Toto: Ελιξηριακά του Αυγούστου Fahrenheit
Τρίτη

1Σεπ

Toto: Ελιξηριακά του Αυγούστου Fahrenheit

Δημοσιεύθηκε από:

01/09/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

672
Μυστήρια φάση οι τελευταίες μέρες του Αυγούστου. Ο ήλιος ακόμη καίει και η θάλασσα όλο και πιο μακάρια, όμως ο απογευματινός αέρας έχει μια αναπόδραστη αίσθηση τέλους.
Με τη μέρα να μικραίνει ύπουλα, κάθε απόγευμα και λίγο περισσότερο. Με τα επικείμενα να μοιάζουν κύματα μανιασμένα, παλιρροϊκά. Βουνά, που σε καλούν να μάθεις ορειβασία φτου κι απ’ την αρχή. Μάζεψε τις στιγμές του καλοκαιριού σου, σα βότσαλα σπάνια ανάμεσα από βότσαλα κοινά και προχώρα. And all the silent whispers will be blown away, που λέει κι ο Ian Gillan.  
Εκείνο το καλοκαίρι, για μερικές ημέρες -σκάρτη βδομάδα αν τις κόλλαγες τη μία πίσω απ’ την άλλη- είχα γεμίσει τα χέρια μου από τόσα βότσαλα, που σαστισμένος για το πόσα τελικά θα προφτάσω να κρατήσω, τ’ άφησα και μου φύγανε απ’ τα χέρια, όλα. Παρακευή 22. Η Αθηνά, πάνω που πετάξαμε κι οι δυό τα ποδήλατα και κυλιστήκαμε στα φύκια της Ποσειδωνίας, μου τό’σκασε το παραμύθι: «Αύριο γυρίζω Αθήνα». Ενάμισυ μήνα μαρκάρισμα, από την επόμενη του τελικού του Μουντιάλ και τό’φαγα το γκολ στις καθυστερήσεις, χωρίς να υπάρχει παραδίπλα Μπουρουσάγα να του στρώσω μια τελευταία ευκαιρία. Δευτέρα 25, ακόμα δεν έχω συνέλθει, το πράμα γίνεται ακόμη χειρώτερο. Θα ακούσω από την Μιχαέλα τη θανατηφόρο ακολουθία των τεσσάρων λέξεων με την οποία τα κορίτσια σε σβήνουν απ’ το χάρτη: «σε βλέπω σα φίλο».  
Η συντριβή θα ολοκληρωθεί Τετάρτη 27, στη βραδυνή καφετερειάδα. Με τη ζέστη να κολλάει πάνω μας, χωρίς ούτε τα αμάνικα, ούτε οι A-ha με το “Hunting High And Low”, ούτε τα ποτήρια τα γεμάτα παγάκια σαν ανταρκτικούς τσιμεντόλιθους που κολυμπάνε σε μπύρα με γρεναδίνη να καταφέρνουνε τίποτα, ο Λάμπης βρήκε την ώρα να μου την πει. Άκουσε κάτι που έλεγα στον Τάσο για το Rod Stewart, πήδηξε μέσα στην κουβέντα και μπροστά σ’ όλη την παρέα, άρχισε τα προκλητικά «και δηλαδή τώρα τί μας λές, ε;».  
«Αυτά που ακούτε σεις είναι μαλακίες. Το ροκ το σωστό, είναι οι Τοto. Τα άλλα είναι για κομπλεξικά μαλακιστήρια που πάνε να πουλήσουνε μαγκιά».  
Ο Λάμπης, ναι. Που όλη τη χρονιά περνούσα κάθε πρωί, τον έπαιρνα απ’ το σπίτι του και ανηφορίζαμε στο σχολείο μαζί. Ο Λάμπης. Που φορούσε διπλό πουκάμισο και σακκάκι με διπλωμένα τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα κι από κάτω λουστρίνι χωρίς κάλτσα, γιατί κάπου είχε δει ότι «ήτανε της μόδας». Που ήτανε σίγουρος ότι Curiosity Killed The Cat κaι Cure είναι το ίδιο συγκρότημα, που να γαμήσω τα σύμπαντα. Στις απεγνωσμένες κάψες του Αυγούστου βράζουνε όλα τα υπόκωφα. Όταν νιώθεις μπόσικος, οι ύπουλοι το οσφραίνονται.  
Όπως και να’ χει, λόγος να μην του ξαναμιλήσω είναι από μόνος του, η γελοία δήλωση ότι «οι Toto είναι το σωστό ροκ».  
Πέρα από κάτι “Africa”, “Rosanna”, “Endless” και “Hold The Line” δε χρειαζότανε να γνωρίζω και κάτι άλλο για νά’ χω ξεκαθαρίσει ότι Toto ίσον απόλυτο ξενερόκ. Φλωράτζες που κάποτε βάλανε και λίγη κιθάρα μέσα σε κάτι μαλθακά τραγουδάκια του κώλου, για ν’ αρέσουνε στις γκόμενες. Όπως ο Λάμπης, με τα διπλά πουκάμισα.
Οι Toto είναι ο εχθρός. Όπως κι Λάμπης, από κείνη τη βραδιά. Γιατί όταν εντελώς απρόκλητα χώνεσαι στο φίλο σου για τη μουσική που ακούει και μάλιστα μπροστά στην παρέα, τότε αυτό γίνεσαι. Εχθρός. Μαλάκα.  
Κατά σύμπτωση, οι εχθροί, κείνες τις μέρες, 25 Αυγούστου του ’86, κυκλοφόρησαν το καινούριο τους άλμπουμ.  
Με την συσσωρευμένη πείρα από τις ηχογραφήσεις εκατοντάδων δίσκων για καλλιτέχνες ενός αδιανόητα ευρέως φάσματος, από τον Boz Scaggs ως τον Michael Jackson, οι πέντε Toto είχαν από το Δεκέμβριο του ’85 ξεκινήσει να δουλεύουν στο στούντιο Record One του Los Angeles πάνω στον έκτο τους δίσκο. 
Όμως, τα αδέλφια Porcaro -Jeff, Steve και Mike, μαζί με τον Steve Lukather και τον David Paich- είχαν αυτή τη φορά ένα πρόβλημα. Με την ποπ πανσπερμία να έχει αγγίξει κάθε στυλιστικό αποκορύφωμα τη χρονιά του Live Aid και τους ίδιους να βρίσκονται δυόμισυ χρόνια μακριά από το top-10, δεν είχαν εικόνα προς τα πού πρέπει να κοιτάξει το νέο τους υλικό.
Η εμπορική επιτυχία του “IV” δεν ήταν εύκολο να επαναληφθεί. Ούτε ήταν απλό να ανακτηθεί το κοινό εκείνου του δίσκου, το οποίο πλέον πλησίαζε τη δική τους ηλικία, κοντά και λίγο πιο πάνω απ’ τα τριάντα. Από τα jam του Record One προέκυψαν αρκετά κομμάτια μουσικής, τα περισσότερα χωρίς στίχο. Μετά το πείραμα με τον Fergie Frederiksen, στον οποίο βόλευε που χρέωναν την αποτυχία του προηγούμενου άλμπουμ τους, του “Isolation”, χρειάζονταν μια νέα φωνή που θα έβαζε τη σφραγίδα της στη νέα τους παραγωγή.  


Ο Fergie, με μια από τις καλύτερες ροκ φωνές στο χώρο και με παρελθόν σε πιο δυναμικά ροκ σχήματα, είχε προσδώσει στο “Isolation” ένα γκάζι που, ενώ είχε στα χαρτιά τις προδιαγραφές, στις πωλήσεις δεν έπιασε. Οι υπόλοιποι, επηρεασμένοι από τις κάκιστες επιλογές της καταστροφικής περιοδείας του ‘85 στο τέλος τον κατηγόρησαν ότι –αν είναι δυνατόν- δεν μπορούσε να βγάλει τη φωνητική γραμμή σ’ ένα από τα καινούρια κομμάτια που είχε γράψει ο David Paich, το “Could This Be Love?”. Τον απέλυσαν με συνοπτικές διαδικασίες και συνέχισαν τα πειράματα. Είχαν δοκιμάσει ήδη 5 τραγουδιστές, όταν τον Απρίλιο του ‘86 έφεραν στο στούντιο έναν νεαρό που γνώριζαν από παιδί.  
Ήταν ο 26χρονος Joseph Williams, γιός του συνθέτη, ενορχηστρωτή και παραγωγού John Williams, του μαέστρου που είχε υπογράψει δεκάδες ορχηστρικά soundtrack του Hollywood, από τον «Βιολιστή στη Στέγη», τα «Σαγώνια του Καρχαρία», το “Star Wars”, ως τον «Σούπερμαν» και τους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού».
Ο πατέρας του David Paich, επίσης πασίγνωστος στη μουσική βιομηχανία ενορχηστρωτής, στα νιάτα του, προσλάμβανε τον πατέρα Williams για πιανίστα στις ηχογραφήσεις του. Οι Porcaro, από από πάππου προς πάππον μουσική οικογένεια, γνωρίζονταν με τον πατέρα Williams από χρόνια. Τον δε Joseph τον γνώριζαν ως ένα μικρό κοκκινομάλλικο ζιζάνιο, τον πρόσεξαν όμως στα 16 του, όταν, θέλοντας να ακολουθήσει καρριέρα τραγουδιστή, είχε μπει στο στούντιο για πρόβες,. «Ο μικρός έχει μέλλον», είχε πει ο Jeff.  
Το μέλλον αυτό τον έφερε, δέκα χρόνια μετά, στις ωντισιόν των Toto - δίπλα στους μουσικούς μιας τέτοιας μπάντας, κανείς δεν υπήρχε περίπτωση να παρακάμψει τη διαδικασία των δοκιμαστικών. Ο Josh θαύμαζε τους «μεγάλους» Porcaro. Άκουσε τον πρώτο δίσκο των Totoστα δεκαοχτώ του κι αμέσως έτρεξε με ένα αντίτυπο στα χέρια στον πολλά βαρύ συνθέτη πατέρα του: «Είδες; Στο είπα ότι οι Porcaro θα τα καταφέρουν! Αυτό θέλω να κάνω κι εγώ!». Με μεγάλη αγωνία όσο και ενθουσιασμό, ο Williams άκουσε από «τη γραμματέα του κου Jeff Porcaro» ότι το ραντεβού του για την ακρόαση προγραμματίστηκε. Όταν βρέθηκε στο Record One, τον έβαλαν να πει δύο - τρία παλιά τους, τα οποία φυσικά ήξερε απ’ έξω. Μετά, τον έριξαν κατευθείαν στο καινούριο υλικό. «Τί λόγια θά ’βαζες σ’ αυτό;». «Σκέφτεσαι καμιά μελωδία εδώ;».  
Οι πέντε είχαν ήδη βάλει κάτω μερικές συνθέσεις που είχαν αναβλύσει από μέσα τους φυσικά. Ο David Paich είχε ήδη καθ’ όλα έτοιμη μια soul μπαλάντα, ενώ ο Lukather έφερε κι αυτός κάτι ανάλογο, έχοντας δουλέψει μαζί με το συνθέτη Randy Goοdrum, έναν άνθρωπο που πριν τα σαράντα του χρόνια είχε συνθέσει τεράστιες επιτυχίες για ονόματα όπως ο Kenny Rodgers, o George Benson, ο Michael Bolton και ο Steve Perry.
Μέσα στον τελευταίο μόνο χρόνο, ο, κατά κοινή ομολογία πληρέστερος ντράμμερ της μουσικής βιομηχανίας, Jeff Porcaro είχε παίξει στα στούντιο άλμπουμ των Eric Clapton, Joe Walsh, Peter Cetera και Michael McDonald. Ο μικρός αδερφός, ο πιανίστας Steve Porcaro, που απέφευγε το ξόδεμα του να παίζει σε άλμπουμ τρίτων, έφερε μια ατμοσφαιρική σύνθεση, άλλη μια στη δισκογραφία τους με γυναικείο όνομα, το “Lea”.  
Ο Williams προσέγγισε το υλικό με την όρεξη νεοσσού, στην πρώτη κανονική του βόλτα στο κοτέτσι με τους βαρβάτους κόκκορες. Ό,τι του έδιναν το αξιοποιούσε. Η έκταση και η ευλυγισία της φωνής του, κάτι ανάμεσα σε Jeffrey Osborne και Dave Bickler, μπολιασμένη με σαφή σόουλ ευαισθησία και ενθουσιασμό για την ευκαιρία που του δόθηκε να τραγουδήσει σε κορυφαίο επίπεδο με τα πρότυπά του, έδωσε μια ανοιχτή διάσταση στο ήδη ποικίλο μουσικό υλικό που αποτέλεσε τελικά το “Fahrenheit”.   


Ως νέο πρόσωπο, ο Williams μονοπωλεί το ενδιαφέρον του τύπου στις συνεντεύξεις προώθησης του νέου δίσκου. Πώς και από το ωδείο και τα μαθήματα αρμονίας και σύνθεσης κατέληξε στο ροκ-εν-ρολ;  Τί έχιε να πει ο πατέρας του γι’ αυτό;
«Ο πατέρας μου, όντως, βρίσκεται στην άλλη όχθη της μουσικής βιομηχανίας. Από τη μητέρα μου – που ήταν τραγουδίστρια- επηρεάστηκα καθοριστικά. Από τον πατέρα μου μπορεί να πήρα την οργάνωση, το ήθος της μελέτης και της εξάσκησης, από κείνην όμως πήρα την επιμονή και το πάθος να ακολουθήσω το όνειρό μου: να γίνω τραγουδιστής».  
Οι επιρροές και το υπόβαθρο του Williams ξεδιπλώνονται πράγματι πάνω στα νέα τραγούδια. Λιτό, ημιχορευτικό σοφτ ροκ (“’Till The End”), power pop (“We Can Make It tonight”), μπαλάντες (“Somewhere Tonight”), υπαινιγμοί φανκ μέχρι σημείου El DeBarge (“Fahrenheit”), ατμοσφαιρικά σαξόφωνα από τον David Sanborn, αρμονίες που διεισδύουν στη μουσική μνήμη (“Could This Be Love”), δεύτερα φωνητικά από τον Don Henley (“Lea”) και τον Michael McDonald των Doobie Brothers, κρουστά από Lenny Castroκαι Paulinho Da Costa, ένας ήχος σε απόλυτο συντονισμό με τα fm της εποχής – το δεύτερο μισό του ’86 για πρώτη φορά τόσα πολλά R&B και soul άλμπουμ πέρασαν από τα ειδικά «μαύρα» τσαρτ προς το mainstream κοινό του Billboard.   
Ανάμεσα στα κομμάτια, μια δακρυprovocattrice τελειότητα, με νοσταλγική μελωδία που διαπερνά εύκολα τις ακουστικές αναστολές προς το θυμικό. Το βίντεο κλιπ δείχνει το γκρουπ στην ταράτσα του πρώτου ουρανοξύστη που χτίστηκε στο L.A. το 1898. Στην πρώτη φωνή είναι ο Lukather, στα  δεύτερα ο Williams με τον Michael McDonald. Οι φωνητικές αρμονίες χάνονται από το ύψος του ουρανοξύστη στον ορίζοντα, ενώ ο απογευματινός ήλιος δύει πάνω στα γυαλιά τους. Και αργά το βράδυ, ενώ συνεχίζουν να παίζουν υπό το φως των προβολέων, έρχονται τα σύννεφα και τέλος μια δυνατή βροχή.
Τα μαζεύουν και την κάνουν στα γρήγορα, δίνοντας άλλο νόημα στο πόσο εύκολα ξεπερνάς την ερωτική λαβωματιά. Αs soon as forever is through, ναι, αλλά μόλις η βρόχα αρχίσει και λεκιάζει δερμάτινα, πουκάμισα και Ray Ban, λίγο πιο γρήγορα.    
 
Το κομμάτι, προχωρημένο φθινόπωρο του ’86, θα γίνει μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους (US#11, 22/11/86). Τόσο που θα μπει πριν τα Χριστούγεννα στη διπλή συλλογή “HITS 5”, δίπλα σε Lionel Ritchie, Peter Cetera και Simply Red. Πέρα όμως από την επιτυχία στα τσαρτς, για τους ίδιους τους Τοto, το “Fahrenheit”  επιφύλασσε ικανοποιήσεις διαφορετικές από του κοινού τους.  
«Μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της καρριέρας μας», θα πει τον Οκτώβριο του ’86 ο μπασίστας Mike Porcaro «είναι ότι φιλοξενήσαμε στο studio τον μεγάλο Miles Davis. Ο αδερφός μου ο Steve είxε γράψει ένα κομμάτι, το “Ηuman Nature, που μπήκε στο δίσκο του Michael Jackson. Ο Μiles ηχογράφησε μια δική του εκτέλεση και τη συμπεριέλαβε στον προηγούμενο δίσκο του. Ήταν ένα πολύ πετυχημένο crossover πείραμα, τα πολύ καλά. Μετά απ΄αυτό, ο Miles ζήτησε από τον Steve ένα – δύο τραγούδια ακόμη για τον επόμενο δίσκο του. Ήρθε λοιπόν στο studio να παίξει στα κομμάτια που ο Steve του είχε ετοιμάσει. Μια βδομάδα πιο πριν, είχαμε ηχογραφήσει ένα μικρό σε διάρκεια jazz τρακ, το είχαν γράψει ο David Paich και ο Steve Lukather. Το βάλαμε λοιπόν διστακτικά στο κασσετόφωνο και αφού τελείωσε τη δουλειά του στα δικά του κομμάτια, του λέμε “Miles, τί θα έλεγες, αν νιώθεις τη διάθεση, να παίξεις ένα σόλο με την τρομπέτα σου πάνω σε κάτι δικό μας;”. Δεν το περιμέναμε ότι θα δεχθεί. Στο τέλος, μας ρίχνει μια φευγαλέα ματιά και λέει με την αμίμητη βραχνή του φωνή: “Τελικά, υπάρχουν και κάποιοι λευκοί μουσικοί που μπορούν να είναι funky”. Αυτό ήταν το πραγματικό παράσημο για μας».  
Μουσικά παράσημα, τρομπέτες και τέτοια ήταν πράγματα περιττά, τότε, στον τελευταίο καύσωνα του Αυγούστου του ’86. Οι Toto ήταν ο εχθρός. Και το “Fahrenheit”, ακόμη κι όταν, κάτι μήνες μετά, άκουσα την πρώτη του πλευρά, πασπατεύοντας κασσέττες στο δισκάδικο του Μποναμά, το μόνο που με έκανε ήταν να καγχάσω «φλωράτζες» και να πάρω –φυσικά- το “The Wild, The Willing And The Innocent” των U.F.O. και το “Balls To The Wall” των Accept.  
Όμως, λίγα μόλις χρόνια αργότερα, όταν οι ορδές των κλαψοσκοταδιστών του γκραντζ επιχείρησαν, υπό την καθοδήγηση μιας μικρής ομάδας ανέραστων executives να μας αποξενώσουν βίαια από ο,τιδήποτε θύμιζε την ανέμελη και γεμάτη όνειρα μουσική μας εφηβεία, μπάντες όπως οι Toto έδειξαν σε μας, τους κάποτε αγύριστους μεταλλικούς σβέρκους, ότι «φλώροι» δεν είναι όσοι από επιλογή δεν παίζουν στο «11».
Μπάντες όπως οι Τοto, που βρέθηκαν, όπως και μεις ως ακροατές, έτσι κι εκείνοι σαν τραγουδοποιοί, στα μουσικά αζήτητα, μας υπενθύμισαν κάτι ουσιαστικό: όταν είσαι παιχταράς, προτιμάς να βρίσκεσαι ανάμεσα σε ισοϋψείς και δε δίνεις δεκάρα πώς θα το δουν αυτό οι υπόλοιποι. Ότι όταν ξεχωρίζεις σε πολλά και διαφορετικά πράγματα συγχρόνως, δεν έχει τίποτε το ενοχικό το να παίζεις όποιο χαρτί δεξιότητας επιθυμείς κάθε φορά. Ότι δε θα σου πουν οι άλλοι ποιος «πρέπει» να δείχνεις ότι είσαι. Ότι μόνος δρόμος είναι να ακολουθείς το ρυθμό και τον τρόπο σου, άσχετα αν θα «πετύχεις» ή όχι, όπως κι αν ορίζουν οι απ’ έξω την επιτυχία.  


Συχνά, αυτό που χρειάζεται να συμβεί είναι να νιώσεις στην απ’ έξω, να βιώσεις την κακουχία της ενηλικίωσης και την αναμέτρηση με το σκληρό πρόσωπο της πραγματικής ζωής για να εκτιμήσεις τη μουσική που κάποτε προσπερνούσες.
Απέκτησα το “Fahrenheit” μεταχειρισμένο κι ανεπιθύμητο, όπως πολλά άλλα lp που δεν είχα για διάφορους λόγους αποκτήσει σε πρώτο χρόνο. 300 δραχμές από Μοναστηράκι, μια εποχή που παντού στα μπαρ μας βασάνιζαν με κάτι Πίξις και Σμάσιν Πάμπκινς. Η διαφορά του τότε και του πάλαι, λες και απείχε αιώνες.
Η αρτιότητα των ενορχηστρώσεων με την οποία σερβίρουν οι πέντε παίκτες – κι οι άλλοι τόσοι που τους υποστηρίζουν - την cool, απενοχοποιημένη κάθαρση από την τυρρανεία του fuzz της κιθάρας ΣΤΟ “Fahrenheit”, ήρθε η ώρα να με πιάσει.
Πλέον, το “I’ll Be Over You” μπορούσα να το μεταφράσω σε πραγματικό αντίδοτο χωρισμού, το “Without Your Love” με την τζαζ αυτοσχεδιαστική κιθάρα του Lukather και την buddyατμόσφαιρα στο κλιπ, μου μιλούσε διαφορετικά. Kαι εκείνα τα δύο τελευταία κομμάτια, το “Lea” και το “Don’t Stop Me Now”, τα άκουγα ξανά και ξανά με τη χαρά σκαπανέα που βρήκε διαμάντια – ειδικά στο δεύτερο, τί να πει η φωνή μπροστά στην τρομπέτα του Miles Davis;  



Εκείνο, δε το εξώφυλλο, με την επιχρωματισμένη σαν πίνακα, αδρή από την υγρασία ενός αναπόδραστου καύσωνα, φωτογραφία του περίφημου Jim Shea μου μιλούσε λέγοντάς μου, κάθε φορά που έπιανα το δίσκο και άλλη ιστορία : Είναι στην Κούβα. Όχι, είναι στη Νάσβιλ. Είναι Αύγουστος. Μπορεί και Σεπτέμβριος. Είναι απόγευμα. Όχι, λίγο πριν το μεσημέρι, κοίτα τις σκιές.
Η τύπισσα έχει φάει στήσιμο μέσα στον καύσωνα και κείνος μόλις βγήκε, την είδε και για κάποιο λόγο μαγνητίστηκε. Όχι. Η τύπισσα στηθηκε επί τούτου στη γωνία, περιμένοντάς τον να βγει, γιατί τον είχε κοζάρει από πριν, να δουλεύει σε κείνο το store με τη γαλάζια πρόσοψη. Θα της μιλήσει. Θα του ζητήσει φωτιά. Κάτι θα γίνει. Όλα είναι ανοιχτά. Λες τη φάση να την έχουν στήσει οι πέντε Toto, που στο οπισθόφυλλο ποζάρουν με πονηρώς αδιάφορα χαμόγελα ακουμπισμένοι σε τοίχο από – πιο ‘80s, εξαϋλώνεσαι-  υαλότουβλα;  
Το “Fahrenheit” (US#40, 29/11/86) άργησε να γίνει χρυσό και παγιώθηκε σαν το μόλις τέταρτο κατά σειρά επιδόσεων στα τσαρτ άλμπουμ στη δισκογραφία των Toto. Ακόμη αργότερα, για τη γενιά μου έγινε κάτι σαν “guiltypleasure”, καθώς μέσα στα χρόνια το προφίλ του ίδιου του γκρουπ απέκτησε και στα μέρη μας τη διάσταση που του αναλογούσε. Για μένα, θα φέρει πάντα κάτι από τη γεύση του καλοκαιριού που, θες – δε θες, τελειώνει. Του έρωτα που δεν προφτάσε να πετάξει. Των φίλων που δε θα είναι πια οι ίδιοι, γι’ αυτό και δε θα’ ναι πια φίλοι. Του ξεκινήματος απ’ το μηδέν και υπό καύσωνα.  


Ως γνωστόν, η ζωή, όταν έχει βίτσια, σεντράρει δεύτερες φορές. Την Αθηνά τη συνάντησα, δεκατρείς Αυγούστους μετά, το καλοκαίρι του Χρηματιστηρίου. Φορούσε ένα κόκκινο κολλητό φόρεμα και άφηνε τα ταλαιπωρημένα από επιδέξια γυμνάσια κομμωτικής μαλλιά της να πέφτουν πάνω από αριστερό της μάτι. Ακουμπούσε στη μικροσκοπική σανίδα τη βιδωμένη στον άσπρισμένο τοίχο του μπαρ «Σχολειό», στα Κουφονήσια, κρατώντας ένα ποτήρι μαρτίνι με μέσα του κάτι σε βαθύ πορτοκαλί, περιμένοντας να δει τον ήλιο ν’ αφήνει, πίσω απ’ το ξερακιανό τηλεγραφόξυλο, τα ασσορτί του χρώματα να χυθούν στο καλντερίμι.
Η ακουστική μου μνήμη γουστάρει να μου υπενθυμίζει ότι η συνάντηση αποτελεί ζώσα απόδειξη για το ότι υπάρχει θεία χάρις. Αφού αυτή ήταν που είχε ρίξει στη σιντιέρα μια συλλογή με σλόου και αυτή που έκανε, το πρώτο πεντάλεπτο της συνομιλίας μας -που έφτασε να κρατήσει δύο εικοσιτετράωρα- να γλυστρήσει  από τα ηχεία το “Could This Be Love?”.  
«Με θυμάσαι;».  
«Δεν έχεις αλλάξει και πολύ».  
 «Μίμη, δύο απ’ τα ίδια».  
Τα Φάρενάϊτ του Αυγούστου τα κάνουν κάτι τέτοια, σας λέω.  
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου