Roger Waters: Τα συν και τα πλην του ωτο-στοπ (εν συζυγίᾳ)
Δευτέρα

4Μάι

Ιούλιος 1978. Τα δύο μακροσκελή demo, σκαριφήματα ηχογραφημένα σποραδικά, κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το “Animals”, πέφτουν στο τραπέζι σε μια χρονική στιγμή απόγνωσης.
Οι Pink Floyd, έχοντας ανακαλύψει ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι που διαχειρίζονταν επενδυτικά τα έσοδα του γκρουπ, τους έχουν φέρει σε σημείο βέβαιας χρεοκοπίας, ψάχνουν αγωνιωδώς ένα δισκογραφικό εγχείρημα, μήπως και ρεφάρουν απέναντι στους πολυάριθμους πιστωτές τους.
Χάρις στον συνθετικό οίστρο του 35χρονου Roger Waters, που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει πάνω του το την μουσική και στιχουργική τους κατεύθυνση, έχουν να διαλέξουν. Ο Waters παρουσιάζει τα δύο demo στους Gilmour, Wright και Mason, λέγοντας ότι σκέφτεται να αξιοποιήσει το ένα για προσωπικό του δίσκο. Το άλλο, όποιο από τα δύο και να διαλέξουν, θα το επεξεργαστούν «μαζί», για να γίνει ο καινούριος τους δίσκους, αυτός που χρειάζονται οπωσδήποτε  σωθούν από τις υπέρογκες οφειλές σε εταιρία, διανομείς, τουρ μάνατζερ. Και τα δύο project μοιράζονταν μουσικά θέματα και ύφος, κάποιες φορές η στιχουργική πλοκή ξεκινά από το ένα και βρίσκεται στο άλλο. Mε βαριά καρδιά για το βαρύ και δυσνόητο περιεχόμενο και των δύο, οι τρεις Floyd επιλέγουν να επεξεργαστούν μαζί με τον Waters αυτό με τον προσωρινό τίτλο “Bricks In The Wall”. Το άλλο, θα μείνει στο συρτάρι του Waters για έξι περίπου χρόνια.

Κατά τη διάρκεια των οποίων, ολόκληρο το μουσικό οικοσύστημα γύρω από τον οργανισμό Pink Floyd είχε μεταλλαχθεί.
Φεβρουάριος 1983. Μετά την τεράστια καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία του “The Wall”, τις κοστοβόρες συναυλίες για την παρουσίασή του και την εργώδη ολοκλήρωση της ταινίας του Alan Parker πάνω στο δίσκο, που έκανε πρεμιέρα τον Ιούλιο του ’82, ο Roger Waters έχει τη βεβαιότητα ότι οι Pink Floyd δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς αυτόν. Με στυγνό, διαδικαστικό εκβιασμό έχει ήδη πετάξει έξω από το κάδρο τους Richard Wright και Nick Mason και τώρα επιμελείται τις τελευταίες λεπτομέρειες για το “The Final Cut”, τον τελευταίο δίσκο που σκοπεύει να κυκλοφορήσει υπό το όνομα Pink Floyd, το τελευταίο για το οποίο θα χρειαστεί τις υπηρεσίες του David Gilmour. Το μυαλό του βρίσκεται ήδη στην επεξεργασία εκείνου του project που παρέμενε στο συρτάρι. Αυτό προορίζει να για πρώτο προσωπικό του άλμπουμ.

Από τα Olympic Studios και το Billiard Room Studio του Λονδίνου θα περάσει μια σειρά από κορυφαίους μουσικούς. Μετά από μια βραδιά πιώματος, πείθει τον Eric Clapton να πάρει τη θέση του του David Gilmour και να γράψει εκείνος όλες τις κιθάρες. David Sanborn στο σαξόφωνο, Andy Bown των Status Quo στα πλήκτρα, Andy Newmark, ο ντράμερ της Carly Simon και του Ron Wood στα τύμπανα, είναι μόνον μερικοί απ’ αυτούς. οι Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ’83 και αφού έχει σχολαστικά αναπτύξει και ηχογραφήσει την αρχική του ιδέα, το άλμπουμ '"The Pros And Cons Of Hitch-Hiking" είναι έτοιμο.
Ο Gerald Scarfe, ο άνθρωπος που οπτικοποίησε τους εφιάλτες του ‘The Wall’ με ανεξίτηλο για εκατομμύρια ζευγάρια μάτια τρόπο, επιμελείται το artwork. Με την κόκκινη, γεμάτη τόξα και οξείες γωνίες γραμματοσειρά που υιοθετεί, παραπέμπει ευθέως στο “The Wall”, ενώ βασίζει το εξώφυλλο πάνω σ’ ένα κολλάζ: Η γυμνή οπίσθια όψη της 25χρονης σταρ του σοφτκορ πορνό Linzi Drew, με την πλάτη της να καλύπτεται από ένα κόκκινο σακ βουαγιάζ και τα μακριά της πόδια να στέκονται μέσα σε ασορτί ψηλοτάκουνες γόβες, , σ’ έναν έρημο μωβ ορίζοντα, στον οποίο χάνεται μια λεωφόρος ψυχρού γαλάζιου, να σηματοδοτεί με τον αριστερό της αντίχειρα, ότι είναι διαθέσιμη προς κάθε μεταφορικό μέσο.



Στις 30 Απριλίου του ’84 ο δίσκος κυκλοφορεί στην Αμερική, τις δύο επόμενες εβδομάδες και στον υπόλοιπο κόσμο. Τα 42 λεπτά της διάρκειάς του ξεδιπλώνουν την ιστορία που είχε συλλάβει ο Waters από το 1977. Εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο, νωρίς το πρωί, κατά το χρονικό διάστημα από ώρα 04:30 ως και 05:12, όπου ο πρωταγωνιστής, ένας χωρίς όνομα άντρας, που μιλά με τους στίχους και τη φωνή του Waters, ονειρεύεται, ταλαντευόμενος μεταξύ ύπνου και αφύπνισης, Οι σεκάνς του σπονδυλωτού αυτού ονείρου είναι το καθένα από τα 12 κομμάτια, γι’ αυτό και τίτλοι τους η ψηφιακή ένδειξη των λεπτών της ώρας που καταλαμβάνουν στο ρολόϊ δίπλα από το κρεββάτι, με τον πραγματικό θεματικό μέσα σε παρένθεση.
Ο χωρίς όνομα άντρας πρωταγωνιστής που έχει ξεκινήσει ένα road trip προς άγνωστη κατεύθυνση, δέχεται να επιβιβάσει στο αυτοκίνητο, ένα ζευγάρι που κάνει ωτο-στοπ. Μια ματιά από τον καθρέφτη είναι αρκετή για να τον κεντρίσει η νεαρή γυναίκα [“4:30 A.M. (Apparently They Were Travelling Abroad)”]. Το πρόσωπο της άγνωστης hitch-hiker τον συναρπάζει. «Πρόσωπο Φασμπιντερικό, με κείνο το χαμόγελο που μόνο παιδί βαριεστημένο θα είχε, προσπαθώντας νύχτα να διασχίσει νεκροταφείο». Λεπτό το λεπτό γίνεται σίγουρος κι αυτός ότι και η νεαρή δεν είναι αδιάφορη για κείνον. «Εντυπωσιάστηκε – τό’βλεπες ότι της αρέσει, καθώς άρχισε να γλυκαίνει – αλλά μεταξύ μας, ο λόγος είναι ότι παρατήρησε το πράσινό μου Λαμποργκίνι» [“4:33 A.M. (Running Shoes)”].

Το όνειρο του άντρα συνεχίζεται – μετά από μια εφιαλτική παρένθεση, όπου οπλισμένοι άραβες καραδοκούν στην άκρη του κρεβατιού του - με τον ίδιο και το θηλυκό αντικείμενο του πόθου του στην εξοχή, κάτω από παράδοξα γαλανούς, ανέφελους ουρανούς. Εκλιπαρεί λίγη ηρεμία, μακριά απ’ όλα, από φιλόξενους ξενοδόχους, σερβιτόρες που κινούνται με καύσιμο την αδράνεια της καθημερινότητας, εκφωνητές ειδήσεων, φωνές από το υποσυνείδητο, πάντως μακριά και ήσυχος από την πραγματικότητα. Θέλει απλώς να δει «τον ήλιο να δύει, πίσω από τα χαλυβουργεία Krupps» στα προάστεια μιας «γερμανικής πόλης» [“4:37 A.M. (Arabs With Knives and West German Skies)”]. Εκεί, για πρώτη φορά μέσα στη μέρα, θα την κάνει δική του. Και καθώς θα κρατά το γυμνό της κορμί δίπλα στο δικό του, σε κείνο το δωμάτιο ξενοδοχείου με θέα το Ρήνο, θα εκλιπαρήσει η στιγμή αυτή, αν γίνεται, να μην τελειώσει ποτέ [“4:39 A.M. (For the First Time Today, Part 2)”].

«Έϊ, κορίτσι, βγάλε το στιλέττο να τραβήξουμε μια στη σεξουαλική επανάσταση – Όλα ελεύθερα για όλους να’ ναι το σύνθημά μας και φτιάχνουμε την καινούρια μας διακήρυξη αύριο», της λέει ο άντρας, καθώς για πρώτη φορά το αγωνιώδες blues του “4:41 A.M. (Sexual Revolution)”, με τις παύσεις, την με κόπο συγκρατούμενη απόγνωση στην ερμηνεία του Waters, την εσωστρεφή κιθάρα κι ένα δραπέτη σαξόφωνο, διεισδύει για πρώτη φορά τόσο επιδραστικά στο μυαλό του ακροατή. «Έϊ, κορίτσι, πάντα προτιμούσα τα χείλη σου κόκκινα – Όχι όπως τά’ πλασε ο Κύριος, αλλά όπως είχε σκοπό να τα πλάσει», «Κορίτσι, μη με κατακρίνεις, ποντίκι σε λαβύρινθο είμαι κι εγώ - όπως και σύ – απ’ αυτόν ελεύθεροι βγαίνουν μόνον οι νεκροί». «Κράτα μου το χέρι, καθώς στο λαβύρινθο προχωράμε σκοντάφοντας και να θυμάσαι : τίποτε δε φυτρώνει χωρίς βροχή». Καθώς ο άντρας τινάζεται κάθιδρος από τον ύπνο, πάει η όμορφη, ανέμελη αλλοδαπή hitch-hiker. Η θηλυκή μορφή δίπλα του γίνεται η σύζυγός του, που τον καθησυχάζει: «Εβλεπες εφιάλτη και δεν έχει ακόμη τελειώσει». Και τον βάζει για ύπνο ξανά, «ανάμεσα από δυό φέτες ψωμί».


 
O άντρας απέχει ελάχιστα από το να ξυπνήσει σε μια πραγματικότητα που ασφυκτιά από γαμήλια στοργή. «Και κείνη μου χαμογέλασε καθώς έτρωγε την τελευταία μπουκιά του σάντουϊτς - Και με μια ματιά ψυχρή μ’ έκοψε μέχρι βαθιά, σ’ όλο το παρελθόν μου, καθώς καθάριζε απ’ το κρεββάτι τα υπολείμματα του έρωτά μας. Κι όταν δίπλωσε τα σεντόνια και είπε όλες τις προσευχές, γύρισε σε μένα : “Έλα κοντά μου, χαζό παιδί, πριν μου πεθάνεις από το κρύο – στ’ αστεία τα έλεγα όλα”». «Γιατί δεν πάμε να ζήσουμε κάπου στην εξοχή;». «Στο Wyoming, ας πούμε». Ο άντρας, έχει ξανά εθελουσίως κλειδωθεί στην αγκαλιά μιας ύπουλης, κυκλωτικής ασφάλειας, πιο επικίνδυνης από αυτήν της σαρκοβόρου μητέρας του “The Wall”, μόνο που αυτή τη φορά αυτή ανήκει στη γυναίκα του. «Παιδιά…», λέει ο άντρας γυρίζοντας ελαφρά προς το πίσω κάθισμα, «Ελάτε να μετρήσουμε πόσα Volvo θα μας προσπεράσουν όσο οδηγούμε προς τον προορισμό μας». Το νυσταλέο, σχεδόν ανόρεχτο slide του Clapton βυθίζει το μυαλό στην οικογενειακή νηνεμία “4:47 A.M. (The Remains Of Our Love)”.

Η Judith, η πρώτη του αγάπη, σύντροφος του Waters απ’ τα σχολικά χρόνια, το πρώτο άτομο στο οποίο έβαλε ν’ ακούσει άκουσε το “Dark Side Of The Moon”, αυτή που άντεξε τη ζωή του μουσικού με τις απιστίες και τις επιστροφές του, τουλάχιστον ως εκείνο το καλοκαίρι του ’74 στη Ρόδο, είναι μέσα στο όνειρο. Σχεδόν σε ίσες, αλληλεπιδραστικές ποσότητες με την γαλαζοαίματη και πλούσια Carolyne με την οποία – αυτός, ο σκληροπυρηνικός κομμουνιστής– όχι μόνο παντρεύτηκε, αλλά απέκτησε και δύο παιδιά. Οι ερινύες που κατατρώνε το σκαρί του Waters σε κάθε βήμα της ζωής, δείχνουν ότι επιβίωσαν από την επώδυνη αυτοκάθαρση από τη διασημότητα που επιχείρησε στο “The Wall” και συνεχίζουν, ακόμη και σε συνθήκες ευπορίας και ευτυχίας, το διαβρωτικό τους έργο.
Στο ξεκίνημα της δεύτερης πλευράς, το όνειρο έχει ήδη αρχίσει να μοιάζει με κινούμενη άμμο, με μόνη δικλείδα το ότι επειδή πρόκειται για όνειρο, πάντα μπορεί, σωτήρια, να διακοπεί. Στο “4:50 A.M. (Go Fishing)”, μια πνιγηρή επανάληψη του “Fletcher Memorial Home”, ο άντρας, στην αγροικία όπου υποτίθεται σαν οικογένεια θα άρχιζε με τη σύζυγο και τα παιδιά τους τη νέα τους ζωή, βυθίζεται μέρα με τη μέρα σε μια τρομακτική αίσθηση κενότητας («Στην πόλη κατέβαινα αραιά – για να στοκάρω αντιβιοτικά και φυσίγγια για την καραμπίνα πού’ χω πάντα πρόχειρη – έλεγα στα παιδιά παραμύθια – όσο εσύ έφτιαχνες τον κήπο – και ο ήλιος έγερνε κάθε μέρα όλο και πιο νωρίς»), όπως περιγράφει πιο ζωηρά κι απ’ το στίχο ένα σόλο σαξόφωνο γεμάτο πόνο. Ώσπου, χειμώνας και κρύο να αποκαλύψουν ότι η διαφυγή στην εξοχή ήταν στην πραγματικότητα ένα ακόμη αδιέξοδο. Ιδίως αφ’ ότου «Ένα σαββατοκύριακο, κάποιος φίλος από τ’ ανατολικά – να σαπίσει η ψυχή του – σού’ κλεψε την καρδιά κι είπα “δε γαμιέται – πάρε τα παιδιά και γύρνα στην πόλη – Όσο για μας τους δύο, μπορεί, κάποια στιγμή να τα πούμε».

Έτσι, μεταξύ τεσσάρων και δύο λεπτών πριν τις πέντε το πρωί, έρχεται η συνειδητοποίηση: «Για πρώτη φορά σήμερα νιώθω πως μεταξύ μας όλα τέλειωσαν. Ήσουν η καθημερινή μου δικαιολογία για να το παίζω κωφάλαλος στα πάντα». Και ο άντρας βρίσκεται μόνος, στην ερημιά, αυτή τη φορά εκείνος ένας hitch-hiker, ν’ αναζητεί μεταφορικό μέσο προς την επόμενη άδηλη στάση [“4:56 A.M. (For The First Time Today, Part 1)”].
Ο νταλικιέρης που τον περιμαζεύει μονολογεί. «Γυναίκες, μικρέ, έτσι πάει το πράμα. Περιμένει τον Mr. Right να φανεί – και μ’ απαλές κινήσεις να της κάνει αφαίρεση καρδιάς – με τις υποσχέσεις του για επαφή αληθινή – μου φαίνεται είδα κάτι γι’ αυτό στην tv». Ο θυμός του άντρα για την προδοσία της γυναίκας του ξεχειλίζει. Αδιάφορο ότι εκείνος είναι που πρώτος μέσα στο όνειρο την έχει προδώσει. Όνειρό του είναι και μπορεί να βλέπει τα πράγματα με την ασφάλεια της μονομέρειας [“4:58 A.M. (Dunroamin, Duncarin, Dunlivin)”].

Το τοπίο ανοίγει. Ο άντρας, ελεύθερος από τι συμβάσεις που του υπαγορεύουν το κάδρο της ζωής, αφήνεται στην τυχαιότητα του ωτοστόπ. Μηχανόβιοι με ατσάλινες χειραψίες (και τη φωνή του Pallance) και πλούσιες κυρίες με την ανάσα τους να’ χει γεύση από βότκα και καπνό – περιφέρεται στα αχανή, συλλέκτης στιγμών μέσα στο όνειρό του. Μόνο η σκιά της Γιόκο Όνο εμφανίζεται κάπου – κάπου και τον πατροτρύνει να πηδήξει στην άγρια θάλασσα. «Γιατί να το ταλαιπωρούμε; Όλοι οι άντρες πρέπει να πεθάνετε».
«Μπα, δεν πηδάω. Παραείμαι φοβισμένος κι όμορφος για κάτι τέτοιο».
Έχει και το ωτο-στοπ τις καλές και τις κακές του [“5:01 A.M. (The Pros And Cons Of Hitch Hiking)”].



Η γυνακεία φωνή που τον ξυπνά, προσφέροντάς του το πρώτο φλυτζάνι καφέ της ημέρας, δεν έχει σημασία αν είναι της σερβιτόρας σε μια ακόμη στάση στη λεωφόρο, εκεί που οι νταλικιέρηδες αράζουν να ξαποστάσουν, ή η γυναίκα του. Ο άντρας, αυτή τη φορά με τα λόγια του Waters, σα σε αργή κίνηση, ξεκινά μια πανοπτική beat περιδίνηση. «Σε αναπηρικά αμαξίδια δίπλα από μνημεία, σε υπόγειες διαβάσεις προς το τραίνο, μέσα σε λιμουζίνες Κάντιλακ, σ’ εργαστήρια ζωγραφικής και δημόσια νεκροτομεία, στη συντροφιά των ξοδεμένων και σ’ εκθέσεις βραβευμένων φωτογράφων, σε ράμπες που αδειάζουν κόσμο, πασχαλινά πανηγύρια και παραθαλάσσια θέρετρα», με ανακούφιση, βλέπει καθαρά. Και αναγνωρίζει τον εαυτό του σε κάθε ξένου τη ματιά [“5:06 A.M. (Every Strangers Eyes)”].

Κι έτσι, τώρα, τόσο όμορφα κι απλά, ξαπλωμένος στο σκοτάδι στο πραγματικό του, το συζυγικό κρεβάτι, μαζί με τη γυναίκα του, δε θέλει, λέει, ν’ αφήσει τα δάκρυα να σβήσουν τη σπίθα του έρωτά του για κείνη. Απλώνει το χέρι του και χαϊδεύει τα μαλλιά της. Νιώθει τυχερός που είναι δίπλα του, καθώς «Ούτε λεπτό δεν αντέχει ξανά μόνος» [“5:11 A.M. (The Moment Of Clarity)”].

Ο γάμος ως πλέγμα από δεσμά, ως ρόλος υποχρεωτικός. Η πατρότητα. Η ονειροπόληση του ενδεχομένου. Οι φοβίες για το χρόνο ζωής που διαρρέει. Η δύναμη και η επαγγελία της ερωτικής φαντασίωσης. Ένας θυμός στα όρια ξώφαλτσου σωβινισμού για τη γυναίκα – η οποία αποτελεί συγχρόως ευλογία, ονείρωξη, απειλή εκτροχιασμού, τρωκτικό δημιουργικότητας – λέγε με Γιόκο - και, όπως η χρονική ακολουθία της πλοκής του δίσκου το θέτει ξεκάθαρα, η μόνη, αναπόφευκτη σωτηρία. Απαιτητικό ως ψυχαναγκαστικό, υπνωτιστικό, με διάχυτο αυτόν τον –κάτι φορές ασήκωτο- Waterιανό σαρκασμό, που εξορύσσει, πριν το καταλάβει κανείς, ευαισθησία από κει που δεν το περιμένεις, το άλμπουμ ακούγεται σα μελοποιημένο ποίημα και διαβάζεται σαν βιβλίο. Η National Philharmonic Orchestra του Λονδίνου υπό την ενορχήσρωση - και τα πλήκτρα - του μεγάλου Michael Kamen, τα σαξόφωνα του David Sanborn και η πανταχού παρούσα κιθάρα του Eric Clapton, σχολιαστική όσο ελάχιστες φορές, ζωγραφίζουν στον άπλετο χώρο των συνθέσεων την θεμελιώδη αμφιθυμία του Waters. Ένας δίσκος κτισμένος πάνω στο ανδρικό υποσυνείδητο και την κινητήριο δύναμή του, την οποία εστιάζει στη ροπή για σεξ και σε όλα αντισταθμιστικά της ομαλότητας που την περιστέλλουν και την κανονικοποιούν.

Ο Waters δε σκοπεύει σε κανένα σημείο να αφήσει τον ακροατή να απολαύσει το όνειρο, το οποίο, όπως κάθε έργο του μετά το “Dark Side Of The Mοοn” και μετά, έχει πιο ευδιάκριτη δόση εφιάλτη. Στριμωγμένος από ενοχές, με την επιθυμία και τα πρέπει να αλληλοαπειλούνται σε κάθε στιχουργική στροφή, έχει γράψει ένα από τα πιο πυκνά μουσικά δοκίμια για τις σχάσεις της μέση ηλικία, απέναντι στην οποία ακόμη κι ένας ροκ σταρ γεννημένος το 1943 νιώθει ευάλωτος. Η φωνή του, με περισσότερο πόνο απ’ όσο ποτέ, ηχεί σαν ό,τι πιο αντιεμπορικό στο 1984 του “Thriller”, της Cindy Lauper και του Prince
Ο μουσικός τύπος θα είναι μαζί του ανελέτητος. Ο Gavin Martin του ΝΜΕ γράφει «Στ’ αλήθεια δοκίμασε ποτέ ο Roger να κάνει ωτοστοπ; Δε βρέθηκε κανένας λογικός άνθρωπος να τον πάρει παραμάζωμα τον παλιόγερο;».

Ο Kurt Loder του Rolling Stone, αφού κατακρεουργεί το μουσικό περιεχόμενο καταλήγει:  : «Η πρώτη προσωπική δουλειά του Roger Waters θα έχει κάποιο ενδιαφέρον μόνο σ’ έναν περιορισμένο κύκλο Μεταφλοϋδικών φετιχιστών και τελειωμένων νευρωτικών που επιμένουν να αναζητούν κάτι πνευματώδες στα απόνερα του βρετανικού art rock. Αδυνατώ να φανταστώ ποιος θ’ ακούσει δεύτερη φορα αυτόν τον παράξενο στατικό, φρικτό δίσκο».  
Η κριτική δείχνει να μην τον αγγίζει. «Από τη στιγμή που οι κριτικοί σε κατατάξουν κάπου, τείνουν να μην ασχολούνται με τη δουλειά σου ιδιαίτερα. Με θεωρούν έναν καταθλιπτικό, μελοδραματικό μεγαλομανή και απλώς δεν τους αρέσει αυτό που προσφέρω. Ακόμη και τα ίχνη χιούμορ που υπάρχουν στο υλικό, δεν τους βολεύει να τα δουν».
Το ότι μεγάλο μέρος του κοινού δεν έπιασε το αστείο, είναι βέβαιο. H μικρή αναγνωρισιμότητα του Waters έξω από το κέλυφος των Pink Floyd και η συνειδητή του προσπάθεια να αποστεί εντελώς από το «παλιό του» συγκρότημα, αρνούμενος να υπάρξει στο προωθητικό υλικό της περιοδείας και του δίσκου η οποιαδήποτε αναφορά σ’ αυτό και αποκρούοντας επιδεικτικά ακόμη και τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων που προσπαθούν εύλογα να συσχετίσουν παρελθόν και μέλλον, θα έχουν τη σημασία τους. 
Όσο για το εξώφυλλο, η έντεχνη απεικόνιση του πισινού της Linzi Drew, έριξε περισσότερο λάδι στη φωτιά. Με το ξεκίνημα των περιοδειών, διαφημιστικές αφίσες αρχίζουν να ξηλώνονται από φεμινιστικές οργανώσεις, συντηρητικοί κύκλοι κατηγορούν τον Waters για κακόγουστο, μεσήλικο σεξισμό, ακόμη και για το ότι με το εξώφυλλο αυτό «ενθαρρύνει το βιασμό». Η προσπάθεια της ομάδας του Waters να τοποθετηθεί ένα κόκκινο μικροσκοπικό μπικίνι στις επόμενες εκτυπώσεις του δίσκου ξεκινά σε κάποιες περιοχές της διανομής του, σύντομα, όμως επικρατεί η άλλη λύση: ο δίσκος κυκλοφορεί με ένα μαύρο παραλληλόγραμμο να καλύπτει το επίμαχο σημείο του εξωφύλλου, προσδίδοντας μια ετικέττα πορνοσινεμά δεύτερης κατηγορίας στο όλο εγχείρημα.



Το “The Pros & Cons Of Hitch-Hiking” θα σημειώσει την πιο υψηλή επίδοση στα τσαρτ όταν θα μπει στο τοπ-20 της Βρετανίας (UK#13, 12/5/84 σε μια πορεία μόλις 11 εβδομάδων) και λίγο αργότερα στο τοπ-40 του Billboard (US#31, 9/6/84). Σα να θέλει να επιβεβαιώσει το πόσο απορροφημένος από το ίδιο του το έργο είναι, ο Waters ξοδεύει πάνω από 400.000 δολλάρια αναθέτοντας στον διάσημο σκηνοθέτη Nicholas Roeg να κατασκευάσει εικόνες οι οποίες θα προβάλλονται από μια τεράστια οθόνη, κατά τη διάρκεια των συναυλιών, με τρεις συγχρονισμένους προτζέκτορες να τις αναπαράγουν. Στο πρώτο μέρος έχει προγραμματίσει να παίζονται κομμάτια των Floyd και στο δεύτερο ολόκληρο το καινούριο άλμπουμ. Το δε stage set, όπου η πολυπρόσωπη μπάντα του θα εμφανίζεται –με τον Eric Clapton στην κιθάρα- θα είναι σχεδιασμένο από τους Mark Fisher Jonathan Park πάνω στην ιδέα να μοιάζει σαν το υπνοδωμάτιο στο οποίο κοιμάται και ονειρεύεται ο χωρίς όνομα πρωταγωνιστή, τον οποίο θα ενσαρκώνει ασφαλώς ο ίδιος ο Waters. Οι συνολικά 36 φιλόδοξες παραστάσεις, αραιά τοποθετημένες μέσα στους επόμενους 10 μήνες, θα είναι μια οικονομική καταστροφή.
Η ζημιά θα προσεγγίσει το ένα εκατομμύριο δολλάρια, αφού πολλές θα δοθούν μπροστά σε μισοάδειες αίθουσες. Πόσοι και ποιοι, έξω από έναν στενό πυρήνα ακροατών που έχουν για τα καλά περάσει τα πρώτα –άντα, ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν τον αυτοβασανισμό του αρσενικού ήρωα, ανάμεσα σε απιστία και οικογενειακή σταθερότητα, άγρια φαντασίωση και γαμήλια θαλπωρή;

Όμως, πότε άραγε ήταν σκοπός του Waters να χαϊδέψει τα αυτιά του ακροατή; Ο ίδιος προτίμησε να τον βάλει στη γωνία, να τον σαρκάσει, να τον εξοργίσει, να ξεσκεπάσει την υποκρισία του και την τάση του για ρηχότητα. Το έκανε επιλέγοντας να εκτεθεί πρώτα ο ίδιος. Ο γέννημα - θρέμμα ριζοσπάστης εργατικός, που δεν είπε όχι στο γάμο με την αριστοκρατία και τις οικονομικές διασφαλίσεις που αυτό πρόσφερε. Ο άπιστος στον εφηβικό του έρωτα που αναζήτησε μόνιμη σύντροφο, μόνο και μόνο για να απατήσει ξανά. Αυτός, ο στοιχειωμένος από το μεγάλωμα χωρίς πατέρα, που άργησε να σταθεί πατέρας στα δικά του παιδιά, αφού πάντα τα προσωπικά του οράματα, το τί ήθελε να πει, και το πώς, καταλάμβαναν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Αυτός, ο δεδηλωμένος άθεος, βρήκε ωστόσο τον τρόπο να εξαγνίζεται, μοιραζόμενος τις αδυναμίες του. Όχι πίσω από κάποιο βαρύ, σκαλιστό εξομολογητήριο, αλλά μέσα από επίπονα για τον ίδιο και τους συνεργάτες του μουσικά έργα, που αποκτούν ρίζες βαθιές μέσα στους ακροατές, μόνον όταν αυτοί ωριμάσουν, μόνο με το χρόνο, που καρπίζει γεννώντας τους την ανάγκη για μελέτη. Σαν τους λόγους ενός ιδιόρρυθμα άσωτου Ιωάννη Βαπτιστή, καταδικασμένου να βοά εν τη ερήμω, σίγουρος βαθιά μέσα του, ότι τα λόγια και οι νότες του θα αντηχήσουν κάποια στιγμή σε συντονισμό με την αυθεντικά ειλικρινή τους αφετηρία.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου