U.F.O.: Σαν ξένος ανάμεσα σε ξένους, στη μέση της νύχτας
Τρίτη

9Φεβ

Τέλη Νοεμβρίου του ’78 οι U.F.Ο. βρίσκονται στα Record Plant Studios της Νέας Υόρκης. Επιβλέπουν τη μίξη στις πομπίνες από δύο πρόσφατες ζωντανές ηχογραφήσεις του σκέλους της αμερικάνικης περιοδείας που μόλις έχει τελειώσει. Η πρώτη, στις 13 Οκτωβρίου στο International Amphitheatre του Σικάγο.
Η δεύτερη, στις 18 στο Louisville Gardens του Kentucky. Η Chrysalis έχει αποφασίσει ότι ο επόμενος δίσκος τους θα είναι διπλός και ηχογραφημένος ζωντανά.
Μετά τα “Kiss Alive!” (US#9, 13/12/75), “Peter Frampton Comes Alive!” (US#1, 10/4/76), “One More For The Road” (US#9, 13/11/76) και το “Live And Dangerous” (US#84, 12/8/78), το ροκ διανύει την εποχή των διπλών live album.
Δε μοιάζει να υπάρχει πιο επιτυχημένη μέθοδος για να κεφαλαιοποιηθεί δισκογραφικά η πορεία ενός ροκ συγκροτήματος που γεμίζει αίθουσες, από ένα όσο πιο πολυτελές γίνεται σουβενίρ της ζωντανής του απόδοσης.
Βέβαια, στις τάξεις των U.F.O. το ανθρώπινο δυναμικό έχει μικρή ικανότητα να συναισθανθεί το κρίσιμο της συγκυρίας.
Επί χρόνια, οι διαπροσωπικές συγκρούσεις μεταξύ των μελών μαίνονται. Οι τρεις Λονδρέζοι που έχουν ξεκινήσει τη μπάντα, ο 30χρονος τραγουδιστής Phil Mogg, ο 27χρονος μπασίστας Pete Way και ο 26χρονος ντράμερ Andy Parker ποτέ δεν υπήρξαν μειλίχειοι και διαλλακτικοί χαρακτήρες.
Ο εμπειρώτερος όλων 33χρονος πιανίστας Paul Raymond έχει έρθει στα μέσα του ’76 στη θέση του Danny Peyronel. Όμως ακόμη δεσμεύεται με συμβόλαιο σε ανταγωνιστική δισκογραφική εταιρία, και ναι μεν συνθέτει και βοηθά στην ενορχήστρωση, όμως δε νιώθει κανονικό μέλος και στους καυγάδες που υποδαυλίζονται από αλκοόλ και ναρκωτικά, προσπαθεί να κρατήσει αποστάσεις. Στο επίκεντρο όλων, το μουσικό συστατικό που έδινε στη μπάντα από το Λονδίνο το ιδιαίτερο ηχόχρωμά της, ο 23χρονος Γερμανός κιθαρίστας Michael Schenker, που αναγνωρίζεται από μουσικούς και ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του κοινού ως ένα παιδί – θαύμα της εξάχορδης.
Χαρακτήρας απόβλεπτος όσο και ιδιοφυής, είναι μέλος των U.F.O. περίπου πέντε χρόνια, έχοντας συνθέσει το 90% της μουσικής τους, σε συνεργασία με τον Phil Mogg. Εξακολουθεί όμως να μη μιλάει αγγλικά, συνεννοούμενος με τους υπόλοιπους με νοήματα και νότες. Έχει, δε, αρχίζει να αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα άγχους πριν από κάθε εμφάνιση, με αποτέλεσμα να καταφεύγει σε χάπια και αλκοόλ για να το αντιμετωπίσει, με δεδομένο ότι ο δικός του, πλούσιος, μελωδικός ήχος της κιθάρας έχει γίνει το σήμα κατατεθέν του συγκροτήματος.
Το γεγονός ότι ο Phil Mogg, πρώην πρωταθλητής μποξ στις κατηγορίες νέων του Βόρειου Λονδίνου συχνά τον δέρνει και τον απειλεί, έχει μέσα στα πέντε αυτά χρόνια τη ζωή του μέσα στους U.F.O. κόλαση. Το μόνο που νιώθει ότι του έχει απομείνει είναι να επιμένει η κιθάρα του να γράφεται στο στούντιο και να αποδίδεται στο κοινό «τέλεια». Αναπτύσσει έτσι μια εμμονή στη λεπτομέρεια, για τον ήχο που θέλει να καταγράφεται όπως ακριβώς τον ακούει μέσα στο κεφάλι του.
Μέσω της μνηστής του Gabi, που εκτελεί και χρέη μεταφράστριας «προς τους Άγγλους», έχει επανειλημμένα απειλήσει, προειδοποιήσει – άλλοτε και εμφατικά ανακοινώσει- ότι «θα τους παρατήσει». Το καλοκαίρι του ’77, στην περιοδεία για το “Lights Out” το έχει μάλιστα πραγματοποιήσει. Η απουσία του θα κρατήσει μόνο κάποιες μέρες, καθώς ύστερα από μεσολάβηση του Pete Way, πείθεται να γυρίσει. Όμως, καθώς το φθινόπωρο του ’78, και η περιοδεία στην Αμερική για το “Obsession” πλησιάζει στο τέλος της, έχει πάλι αρχίσει να λέει ότι «θα φύγει οριστικά» από το συγκρότημα.
Δεν είναι μυστικό το γιατί.
«Τους το είχα πει. Αν ο Phil Mogg ξανασηκώσει το χέρι πάνω μου, έχω φύγει».
Θα έρθουν όμως στα χέρια ξανά, λίγες μέρες πριν μπουν στο Record Plant.

 

«Υπήρξαν πολλές φορές που μου ερχόταν να τον δείρω», θα ομολογήσει κυνικά ως και χαιρέκακα ο Phil Mogg, δεκαετίες αργότερα. «Έπαιρνε αντικαταθλιπτικά, από κείνα που έστειλαν στον άλλο κόσμο τον Keith Moon των Who. Το πρόσωπό του γινόταν κόκκινο σαν παντζάρι. Του το είχαν πει, δεν έπρεπε να τα αναμιγνύει με αλκοόλ. Όμως την εποχή εκείνη ο καθένας έβαζε τα δικά του όρια στο τί μπορούσε να κάνει και τί όχι. Στην περιοδεία για το Obsession ήμασταν μία πάνω και μία κάτω. Wine, women and song – σ΄αυτή τη σειρά- αποτελούσαν τις προτεραιότητές μας. Προσωπικά δεν ήθελα να κυκλοφορήσουμε ένα ζωντανό δίσκο. Κι αν πέφταμε σε μια κακή μας βραδιά;».
 
Ο ντράμερ Andy Parker επιβεβαιώνει ότι τα πλακώματα, όσο και οι ουσίες είχαν φτάσει να έχουν άμεση επίδραση στην απόδοσή τους πάνω στη σκηνή.
«Είχαμε φτάσει να έχουμε διαφορετικό είδος αλκοόλ για κάθε ώρα της ημέρας. Λευκό κρασί για το απογευματινό sound check – όχι κάτι βαρύ- κι από κει και μετά συνεχίζαμε με όλο και πιο δυνατά πράγματα. Όσο πλησίαζε η έναρξη της συναυλίας, κατά τη διάρκειά της και μετά. Μέναμε όρθιοι μέχρι κατά τις τις τέσσερις το πρωί να πέσουμε αναίσθητοι. Την επόμενη μέρα ξεκινούσαμε πάλι απ’ την αρχή».
Οι άνθρωποι της Chrysalis Records έχοντας προβλέψει τί πρέπει να συμβεί για να μην αποδειχθεί η αστάθεια αυτή καταστροφική για το προσδοκώμενο «προϊόν», έχει εξασφαλίσει ότι η κινητή μονάδα ηχογραφήσεων του Record Plant θα καταγράψει εξ ολοκλήρου έξι εμφανίσεις των U.F.O.. Με το “Obsession” να είναι το πιο επιτυχημένο άλμπουμ της μέχρι τότε δισκογραφίας τους (UK#26, 22/7/78), σκοπός της Chrysalis είναι ο νέος δίσκος όχι απλώς να περιλάβει τις καλύτερες στιγμές από το δίσκο “Phenomenon” του ’74 και μετά, αλλά να τις αποτυπώσει και στις καλύτερες δυνατές ζωντανές εκτελέσεις τους. Εκεί εξάλλου βρίσκεται και η εμπορική δυναμική των U.F.O. – εισπράττον πολλαπλάσια από τις περιοδείες παρά από τις πωλήσεις των δίσκων.
Η επίβλεψη και η επεξεργασία των ηχογραφήσεων ανατίθεται λοιπόν στα πλέον σίγουρα χέρια. Στον παραγωγό Ron Nevison, που έχει δεξί του χέρι τον ηχολήπτη Mike Clink. O πρώτος είχε στο βιογραφικό του την ηχοληψία σε δύο από τα πιο απαιτητικά διπλά άλμπουμ της δεκαετίας του ’70, το “Quadrophenia” των Who και το “Physical Graffiti” των Zeppelin, έχοντας επίσης υπογράψει την παραγωγή σε δίσκους των The Babys, Jefferson Starship και Thin Lizzy (τα δε επόμενα χρόνια, θα γίνει ο παραγωγός σε μια σειρά από υπερεπιτυχημένα άλμπουμ για κορυφαία ροκ ονόματα - Survivor, Heart, Kiss, Chicago, Μeat Loaf, Ozzy Osbourne). Ο δεύτερος, πιστός μαθητής του πρώτου, στη δεκαετία του ’80 θα γίνει ο ιθύνων νους πίσω από δίσκους – μνημεία όπως τα “Whitesnake ‘87” και “Appetite For Destruction”.
 
Έχοντας κάνει την παραγωγή και στα δύο προηγούμενα άλμπουμ των U.F.O., ο Νevison ξέρει πολύ καλά τί θέλει. Η δουλειά του είναι να αναδείξει με τη μεγαλύτερη ευκρίνεια και πιστότητα τις καλύτερες στιγμές από τις δύο βραδιές, αιχμαλωτίζοντας το νεύρο και την αμεσότητα των U.F.O. που ήταν φύσει αδύνατο να προέλθει από έναν στουντιακό δίσκο, ακόμη κι αν ήταν από αυτούς που έχει ηχογραφήσει ίδιος. Ο Nevison με τη βοήθεια του Clink πράγματι θα τα καταφέρει. Η τραχιά, βραχνιασμένη φωνή του Steve Brooks, του ιμπρεσσάριου που τους συνόδευε στο τελευταίο σκέλος της αμερικάνικης περιοδείας επιλέγει να είναι το πρώτο πράγμα που ακούει κανείς όταν η βελόνα ακουμπά το αυλάκι της πρώτης πλευράς:
 
Hello, Chicago. Would you please welcome, from England… U!… F!… O!”
Kαι μπαίνει το “Natural Thing”, ξαφνικό και θρασύ σαν γρονθοκόπημα, ποτισμένο μεθυσμένα στιγμιότυπα από τη ζωή στο δρόμο. Χωρίς διακοπή, έρχεται η διεισδυτική μελωδία του “Out In The Street”, ένα από τα πέντε τραγούδια του δίσκου “Force It” του ’75 που δε φεύγουν σχεδόν ποτέ από το ρεπερτόριό τους – πιθανόν το μοναδικό που στον ίδιο στίχο παραπέμπει στις μορφές του βωβού κινηματογράφου Μπάστερ Κήτον και Λουίζ Φαζέντα για να παραδειγματίσει την υποκρισία του έρωτα. Ακουλουθεί o παιάνας ηδονισμού –και πρόσφατο single (UK#50, 5/8/78)- "Only You Can Rock Me”, ένα υπόδειγμα του πώς κτίζεται ένα σόλο με αρχή μέση και τέλος.
Η πρώτη πλευρά κείνει με την  νότα προς νότα συγκλονιστική εκτέλεση του “Doctor Doctor”. Με το πιάνο του Raymond να κάνει πιο ζωντανή και απομνημονεύσιμη την εισαγωγή, τον καλπασμό ρου ριφ – ο ίδιος είναι που βοηθά στη δεύτερη κιθάρα- και την κρυστάλλινη μελωδία του Schenker, έχει τέτοιο παλμό που υποβιβάζει την αρχική στούντιο εκτέλεση που υπάρχει στο “Phenomenon” σε απλή υποσημείωση. Μια εκτέλεση - αρχέτυπο για το πώς ένα ροκ συγκρότημα στη δεκαετία του ’70 γίνεται μεγαθήριο, ενώπιον του κοινού της και μέσω του βινυλίου ενώπιον των χιλιάδων θαυμαστών της μέσα στο χρόνο.


Στη δεύτερη πλευρά, το νοσταλγικό “Love To Love” τυγχάνει της ανάλογης περιποίησης από τα πλήκτρα του Raymond, που με μια λυρική εισαγωγή αναδεικνύει το ειδικό βάρος των ριφ του Schenker που ακολουθούν. Η δε φωνή του Mogg, δίπλα στο ογκώδες μπάσο του Pete Way, που μαζί με τον Parker κρατούν τη ρυθμική βάση στιβαρή, ερμηνεύει τους στίχους με μετρημένη δύναμη και εκφραστικότητα, χωρίς σε κανένα σημείο να δείχνει ότι επιδιώκει να αναμετρηθεί με frontmen μεγαθήρια όπως ο Daltrey ή ο Plant – απεναντίας, με τη σκληρόπετση στάση ενός πολυτεχνίτη της πιάτσας και φανατικού οπαδού της Tottenham έδειχνε ότι αδιαφορεί δικαιωματικά για τέτοιες συγκρίσεις. Πρωταγωνιστής εξάλλου στους U.F.O. είναι ο βαρύς, πυκνός ήχος και τα καλοφτιαγμένα τραγούδια που συγκινούν ως παράγωγο μιας συμπαγούς μουσικής ομάδας. Και στις πομπίνες που επισκοπούνται στο Record Plant, βρίσκονται όλα εκεί:
Το λάγνο “Too Hot To Handle”, το ρυθμικά συναρπαστικό “Mother Mary”, η παράδοση στην αδρεναλίνη της ταχύτητας με το “Let It Roll”, τα ποτισμένα Λονδρέζικη υγρασία “Lights Out” και “I’m A Loser”, το ρωμαλέο –κι αυτό πολύ ανώτερο του στουντιακού - “Shoot Shoot”.


Υπάρχει βέβαια και η αναπόφευκτη δόνηση του “Rock Bottom”. Το μονολιθικό, μεταλλαγμένο boogie που πάντα ο Schenker αξιοποιεί για να απλώσει τους κλασσικόμορφους αυτοσχεδιασμούς του επί σκηνής, έρχεται στην τρίτη πλευρά, μετά τον μεταλλικό ορυμαγδό “Lights Out” κι εκτείνεται σε κάτι παραπάνω από έντεκα λεπτά. Αυτό είναι και το κομμάτι που θα προκαλέσει τη μεγαλύτερη αναταραχή όσο παραγωγός και συγκρότημα επεξεργάζονται στο στούντιο τις ηχογραφήσεις με το ζωντανό υλικό. 
Kατά πόσο ο Nevison «έπρεπε» αυτές τις ηχογραφήσεις να τις διορθώσει στο στούντιο; To βέβαιο είναι ότι για να αξιοποιήσει στο μέγιστο την ηχητική πιστότητα του δίσκου βινυλίου και το χώρο που του έδιναν οι τέσσερις διαθέσιμες πλευρές, περιέκοψε αρκετά το ηχητικό φάσμα από τη συμμετοχή του κόσμου και άλλαξε τη σειρά των τραγουδιών που η μπάντα συνήθως ακολουθούσε στις εμφανίσεις της, ώστε να «χωρέσουν» τα κυριώτερα σημεία.
Το “Hοt & Ready”, με το οποίο συνήθως ξεκινούσαν, παραλείφθηκε, ενώ δύο κομμάτια της δεύτερης πλευράς, τα “Mother Mary” και “This Kids” είναι ηχογραφημένα από το μηδέν στο στούντιο C του Record Plant, με τις ιαχές του κόσμου να έχουν απλώς προστεθεί στη μίξη.
Τόσο ο  Mogg, όσο και ο Nevison επιμένουν ότι τα σποραδικά overdubbing που έγιναν στο στούντιο ήταν πάνω σε όσα δεν έπιασε με την απαιτούμενη ευκρίνεια, από καθαρή τεχνική αστοχία, ένα μικρόφωνο σε μια από τις δύο ηχογραφημένες βραδιές σε Σικάγο και Λούισβιλλ. Και ο Schenker έχει χωρίς δεύτερη σκέψη ομολογήσει ότι σημεία του υλικού έχουν επανηχογραφηθεί, όμως μόνο για λόγους βελτίωσης της ποιότητας του ήχου κι όχι για καλλωπισμό της απόδοσης των μουσικών της μπάντας.
«Ό,τι ακούγεται στο “Only You Can Rock Me” βγαίνει από έναν Marshall 50 watt και τη Gibson Flying V μου, φορτωμένη μόνο μ’ ένα πεντάλι “wah-wah”. Αυτοσχεδιασμός γραμμένος στο στούντιο, όμως και ζωντανά έπαιζα παραλλαγές πολύ κοντινές σ’  αυτόν».


Φήμες ότι ο Nevison έβαλε στο παιχνίδι τον 24χρονο Ουαλλό κιθαρίστα Paul Chapman –παλιό γνώριμο των U.F.O., που έχει αρκετές φορές συμπράξει σα δεύτερος στη σκηνή ή και αναπληρώσει τον Schenker σε απρόοπτες απουσίες του- να γεμίσει τον ήχο, γράφοντας επιπλέον κιθάρες πάνω από τις ηχογραφήσεις του Γερμανού, διαψεύδονται τόσο από τον παραγωγό, όσο κι από τον ίδιο τον Schenker.
Ο τελευταίος, κάπως υπερφίαλα, σημειώνει: «Αν ειχε γίνει κάτι τέτοιο, οποιοσδήποτε θα μπορούσε να το καταλάβει, ακούγοντας το δίσκο». Ωστόσο, περιέργως πως, ο Paul Chapman, εικονίζεται να κραυγάζει όπως και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, στο εσωτερικό του άμεσα αναγνωρίσιμου πλέον gatefold εσώφυλλου του δίσκου.
Αυτό στο οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση είναι ότι ο τίτλος “Strangers In The Night” υπήρξε επινόηση του Ron Nevison.
“Για να πω την αλήθεια, τις μέρες που ολοκλήρωνα τη μίξη, είχα βγει για φαγητό σ΄ένα γαλλικό εστιατόριο δίπλα το Record Plant. Είχε juke box και κάποιος είχε ζητήσει να παίξει το κομμάτι του Frank Sinatra. Μου έμεινε στο μυαλό. Θεώρησα ότι είναι ωραίος τίτλος για το δίσκο μιας μπάντας με το όνομα U.F.O., καθώς έχει μέσα του το άγνωστο και το μυστήριο”.
Κατά πράγματι μυστήριο τρόπο, το σχέδιο της λονδρέζικης εταιρίας γραφιστικών τεχνών Hipgnosis για το εξώφυλλο προσδίδει νόημα στον τίτλο, ξεχωρίζοντάς τον εντελώς από τα συμβατικά ζωντανά άλμπουμ που προτάσσουν τη λέξη “Live”.
Κοντινά πλάνα σε ανδρικά πρόσωπα –παραπέμπει σε φαν συναυλίας- να κραυγάζουν, κατά τρόπο ώστε με την παραπλανητική τετραχρωμία και την τεχνική του κόκκου, συχνά απαντώμενη στα κόμικ και την εικονογραφημένη λογοτεχνία τσέπης, να είναι δυσδιάκριτο για όποιον πιάνει στα χέρια του το διπλό δίσκο αν τα εικονιζόμενα πρόσωπα εκστασιάζονται, ή αν μορφάζουν από πόνο – άλλη μια από τις αμίμητες οφθαλμαπάτες της Hipgnosis, σταθερά υπεύθυνης για τα εξώφυλλα (μεταξύ πολλών άλλων, και) των U.F.O. από το ’74 και μετά.
Τα πρόσωπα του εξωφύλλου –που είναι δύο, φωτογραφημένα από διαφορετικές οπτικές γωνίες και αναδιπλασιασμένα, ανήκουν δε στον Joe O’ Neil, υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων της μπάντας και το μέλος του δημιουργικού της Hipgnosis, Peter Curzon- αναδίδουν ένταση, υπαινίσσονται τοπική εγγύτητα κι εκκωφαντικό ήχο, κι όμως είναι μεταξύ τους ξένα. Όπως κι ο Γερμανός Schenker με τους Λονδρέζους U.F.O..



Το “Strangers In The Night” θα κυκλοφορήσει τις πρώτες μέρες του Ιανουαρίου το 1979, με ένα πάρτυ παρουσίασης, το οποίο η Chrysalis διοργάνωσε στο περίφημο Griffith Observatory, Αστεροσκοπείο με εντυπωσιακή θέα στο Los Angeles. Αντανακλώντας τη δημοτικότητα τόσο των U.F.O. όσο και της έννοιας του διπλού live δίσκου, σύντομα θα μπει στο βρετανικό τοπ-10 (UK#7, 10/2/1979), αργότερα μέσα στο καλοκαίρι θα πλησιάσει για πρώτη φορά το top-40 του Billboard.
Θα παραμείνει η μεγαλύτερη επιτυχία της μακράς δισκογραφίας τους, Καθώς καταφέρνει να συγκεντρώσει, χωρίς τίποτε περιττό, τη δύναμη των U.F.O. σε μια σειρά από ζωντανές αποδόσεις των τραγουδιών που αποτελούσαν τον κορμό του σετ, κάθε βράδυ, είτε έπαιζαν στο Λονδίνο, στο Αμβούργο, ή στο Madison Square Garden. Κυρίαρχο στοιχείο στο σφριγηλό, αποτέλεσμα ομαδικής τριβής, ακρόαμα η πληθωρική, χωρίς ίχνος φλυαρίας, κιθάρα του Michael Schenker.
Ο ήχος του άλμπουμ θα επηρεάσει πολυάριθμα hard rock και heavy metal σχήματα των επόμενων δεκαετιών, από τους Iron Maiden και τους Def Leppard ως τους Guns ‘N’ Roses.
«Εγώ που υπήρξα άπιστος Θωμάς, πρώτος θα παραδεχτώ ότι έκανα μεγάλο λάθος να μη θέλω να ηχογραφηθούν οι συναυλίες μας τότε. Πράγματι, ο δίσκος έχει ένα σθένος, μια δόνηση, την έπαρση που είχαμε πράγματι σαν μπάντα», θα καταθέσει πολλά χρόνια αργότερα ο Phil Mogg.

Παρ’ ότι συνώνυμο με την κορυφαία στιγμή των U.F.O., κατά τραγική ειρωνεία συμπίπτει και με την αρχή της κατάρρευσή τους. Γιατί, ήδη από το φύλλο της 2ας Δεκεμβρίου 1978, η ενημερωμένη μουσική εφημερίδα “Sounds” είχε δημοσιοποιήσει ότι ο Michael Schenker αποτελεί παρελθόν από τους U.F.O.. Η αποχώρησή του, όπως αρχικώς διαρρέει, έχει να κάνει με «λόγους υγείας». Ενώ το επόμενο σκέλος της αμερικάνικης περιοδείας περιμένει κλεισμένο τους επόμενους μήνες, τη θέση του Schenker καταλαμβάνει ο Paul Chapman, ο επονομαζόμενος “Tonka”, από τα πλαστικά, άθραυστα παιδικά παιχνίδια, γιατί «δεν έσπαγε δε φθειρόταν» από τις καταχρήσεις.
Σα να μη συνέβη τίποτε, μια ακόμη μικρή βρετανική περιοδεία και εμφανίσεις στις εκπομπές “Top Of The Pops” και “The Old Grey Whistle Test” του BBC οδηγούν το single “Doctor Doctor” στη live εκδοχή του να μπει στο βρετανικό top-40, παρ’ ότι χωρίς τον Schenker ο ήχος αλλά και η δύναμη της εικόνας τους πάνω στη σκηνή έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Τί κι αν ο Chapman ταιριάζει στο αυτοκαταστροφικό modus vivendi των Mogg και Way, κι αυτό τους είναι βραχυρόθεσμα αρκετό; Στη μουσική παραγωγή των U.F.O. από κει και στο εξής, μπορεί ο φιλότιμος “Tonka” να έδωσε έναν πιο βρετανικό, συμπαγή τόνο, χωρίς όμως τις εκρήξεις ιδιοφυίας του μεγάλου γερμανού (ο οποίος μάλιστα μεταξύ ’80 – ’81 έδωσε στο κοινό τα δύο κορυφαία του άλμπουμ ως “Michael Schenker Group”), ακούγονταν πεζοί, κουρασμένοι και κουραστικοί.
Η εξήγηση της ξαφνικής αποχώρησης του Schenker, χωρίς να έχει πλέον παρά μόνον ιστορική σημασία, ποικίλει ανάλογα με το ποιά πλευρά διηγείται τα γεγονότα. Το βέβαιο είναι ότι η σχέση του με τον Phil Mogg δεν βρισκόταν ποτέ σε χειρότερο σημείο, ενώ κι ο ίδιος, στριμωγμένος στο τιμωρητικό πρόγραμμα των περιοδειών και με διάφορες ουσίες να τρέχουν στο οργανικό του σύστημα, απλώς δεν άντεχε άλλο. Σύμφωνα με τον ντράμερ Andy Parker, ο Schenker είχε ενημερώσει ότι μετά τη συναυλία στο Palo Alto στις 29 Οκτωβρίου θα έφευγε ούτως ή άλλως. Αντίθετα, o ίδιος ο Schenker δηλώνει ότι ήθελε να είναι παρών στην επεξεργασία του ζωντανού υλικού που θα γινόταν ο τόσο κρίσιμος επόμενος δίσκος τους.
Όμως η συνύπαρξη εκτός σκηνής με έναν νταή που με κάθε αφορμή ξεσπούσε συστηματικά με τις γροθιές του πάνω στον εύθραυστο ψυχισμό του και η διαφωνία του με τον Nevison για το ποιά εκτέλεση του “Rock Bottom” από τις ηχογραφημένες ήταν καλύτερο να χρησιμοποιηθεί στο δίσκο, «διορθωμένη» μάλιστα ώστε να μην αδικείται η κιθάρα του από κάποιες «λάθος νότες», υπήρξε γι’ αυτόν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.
Ο Phil Mogg, ακόμη και μετά από δύο τουλάχιστον επανασυνδέσεις που ακολούθησαν με τον Schenker στα ‘90s, εξακολουθεί να σαρκάζει :
«Πάντα έφευγε όταν κάτι του φαινόταν δύσκολο. Πάντα προτιμούσε να τα παρατάει. Στην αρχή συμμετείχε όπως όλοι μας στο ποια τραγούδια είναι καλύτερο να μπουν στο δίσκο. Όμως, διαρκώς ζητούσε από τον Nevison να διορθώσει το ένα, ή να αλλάξει το άλλο στον ήχο της κιθάρας του.
Στο τέλος, με το δίκιο του, ο
Rοn απηύδησε. “Ι AINT REPLACING SHIT. THIS IS A LIVE ALBUM!”.
O Michael τον κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του σε μια έκφραση απογοήτευσης που αδυνατούσαμε να καταλάβουμε χωρίς να τον χλευάσουμε. Μονολογώντας “Κρίμα στο ταλαίπωρο Rock Bottom”, άνοιξε την πόρτα του στούντιο κι εξαφανίστηκε».
Mέσα στη νύχτα, σαν ξένος ανάμεσα σε ξένους. Από μια εστία που ο ίδιος δεν έπαψε στιγμή να νιώθει ότι μια ζωή απλώς τον φιλοξενούσε.

Ο ίδιος ο Nevison, δικαιωμένος από τα γεγονότα, χρόνια αργότερα, συνοψίζει:
«Όλος ο κόσμος συμφωνεί ότι το “Strangers In The Night είναι ένα από τα καλύτερα live στην ιστορία, οπότε δεν μπορεί να πει κανείς ότι έκανα τόσο κακή δουλειά. Όποιες αντιρρήσεις και παράπονα έχει ο Schenker, να τα βάλει εκεί που ξέρει. Τύποι σαν αυτόν ακούνε στη μουσική μόνο τον εαυτό τους. Εγώ ως παραγωγός οφείλω να λαμβάνω υπ’ όψη μου περισσότερα πράγματα, να έχω εικόνα του πώς ακούγεται ολόκληρη η μπάντα.
Και ο
Michael Schenker δεν ήταν ποτέ “ομαδικός παίκτης”».
 
Σε συνέντευξή του το 2016, ο Schenker, καθαρός πλέον από τοξικές ουσίες ήδη επί αρκετά χρόνια, εμφανίζεται συμφιλιωμένος με κείνες τις «λάθος νότες». Όχι όμως και απολύτως.

«Σίγουρα παραμένει ευχάριστο να παίζω κομμάτια από το δίσκο αυτόν ζωντανά ακόμη και σήμερα. Οι συγκεκριμένες νότες εξακολουθούν να είναι λάθος, αλλά τελικά, με τα χρόνια έγιναν κλασσικές “λάθος νότες”».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου