Don't You (Forget About Me): Ο Ύμνος που αρνήθηκαν οι Simple Minds και έγινε το soundtrack των '80s
Το 1984, ο πετυχημένος σκηνοθέτης John Hughes και μετρ των εφηβικών ταινιών της δεκαετίας του ΄80 (Sixteen Candles", Pretty in Pink) έψαχνε το ιδανικό τραγούδι για τη νέα του εφηβική δραματική κομεντί με τίτλο "The Breakfast Club" που είχε ως θέμα: πέντε μαθητές ενός λυκείου στο Σικάγο εμφανίζονται στο σχολείο για ολοήμερη τιμωρία και οι οποίοι προέρχονται από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με συνέπεια να διαδραματίζονται έντονες συναισθηματικές μικροιστορίες με πρωταγωνιστές τους:
Molly Ringwald (Claire Standish), Emilio Estevez (Andrew Clark ), Judd Nelson (John Bender ), Anthony Michael Hall (Brian Johnson), Ally Sheedy (Allison Reynolds) και του επιτηρητή τους, Paul Gleason (Richard Vernon).
Η ταινία αποκαλύπτει μέσα από συγκρούσεις, δραματικές εντάσεις αλλά και μικρή δόση πικρόχολου χιούμορ τα βαθύτερα τραύματά των τιμωρημένων μαθητών (κακοποίηση, πίεση των γονέων, κοινωνική απόρριψη) και κάνει επίλογο με μια κοινή έκθεση προς τον διευθυντή, υπογεγραμμένη από το "Breakfast Club", η οποία εξηγεί ότι ο καθένας τους κρύβει μέσα του έναν αθλητή, έναν σπασίκλα, έναν αλήτη, μια πριγκίπισσα και μια παράξενη κοπέλα. Παράλληλα η πρόσθετη αγωνία της παραγωγής για να κάνει επιτυχία ήταν η αναζήτηση ενός τραγουδιού - κράχτη που θα απογείωνε το "The Breakfast Club" και ο κλήρος για την εύρεση του έπεσε στον συνθέτη Keith Forsey γνωστός από την επιτυχία του "Flashdance". Ο Forsey (με την βοήθεια του Steve Schiff) αρχικά εμπνεύστηκε τους στίχους και τη μελωδία σκεπτόμενος την ψυχολογία των πέντε απομονωμένων εφήβων της ταινίας και έπειτα έψαχνε ποιος θα το ερμηνεύσει. Πριν το δεχτούν τελικά οι Simple Minds, το τραγούδι είχε προταθεί και το είχαν απορρίψει ο Bryan Ferry, οι Fixx και ο Billy Idol ο οποίος μάλιστα το διασκεύασε χρόνια αργότερα.
Ο Forsey, ήταν ήδη θαυμαστής των Simple Minds και τους έκανε την αντίστοιχη πρόταση όμως η σκωτσέζικη μπάντα αρνήθηκε σθεναρά με το επιχείρημα ότι "έπαιζαν μόνο δικό τους υλικό". Η πίεση όμως συνεχίσθηκε από τη πλευρά του Forsey, με τον frontman Jim Kerr και τα υπόλοιπα μέλη να απαντούν ότι το κομμάτι ήταν υπερβολικά εμπορικό και δεν αντιπροσώπευε τον ήχο τους. Η δισκογραφική τους εταιρεία (A&M) και ο σκηνοθέτης John Hughes δεν τα παράτησαν και κάλεσε τη μπάντα στο Λος Άντζελες, τους πήγε για δείπνο και τους έδειξε τα πρώτα αμοντάριστα πλάνα της ταινίας. Η μπάντα γοητεύτηκε από το σενάριο και την ειλικρίνεια της ταινίας ενώ η τότε σύζυγος του Jim Kerr, Chrissie Hynde και τραγουδίστρια των The Pretenders, τους πίεσε κι αυτή λέγοντάς τους: "Είστε τρελοί; Το κομμάτι είναι καταπληκτικό, πηγαίνετε να το γράψετε!" Τελικά αυτή η συνάντηση άλλαξε άρδην την αρνητική άποψη της μπάντας για το κομμάτι με τον Jim Kerr να αποκαλύπτει: "Ήμασταν σνομπ. Ήμασταν μια μπάντα που έγραφε το δικό της υλικό. Λέγαμε 'Γιατί να πούμε το τραγούδι κάποιου άλλου; Είμαστε οι Simple Minds, έχουμε τον δικό μας δρόμο'." Όταν όμως γνωρίσαμε τον John Hughes και τον Keith Forsey ήταν υπέροχοι άνθρωποι. Αλλά η καθοριστική στιγμή ήταν όταν είδαμε την αρχή της ταινίας καταλάβαμε αμέσως τι ήθελε να κάνει ο Hughes. Ήταν μια ταινία για τη νεολαία, αλλά χωρίς τις συνηθισμένες χαζομάρες της εποχής. Είχε βάθος".
Σε μία πρόσφατη, συνέντευξή του o Kerr δικαιολόγησε την επίμονη άρνησή του ως εξής:: «Όταν μας έφεραν την ιδέα, μας είπαν ότι πρόκειται για μια ταινία με παιδιά που είναι τιμωρία ένα Σάββατο στο σχολείο. Σκεφτήκαμε: "Τι είναι αυτό;". Τότε, δεν μας καιγόταν καρφί για τους Αμερικανούς μαθητές λυκείου και τις τιμωρίες τους. Είχαμε το δικό μας στυλ, ήμασταν Ευρωπαίοι art-rockers και το concept μας φάνηκε υπερβολικά αμερικανικό και εφηβικό». Η άποψή του άλλαξε ριζικά όταν ο σκηνοθέτης John Hughes του έδειξε τα πρώτα αμοντάριστα πλάνα από τη βιβλιοθήκη του σχολείου με τον Σκωτσέζο frontman να λέει: «Όταν είδαμε τα πλάνα, καταλάβαμε ότι αυτό το Σάββατο δεν ήταν απλώς μια χαζή τιμωρία. Ήταν μια ιδιοφυής ιδέα. Ο Hughes πήρε πέντε εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους, τους κλείδωσε σε ένα δωμάτιο για ένα Σάββατο και τους ανάγκασε να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον. Η τιμωρία λειτούργησε ως καταλύτης. Είδες τις άμυνες αυτών των παιδιών να καταρρέουν ώρα με την ώρα. Συνειδητοποίησα ότι το τραγούδι που μας ζητούσαν να πούμε έπρεπε να είναι η φωνή αυτών των παιδιών καθώς έβγαιναν από εκείνη την πόρτα».
Οι Simple Minds μπήκαν στο στούντιο Wembley στο Λονδίνο το φθινόπωρο του 1984 και έκαναν το τραγούδι «δικό τους», προσθέτοντας τα δυναμικά ντραμς και τις χαρακτηριστικές κιθάρες τους ενώ καθώς το τραγούδι τελείωνε, ο Jim Kerr δεν ήξερε τι άλλο να τραγουδήσει και άρχισε να αυτοσχεδιάζει, φωνάζοντας το περίφημο, "La, la-la-la-la...". Αυτό το αυθόρμητο κλείσιμο έγινε τελικά το πιο αναγνωρίσιμο σημείο του κομματιού με τον Kerr να εξομολογείται με ειλικρίνεια: "Δεν υπήρχε στο χαρτί. Το κομμάτι τελείωνε στο στούντιο και ένιωσα ότι χρειαζόταν κάτι ακόμα για να εκτονωθεί η ενέργεια. Άρχισα να κάνω αυτούς τους ήχους. Αν μου έλεγες τότε ότι σαράντα χρόνια μετά, στάδια γεμάτα κόσμο θα τραγουδούσαν αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς, θα σε έβγαζα τρελό".
Από την άλλη ο κιθαρίστας των Simple Minds, Charlie Burchill περιγράφει την ηχογράφηση ως αγγαρεία λέγοντας χαρακτηριστικά: "Μπήκαμε στο στούντιο, αλλάξαμε λίγο τον ρυθμό στα ντραμς, βάλαμε τις κιθάρες μας για να ακούγεται περισσότερο σαν Simple Minds και το τελειώσαμε σε ένα απόγευμα. Το αντιμετωπίσαμε σαν μια υποχρέωση που έπρεπε να βγάλουμε από τη μέση. Δεν είχαμε ιδέα ότι θα γινόταν τόσο τεράστιο."
Η ταινία κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1985 και έγινε εισπρακτική επιτυχία και το "Don't You (Forget About Me)" ακούγεται στους τίτλους αρχής και τέλους της ταινίας έχοντας ταυτιστεί απόλυτα με την τελική σκηνή, όπου ο χαρακτήρας του John Bender (Judd Nelson) περπατά στο γήπεδο και σηκώνει τη γροθιά του στον αέρα. Το τραγούδι εκτοξεύθηκε στο Νο1 του αμερικανικού Billboard Hot 100 τον Μάιο του 1985 και παραδόξως η μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας τους, αυτή που τους έκανε super-stars στην Αμερική, ήταν το μοναδικό τραγούδι που δεν είχαν γράψει οι ίδιοι και σε αυτό βοήθησε και το βίντεο κλιπ που ήταν γυρισμένο σε ένα αρχοντικό (Knebworth House) στο Hertfordshire της Αγγλίας θυμίζοντας μια πιο «σουρεαλιστική» και σκοτεινή εκδοχή της σχολικής βιβλιοθήκης της ταινίας.
Με τα χρόνια οι Simple Minds, συμφιλιώθηκαν με το κομμάτι και αποτελεί μέχρι σήμερα το highlight των συναυλιών τους: "Ένιωσα αυτό που λέμε "Καθολική ενοχή" και το σύνδρομο του απατεώνα. Είχαμε φτύσει αίμα γράφοντας τα δικά μας άλμπουμ, όπως το "New Gold Dream", και ξαφνικά γινόμαστε νούμερο 1 στην Αμερική με ένα κομμάτι που ηχογραφήσαμε μέσα σε ένα απόγευμα, απλά επειδή παίχτηκε σε μια ταινία», αναφέρει ο Kerr και συμπληρώνει: "Για ένα διάστημα νιώθαμε περίεργα, γιατί επισκίαζε τα δικά μας άλμπουμ. Αλλά σήμερα το αγαπώ. Κάθε φορά που το παίζουμε live, βλέπεις τα μάτια των ανθρώπων να λάμπουν. Είναι ένα τραγούδι που ανήκει στον κόσμο, όχι πια σε εμάς".
Σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, το τραγούδι αυτό δεν ήταν απλώς ένα εφήμερο soundtrack, αλλά ένας διαχρονικός ύμνος και το θρυλικό "La-la-la" συνεχίζει να μας συγκινεί και να μας ταξιδεύει πίσω στα χρόνια της εφηβείας μας και αποδεικνύει έτσι πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, αυτό το κομμάτι δεν πρόκειται να ξεχαστεί ποτέ.
Φώτης Μελέτης