Journey: Απόδραση Στα Ύψη
Παρασκευή

20Αύγ

Journey: Απόδραση Στα Ύψη

Δημοσιεύθηκε από:

20/08/2021

Κατηγορία: Old Time Rock

1113
Τον Walter James Herbert, όλοι τον φώναζαν “Herbie”. Είχε ξεκινήσει σαν δεξί χέρι του Bill Graham, του περίφημου μάνατζερ και διοργανωτή συναυλιών που το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 διαμόρφωσε τη μουσική σκηνή της δυτικής ακτής.
Ως roadie των Santana, ο Herbie έζησε και έμαθε το πώς στήνεται η επιχείρηση ροκ-εν-ρολ, τόσο πίσω, όσο και πάνω στη σκηνή. Το ‘73, όταν ο 19χρονος Neil Schon, το παιδί - θαύμα με την άφρο που έκανε κοπάνα από το σχολείο για να παίξει στους Santana μαζί με τον 26χρονο πιανίστα και τραγουδιστή Gregg Rolie αποφάσισαν να κατευθυνθούν προς κάτι μουσικά διαφορετικό, ο Herbie συνέλαβε την ιδέα για ένα συγκρότημα κρισμένο πάνω και γύρω από το σπάνιο ταλέντο του Neil Schon. Τους Journey.
 Το ’77, αφού άκουσε προσεκτικά μερικά demo, ο Herbie επέμεινε και τελικά έπεισε τα υπόλοιπα μέλη ότι η κατάλληλη φωνή που θα έδινε σχήμα στη μουσική τους, βγάζοντάς τους από το ρευστό, όχι και τόσο εξέχον jazz rock με το οποίο καταγίνονταν, ήταν εκείνη του 28χρονου Steve Perry. Λίγο καιρό αργότερα, τους παρουσίασε τον προγραμματισμό του. «Ορίστε : οι τίτλοι των δίσκων σας θα είναι “Infinity”, “Evolution”, “Departure”, “Captured”, “Escape”, “Frontiers” και “Freedom”».
«Γύρω στην εποχή του Departure το πράγμα είχε αρχίσει να καλυτερεύει. Οι δίσκοι μας άρχισαν να έχουν επιτυχία. Και τότε ήταν που o Greg Rolie αποφάσισε να ν’ ακολουθήσει σόλο καρριέρα», θυμάται ο Steve Perry. «Όταν κάποιος μουσικός φεύγει κι έρχεται ένας άλλος στη θέση του, ολόκληρη η χημεία της μπάντας μεταβάλλεται. Τα υλικά στη συνταγή είναι στο εξής διαφορετικά».
Ήταν φθινόπωρο του 1980 όταν ο 32χρονος μάνατζερ των Journey ήρθε αντιμέτωπος με το πώς θα αντικαθιστούσε ένα τόσο θεμελιώδες συστατικό. «Πές μου, Gregg, πώς διάολο θα βάλω άλλον στη θέση σου και ποιόν;». «Δες αυτόν τον μικρό από τη support μπάντα, τους The Babys». «Μα, αυτοί είναι χάλια!». «Για δες καλά. Ο μικρός που παίζει πλήκτρα είναι ταλέντο».
«Ο John Waite ήθελε να διαλύσει τους Babys. Μόλις είχα παντρευτεί την πρώτη μου σύζυγο, Tane, τραγουδίστρια κι αυτή. Ήξερα ότι μπορούσα να γράφω τραγούδια. Με που μου έγινε η πρόταση, μάζεψα τα μπαγκάζια μου και έφυγα για Καλιφόρνια»
Έτσι, ο –όχι και τόσο «μικρός», 29χρονος - Jonathan Cain από το Chicago βρέθηκε στους Journey. Γρήγορα κατάλαβε ότι είχε μπει σε μια μπάντα όπου υπήρχαν ήδη δύο καθιερωμένοι πρωταγωνιστές. Ο τραγουδιστής Steve Perry και ο κιθαρίστας Neil Schon είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν έντονο, δημιουργικό ανταγωνισμό. Ο Cain μπήκε στη συνθετική διαδικασία ακολουθώντας το ένστικτό του.
«Νeil και Steve είναι πολύ διαφορετικοί χαρκατήρες και μουσικοί. Ο Neil είχε πολλές ροκ ιδέες. Τις έπαιρνα, τις επεξεργαζόμουν λίγο και μετά τις παρουσιάζαμε στον Steve, μ’ έναν κάπως υπαινικτικό τρόπο. Ο Neil είχε πολλές αδόμητες μελωδίες στο μυαλό του. Κάποιές φορές τους προσέθετα κάτι μικρό και, κατά εκπληκτικό τρόπο, έτσι ελάχιτα μεταποιημένες ο Steve καταλάβαινε πώς να τις χειριστεί».
«Τον Jonathan Cain δεν τον ήξερα, δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ», θα πει ο Steve Perry. «Όμως αυτό δεν είχε για μένα σημασία. Είναι όπως ένας παίχτης baseball έρχεται στην ομάδα ως καινούρια μεταγραφή. Χαίρεσαι που τον έχεις μαζί σου και προσπαθείς από κοινού για το καλύτερο δυνατό. Το σημαντικό είναι ότι κι οι δύο είχαμε το ίδιο όραμα. Να γράψουμε σπουδαία μουσική, να την ηχογραφήσουμε και να την παρουσιάσουμε μπροστά σε όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, ελπίζοντας να του αρέσει όσο και σε μας».
Συνάντησα για πρώτη φορά τον Jon σε μια σοφίτα, στην περιφέρεια Castro του San Francisco, πάνω απ’ το διαμέρισμα που έμενε ο Pat Morrow, ο μάνατζερ των περιοδειών μας. Κανείς μας δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του για το τί θα γράψουμε. Είχα ένα πάκο με κασσέττες, κρατούσα εκεί γραμμένες τις μελωδίες που μου έρχονταν στο μυαλό. Πιάνω μια αρμονία, που με λόγια πήγαινε κάπως έτσι : “One love, feeds the fire, one heart burns desire, wonder who’s crying now”.


«Ήταν το πρώτο πράγμα που γράψαμε μαζί, την πρώτη μέρα που συναντηθήκαμε», θυμάται ο Cain. «Δε θυμάμαι πόσο χρόνο μας πήρε, όμως όχι και πολύ, μάλλον ένα απόγευμα. Πρέπει να πω ότι η φωνή του ανθρώπου ήταν εκπληκτική. Στάθηκε εκεί δίπλα μου στο πιάνο και … ωπ ! Η καρδιά του τραγουδιού άρχισε να χτυπά μπροστά στα μάτια μας. Προέκυψε εντυπωσιακά συγκροτημένο, επίσης. Είχαμε, αυτό που λένε, μια ακαριαία χημεία. Από την πρώτη στιγμή».
«Μέναμε τότε κι οι δύο στην Bay Area, οπότε ο Jon ερχόταν από το σπίτι”, θυμάται ο Steve Perry. «Είχε ένα μικρό πιάνο Wurlitzer κι έπαιζε διάφορα. Κάποια στιγμή, ακούω να παίζει κάτι με το δεξί. “Tί είν’ αυτό;”. “Kάτι που είχα γράψει για τους Babys, αλλά δεν το ολοκλήρωσα, δεν άρεσε στον John Waite”. Λοιπόν, να σου πω κάτι;” του απαντάω. “Λοιπόν, να σου πώ κάτι; Ατύχησε ο John Waite”. Κι αρχίζω να βάζω τα λόγια στη μελωδία που ακουγα να έρχεται από το δεξί χέρι του Jon.Lying beside you, here in the dark…”. Γράψaμε μετά το ρεφραίν και το ολοκληρώσαμε μέσα σε μια μέρα μόνο με κείνο το πιανάκι και τη φωνή μου. Προσπαθήσαμε να κάνουμε τους στίχους να τραγουδιούνται και ν΄ακούγονται ωραία. Ήταν το Open Arms”».
Με ανάλογο τρόπο, την Άνοιξη του ’81, στο σπίτι του Steve Perry, προέκυψαν κι άλλα τραγούδια.
«Είχα έναν τίτλο, Dont Stop Believin’”, το τελευταίο μέρος και τους περισσότερους στίχους. Όμως πήρε τη μορφή του με το Steve να κάθεται δίπλα μου. Ενορχηστρώσαμε, αποσαφηνίσαμε. Βρήκε κάποιους στίχους που του έκαναν, τόσο σαν ήχοι, όσο και σαν νόημα. Σ’ αυτό πάνω, το παιδέψαμε. Ανακάλυψα ότι είχαμε την ίδια ευαισθησία. Κι οι δυό μας αγαπούσαμε το ραδιοφωνικό ήχο που μας μεγάλωσε, κι οι δυό θέλαμε να γράψουμε να τραγούδια που να μπορούν να παίζονται στο ραδιόδωνο ξανά και ξανά».
Ο Neil Shon αντιμετώπισε στην αρχή κάπως επιφυλακτικά την ξαφνική συνθετική σύζευξη του τραγουδιστή με τον «καινούργιο», όμως σύντομα αυτό άλλαξε. Έγραψαν και οι τρεις μαζί, ενώ ό,τι είχαν οι Cain και Perry περίπου ολοκληρωμένο, o Schon το περιέλαβε με την πιο τραχιά, κιθαριστική του περιποίηση.
H κιθάρα του Schon, ισότιμο συστατικό με την απέραντη φωνή του Steve Perry θα δώσει το ισοτονικό στοιχείο σε ολόκληρο το καινιούριο υλικό που θα αποτελέσει το δίσκο “Escape”. Όσο εύκολο του είναι να παίζει πάνω στη μελωδία, πάντα το κάνει με πάθος, ενώ η χρήση tremolo και wah-wah, όσο δοκιμσμένες κι αν είναι ως τεχνικές, ο Schon τις εκτελούσε αμίμητα, καθιστώντας τον ήχο του μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα αναγνωρίσιμο. Όσο κι αν είχε μάθει να συγκρατεί τον μανικό shredder που αντάριαζε μέσα του, τόσο με το ελεγχόμενο παίξιμό του έδειχνε ικανός να εκτοξεύσει μέσα σε μερικά μουσικά μέτρα κανονικούς κεραυνούς.



Για το “Who’s Crying Now” είχε γράψει ένα άγριο, επιθετικό σόλο, το οποίο δεν άρεσε στους Perry και Cain. Δοκιμάζει λοιπόν το πρώτο πράγμα που τού’ρχεται στο μυαλό, μια απλούστατη μελωδία, την οποία εμπλουτίζει αβίαστα ως το fade out. Αυτήν και κρατάνε για την τελική, ηχογραφημένη εκδοχή. Θα γίνει ένα από τα πλέον κλασσικά κιθαριστικά σημεία στη δικογραφία των Journey, υπόδειγμα στη διδασκαλία πάνω στο μελωδικό παίξιμο για τις επόμενες δεκαετίες.
Στο “Stone In Love” ο Schon  έβαλε το στακάτο ριφ και ο Perry την έμπνευση για να το ντύσει με λόγια.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Hanford της Καλιφόρνια. Όσοι μέναμε εκεί, επισκεπτόμαστε συχνά πάνω στα βουνά τη λίμνη Shaver. Υπάρχουν εκεί κάτι ποτάμια που πηγαίναμε όποτε θέλαμε να δροσιστούμε, πέφτοντας για λίγο στο νερό. Δε θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που αντίκρυσα εκείνο το κορίτσι. Φορούσε ένα σορτσάκι από κομμένα τζην, πάρα πολύ κοντά, αυτό που λένε “hot pants”. Είχε ξεφτίσει τόσο πολύ από το κολύμπι, που είχε κολλήσει πάνω στα πόδια της, τόσο στιλπνά και λεπτά. Δεν φορούσε εσώρουχα. Και που λέτε, είμαι και γω εκεί και κάθομαι με τον ήλιο να με ψήνει. Το νερό είναι πολύ κρύο το καλοκαίρι σ΄αυτά τα μέρη, είναι στη ουσία χιόνι που έχει λιώσει. Οπότε, πριν βουτήξω, προσπαθώ να ζεσταθώ, ξαπλωμένος πάνω στα βράχια. Την ήξερα, ήταν από το Hanford, από την πόλη μας, ζούσε εκεί. Εκείνη μια κουκλάρα, κι εγώ ένα κοκκαλιάρικο εφηβάκι με μεγάλη μύτη. Δε θα μου έδινε καμία σημασία. Έτσι κι αλλιώς, το ξέραμε. Της άρεσαν οι τύποι σαν κι εκείνους που μπαίνανε εξώφυλλο στο GQ. Μέχρι και σήμερα, μπορώ να πώ ότι εξακολουθώ να τη συγκαταλέγω στις πιο όμορφες παρουσίες που έχουν συναντήσει τα μάτια μου. Από κει λοιπόν προέκυψε και ο στίχος “in the heat with a blue jean girl, burnin’ love comes once in a lifetime”. Χάρις βέβαια εκείνο το ριφ του Neil Schon που είχε τη δύναμη να ανακαλέσει την ανάμνηση».


«Παραδέχομαι ότι είχα –και έχω- τα κολλήματά μου, επειδή έχω πολύ σαφή εικόνα του τί ακριβώς θέλω να αποτυπωθεί στο τελικό αποτέλεσμα. Δε συμβιβάστηκα ποτέ. Ξέρω τις δυνατότητές μου. Υπήρχαν συγκεκριμένα φωνητικά χαρατηριστικά που ήθελα να καταγραφούν με συγκεκριμένο τρόπο», ανακαλεί χωρίς δυσκολία ο Steve Perry. «Δε σταματούσα μέχρι να πετύχω αυτό ακριβώς που ήθελα. Μού’ρχεται πρώτο στο μυαλό η νότα «Λα» στο ρεφραίν του “Open Arms”. Μέχρι να το καταφέρω, το ηχογραφούσα ξανά και ξανά, για μέρες. Τα ίδια και με το ‘Dont Stop Believin’”. Ήθελα μια ψηλή νότα, να είναι κάτι χαρακτηριστικό, γι’ αυτό ούτε κατά νανοσεκόντ φάλτσα. Έτσι ήμουν πάντοτε, παρανοϊκός μ΄αυτές τις λεπτομέρειες».
Χάρις την επιμονή του Perry, η φωνή του, η φωνή ενός -χωρίς μεγάλη υπερβολή- αμερικανού τενόρου του ροκ, θα δώσει άλλο χρώμα σε καθένα από τα δέκα κομμάτια του “Escape”. Άλλοτε σ’ αρπάζει και σ’ ανεβάζει στα σύννεφα, άλλοτε θέτει σε κίνηση μνήμες και συναισθήματα, ή καρφώνει την καρδιά με μια λόγχη, αφήνοντας τον ακροατή να επιζήσει μόνο και μόνο για να ξανακούσει το τραγούδι. Ο δίσκος θ’ αποκτήσει μέσα στα χρόνια το status ενός ποιοτικού στάνταρ σε ηχογράφηση, εκτέλεση και τραγουδοποιία, ακριβώς επειδή περιέχει κορυφώσεις σπαρμένες σε καθένα από τα κομμάτια του.
Ο τρόπος που ο Perry, πάνω απ΄το συνθεσάϊζερ του Cain λέει “Just a smalltown girl…” χωρίς ν’ ακούγεται μελοδραματικός, ή στομφώδης. Η τόσο αναγνωρίσιμη στο χρονισμό και τη διαδρομή της προς τα ψηλά της κλίμακας κορώνα του Somewhere in the ni-i-i-i-i-i-ght !”. Το αδιαπέραστα μεταλλικό ριφ στην αρχή του “Escape” που γλυκαίνει από το πιάνο του Cain, η μυσταγωγική ανάπτυξη του “Who’s Crying Now”, τα βρώμικα σόλο στο “Lay It Down”,  το επίμονα άγριο ριφ και το εκτροχιασμένο σόλο στο “Κeep On Running”.
Όλα τους, ηχογραφημένα με κρυστάλλινη καθαρότητα, στα Fantasy Studios του Berkeley, υπό το σχολαστικό λούστρο δύο παραγωγών των οποίων οι υπογραφές θα γίνουν συνώνυμα με το αρχέτυπο του ήχου της δεκετίας του ’80 στη rock δισκογραφία, των Κevin Elson και Mike Stone και επιμελημένα μέσα από το mastering του Bob Ludwig, του ανθρώπου που έγινε εφεξής συνώνυμος με τον κορυφαίο αρτίστα τεχνικό που αποφάσιζε σε τί φυσική φόρμα μήτρας θα καταγραφεί ο πρωτότυπος ήχος, για ν’ αναπαραχθεί στη συνέχεια με την ίδια πιστότητα, από ένα φτηνό ραδιοφωνάκι ως κι ένα hi-tech ηχοσύστημα.
Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι την τελευταία μέρα του Ιουλίου του 1981, όταν το ‘Escape” κυκλοφόρησε οι πολλά βαρείς μυαλοπώλες μουσικοκριτικοί, όπως η Debora Frost του Rolling Stone, δεν τους έθαψε. «Ηeavy metal posers, των οποίων η μουσική μπορεί να παιχτεί από οποιονδήποτε session παίκτη».



«Οι επιθέσεις και η κριτική που δεχόμασταν ήταν κακόβουλες, μοχθηρές», αποτιμά ο Perry, δεκαετίες αργότερα. «Κανείς τους δεν έμοιζε να νοιάζεται ότι εγώ αγωνιούσα για το πώς θα καταγραφεί στο δίσκο σωστά και το πώς θ’ ακούγεται πάνω στη σκηνή η φωνή μου. Ότι ο Neil Schon ήταν σχολαστικός στα μουσικά του μέρη, ήθελε να είναι όσο καλύτερα γινόταν. Ότι ο ντράμμερ μας, Steve Smith, είχε τσακιστεί στη δουλειά. Ότι ο Ross Valory επινοούσε μπασογραμμές που μπορούσαν να παραβληθούν μόνον μ’ εκείνες ενός cello. Ότι ο Jonathan Cain έγραφε υπέροχες μελωδίες, πολλές από τις οποίες έχουν αποδειχθεί διαχρονικές. Μας κατηγορούσαν ότι δεν ήμασταν “της μόδας”. Ε, και; Ο χρόνος υπήρξε ευγενικός μαζί μας. Τελικά δεν ήμασταν και για πέταμα». 
Τί ξέρει ο «ειδικός», όταν ο μόνος φυσικός κριτής αποφασίζει με τόσο ηχηρό τρόπο; Στις 12 Σεπτεμβρίου 1981, 42 μέρες μετά την κυκλοφορία του, το “Escape” θα βρεθεί στην κορυφή του Hot-200 Billboard. Θα παραμείνει περισσότερο από έναν χρόνο μέσα στα 20 πρώτα και συνολικά 146 εβδομάδες στα charts.
Στις 25 Σεπτεμβρίου στο στάδιο JFK στη Φιλαδέλφεια, μπροστά σε 90.000 θεατές, οι Journey θα ανοίξουν τη συναυλία των Rolling Stones στο ξεκίνημα της αμερικάνικης περιοδείας για το “Tattoo You”. Τον Οκτώβριο το “Whos Crying Now” των Perry και Cain γίνεται το πρώτο single που μπαίνει στο τοπ-5 (US#4, 3/10/81). Λίγο πριν τα Χριστούγεννα το “Dont Stop Believin” μπαίνει στο τοπ-10 (US#9, 19/12/81).


Η μπαλλάντα “Open Arms” γίνεται το πρώτο single της μπάντας που θα σημειώσει πωλήσεις μεγαλύτερες από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Θα στερηθεί την κορυφή του Billboard Hot-100 επί έξι συνεχόμενες εβδομάδες (US#2, 27/2 ως και 3/4/82), καθώς πέφτει πάνω στις δύο μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς, το ”Centerfold” των J. Geils Band και το “I Love Rock ‘N’ Roll” της Joan Jett.


Η καλοκαιρινή περιοδεία του ’82 ολοκληρώνεται θριαμβευτικά. Στις 26 Ιουνίου οι Journey είναι headliners σε μια οκτάωρη συναυλία στο Alameda County Coliseum του Oakland, μπροστά σ’ ένα κοινό 57.500 το οποίο έχει δει πριν Santana, The Tubes, Toto και τους Gamma του Ronnie Montrose. Τα καθαρά κέρδη μόνον εκείνης της βραδιάς ανακοινώνεται ότι φτάνουν τα 957.000 δολλάρια. Οι συναυλίες στο Rose Bowl της Pasadena (2/7), στο Cotton Bowl του Dallas (12/6) και στο Astrodome του Houston (13/6) είναι όλες sold – out. Θα αποφέρουν στον οργανισμό Journey περισσότερο από ένα εκατομμύριο δολλάρια η καθεμία. Στον απόηχο της περιοδείας, το “Still They Ride”, τελευταίο single από το “Escape”, θα μπει κι αυτό στο τοπ-20 (US#19, 17/7/82).
Έτη φωτός αργότερα, κάπου στο 2005, επιβλέποντας τη μίξη ενός dvd από τη συναυλία από το Houston, ο Steve Perry θα αναγκαστεί να πατήσει το stop αρκετές φορές.
«Μου ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει το πόσο καλοί ήμασταν, το πόσο γεμάτη κι έτοιμη ήταν η φωνή μου και κυρίως ποιά ήταν η συναισθηματική ανάδραση που παίρναμε από το κοινό».


Η τελειομανία του Perry, προβλήματα στην προσωπική του ζωή και η διαρκής φίλια έχθρα με τον κιθαρίστα του οδήγησαν το 1987 στο τέλος των Journey, μετά από ένα άλμπουμ (“Raised On Radio”) και μια πετυχημένη περιοδεία. Όμως η μουσική τους, ειδικά αυτή του “Escape” που συνόψιζε στο μνημονικό του κοινού την κορύφωσή τους, δεν έπαψε ποτέ ν΄ακούγετΑι και ν’ ανακαλύπτεται.
Το 2005 οι Chicago White Sox κέρδισαν το –αυτάρεσκα, όπως καλείται στην Αμερική- «Παγκόσμιο» πρωτάθλημα στο baseball και υιοθέτησαν “Don’t Stop Believin’” ως άτυπο ύμνο του event, με τον ίδιο τον Steve Perry να βρίσκεται πάνω στο βάθρο και να σηκώνει το τρόπαιο μαζί τους. Συγχρόνως τηλεοπτικά talent show όπως το “American Idol” άρχισαν να χρησιμοποιούν κομμάτια όπως το “Open Arms”, σαν υποδειγματικές δοκιμασίες για το αν ένα ταλέντο μπορούσε ή τολμούσε να πλησιάσει τις νότες και την ερμηνεία του Steve Perry -διόλου τυχαία, ο πιο σταθερός στο πάνελ του “American Idol” κριτής ήταν ο μπασίστας Randy Jackson που είχε ηχογραφήσει και περιοδεύσει με τους Journey στην περιοδεία του ‘86/΄87. Χάρις το ότι ο κωμικός Adam Sandler παρέμενε φανατικός οπαδός των Journey, το “Don’t Stop Believin’” ακούστηκε στην ταινία “The Wedding Singer”, ενώ επιλέγεται από μουσικούς επιμελητές και ξαναθυμίσει την ισχύ της ραδιοφωνικής εποχής στην ταινία “Monster” του 2003 (για το οποίο η Charlize Theron πήρε το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου), και σε πετυχημένες τηλεοπτικές σειρές όπως το “My Name I Earl” και συνδέει τις γενιές γονιών και παιδιών, σε ταινίες animation όπως το “Shrek”.
Το 2007 το “Don’t Stop Believin’” επιλέγεται να ντύσει, ως μέρος  της πλοκής, από τζουκ μποξ ενός diner, την πλήρη συναισθηματικής φόρτισης σκηνή του φινάλε μιας από τις πιο επιτυχημένες δραματικές σειρές όλων των εποχών στην αμερικανική τηλεόραση, των “Sopranos”, υποχρεώνοντας τελικά τους μόνιμους διαμεσολαβητές προς την κοινή γνώμη κριτικούς των media ν’ ανακαλύψουν ένα ξεχασμένο και εν πολλοίς υποτιμημένο διαμάντι που συνδέεται με τις μνήμες εκατομμυρίων, από μια εποχή γεμάτη όνειρα, πίστη και ελπίδες.
«Καθώς έβλεπα το τελευταίο επεισόδιο από την τηλεόραση, με το που ο James Gandolfini διαλέγει το “Dont Stop Believin’”, τινάχτηκα απ΄την καρέκλα μου αυθόρμητα και πανηγύρισα. O David Chase, o δημιουργός της σειράς παρήγγειλε στους σεναριογράφους ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο κομμάτι και το έβαλε στην τελευταία σκηνή για να μπορεί να σημαίνει τα διάφορα πράγματα για τους χαρακτήρες και για τον θεατή. Ήταν τέλειο», θυμάται ο ίδιος ο Steve Perry.
Όταν, στις 6/6/2009, μια διασκευή του “Don’t Stop Believin’” από το cast μιας άλλης δραματικής κομεντί του δικτύου Fox, του “Glee” (έξι σαιζόν, για τα έργα και τις ημέρες των μελών μιας σχολικής χορωδίας) έφθασε στο Νο 4 του Billboard – 5 θέσεις πιο ψηλά από το αυθεντικό- δημοσιοποιήθηκε ότι είχε πλέον γίνει το κορυφαίο όλων των εποχών τραγούδι σε downloading στο iTunes.
«Τα τραγούδια μας, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, άντεξαν», συνοψίζει σήμερα ο Jonathan Cain. «Γιατί, αυτά, τελικά, ήταν μεγαλύτερα απ΄όλους μας».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου


// Old Time Rock

// Live Favorites