Benny Mardones: “If I could fly, I’d pick you up”
Πέμπτη

2Ιούλ

Benny Mardones: “If I could fly, I’d pick you up”

Δημοσιεύθηκε από:

02/07/2020

Κατηγορία: Rocktime Songs

1470
Iούλιος ’89. Πάρτυ έπαιζαν τριγύρω, σλόου πια δε μπαίνανε. Η άθλια κουλτούρα του clubbing, όρθιοι με το ποτό στο χέρι, αδυσώπητη. Ή γονάτιζες, κι άκουγες Soul ΙΙ Soul, Milli Vanilli και Black Box μέχρι να μετανοήσεις που γεννήθηκες -και μετά τις μία «Ταραχή»- ή έπρεπε πάση θυσία να πετάξεις, φυγάς μέσα στη νύχτα.
Ευτυχώς, αυτοκίνητα υπήρχαν. Μπορεί όχι Μάστανγκ με ανοιγόμενη κουκούλα, όπως στα βίντεο κλιπ του MTV, αλλά με ραδιόφωνο.
Και κει το πράγμα, γινόταν πιο οικείο για τους νεόγερους των 18 ετών, που με το ζόρι πήγαινε η εποχή ν αμας ξεπετάξει. Οι ερασιτέχνες πολλοί, οι μπαλλάντες και οι αφιερώσει με τις άλλοτε στραβοχυμένες, άλλοτε υπερμιμητικές voice over για ανδρικό αποσμητικό προφορές, κατά συρροήν.
Το άραγμα με τα παράθυρα ανοιχτά παρέα μ’ ένα μπουκάλι «απ’ ό,τι νά’ναι», που έλεγε κι ο David Lee Roth έφτανε για ξεγυρισμένα πριβέ πάρτυ σε υψώματα με θέα ή άδειες υποφωτισμένες παραλίες. Από τα πειρατικά fm, συχνά ανάμεσα σε “License To Kill” της Gladys Knight, “Stop” της Sam Brown και “Sorry Seems To Be The Hardest Word” από Joe Cocker, ένα κομμάτι που φώναζε ρετρό, χωρίς να θυμίζει κάτι, πού’χε μια φωνή – Sinatra παγιδευμένου μέσα στο πέτσινο του Bon Jovi -  με τέτοια δύναμη που μπορούσε να τινάξει το νυχτερινό ουρανό στον αέρα.
Έτσι επισκέφθηκε τις αισθήσεις της δικής μας γενιάς ο Benny Mardones. Ετεροχρονισμένα, αναστημένος, με μόνο διαβατήριο εκείνο το τραγούδι που περνούσε μέσα απ τη λουστραρισμένη φενάκη του καλοκαιριού του «βρώμικου ‘89» και σε διαπερνούσε.
«Έμενα τότε στις ισπανόφωνες συνοικίες του Harlem, στη Riverside Drive, την παραλιακή δίπλα απ’ το ποτάμι. Στο κτίριο που έμενα, ζούσε μια οικογένεια, πατέρας, μητέρα και τρία παιδιά, 17, 16 και 15 χρονών. Ήμουν κάτι σαν τον «ροκ σταρ της διπλανής πόρτας», περισσότερο επειδή ζούσα τη ζωή του ροκ σταρ, κι όχι επειδή ήμουν γνωστός, κάθε άλλο. Μπορεί να είχα βγάλει τον πρώτο μου δίσκο, το Thank God forGirls. Έβλεπα τα παιδιά κάθε μέρα να μπαινοβγαίνουν στο κτίριο, ήταν έφηβοι, όλα φυσιολογικά. Η μητέρα του γιου μου ήταν φίλη με την οικογένεια.
Μια μέρα λοιπόν, χτυπάει η πόρτα στο διαμερίσμά μου. Ανοίγω και βλέπω και τα τρία αυτά παιδιά με δάκρυα στα μάτια. Ελάτε μέσα τους λέω, ρωτώντας ανήσυχος τί είχε συμβεί. Η πιο μεγάλη απ’ τους τρεις, η 17χρονη, μέσα σε λυγμούς κατάφερε να μου πει “ο πατέρας μας παράτησε”. Έφυγε, μου είπε, με μια 24χρονη ηθοποιό που έπαιζε στη θεατρική παράσταση του “Chorus Line”, ανέβαινε στο Broadway. Ο τύπος ήταν σκηνογράφος και τα έβγαζε δύσκολα. Όταν όμως το “Chorus Line” άρχισε να κάνει επιτυχία και να γίνεται μια από τις πιο γνωστές παραστάσεις του Broadway, αντί να γυρίσει στο σπίτι του, στην ταπεινή εκείνη γειτονιά του ghetto και να πει στην οικογένειά του, θα μετακομίσουμε στο Westchester, θα πάρουμε ένα καλύτερο σπίτι, θα κάνουμε ένα ξεκίνημα για μια καλύτερη ζωή, προτίμησε να τους εγκαταλείψει και να φύγει με τη φιλενάδα του. Tους άφησε μάλιστα στην τύχη τους, αφού με τα δικά του χρήματα ζούσε όλη η οικογένεια.
 
Αγκάλιασα τα τρία παιδιά και τους έλεγα για ώρα “μην ανησυχείτε, όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά, σας το υπόσχομαι”. Ασφαλώς δεν είχα την παραμικρή ιδέα πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, ποιός θα φρόντιζε αυτή την οικογένεια. Είχα κι εγώ γίνει κομμάτια. Αποφασίζω χωρίς να το πολυσκεφτώ να κάνω κάτι να τα βοηθήσω. Λέω τον Sean, το 16χρονο αγόρι “κάθε μέρα, θα έρχεσαι μετά το σχολείο σου στο σπίτι μου και θα μου κάνεις θελήματα” Να μου παίρνει κανένα μπουκάλι γάλα, ένα πακέτο τσιγάρα, ό,τι χρειάζομαι, ήταν απλώς μια αφορμή να έχιε κάτι να κάνει, να συνεχίσει τη μέρα του. Του έδινα λοιπόν κάθε μέρα 20 δολλάρια, μου έφερνε τα ρέστα και φυσικά του έλεγα να τα κρατήσει. Έτσι, μπορούσε εκείνος τουλάχιστον να έχει ένα χαρτζηλίκι περίπου 50 δολλάρια τη βδομάδα, αρκετά χρήματα για κείνη την εποχή, μιλάμε για ’79. Στη μεγάλη, της είπα θα έρχεσαι κάθε Σάββατο στο διαμέρισμά μου και θα μου το καθαρίζεις. Θα σου δίνω 50 δολλάρια. 
Το θέμα ήταν η μικρή, η 15χρονη
Heidi. Ήταν απαρηγόρητη, συντετριμμένη απ’ αυτό που της είχε συμβεί, καθώς είχε μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της. “Heidi άκου”, της λέω. “Εγώ, ξέρεις, μένω ξάγρυπνος όλη τη νύχτα” – αυτό έκανα, καθώς γύριζα αργά κι έγραφα τραγούδια μέχρι το πρωί. Να το κλειδί μου. “Κάθε πρωί, πριν το σχολείο σου, ανοίγεις, μπαίνεις και παίρνεις τον Zanky” -το σκύλο μου, ένα κυνηγόσκυλο Basset που τον είχα δώσει για φωτογραφίες για δύο – τρία εξώφυλλα δίσκων και ήταν κάπως αναγνωρίσιμος για μια εποχή, “και θα τον πηγαίνεις βόλτα, θα κάνει την ανάγκη του, θα γυρίζεις, θα του βάζεις να φάει και θα σου δίνω 50 δολλάρια τη βδομάδα”.
Τα τρία παιδιά μπόρεσαν έτσι κάπως να σταθούν, είχαν κάποια λεφτά στην τσέπη τους, ν’ αγοράσουν τα απαραίτητα, για το σχολείο, ή για διασκέδαση, αυτά που θέλει κάθε παιδί στην ηλικία τους. Ήμουν τόσο θυμωμενος, που προσπάθησα να βρώ και τον πατέρα, να μιλήσω μαζί του, να τον ρωτήσω πώς άντεξε να κάνει κάτι τέτοιο. Όταν εγώ κατάφερα να κάνω επιτυχία, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ξεπληρώσω την υποθήκη στο  σπίτι της μητέρας μου, να βοηθήσω την αδερφή μου, να φροντίσω την οικογένειά μου, που πάντα με στήριζε. Κι εκείνος, έκανε ακριβώς το αντίθετο.
Ένα βράδυ, μια βδομάδα πριν φύγουμε για το Miami να ηχογραφήσουμε το δεύτερο δίσκο μου, το “Never Run. Never Hide, ήμασταν με τον Robert Tepper στο διαμέρισμά μου και γράφαμε όλη τη νύχτα. Είχαμε ένα τραγούδι που πάνω του είχαμε δοκιμάσει κάπου 18 μελωδίες και 30 διαφορετικές εκδοχές σε στίχους, ο Bobby έπαιζε συνέχεια τα ακκόρντα, αλλά δεν μπορούσαμε να  καταλήξουμε. Ξαφνικά, είχε πάει πρωί – δεν το είχαμε καταλάβει, γιατί μας άρεσε να κρατάμε τα στόρια κλειστά - ακούγεται το κλειδί στην πόρτα. Μπαίνει η Heidi. 16χρονών, με τη σχολική τσάντα στην πλάτη, μια κοντή φούστα και πλατφόρμες -της μόδας τότε - όμορφη, 16 και να και μοιάζει 21. «Πάλι ξενυχτήσατε;» με ρωτάει. «Έλα, Zanky, πάμε», λέει, «Θά’ μαι πίσω σε 20 λεπτά». Παίρνει μαζί το σκύλο και βγαίνει. Ο Bobby είναι έτοιμος ν΄αρχίσει τα επιφωνήματα, όμως τον κόβω. “Δεκάξι χρονών είναι μόνο. Άστ’ την ήσυχη”. Για παίξε πάλι την εισαγωγή, του λέω.
“She’s just sixteen years old
Leave her alone, they said
Separated by fools
Who dont know what love is yet”

Είχα στο μυαλό μου την ιστορία της. Τον πατέρα της που τους παράτησε. Έτσι βγήκαν κι υπόλοιποι οι στίχοι. “It’s like having a dream where nobody has a heart – It’s like having it all, and letting it fall apart”. Τη δική του επιτυχία δεν τη μοιράστηκε με την οικογένειά του. Την κράτησε για τον εαυτό του και τελικά τη σπατάλησε.
If I could fly
I'd pick you up
I'd take you into the night
And show you a love
Like you've never seen, ever seen”

Ο Ruben Armand Mardones γεννήθηκε στο Cleveland του Ohio στις 9 Νοεμβρίου 1946. Μεγάλωσε στον οικισμό Savage του Maryland, 18 μίλια νότια της Βαλτιμόρης, με τη μητέρα και την αδερφή του, έχοντας δει τον Χιλιανό πατέρα του Ruben να εγκαταλείπει την οικογένεια όσο εκείνος ήταν βρέφος ακόμη και να επιστρέφει στη Χιλιανή. Με το που τελειεώνει το Γυμνάσιο Howard κατατάσσεται στο Ναυτικό και υπηρετεί στο Βιετνάμ. Μετά την απόλυσή του, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη και βάλθηκε ν’ ακολουθήσει το όνειρό του, να γίνει μουσικοσυνθέτης.
Εκεί, το ’69 θα τον συναντήσει ο παραγωγός Joel Diamond, στενός φίλος και επί χρόνια μουσικός του. Αναγνωρίζει το συνθετικό του ταλέντο σύντομα τον εντάσσει στο προσωπικό των επαγγελματιών συνθετών για την MRC Music, εταιρικό βραχίονα της Mercury Records. Ο Diamond και ο τότε βοηθός του Tommy Mottola, o άνθρωπος που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν ο επικεφαλής της Sony Records, μια μέρα ακούνε τον Mardones να τραγουδά a capella στα γραφεία της MRC και εντυπωσιάζονται.
«Μια από τις καλύτερες φωνές που είχα ακούσει ποτέ, με εξαίρεση του Daryl Hall», θυμάται ο Mottola.
Θα γράψει τραγούδια για καλλιτέχνες όπως η Brenda Lee, η Barbara Jean English και ο Tommy James και το ’77, ενώ έχει ήδη κλείσει τα 31, ο Mardones αποφασίζει να ξεκινήσει τη δική του καρριέρα. Φτιάχνει μια μπάντα και ξεκινά ν’ ανοίγει τις συναυλίες του Richie Havens. Το πρώτο του άλμπουμ “Thank God For Girls” θα έρθει την επόμενη χρονιά, από την μικρή εταιρία Private Stock Records, που έχει επικεφαλής τον μελλοντικό συνεργάτη των Stones Andrew Loog Oldham, ο οποίος και διέκρινε στο soul λαρύγγι του Mardones την ικανότητα να κινηθεί άνετα ανάμεσα στα ακροατήρια του Bob Seger και των Bee Gees. O δίσκος, παρ’ ότι γεμάτος φιλόδοξα east cost κομμάτια και μουσικούς πρώτης κλάσσης, από τον Mick Ronson του David Bowie στην κιθάρα, τον Joey Stann στο σαξόφωνο ως τον Jerry Shirley των Humble Pie στα τύμπανα, περνά απαρατήρητος.
To ’79, ήρθε η συνάντησή του με τον Robert Tepper, τον ανθρωπο που ακόμη αγνοούσε ότι και κείνος επτά χρόνια αργότερα θα έγραφε ένα κομμάτι που θα του άλλαζε όλη τη ζωή – το “No Way Out” – και άρχισαν να γράφουν μαζί τραγούδια. Για να καταλήξει, αυτή η απροσδόκητη μίξη δουλειάς, πείνας για επιτυχία, πραγματικότητας και τραυματικού παρελθόντος να γεννήσει μια από τις πιο δυνατές μπαλάντες της νεώτερης ροκ ιστορίας.


Στην αρχή, ο Freddie Hine, πρόεδρος της Polydor Records, που έχει πλέον αναλάβει να κυκοφορήσει το δεύτερο δίσκο του Mardones, το ακούει και μένει αδιάφορος. «Καλό κομμάτι, αλλά όχι τίποτε σπουδαίο». Όμως ο έμπειρος παραγωγός Barry Mraz – γνωστός από τους δίσκους των Styx- που διευθύνει τις ηχογραφήσεις στο Μαίάμι, το πιάνει αμέσως. «Αυτό είναι το πρώτο single, δεν ακούω τίποτε». Φτιάχνουν ένα demo και το στέλνουν στην εταιρία.
«Μετά από λίγες μέρες, από τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου που μέναμε στο Coconut Grove με ειδοποιούν ότι έχω τηλέφωνο. Ήταν ο Freddie Hine. “Φανταστικό κομμάτι, φανταστικό! Από που σου κατέβηκε;”. Είναι αυτό που τις προάλλες είχες πει ότι ήταν απλά καλό, αλλά όχι και τίποτε ιδιαίτερο. “Ε… Ο.Κ., μπορούμενα μην το συζητήσουμε τώρα; Τί μπορώ να κάνω για σένα;” Ακούω τον Hine να αισθάνεται άβολα από την άλλη άκρη της γραμμής. Θα τον παιδέψω. “Καλά, θα τσεκάρω τί γίνεται ‘δω και θα σου πώ». Στο δίσκο υπάρχει μια φωτογραφία που δείχνει έχει ένα κομμάτι χαρτί που γράφει “Παρακαλούμε, στείλτε μας 35 grand για interdubbin’. Δε σημαίνει τίποτε το interdubbin’. Ήταν λεφτά για να παραγγέλνουμε ναρκωτικά».
Πάνω στα ακκόρντα του Robert Tepper, o Βenny Mardones, θαυμαστής του Pavarotti όσο και του Teddy Pendergrass, θα σφραγίσει με την απογειωτική του ερμηνεία το αλησμόνητο ρεφραίν του “Into The Night”, βγάζοντας όλη του την ψυχή, σα να προσπαθεί να πετάξει πάνω από τον πόνο της εγκατάλειψης, τη δυστοπία, την ανέχεια, προς ένα μέρος όπου όλα είναι μια λαμπρή, ευδαίμων υπόσχεση.
«Το θυμάμαι σαν σήμερα. Ήταν η τρίτη φορά που έλεγα το κομμάτι κι ετοιμαζόμουν να το ξαναπώ, γιατί δεν μου άρεσε. Ο Mraz με κόβει κοιτώντας με με το δικό του τρόπο που δεν παίρνει αντιρρήσεις. Είσαι εντάξει. Δε χρειάζεται τίποτε άλλο». Υπάρχει ένα σημείο, μετά τη μέση, που η φωνή του Mardones ακούγεται να ξεφεύγει, να υψώνεται σ’ ένα εξαγνιστικό ύψος, ψηλά, παρασύροντας όλο το κομμάτι ως το fade out.
«Η αρχική μου ιδέα ήταν εκεί να μπει ένα σόλο σαξόφωνο. Έκανα λοιπόν με τη φωνή μου ένα οδηγό, για να μπορεί ο σαξοφωνίστας να ξέρει πώς περίπου θέλω ν’ ακουστεί. Μόλις ο Barry Mraz το ακούει, μου λέει ανέφραστος. Δεν βάζουμε εδώ σαξόφωνο. Η φωνή σου είναι το instrumental σημείο του τραγουδιού. Μα, ανταπάντησα, είναι ένα δοκιμαστικό, ήθελα απλώς να του δείξω πώς να πάει. Εντάξει. Του το έδειξες πολύ καλά. Η φωνή σου μένει εκεί”».
Τον Ιούνιο του 1980, μόλις κυκλοφορεί σε single, οι r&b ραδιοσταθμοί πιστεύουν ότι είναι μαύρος καλλιτέχνης και μόλις μαθαίνουν ότι πρόκειται για άλλον έναν λευκό με μυστήρια φωνή, δεν ακουμπούν το 45άρι. Ταυτόχρονα, τα mainstream FM απωθούνται από τους δύο πρώτους στίχους, καθώς ακούγοντας το Shes just 16 years old εισπράττουν μια μελιστάλαχτη εκδοχή κινηματογραφικής λολίτας. Ποιός θέλει μπλεξίματα με το νόμο, από ένα τραγούδι που νομιμοποιεί τον έρωτα με μια ανήλικη;
Η Polydor στέλνει περί τις 3.000 επιστολές στους ραδιοσταθμούς, εξηγώντας με λίγα λόγια ποιά είναι η αληθινή ιστορία πίσω από το τραγούδι, δίνοντάς τους έτσι κίνητρο ν’ αρχίσουν να το επιλέγουν για τα playlist τους. Ο Tommy Nash του 94 Rock στη Ν. Υόρκη, ο Kid Leo στον WMMS του Cleveland, μεγάλα ονόματα, διαμορφωτές των προτιμήσεων του κοινού, παίζουν το κομμάτι ασταμάτητα, μετατρέποντάς το σε μερικές εβδομάδες σε ένα από τα μεγάλα hit του καλοκαιριού του 1980. Θα καταφέρει να φτάσει μια ανάσα από το να μπει στο top -10 (US#11, 6/9/80, ορισμένες πηγές το καταχωρούν και ως No 9 την επόμενη εβδομάδα). Θα φανεί αρκετό για να να του χαρίσει εφεξής αυτό για το οποίο αγωνιζόταν και ονειρευόταν για μια ολόκληρη ζωή.

«Από το να ψάχνουμε τις τσέπες μας για να βρούμε τί ψιλά μαζεύουμε κι οι δυό μαζί για να βάλουμε βενζίνη, άρχισαν να έρχονται ταχυδρομικά επιταγές με ποσά που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί».
Σύντομα το “Into The Night” γίνεται μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μπαλλάντες έναν χρόνο πριν ξεκινήσει το MTV. Θα τελειώσει τη χρονιά στην 68η θέση των πιο εμπορικών single ολόκληρου του 1980 στην Αμερική. Δεκάδες εξώφυλλα, συνεντεύξεις, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εμφανίσεις. Σε μια απ’ αυτές, στην κορυφαίας ακροαματικότητης εκπομπή “Bottom Line” του WNEW FM με οικοδεσπότη τον Scott Muni, ο τελευταίος ρωτά τον Benny: «Πες μας τώρα την αλήθεια. Είναι πραγματική η 16χρονη που λες στο τραγούδι, ή τα έβγαλες από το μυαλό σου;». Προς έκπληξη εκατοντάδων χιλιάδων ακροατών, εκείνος απαντά: «Όχι μόνο είναι πραγματκή, αλλά μένουμε και στο ίδιο κτίριο, στο Spanish Harlem, λίγα διαμερίσματα παρακάτω από μένα». Μεσα σε λίγες μέρες η Heidi, η μητέρα της, ο αδερφός της και μερικοί έφηβοι φίλοι της είναι στον αέρα. Η Heidi επιβεβαιώνει την ιστορία και τα τηλέφωνα σπάνε από ακροατές που σπεύδουν να εκφράσουν τη συμπάθεια, το θαυμασμό και τη συμπαραστασή τους. Τόσο στην ίδια, όσο και στον άνθρωπο που διάλεξε να χτίσει το στίχο του τραγουδιού του γύρω από τη δική της ιστορία.
Δυστυχώς, η συνέχεια, δεν θα είναι ανάλογη. Προβλήματα με την εταιρία Polydor, παχυλές προκαταβολές που ξοδεύονται στις διαβόητες ροκ-εν-ρολ απολαύσεις κι ένα επόμενο άλμπουμ ("Too Much to Lose», 1981), το οποίο, παρά την ποιότητα των τραγουδιών, δεν καταφέρνει εμπορικά σχεδόν τίποτε στέλνουν τον Mardones στο δισκογραφικό περιθώριο μέσα σε λιγώτερο από δύο χρόνια.
«Κανείς στη μπάντα δεν είχε ποτέ τόσα λεφτά στη ζωή του. Κανείς δε μας είπε τί πρέπει να κάνουμε και τί ν’ αποφύγουμε. Έτσι καταλήξαμε να θέλουμε όλο και περισσότερη κόκα κι ένα μπουκάλι ουίσκυ κάθε βράδυ ο καθενας. Χολώθηκα πάρα πολύ από τους ανθρώπους της Polydor, γιατί ήμουν σίγουρος ότι μου στέρησαν την ευκαιρία να υποστηρίξω ένα πολύ δυνατό άλμπουμ, στην ουσία μου τερμάτισαν την καρριέρα».
Ο πρόεδρος της Polydor, Freddie Hine, αναδρομώντας, θέτει τα πράγματα ξερά και επαγγελματικά: «Έχοντας στο ρόστερ μας έναν πρώτης γραμμής σταρ όπως ο Benny, μάθαμε κι εμείς ποιά λάθη πρέπει να αποφεύγουμε στη διαχείριση των καλλιτεχνών μας. Όταν μέσα στο ’81 υπέγραψε μαζί μας ο John Cougar, πριν γίνει γνωστός ως John Cougar Mellencamp, είχαμε μάθει το μάθημά μας. Και στην περίπτωσή του τα κάναμε όλα σωστά».
Ο Benny μετακομίζει στο κρυο και απομακρυσμένο Syracuse και το 1985 η δεύτερη σύζυγός του, τέλη Απριλίου, φέρνει στον κόσμο το γιο του Michael.
«Τον είχα μέσα στο living room μέσα στο καροτσάκι του αυτοκινήτου, ήταν λίγο καιρό που είχε έρθει από το νοσοκομείο. Βγάζω ένα βραχάκι κι αρχίζω να το σπάω για ν ατο κάνω και τότε τον βλέπω να με κοιτάει με τα μεγάλα του γαλάζια μάτια. Ένιωσα τη ματιά του να με χτυπάει σαν ασημένια σφαίρα. Σηκώνομαι, παίρνω τον καθρέφτη τις σκόνες την πίπα, όλα και τα πετάω έξω απ’ το παράθυρο. Έπεσα στα γόνατα και παρακάλεσα στο θεό να μου δώσει τη δύναμη να σταθώ σαν κανονικός πατέρας γι’ αυτό το παιδί. Ήξερα πολύ καλά πώς είναι να μην έχεις πατέρα. Από την 1η Μαίου 1985 δεν ξανάκανα ντραγκς ποτέ. Τον μεγάλωσα μόνος μου, καθώς με τη μητέρα του είχαμε χωρίσει λίγο καιρό πριν».
Για πρώτη φορά, στο χιονισμένο Syracuse, μακριά από τους πειρασμούς της μπίζνας, προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί. Σταδιακά, ξεκινά να παίζει live στο τοπικό κύκλωμα μικρών αιθουσών, αρχίζοντας στην ουσία από το μηδέν. Το φωνητικό του χάρισμα και η αποφασιστικότητά του τον βοηθούν να κτίσει μια στενή σχέση με το κοινό, σε σημείο το Syracuse, παρά την αδιαφορία της δισκογραφικής βιομηχανίας, να τον θεωρεί τον «δικό του» σταρ.
Ώσπου, το 1989, εντελώς απροσδόκητα, ένας ραδιοφωνικός σταθμός στην Arizona, σε ένα αφιέρωμα του τύπου «πού βρίσκονται σήμερα οι κάποτε σταρ του ενός hit» κατακλύζεται από τηλεφωνήματα για τον Mardones. Στο L.A., o δημοφιλής και επιδραστικός ραδιοφωνικός παραγωγός Scott Shannon ξεθάβει το “Into The Night” και το ξαναβάζει στο play-list του. Το κομμάτι ανεβαίνει στα τσαρτ κι εκείνος δέχεται την πρώτη πρόταση που του κάνει μια μικρή εταιρία εξειδικευμένη στην country. Σε λίγες εβδομάδες, ο Mardones αποκτά την ευκαιρία για μια δεύτερη καρριέρα. Επανηχογραφεί το κομμάτι, μπαίνει εννέα χρόνια μετά στα τσαρτς του Billboard(US#23, 24/6/89), κυκλοφορεί μάλιστα ένα πλήρες καινούριο άλμπουμ, που ελάχιστα έχει να ζηλέψει από τη σύγχρονη A.O.R. παραγωγή.


Αν και έκτοτε η δισκογραφική του καρριέρα του δεν θα γνωρίσει ούτε κατά διάνοια ανάλογη επιτυχία, ο Mardones θα παραμείνει ενεργός στο δίκτυο συναυλιών της Νέας Υόρκης, διακρίνεται για το άφθαρτο μέταλλο της φωνής του και αναγνωρίζεται για τις ψυχωμένες ερμηνείες του και την ικανότητά του να επικοινωνεί ζωντανά με το κοινό. 

Ώσπου, το 2000 διαγιγνώσκεται ότι πάσχει από εκφυλιστικό Παρκινσονισμό. Συνεχίζει να εμφανίζεται live πιο αραιά, παρά το ότι η κατάστασή του χειροτερεύει.
 

«Το 2006, σε μια συναυλία μου στο House Of Blues συνάντησα τον μεγάλο Ahmet Ertegun, τον ιδιοκτήτη της Atlantic Records, έναν από τους ανθρώπους που διαμόρφωσε την παγκόσμια μουσική σε πολλά επίπεδα. “Μην κατηγορείς τον εαυτό σου”, μου λέει. “Αν οι Simon και Garfunkel είχαν γράψει πρώτα το Bridge Over Troubled Water, αυτό θα ήθελαν όλοι οι γύρω τους να ξαναγράψουν. Εσύ έχεις συνθέσει ένα από τα μεγαλύτερα ερωτικά τραγούδια στο ροκ-εν-ρολ και κανείς δεν κατάλαβε ότι το είχες μέσα σου να ροκάρεις. Όλοι ήθελαν ακόμη ένα “Into The Night” από σένα κι έκαναν κι εσένα να κυνηγάς τα λάθος πράγματα. Οι άνθρωποι της εταιρίας που είχες γύρω σου δεν ήξεραν τί τους γινόταν. Με χάϊδεψε πατρικά στο μάγουλο και μου είπε: Ήταν λάθος μου. Έπρεπε να σε είχα βάλει να υπογράψεις μ’ εμένα, από την πρώτη στιγμή που σε άκουσα να τραγουδάς. Και μ΄ αγκάλιασε. Μερικές βδομάδες αργότερα, έμαθα ότι έφυγε. Δε θα ξεχάσω ποτέ αυτά του τα λόγια».
 
 «Με το “Into The Night να έχει γίνει μεγάλη επιτυχία, η Heidi, μετά και από κείνη την εκπομπή του στον WNEW-FM, στα 18 της πια, είχε γίνει αναγνωρίσιμη στα media για την ιστορία της. Σύντομα γνώρισε έναν νεαρό που ασχολείτο με τα ξενοδοχειακά, τον ερωτεύτηκε, παντρεύτηκαν, έζησαν στο Μαιάμι κι έκαναν τέσσερα παιδιά. Έφερε μαζί της εκεί τη μητέρα της και ο αδελφός της έπιασε δουλειά σε μια από τις επιχειρήσεις του γαμπρού του. Κάθε Χριστούγεννα η Heidi Μου στέλνει μια κάρτα με ευχές, που καταλήγει πάντα με τον ίδιο τρόπο. “Σ’ ευχαριστώ που μου έσωσες τη ζωή”. Της έχω πει ότι εγώ οφείλω μέχρι να πεθάνω να την ευχαριστώ, γιατί με την προσωπική της ιστορία, εκείνη είναι που έσωσε τη δική μου».
 
Το 2017 ανακοινώνει ότι είναι σε θέση να τραγουδήσει το "Into the Night" για τελευταία φορά στο Turning Stone Resort and Casino στη Νέα Υόρκη. Με τα σημάδια της ασθένειας παραπάνω από φανερά, δίνει την τελευταία, σπαρακτική παράσταση.
 

 
Ο Benny Mardones άφησε την τελευταία του πνοή στις 29 Ιουνίου 2020, στο σπίτι του στο Menifee της California, μετά από εικοσάχρονη μάχη με τη νόσο 40 χρόνια περίπου από τη μέρα που είδε το καθοριστικό για ολόληρη τη ζωή του hit single, να γίνεται μια τεράστια επιτυχία.
Άφησε πίσω του την τρίτη σύζυγό του Jane, τον 45χρονο Michael, καρπό του δεύτερού του γάμου και την αδελφή του, Louise. Στη Χιλή έχει δύο ετεροθαλή αδέλφια, από την οικογένεια που έκανε εκεί ο πατέρας του, η φυγή του οποίου τον είχε στιγματίσει σε όλη του τη ζωή πριν καν μπορέσει ο ίδιος να αθρώσει λέξη.
Ελάχιστες ώρες μετά το θάνατό του, ο επιστήθιος φίλος του Robert Tepper τον αποχαιρετά μ’ ένα σύντομο μήνυμα:
«(…) Από την αρχή, o Benny ήταν ένα μέγεθος που δε μπορούσες να προσπεράσεις. Τραχιά φωνητικά διπλωμένα σε μια ροκ-εν-ρολ στάση ζωής του τύπου “δεν παίρνουμε αιχμαλώτους”. Με τον Benny μας ενώνει μια ολόκληρη ζωή. Τον γνώρισα στη Νέα Υόρκη και δεν ήμουν σίγουρος τί κυνηγούσε, όμως ήξερα ότι θέλω να τον ακολουθήσω και κάπως κατάφερα κι έγινα μέρος αυτής του της αναζήτησης. Τον έλεγα «Ολυμπιακό Αγώνισμα», γιατί ετοιμαζόταν πάντα εντατικά κι ήθελε πάντα να τα δίνει όλα. Γράψαμε μαζί τραγούδια, έπαιξα μπάσο και τραγούδησα μαζί του και είδα από κοντά να δαμάζει πλήθη μ’ αυτή την εξώκοσμη ενέργεια που νομίζω ότι ούτε ο ίδιος μπορούσε να ελέγξει. Για τους γιους μου ήταν πάντα ο “θείος Μπέννυ”. Μ’ έκανε να νιώθω καλά ακόμη και τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που τον έπαιρνα τηλέφωνο και μιλούσαμε. Είχε μια καρδιά όμορφη κι ένα πάθος για το ροκ-εν-ρολ που δεν έσβηνε ποτέ. Θα σε αγαπώ για πάντα αδερφέ μου».
Ο Joel Diamond, ο άνθρωπος που τον ανακάλυψε και αργότερα έγινε επιστήθιος φίλος και παραγωγός του, με μια φράση, έγραψε το επικήδειο:
«Αν μπορεί κανείς να πει ένα πράγμα και μόνο για τον Benny είναι ότι σίγουρα έζησε τη ζωή του μέχρι την τελευταία της σταγόνα».
Υ.Γ. : Το “Into The Night” παραμένει ένα από τα 20 πιο πολυπαιγμένα κομμάτια όλων των εποχών στο Αμερικάνικο Ραδιόφωνο και ένα από τα ελάχιστα που έχει μπει στα τσαρτς τρεις φορές, σε διάρκεια 40 ετών.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Live Favorites

// Rocktime Songs