουσικών περιοδικών που με πρώτο το «ΠΟΠ & ΡΟΚ» χλεύαζαν το μέταλ ως εμπορικό τρυκ «για τα πιτσιρίκια», όπου ο χεβυμεταλλάς ήταν ταυτισμένος στα μάτια της καθωσπρέπει καταναλωτικής πλειοψηφίας με τις καρικατούρες της ταινίας «Χούλιγκανς (Κάτω τα χέρια από τα νιάτα)» των Καραγιάννη - Καρατζόπουλου, οι Saxon ήδη αποτελούσαν ένα σκληροπυρηνικό οικόσημο μεταλλοσύνης, από τα λίγα κοινά που μοιράζονταν, μεταξύ άλλων, οι ποδοσφαιρικές θύρες που τότε άρχισαν να γίνονται γνωστές με τα νούμερα 21 και 7.
Τους οπαδούς της πρώτης βολεύει και ο συνειρμός με τον αετό τον σκαρφαλωμένο πάνω στη ρόδα, που υπάρχει στο εξώφυλλο του “Wheels Of Steel” («ένα δεύτερο κεφάλι κι είναι το σήμα μας»). Εκείνοι της δεύτερης, οργανωμένοι σε πυρήνες έναν χρόνο περίπου μετά την αποφράδα 8η Φεβρουαρίου του ’81, έχουν ανάμεσά τους στοιχεία μεταλλικού περιθωρίου που βρίσκουν εύκολα σημεία ταύτισης με ηρωϊκές αναπαραστάσεις ισχύος  και «ενότητας υπό σημαίαν», ιδίως όταν αυτή είναι κόκκινη.
Γιατί αυτό απεικονίζει ο πίνακας του 35χρονου βρετανού ζωγράφου της λογοτεχνίας του φανταστικού Paul Raymond Gregory, ο οποίος τον έφτιαξε ειδικά για το δίσκο.  Ο έφιππος Σταυροφόρος κραδαίνει περήφανος το κόκκινο λάβαρο με τους κατασφαγμένους Σαρακηνούς να κείτονται στα πόδια του αλόγου του, ενώ η στρατιά πίσω και γύρω του στέκει ετοιμοπόλεμη, απειλητική, μα προπάντων, ήδη νικήτρια.
Η κοινοκτημοσύνη των metal αναπαραστάσεων μεταξύ των παρ' ημίν χουλιγκάνων επισφραγίζεται, εξάλλου, από την αυτιστιγμεί αναγνωρίσιμη ιαχή των βρετανικών γηπέδων του “Run For Your Lives”. Ο ποδοσφαιρκός εαυτός των Saxon κλείδωσε για πάντα τη σχέση μεταξύ εξέδρας και αρένας, σε σημείο που επί δεκαετίες μετά να συζητιέται στη χώρα μας μήπως το τραγούδι εκείνο γέννησε την ιαχή εξαρχής.


Οι Saxon βγαίνουν σε περιοδεία από το Φεβρουάριο του ’84. Ζεσταίνονται με 19 εμφανίσεις στη Βρετανία με support τα μικρά σχήματα των Verity, Axe και Terraplane και μετά ξεκινούν την απόβαση στη Νέα Γη. 37 εμφανίσεις στις Η.Π.Α. με support Accept και Heavy Pettin’ τον Απρίλιο και με Motley Crue – εναλλάσσοντας τη θέση του headliner - τον Μάϊο. Όμως, ένα εξωμουσικό στοιχείο θα παίξει καταλυτικό ρόλο για τη συνέχεια.
Η EMI εντάσσει τους Saxon στο ρόστερ της θυγατρικής της, Parlophone, μιας υποετικέττας πιο «καλλιτεχνικής», με λιγώτερη πίεση για εμπορική επιτυχία, αλλά και φανρά χαμηλώτερη υποστήριξη. Φήμες ότι το μάνατζμεντ των Iron Maiden είναι αυτό που έχει αφανώς επιβάλει την επιλογή, ώστε να διατηρήσει αποκλειστικότητα στα οικονομικά οφέλη και τα budget προώθησης της EMI, δεν επιβεβαιώνονται. Όμως από το καλοκαίρι του ’84 και μετά, το βέβαιο είναι ότι το πρόγραμμα των περιοδειών στο οποίο συμμετέχουν οι Saxon διαφοροποιείται.
«Περάσαμε περίπου έναν χρόνο στο δρόμο. Όμως, για κάποιο λόγο, αντί να παίζουμε μαζί με τους Scorpions ή τους Maiden, μας έβαζαν μαζί με ονόματα όπως οι Cheap Trick, οι Triumph και ο Aldo Nova. Οι συναυλίες πήγαιναν καλά, όμως το κοινό δεν ήταν ένα μέταλ κοινό, ούτε καν ένα ροκ κοινό. Όπως συχνά συμβαίνει στην Αμερική, ήταν ένα ανάμικτο, αδιάφορο κοινό. Χάσαμε το πλοίο και ορισμένοι άλλοι ωφελήθηκαν από πολλές πλευρές, κυρίως από την απουσία ανταγωνισμού».



Το δεύτερο μισό του 1984 πάντως, ο Σταυροφόρος, ταυτισμένος με το ομώνυμο τρακ, στεκόταν παραπάνω από επαρκές ως φαντασιακό θεμέλιο της ατομικότητας κάθε μεταλλά, από το Πέραμα ως το Αιγάλεω και «τα» Φιλαδέλφεια. Το ομώνυμο επικό τρακ, με το μοτίβο "Fight the good fight, believe what is right", τα σκαστά τομ του Glockler και τις λαξεμένες με delay φράσεις των Oliver και Quinn γίνεται αμέσως κλασσικό. Γιατί και μόνον αυτό, φτάνει για να δικαιώσει την ύπαρξη του δίσκου, σε τέτοιο βαθμό, ώστε δίπλα του τα υπόλοιπα κομμάτια δείχνουν λίγα, επιτηδευμένα, εξανεμίζονται. 
«Είναι ένα τραγούδι γραμμένο από τη σκοπιά ενός τρίτου προσώπου. Ενός παιδιού, που παρακολουθεί τους ιππότες να αναχωρούν για τον πόλεμο και επιθυμεί να τους ακολουθήσει, γιατί ανάμεσά του είναι ο πατέρας του, ο αδελφός του, οι συγγενείς του, που πηγαίνουν να πολεμήσουν για κάτι που τους ενώνει, για κάτι που παρ’ ότι μικρό σε ηλικία, νιώθει ότι αφορά και κείνο. Η ιστορία της Αγγλίας είναι γεμάτη πολέμους και επιδρομές. Περιστρέφεται γύρω από μάχες και υποθέτω, σαν παιδί, όταν διαβάζεις για τον πόλεμο και τις Σταυροφορίες, τους Βίκινγκς, τους Νορμανδούς και τους Σαρακηνούς, όλα αυτά φαίνονται ωραίοι, προσκοπικοί μύθοι. Στην πραγματικότητα όμως ήταν κτηνωδίες και αιματοχυσίες με εκατομμύρια ανθρώπινα θύματα. Απλώς όταν είσαι δέκα χρονών και σου μαθαίνουν την ιστορία με συγκεκριμένο τρόπο και παρακολουθείς τις ταινίες με τα θέματα αυτά, οι καταστάσεις αυτές μπαίνουν στο μυαλό σου ως ηρωϊκές και έτσι σε συνοδεύουν, καθώς μεγαλώνεις».
Ο Γιάννης Κουτουβός επιχείρησε μια κριτική παρουσίαση του δίσκου στο 1ο και ιστορικό τεύχος του περιοδικού "Heavy Metal", το Δεκέμβριο του '84. «Αρκετά δυνατό ήχο, ασταμάτητο ρυθμό και μελωδικά ξεσπάσματα περιέχει ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος των SAXON. Οι στίχοι φανερώνουν τη νοσταλγία φυγής προς το γλυκό «άγνωστο», του κάθε τυχοδιώκτη. Όλα αυτά και το πολύ καλό δέσιμο των SAXON ικανοποιεί κάθε απαιτητικό αυτί του heavy metal. (…) Αφήνει σημάδια υποσχέσεων καλών, για το μέλλον».
Ο άνθρωπος που μόλις ξεκινούσε τη δική του σταυροφορία, της καθιέρωσης ενός heavy metal περιοδικού στην Ελλάδα, στάθηκε προσεκτικός και γαλαντόμος απέναντι στην εμπορική στροφή των Saxon, επειδή όχι μόνον προσδοκούσε, αλλά και προαισθανόταν: το κύμα του μέταλ, ερχόμενο οικουμενικά από τα γεωγραφικά κατατόπια των μουσικά ανεπιθύμητων, τα επόμενα χρόνια θα σάρωνε τα πάντα, καρφώνοντας το λάβαρο στη γη των μουσικά ισχυρών. Όπως ο Σταυροφόρος σε κείνο το εξώφυλλο.


Υ.Γ. Ι: Σε απόπειρα αποκατάστασης της αλήθειας και της όποιας αξίας του δίσκου των Saxon, ας σημειωθεί ότι τα (22 στούντιο και 12 live) άλμπουμ των Saxon έχουν καταγράψει συνολικά περίπου 13 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Τα 2 απ’ αυτά τα 13 είναι του “Crusader”. Όχι κι άσχημη επίδοση για έναν δίσκο που οι διεθνείς και εγχώριοι μεταλλοπατέρες έθαβαν συστηματικά, τόσο την εποχή που κυκλοφόρησε, όσο και επί πολλά συναπτά έτη αργότερα. Τρία από τα αντίτυπα αυτά βρίσκονται στην κατοχή μου. Κασσέτα της EMI -με κείνη την αχώνευτη λευκή λωρίδα πάνω και κάτω από τη μικρογραφία του εξωφύλλου-  βινύλιο πρώτης εκτύπωσης της Carrere/EMI και remastered CD της Axe Killer (2002).

Y.Γ.ΙΙ: Το “Crusader” είναι το τέταρτο πιο πολυπαιγμένο κομμάτι στη συναυλιακή ιστορία των Saxon. Στην ουσία, δε βγήκε ποτέ από το σετ λιστ των ζωντανών τους εμφανίσεων. Ακόμη θυμάμαι ολόκληρη την τριχοφυία μου να επαναστατεί εκείνο το βράδυ στη Ριζούπολη. Και στο «ΡΟΔΟΝ». Και στο Λιμάνι του Πειραιά. Και στο “Fuzz”. Και στη Μαλακάσσα.

Y.Γ. ΙΙΙ: H γηπεδική ωδή που διέσωσε στην αιωνιότητα το “Run For Your Lives” σε μας θα εξακολουθήσει να θυμίζει τα Σάββατα το απόγευμα, «Αγγλικό Ποδόσφαιρο» στην ΕΡΤ-2 με το Γιάννη Αργυρίου, τα καλοκαίρια με Μουντιάλ και Κύπελλο Εθνών, όπως και καθένα από τα γκολ των Ρομπέρτο Καμπάνιας, Μπράϊαν Ρόμπσον, Μάριους Λάκατους, Ολέγκ Προτάσοφ και Κλαούντιο Κανίγια. Γι’ αυτό, να είστε επιεικείς μαζί μας, μειράκια.
  
 Παναγιώτης Παπαϊωάννου