Image
Diamonds & Pearls 13-01-2026

Black Rain: Όταν ο Michael Douglas, συνάντησε τον Greg Allman και τον Iggy Pop

O βαθμός επιτυχίας ενός soundtrack ταινίας συνίσταται στο κατά πόσο θα καταφέρει να αποδώσει, να "δέσει’’ τη μουσική του με την απόδοση του κλίματος της ιστορίας και να κάνει τον θεατή να τη βιώσει όσο περισσότερο δυνατό πιο πιστά. Αυτό ισχύει απολύτως για πολλές από τις ταινίες της δεκαετίας του 1980 που το κατόρθωσαν πολύ επιτυχημένα.

Σε αυτήν την παρουσίαση θα μιλήσουμε για μια από εκείνες, την αστυνομική περιπέτεια- neonoir thriller με τίτλο "Black Rainτου Sir Ridley Scott, μια δημιουργία που προσπεράστηκε εύκολα εκείνη την εποχή, ως μια ακόμα "αμερικανιά’’, ωστόσο η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ενδέχεται μάλιστα ο γράφων να είναι από τους λίγους, που, από εκείνη κιόλας την εποχή οπότε κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους, εκτίμησαν τις αρετές της και είδαν το κάτι παραπάνω. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι με το πέρασμα του χρόνου το "Black Rain " απέκτησε αυτό που ονομάζουμε cult φήμη.

Ιδού η ιστορία της…

Ξεκινάμε με τον Michael Douglas, ίσως την καλύτερη περίπτωση στην ιστορία του κινηματογράφου, που κάποιος γόνος του θρυλικού ηθοποιού  Kirk Douglas, ο οποίος δεν επαναπαύθηκε στο διάσημο επώνυμο, τουναντίον με σκληρή δουλειά και  με περισσή αξιοσύνη κατόρθωσε να δημιουργήσει σταδιοδρομία ισοδύναμη με του πατέρα του. Long story short, o Michael είχε ήδη δημιουργήσει δικές του περγαμηνές, και βρισκόταν στο ζενίθ της προσωπικής του δόξας.

Οι βάσεις είχαν τεθεί ήδη από το 1975, οπότε είχε κερδίσει Oscar ως παραγωγός για την αριστουργηματική "Φωλιά του Κούκου’’, ενώ ως ηθοποιός, είχε καταξιωθεί εμπορικά και καλλιτεχνικά, με ταινίες όπως τα "China Syndrome’’ (1979), "The Star Chamber’’ (1983),  "Romancing the Stone’’ (1984), "The Jewel of the Nile’’(1985) μεταξύ πολλών άλλων. Το 1987 γνωρίζει την απόλυτη κορύφωση, καθώς απολαμβάνει διπλή επιτυχία με το thriller 'Fatal Attraction’’ που έσπασε ταμεία, ταυτοχρόνως δε κέρδισε Oscar Α’ Ανδρικού Ρόλου για το περίφημο "Wall Street’’ του Oliver Stone.

Mε όλο αυτό το βαρύ βιογραφικό, λοιπόν, και από θέση ισχύος, μπόρεσε άνετα να πείσει τους πανίσχυρους παραγωγούς Sherry Lansing και Stanley Jaffe υλοποιήσουν σε ταινία το σενάριο που είχε διαβάσει και λατρέψει, καθώς και να του δοθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος τελικώς, ενώ αρχικά είχαν ακουστεί τα ονόματα των Kurt Russell και Harisson Ford.

H ανάθεση του πόστου της σκηνοθεσίας στον Sir Ridley Scott, έγινε αφού αποχώρησε από το project o Ολλανδός Paul Verhoeven (τρία χρόνια αργότερα, το 1992, ο Douglas θα συνεργαστεί μαζί του στο κλασικό πλέον ερωτικό-αστυνομικό thriller "Basic Instinct’’). Και ναι! Ήταν ευλογία που το project κατέληξε στον Scott. Θεωρώ αδιανόητο, να υπάρχει αναγνώστης του www.rocktime.gr που να μη γνωρίζει ποιος είναι ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης, ωστόσο θα παραθέσω όσο πιο συνοπτικά γίνεται, το βιογραφικό ενός από τους πλέον οραματιστές δημιουργούς του Σινεμά των τελευταίων πενήντα ετών.

Aπόφοιτος του Βασιλικού Κολλεγίου Καλών Τεχνών του Λονδίνου, ξεκίνησε ως σκηνοθέτης διαφημιστικών σποτ στη δεκαετία του 1970, ενώ το 1977 κάνει το μεγάλο βήμα στον κινηματογράφο με την εντυπωσιακή ταινία Εποχής "The Duellists’’ κερδίζοντας κοινό και κριτικούς. Η συνέχεια είναι αποθεωτική με τις ταινίες ορόσημα στην Επιστημονική Φαντασία "Alien’(1979) και "Blade Runner’’ (1982) καθορίζουν κυριαρχικά την αισθητική της pop κουλτούρας και του Σινεμά για τις μετέπειτα γενιές, επηρεάζοντας την Τέχνη μέχρι και στις μέρες μας.

Η εμπειρία του στη διαφήμιση του έδωσε τη δυνατότητα, να μεταφέρει στοιχεία αυτής της τεχνικής στις ταινίες του με φοβερά αποτελέσματα.

To ιδιαίτερο προσόν του Scott είναι η πλήρης χρήση και εκμετάλλευση του σκηνικού μιας ταινίας με τρόπο υποβλητικό και ατμοσφαιρικό, ούτως ώστε να έχει ενεργό δράση στην υπόθεση ενός φίλμ, και όχι να αποτελεί απλά ένα σκηνικό. Είναι master στο να δημιουργεί φανταστικούς κόσμους από το τίποτα, είτε ακόμη και να δίνει μια απόκοσμη, εξωπραγματική αίσθηση σε πραγματικές ιστορίες. Εξαιρετική είναι επίσης και η ικανότητά του να κινείται σε πολλά είδη σινεμά (επιστημονική φαντασία, fantasy, αστυνομικό θρίλερ, ιστορικό έπος, πολεμικές περιπέτειες κ.ά).

Aπό την άλλη πλευρά, αν μπορούμε να του καταλογίσουμε κάποια αρνητικά και αδυναμίες, είναι το γεγονός ότι ακριβώς επειδή είχε αριστουργηματικές κορυφώσεις στην καριέρα του, δημιουργούσε μεγάλες προσδοκίες, που δεν δικαιώνονταν από το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης φιλμογραφίας του, το οποίο απλά εξαντλείτο σε καλογυρισμένες μεν ταινίες, που ωστόσο δεν είχαν προσωπικό αποτύπωμα δημιουργού.

Η πλοκή και η υπόθεση της ταινίας, φαντάζει σε πρώτη ανάγνωση εκείνη μιας απλής, τυπικής αστυνομικής περιπέτειας, χρειάζεται όμως κάποιος να τη δει  για να καταλάβει ότι αυτό δεν ισχύει απολύτως.

O Michael Douglas υποδύεται τον κεντρικό αντιηρωικό χαρακτήρα της ταινίας, τον Νεουορκέζο αστυνομικό Nick Conklin, ο οποίος απέχει αρκετά από το clean cut all American αψεγάδιαστο πρότυπο που κυριαρχούσε κατά κόρον εκείνη την εποχή στο χολυγουντιανό σινεμά. Ο χαρακτήρας βρίσκεται στη δυσμένεια των ανωτέρων του καθώς ελέγχεται για οικονομικές ατασθαλίες και βρίσκεται στα πρόθυρα της διαθεσιμότητας. Μοναδικός του συμπαραστάτης ο συνάδελφός του Charlie (τον οποίο υποδύεται ο ταχύτατα ανερχόμενος τότε και άψογα ντυμένος Andy Garcia). O Conklin δεν είναι όμως αυτό που θα λέγαμε ανήθικος εξ ορισμού. Είναι η τεράστια οικονομική του ανάγκη που τον οδήγησε στο να είναι επίορκος, καθώς είναι χωρισμένος πατέρας και δεσμευμένος να πληρώνει διατροφή και τις σπουδές των παιδιών του.

Η δύσκολη οδός για την λύτρωση και την κάθαρσή του έρχεται με αφορμή μια αποστολή εκτός έδρας, κατά την οποία πρέπει να παραδώσει στις αστυνομικές αρχές της Ιαπωνίας έναν συμπατριώτη τους στυγνό εγκληματία-μαφιόζο της περίφημης Yakuza, τον Sato . Και από εκεί  και πέρα ξεκινά η πραγματική περιπέτεια. Από δική του λάνθασμένη εκτίμηση, ο υπόδικος του ξεφεύγει και επιπλέον σκοτώνεται και ο συνάδελφός του (Αndy Garcia).Kaι σα να μην έφταναν αυτά, τώρα πλέον έχει να αντιμετωπίσει και τη δυσπιστία της Ιαπωνικής Αστυνομίας. Οπλισμένος όμως με πείσμα, αποφασιστικότητα και με αδάμαστη θέληση για δικαίωση, καθώς και με τη βοήθεια ενός βετεράνου Ιάπωνα αστυνομικού, του καλοπροαίρετου επιθεωρητή Matsumoto (καταπληκτικός στον ρόλο του ο Ken Takakura) κατορθώνει στο τέλος να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ του, και παραδίδει τον εγκληματία στις τοπικές αρχές.

Η ταινία κατορθώνει να περάσει πολλά θέματα μέσα από μια φαινομενικά αστυνομική Buddy Movie πλοκή. Θέματα όπως η ανδρική φιλία, η σύγκρουση πολιτισμών, η προσωπική λύτρωση, ό λόγος τιμής, το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία, καθώς και άλλα ξεδιπλώνονται με έναν πολύ ξεκάθαρο "αντρίκιο’’ τρόπο που περνάνε άμεσα στην καρδιά του θεατή, χωρίς βαθυστόχαστες κουραστικές αναλύσεις. H σκηνοθεσία του Scott, αποδίδει την πόλη της Osaka με ακριβώς τον ίδιο μεγαλειώδη τρόπο που είχε κάνει για το απόκοσμα φουτουριστικό Los Αngeles του ‘’Blade Runner’’.

 

 

Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν για την ταινία, κάτι το οποίο θα χρειαζόταν πάρα πολλές σελίδες. Ωστόσο η ψυχή του φίλμ που συνέβαλε στη διατήρηση του, στο πέρασμα των χρόνων, και στην τελικώς καλλιτεχνική καταξίωση του στους σινεφίλ, δεν είναι άλλη από το ανεπανάληπτο soundtrack του, το οποίο στηρίζεται ουσιαστικά σε τρείς στυλοβάτες.

Τα ονόματα αυτών: Hans Zimmer, Greg Allman, Iggy Pop.

Η συμβολή του Hans Zimmer στο καθαρά ορχηστρικό μέρος του soundtrack είναι κομβικής και καθοριστικής σημασίας τόσο για τον ίδιο, όσο και γενικότερα για την ιστορία της μουσικής στο σινεμά από εκείνη τη χρονική στιγμή και έπειτα. Το "Black Rain’’ υπήρξε εκείνο το focal point που ανέδειξε τον Zimmer και τον εκτόξευσε στο πάνθεο των συνθετών. Μέχρι τότε η μόνη μουσική που είχε συνθέσει, πάντα από κινηματογραφικής πλευράς, ήταν για την οσκαρική  ταινία "Rain Man’’(1988-του Barry Levinson με Dustin Hoffman και Tom Cruise).

Η ικανότητά του και η δεξιοτεχνία του να θέτει τον μελωδικό electro - synthpop ήχο στην υπηρεσία της δημιουργίας επικής, πομπώδους κινηματογραφικής ηχητικής αίσθησης έδωσε μελωδικά αριστουργήματα εφάμιλλα της κλασικής μουσικής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι συνεργάστηκε και σε άλλες ταινίες στη συνέχεια με τον Scott, αφήνοντάς μας μουσικές συνθέσεις που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ιστορία

(Thelma & Louise, Black Hawk Down, Gladiator, Hannibal, Matchstick Men).

O Zimmer κατορθώνει με μοναδική μαεστρία να συνδυάσει στη μουσική του τον μοντέρνο τότε δυτικό δυναμισμό με τη ιαπωνική μουσική παράδοση. Σύμφωνα με μεταγενέστερες κριτικές, όταν εκτιμήθηκε πραγματικά η αξία της ταινίας, η μουσική του "Black Rainσηματοδότησε τη γέννηση του soundtrack ταινιών δράσης, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του 1990 και έπειτα.

Δειγματοληπτικά και μόνο, οι μελωδίες του στις ταινίες  του αδικοχαμένου αδερφού του Ridley, Tony Scott (Days of Thunder, Crimson Tide) aλλά και η συνεργασία του με τον ευφυέστατο Christopher Nolan τα τελευταία 15 χρόνια σχεδόν σε όλα του τα επικά δημιουργήματα, καταδεικνύουν τον Hans Zimmer ως μια από τις σημαντικότερες μουσικές ιδιοφυίες του καιρού μας.

Διόλου ευκαταφρόνητη στη μουσική ατμόσφαιρα της ταινίας, είναι και η συμβολή του γεμάτου αστείρευτη ενέργεια Iggy Pop.

To τραγούδι "Living On The Edge of The Night’’, μόλις που ακούγεται σε μια σκηνή του έργου και μάλιστα τόσο χαμηλά, που κάποιος πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός για να το αντιληφθεί. Και όμως έχει τη σημασία και το νόημά του.

Η επιλογή της σκηνής στην οποία ακούγεται, είναι σε ένα από τα πρώτα κεφάλαια της ταινίας, όπου ο αστυνομικός Conklin ετοιμάζεται να απολογηθεί στις Εσωτερικές Υποθέσεις στα πλαίσια της έρευνας που διεξάγεται σε βάρος του.

Το τραγούδι αντανακλά απολύτως τη σκοτεινή πλευρά του ήρωα- αντιήρωα και καλύτερος από τον επαναστατικό punk rocker Iggy Pop, δεν θα μπορούσε να υπάρξει προκειμένου να το αποδώσει.

Oι στίχοι έχουν απίστευτη αμεσότητα, και αντικατοπτρίζουν απολύτως την ψυχοσύνθεση του ήρωα που ζει κυριολεκτικά στην ‘"Κόψη της Νύχτας’’: "So I take a little bad with the good/It aint just black and white’’/ You got to deal with the real/Living on the Edge of the Night’’. To τραγούδι συμπεριελήφθη στο ένατο άλμπουμ του Pop με τίτλο "Brick by Brick’’ το 1990, αν και είχε προηγηθεί η κυκλοφορία του ως μέρος του soundtrack της ταινίας.

To "Living On The Edge Of The Night’’ από πλευράς ήχου, μπορεί να έχει το περιτύλιγμα pop rock mainstream ακούσματος, ωστόσο το πνεύμα του διαθέτει τη "γκρίζα’’ κυνική ηθική της punk rock. Το τραγούδι ‘’πιάνει’’ κυριολεκτικά την ατμόσφαιρα του γιαπωνέζικου υπόκοσμου.

Το εξαιρετικά καλογυρισμένο video περιέχει και σκηνές από την ταινία, τακτική marketing που εχρησιμοποιείτο κατά κόρον εκείνη την εποχή όσον αφορά τραγούδια στον κινηματογράφο! Προσωπική άποψη ότι εδώ ο ‘’Νονός της Punk’’ υπογράφει ένα από τα  καλύτερα και πιο ποιοτικά τραγούδια της καριέρας του.

Η τρίτη όμως και σημαντικότερη συμβολή, είναι η καρδιά και η ψυχή της ταινίας, ξεπερνάει τα όρια της μουσικής και ολοκληρώνει το "Black Rain’’ ως καλλιτεχνικό έργο, δεν είναι άλλο από το συγκλονιστική blues rock power ballad "I ll Be Holding On’’ του Greg Allman.

Kαι δεν θα είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Allman δίνει τον καλύτερό του εαυτό και την κορυφαία ερμηνεία της ζωής του και αυτό για τον πολύ απλό λόγο ότι περιγράφει ουσιαστικά ούτε λίγο ούτε πολύ την ίδια την ταραχώδη ζωή του που είχε αγώνες, δύσκολες περιπέτειες, καταχρήσεις, αποτυχίες, προσωπικές απώλειες,  σοβαρά θέματα υγείας, από όλα τα οποία κατόρθωσε ωστόσο να επιβιώσει.

Ύστερα από αυτόν τον εξαιρετικά δύσβατο δρόμο, στρωμένο κυριολεκτικά με αγκάθια βρίσκει τη δύναμη να κάνει κατάθεση καρδιάς και ψυχής και να βροντοφωνάξει: "I ll Be Holding On’’. Και όποια σύμπτωση, το τραγούδι του ταιριάζει "γάντι’’ πραγματικά με την αγωνιώδη πορεία του Conklin (Douglas) σε όλη την ταινία.

To τραγούδι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η κραυγή και η μαρτυρία καθενός από εμάς, κάθε ανθρώπου που έχει αγωνιστεί ενάντια σε σκληρές αντιξοότητες, σε εχθρικές συνθήκες, σε απειλές, και που στο τέλος ακόμα και αν δεν βγαίνει νικητής, τουλάχιστον αντέχει τις δοκιμασίες και στέκεται όρθιος! Ναι! Κι αυτό επιτυχία είναι! Το ll Be Holding On’’ διαθέτει σε πρώτη ακρόαση, όλα εκείνα τα εξωτερικά στοιχεία, που βρίσκουμε στα διασημότερα motivation songs (‘’Eye of The Tiger’’, ‘’Burning Heart’’, "You Re The Best’’, ’’What A Feeling’’, "Up Where We Belong’’ κ.α.) που ακούγονταν στις '80s ταινίες, το πάει όμως και πολύ παραπέρα, έχει πολύ περισσότερο βάθος, από ότι δείχνει. Λες και η Θεία Πρόνοια έφερε το ιδρυτικό στέλεχος των θρυλικών The Allman Brothers Band, να "δέσει" το σπαρακτικό τραγούδι του με κάτι παραπάνω από ιδανικό τρόπο με την ταινία και τη θεματολογία της. 

Λέγεται μάλιστα, ότι κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, δεν χρειάστηκε παρά μόνο μια και μοναδική φορά για να αποδώσει το τραγούδι! Τόσο απλά και φυσικά! Επιπροσθέτως υπήρξε έξοχη η επιλογή των συντελεστών της ταινίας να το τοποθετήσουν στους τίτλους τέλους, κάτι που ταιριάζει με τη δικαίωση και κάθαρση του αντιήρωα, που κερδίζει με το σπαθί του το δικαίωμα να λέγεται ήρωας.

Και μπορεί το τραγούδι να έχει μία mainstream μορφή, εκ πρώτης όψεως, για να εξυπηρετήσει τις συμβάσεις του soundtrack, στην πραγματικότητα όμως κουβαλάει ακέραιες τις southern / country rock ρίζες του Greg. Για τους υπέροχα ανθρώπινους στίχους, υπεύθυνος είναι ο Will Jennings, καταξιωμένος δημιουργός τεράστιων επιτυχιών όπως τα "Higher Love’’ και "Valerie’’ του Steve Winwood, '‘Up Where We Belong’’ (Joe Cocker/Jennifer Warnes), "My Heart Will Go On’’ (CelineDion) κ.ά.

Τα παρακάτω λόγια είναι αδύνατον να ξεκολλήσουν από το μυαλό και την καρδιά μου :

"I have lived my life away, For tonight and for today, Its the strongest hearts they say, that always survive, I m falling through the years, As each dream disappears, When the night is full of tears, I ll be holding on…’’.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μη λυγίσει και η πλέον αναίσθητη, σκληρή καρδιά!!

Προσέξτε πώς στη μεγαλύτερη  διάρκεια της ταινίας, ακούγεται σε instrumental εκδοχή, δοσμένο με μεγαλειώδη επική μαγεία από τον ZimmerYπέροχη εμπειρία ως ακρόαση!

Η ίδια η υπόθεση της ταινίας, ολοκληρώνεται όπως πρέπει, δίνοντας ικανοποίηση στον θεατή που ενστερνίζεται κάποιες πανανθρώπινες ηθικές αξίες. Ο αστυνομικός Conklin ( Douglas) έπρεπε να πραγματοποιήσει αυτό το δύσκολο, σκοτεινό και "λασπωμένο’’ ταξίδι, να περάσει αυτή τη δοκιμασία προκειμένου να οδηγηθεί στην προσωπική λύτρωση.

Στο τέλος καθάρισε το όνομά του, τίμησε την πατρίδα του, τον νεκρό του συνεργάτη, τίμησε την αστυνομική ιδιότητά του, καθώς και τον στωικό Ιάπωνα συνάδελφό του και κέρδισε ως επιβράβευση τον καλύτερό του εαυτό.

Με το πέρασμα των χρόνων, το "Black Rain’’ βρήκε την αναγνώριση που του έπρεπε, τόσο από κριτικούς, όσο και από το κοινό. Μπορεί να μη φτάνει στο ύψος των αριστουργηματικών "Blade Runner’’, "Alien’’, "Thelma & Louise’’ και "Gladiator’’, είναι αδιαμφισβήτητα ένα κρυφό διαμάντι, για το οποίο ο Sir Ridley Scott έχει κάθε δικαίωμα να καμαρώνει.

Η δύση της δεκαετίας του 1980,από κινηματογραφικής απόψεως, βρίσκει στην ταινία αυτή  το ιδεώδες κλείσιμό της, ένα κλείσιμο που λίγοι το συνειδητοποίησαν τότε, αθόρυβο, διακριτικό, ήσυχο και όμως ταυτόχρονα τόσο μεγαλειώδες και επικό. Είναι σαν να έχεις μπροστά στα μάτια σου έναν πολύτιμο θησαυρό, αλλά να το διαπιστώνεις σε μεταγενέστερο χρόνο.

Οι Ridley Scott, Michael Douglas, Hans Zimmer, Iggy Pop και Greg Allman, μπορεί να φαίνονται ως μια ετερόκλητη ομάδα, ήταν όμως η ιδανική σύνθεση για μια δημιουργία που άντεξε στον χρόνο!

 

Υ.Γ. 1: Ο τίτλος "Black Rain’’αναφέρεται στο φαινόμενο της "Μαύρης Βροχής’’ που ακολούθησε τον βομβαρδισμό των ιαπωνικών πόλεων Hiroshima και Nagasaki το 1945 με τις πρώτες ατομικές βόμβες. Aυτή  την ιστορία αφηγείται ο ηλικιωμένος "νονός’’ της Yakuza ονόματι  Sugai στον αστυνομικό Douglas. Για αυτό τον λόγο, ο πρώτος είχε, ορμώμενος από εκδίκηση, το σχέδιο να γεμίσει τις ΗΠΑ με πλαστά δολάρια.

 

Υ.Γ. 2 : Οι Ιάπωνες ηθοποιοί Ken Takakura (που υποδυόταν τον αστυνομικό Matsumoto), καθώς και Yusaku Matsuda (o αρχικακός της ταινίας Sato) ήταν μεγάλα ονόματα στο σινεμά της πατρίδας τους. Ο Τakakura (πραγματικό όνομα Takeishi Oda) είχε ήδη αμερικανική εμπειρία, καθώς είχε συμπρωταγωνιστήσει δίπλα στον Robert Mitchum στο "Yakuza’’ του Sidney Pollak, το 1974.

Ο Matsuda, πέθανε αμέσως μετά την κυκλοφορία της ταινίας, σε ηλικία μόλις 40 ετών.

 

Υ.Γ. 3: H σύζυγος του σκηνοθέτη Steven Spielberg, Kate Kapshaw, παίζει έναν μικρό αλλά σημαντικό ρόλο στην ταινία, υποδυόμενη μια Αμερικανίδα, μόνιμη κάτοικο Ιαπωνίας, με την οποία ο χαρακτήρας του Douglas έχει ένα πλατωνικό φλέρτ.

 

Δημήτρης Πολίτης