Όταν οι ροκ χορδές και η Charta 77 έσπασαν τα στεγανά του κομμουνισμού στην Τσεχοσλοβακία
Όταν τα σοβιετικά τανκς ισοπέδωσαν τις ελπίδες της Άνοιξης της Πράγας, το μαύρο καλοκαίρι του 1968, η σιωπή που απλώθηκε πάνω από την Τσεχοσλοβακία δεν ήταν απλώς πολιτική ήταν βαθιά πολιτισμική. Στα χρόνια της «Ομαλοποίησης» που ακολούθησαν, το καθεστώς επιχείρησε να ευνουχίσει κάθε ελεύθερη φωνή, βαφτίζοντας τον ηλεκτρικό ήχο «ιμπεριαλιστικό μίασμα».
Μπάντες που μέχρι τότε έπαιζαν απλό beat επηρεασμένες από τους Beatles άρχισαν να πειραματίζονται με τον σκληρό ψυχεδελικό ήχο των Cream, του Jimi Hendrix και των Vanilla Fudge. Το κλίμα ανοχής που δημιουργήθηκε επέτρεψε σε μεγάλα ονόματα της Δύσης να επισκεφθούν τη χώρα όπως των Αμερικανών The Beach Boys που έδωσαν μια ιστορική συναυλία στην Πράγα το 1969 (λίγο μετά την εισβολή), αποτελώντας σύμβολο ελπίδας για τη νεολαία. Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννήθηκαν τα σπουδαιότερα ονόματα της σκηνής, όπως οι The Blue Effect (με τον Radim Hladík) και οι The Plastic People of the Universe που ιδρύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1968, μόλις ένα μήνα μετά την εισβολή.
Το 2ο Φεστιβάλ Beat της Πράγας που έγινε τον Δεκέμβριο του 1968 ήταν μια κομβική στιγμή. Συγκεκριμένα το φεστιβάλ μετατράπηκε σε μια σιωπηλή πολιτική διαμαρτυρία κατά των σοβιετικών στρατευμάτων και συγκροτήματα όπως οι The Blue Effect και οι The Primitive Group (οι προπάτορες του ψυχεδελικού rock στη χώρα) και αποθεώθηκαν από χιλιάδες νέους. Το τραγούδι σύμβολο για όσα ζούσε η νεολαία ήταν το "Modlitba pro Martu" (Προσευχή για τη Μάρθα) καθώς ήταν η πιο εμβληματική μουσική στιγμή της Άνοιξης της Πράγας και ανήκει στην τραγουδίστρια Marta Kubišová. Το τραγούδι της "Modlitba pro Martu", που ηχογραφήθηκε αμέσως μετά την εισβολή των Σοβιετικών τανκς έγινε ο ανεπίσημος ύμνος της τσεχοσλοβακικής αντίστασης. Η Kubišová πλήρωσε ακριβά το θάρρος της αφού το καθεστώς της απαγόρευσε ολοκληρωτικά να τραγουδά, να εμφανίζεται στην τηλεόραση ή να κυκλοφορεί δίσκους για τα επόμενα 20 χρόνια. Το καθεστώς της «εξομάλυνσης» που ακολούθησε την εισβολή δεν μπορούσε να συγχωρήσει τη στάση της. Το 1970, η κρατική λογοκρισία κατασκεύασε πλαστές, μονταρισμένες πορνογραφικές φωτογραφίες με το πρόσωπό της για να καταστρέψει τη φήμη της και να δικαιολογήσει την απαγόρευση των εμφανίσεών της. Της απαγορεύτηκε ολοκληρωτικά να τραγουδά δημόσια, να ηχογραφεί, να εμφανίζεται στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο. Οι δίσκοι της αποσύρθηκαν από τα καταστήματα και καταστράφηκαν.Η Kubišová δεν λύγισε και το 1977 έγινε μία από τους πρώτους υπογράφοντες της "Χάρτας 77" του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα και μάλιστα διετέλεσε εκπρόσωπος της οργάνωσης, στενή συνεργάτιδα του Βάτσλαβ Χάβελ. Η μυστική αστυνομία (StB) την παρακολουθούσε και την ανακρνούσε διαρκώς και για να ζήσει, αναγκάστηκε να εργαστεί για χρόνια σε εργοστάσιο κατασκευής σακουλών και αργότερα ως απλή υπάλληλος γραφείου σε κατασκευαστική εταιρεία.
Η δικαίωση για τη Marta Kubišová ήρθε με τη βελούδινη επανάσταση τον Νοέμβριο του 1989, σε μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Πάνω από 200.000 άνθρωποι στις 21 Νοεμβρίου 1989 κατέκλυσαν την πλατεία Βέντσεσλας (Wenceslas Square) στην Πράγα, διαδηλώνοντας κατά του καθεστώτος. Μετά από 20 ολόκληρα χρόνια αναγκαστικής σιωπής, η Marta Kubišová πλησιάζει το μικρόφωνο και χωρίς συνοδεία οργάνων, acapella, αρχίζει να τραγουδά την "Modlitba pro Martu"(«Προσευχή για τη Μάρθα»). Το πλήθος παγώνει, πολλοί ξεσπούν σε δάκρυα και στη συνέχεια χιλιάδες φωνές ενώνονται μαζί της. Η στιγμή αυτή σηματοδότησε συμβολικά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Τσεχοσλοβακία.
Η Περίοδος της «Εξομάλυνσης» (Normalizace)
Η Άνοιξη της Πράγας τελείωσε απότομα με τα σοβιετικά τανκς και ηνέα ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας ξεκίνησε την περίοδο της «Εξομάλυνσης», η οποία διέλυσε τη ροκ σκηνή. Τα συγκροτήματα υποχρεώθηκαν να αλλάξουν τα αγγλικά τους ονόματα σε τσέχικα και να τραγουδούν αποκλειστικά στη μητρική τους γλώσσα. Όσοι μουσικοί αρνήθηκαν να συμβιβαστούν και να περάσουν από τις κρατικές επιτροπές λογοκρισίας όπως οι Plastic People of the Universe οδηγήθηκαν στην παρανομία, δημιουργώντας το underground κίνημα των '70s που κράτησε ζωντανό το πνεύμα του 1968.
The Velvet Underground - Lou Reed
Η σύνδεση ανάμεσα στους The Velvet Underground και τον Lou Reed προσωπικά με τους The Plastic People of the Universe (PPU) είναι μία από τις πιο συναρπαστικές ιστορίες στην παγκόσμια ροκ μουσική. Δείχνει πώς μια αμερικανική avant-garde μπάντα επηρέασε άθελά της την πολιτική μοίρα μιας ευρωπαϊκής χώρας . Συγκεκριμένα το 1968, ένας Τσέχος φοιτητής επέστρεψε στην Πράγα από τη Νέα Υόρκη φέρνοντας μαζί του έναν από τους πιο σπάνιους δίσκους για την Ανατολική Ευρώπη: το εμβληματικό άλμπουμ The Velvet Underground & Nico (με την μπανάνα στο εξώφυλλο). Ο μπασίστας και ηγέτης των Plastic People, Milan "Mejla" Hlavsa, άκουσε τον δίσκο και μαγεύτηκε από τον σκοτεινό, ωμό και υπνωτικό ήχο. Στις πρώτες παράνομες συναυλίες τους, οι Plastic People δεν έπαιζαν δικά τους κομμάτια. Έπαιζαν σχεδόν αποκλειστικά διασκευές των Velvet Underground όπως το "Venus in Furs" και το "All Tomorrow's Parties", προσπαθώντας να μιμηθούν με ακρίβεια τον ήχο του Lou Reed. Όταν οι Plastic People συνελήφθησαν και δικάστηκαν από το κομμουνιστικό καθεστώς το 1976, ο Βάτσλαβ Χάβελ τότε απαγορευμένος θεατρικός συγγραφέας παρακολούθησε τη δίκη. Ο Χάβελ δεν ήταν ιδιαίτερος οπαδός της ροκ, αλλά σοκαρίστηκε από το γεγονός ότι το κράτος φυλάκιζε νέους ανθρώπους απλώς και μόνο επειδή ήθελαν να παίζουν τη μουσική που αγαπούν. Η δίκη αυτή τον ώθησε να ιδρύσει τη "Χάρτα 77". Όπως δήλωσε αργότερα ο ίδιος ο Χάβελ, η αγάπη αυτών των παιδιών για τη μουσική του Lou Reed και των Velvet Underground έγινε η αφορμή για να ξεκινήσει ο οργανωμένος αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Τσεχοσλοβακία.
Μετά τη βελούδινη επανάσταση το 1989, ο Χάβελ έγινε ο πρώτος δημοκρατικός Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας. Το 1990, ο Lou Reed επισκέφθηκε την Πράγα ως δημοσιογράφος για το περιοδικό Rolling Stone προκειμένου να πάρει συνέντευξη από τον Χάβελ. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Χάβελ έβγαλε από το συρτάρι του ένα παλιό, παραμορφωμένο βινύλιο των Velvet Underground και ένα παράνομο samizdat βιβλίο με μεταφρασμένους τους στίχους του Lou Reed στα τσέχικα. Ο Χάβελ είπε στον Reed: «Ξέρεις, αυτή η μουσική ήταν το κίνητρο για την επανάστασή μας». Ο Lou Reed, ο οποίος δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι τα τραγούδια του για τους δρόμους της Νέας Υόρκης θα γίνονταν σύμβολο ελευθερίας συγκινήθηκε βαθιά και, σύμφωνα με μαρτυρίες, έβαλε τα κλάματα.
Ο Frank Zappa στην Πράγα

Η κυβέρνηση απάντησε με σκληρές διώξεις καθώς πολλοί καλλιτέχνες φυλακίστηκαν (όπως ο Χάβελ), έχασαν τις δουλειές τους, αναγκάστηκαν να εργαστούν σε χειρωνακτικές εργασίες (π.χ. καθαριστές, θερμαστές) ή εξορίστηκαν. Το 1977, όταν ο Βάτσλαβ Χάβελ και η Kubišová υπέγραψαν τη Χάρτα 77, το κομμουνιστικό κόμμα ανάγκασε τους καλλιτέχνες να υπογράψουν μια δήλωση πίστης στο καθεστώς γνωστή ως «Αντι-Χάρτα».
Πώς η Μυστική Αστυνομία (StB) Προσπάθησε να Καταστρέψει τις Ηχογραφήσεις
Η Κρατική Ασφάλεια (StB) είχε συνειδητοποιήσει ότι η μουσική των Plastic People και των άλλων underground σχημάτων λειτουργούσε ως ιδεολογικός ιός. Για τον λόγο αυτό, έστησε ολόκληρες επιχειρήσεις με σκοπό να αφανίσει το υλικό τους πριν αυτό φτάσει στη Δύση. Η StB πραγματοποιούσε ξαφνικές εφουσικές επιθέσεις σε σπίτια μουσικών και οπαδών. Ψάχνανε ειδικά για τις μπομπίνες ηχογράφησης. Αν τις έβρισκαν, τις μαγνητούσαν με ειδικές συσκευές για να σβηστεί ο ήχος ή τις κατέστρεφαν φυσικά τις έκαιγαν ή τις έκοβαν.Το 1970, φίλοι του συγκροτήματος αγόρασαν ένα παλιό σπίτι στο χωριό Kerhartice, το οποίο μετέτρεψαν σε μυστικό πολιτιστικό κέντρο και χώρο ηχογραφήσεων. Η StB, αφού πρώτα συνέλαβε τους ιδιοκτήτες, πυρπόλησε και ισοπέδωσε ολοσχερώς το κτίριο για να μην υπάρχει κανένα ίχνος του εξοπλισμού και των αρχείων της μπάντας. Όταν οι δίσκοι κυκλοφορούσαν στον Καναδά, οι δυτικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί όπως το Radio Free Europe τους μετέδιδαν πίσω στην Τσεχοσλοβακία. Η StB χρησιμοποιούσε ισχυρούς επίγειους πομπούς παρεμβολών για να καλύψει τη συχνότητα με παράσιτα, ώστε να μην μπορούν οι Τσέχοι να ηχογραφήσουν τα τραγούδια από το ραδιόφωνο. Η StB εφάρμοσε την επιχείρηση Asanace (Εξυγίανση). Μέσω βασανιστηρίων και ψυχολογικής βίας, ανάγκαζε βασικά μέλη της underground σκηνής όπως τον σαξοφωνίστα των PPU, Vratislav Brabenec να υπογράψουν ότι δέχονται να μεταναστεύσουν μόνιμα στο εξωτερικό, ελπίζοντας ότι έτσι το κίνημα θα πέθαινε οργανικά. Παρά τη λύσσα της StB, οι Plastic People κατάφεραν να διασώσουν τα σημαντικότερα έργα τους κρύβοντας τις ταινίες κυριολεκτικά θαμμένες μέσα στο χώμα στο δάσος, μέσα σε στεγανά μεταλλικά κουτιά, μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος διπλωμάτης που θα τις μετέφερε στη Δύση. Η Επιχείρηση Asanace (στα τσέχικα σημαίνει «Εξυγίανση» ή «Απολύμανση») ήταν μια από τις πιο σκοτεινές και κυνικές επιχειρήσεις της μυστικής αστυνομίας (StB) της Τσεχοσλοβακίας. Ξεκίνησε στα τέλη του 1977 αμέσως μετά την εμφάνιση της "Χάρτας 77", και διήρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80. Ο ξεκάθαρος στόχος της StB δεν ήταν απλώς να φυλακίσει τους αντιφρονούντες και τους ροκ μουσικούς, αλλά να τους αναγκάσει να εγκαταλείψουν μόνιμα τη χώρα, «καθαρίζοντας» την Τσεχοσλοβακία από τα «ανεπιθύμητα στοιχεία». Η μυστική αστυνομία δεν χρησιμοποιούσε επίσημες δικαστικές αποφάσεις για την απέλαση, καθώς αυτό θα προκαλούσε διεθνείς αντιδράσεις. Αντίθετα, δημιουργούσε μια ανυπόφορη καθημερινότητα για τους καλλιτέχνες, ώστε να τους οδηγήσει στην απόφαση να φύγουν «οικειοθελώς» με βίαιες προσαγωγές και βασανιστήρια.
Μουσικοί και ποιητές συλλαμβάνονταν στον δρόμο χωρίς λόγο ενώ στα κρατητήρια δέχονταν άγριους ξυλοδαρμούς, τους στερούσαν τον ύπνο και τους υπέβαλλαν σε εικονικές εκτελέσεις.Η StB απειλούσε τους μουσικούς ότι τα παιδιά τους δεν θα είχαν ποτέ δικαίωμα να σπουδάσουν ή ότι θα έχαναν την επιμέλειά τους. Οι σύζυγοί τους απολύονταν αμέσως από τις δουλειές τους και το χειρότερο μέλη του underground κινήματος έπεφταν θύματα «τυχαίων» τροχαίων, ξυλοδαρμών από «άγνωστους» στον δρόμο ή έβρισκαν τα σπίτια τους λεηλατημένα και καμένα. Όταν το θύμα έφτανε στα όριά του, η StB άλλαζε τακτική. Κατά τη διάρκεια μιας ανάκρισης, ο αξιωματικός άφηνε «τυχαία» πάνω στο γραφείο μια αίτηση για έκδοση διαβατηρίου και μόνιμη μετανάστευση, προσφέροντας μια διέξοδο από τον τρόμο. Η επιχείρηση στοχοποίησε τη ροκ σκηνή με τον Vratislav Brabenec (σαξοφωνίστας The Plastic People of the Universe) να γίνεται βασικός στόχος της επιχείρησης "Asanace". Μετά από συνεχείς ξυλοδαρμούς, απειλές κατά της κόρης του και την ολοκληρωτική καταστροφή του σπιτιού του, λύγισε. Το 1982 εξαναγκάστηκε σε φυγή, καταλήγοντας στον Καναδά ενώ κάτι ανάλογο υπέστησαν και οι DG 307.
Συγκεκριμένα ο Pavel Zajíček ποιητής, τραγουδιστής και ηγέτης του avant-garde underground σχήματος DG 307 υπέστη απάνθρωπη ψυχολογική πίεση. Το 1980 αναγκάστηκε να υπογράψει και να μεταναστεύσει, ζώντας αρχικά στη Σουηδία και μετά στη Νέα Υόρκη. Ο τραγουδοποιός, συγγραφέας, ζωγράφος και φωτογράφος Vlastimil Třešňák ξυλοκοπήθηκε τόσο άγρια που η StB του έκαψε τα χέρια με τσιγάρα για να μην μπορεί να παίξει κιθάρα ενώ παρόμοια υπέστη και ο τραγουδιστής και ποιητής Jaroslav Hutka οπότε και οι δύο εξαναγκάστηκαν σε εξορία στη Δυτική Ευρώπη.
Η επιχείρηση Asanace πέτυχε εν μέρει τον στόχο της αφού μέχρι το 1984, περισσότεροι από 250 κορυφαίοι διανοούμενοι, καλλιτέχνες και μουσικοί είχαν εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν την Τσεχοσλοβακία ωστόσο, το σχέδιο της StB να σβήσει το κίνημα απέτυχε. Οι εξόριστοι μουσικοί δημιούργησαν ισχυρούς πυρήνες στο εξωτερικό (Βιέννη, Λονδίνο, Τορόντο). Συνέχισαν να ηχογραφούν, να εκδίδουν samizdat περιοδικά και να στέλνουν τη μουσική τους πίσω στην πατρίδα, κρατώντας τη φλόγα της αντίστασης αναμμένη μέχρι την κατάρρευση του καθεστώτος το 1989.

Οι Δίκες των Αξιωματικών της StB για την Επιχείρηση Asanace
Η δικαστική λογοδοσία των αξιωματικών της μυστικής αστυνομίας (StB) για τα εγκλήματα της Επιχείρησης Asanace υπήρξε μια μακρά, περίπλοκη και συχνά απογοητευτική διαδικασία για τα θύματα, καθώς πολλοί κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν τις νομικές καθυστερήσεις. Ωστόσο, αποτέλεσε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στο πρώην Ανατολικό Μπλοκ όπου υπήρξαν πραγματικές καταδίκες για την καταστολή αντιφρονούντων. Μετά το 1989, ιδρύθηκε το Γραφείο Τεκμηρίωσης και Δίωξης των Εγκλημάτων του Κομμουνισμού (ÚDV). Οι εισαγγελείς βάσισαν τις κατηγορίες στο αδίκημα της «κατάχρησης εξουσίας δημόσιου λειτουργού», καθώς οι μέθοδοι της Asanace (βασανιστήρια, εκβιασμοί) παραβίαζαν ακόμη και τους ίδιους τους νόμους του τότε κομμουνιστικού κράτους. Περισσότεροι από 20 πρώην αξιωματικοί και πράκτορες της StB παραπέμφθηκαν σε δίκη το 2000. Ανάμεσαι σε αυτούς, βασικοί διοργανωτές της επιχείρησης, όπως ο Zbyněk Dudek και ο Jiří Šimák, οι οποίοι είχαν βασανίσει άγρια τον μουσικό Vlastimil Třešňák (καίγοντάς του τα χέρια). Το 2002, δικαστήριο της Πράγας καταδίκασε τους Dudek και Šimák σε φυλάκιση 3,5 ετών χωρίς αναστολή για την απάνθρωπη μεταχείριση των αντιφρονούντων. Συνολικά, περίπου 15 με 20 ανώτεροι αξιωματικοί της StB καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης (κάποιες με αναστολή και κάποιες εξαγοράσιμες ή εκτελεστέες) για τον ρόλο τους στον εξαναγκασμό των καλλιτεχνών σε εξορία. Πολλές δίκες συνεχίστηκαν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 2010 ή τις αρχές της δεκαετίας του 2020. Πολλά θύματα και ιστορικοί εξέφρασαν την απογοήτευσή τους, καθώς αρκετοί από τους εγκέφαλους της StB πέθαναν από βαθιά γηρατειά πριν εκδοθούν οι τελεσίδικες αποφάσεις ή καταδικάστηκαν σε πολύ χαμηλές ποινές λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους και της κατάστασης της υγείας τους. Παρόλα αυτά, οι καταδίκες αυτές καταγράφηκαν στην ιστορία ως μια επίσημη, δικαστική αναγνώριση των εγκλημάτων που υπέστη η ροκ κοινότητα της Τσεχοσλοβακίας.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ
Plastic People of the Universe: Το πιο ιστορικό συγκρότημα της Τσεχοσλοβακίας. Η σύλληψή τους το 1976 πυροδότησε τη δημιουργία της πολιτικής οργάνωσης «Χάρτα 77» από τον Βάτσλαβ Χάβελ. Έπαιζαν σκοτεινό, πειραματικό ροκ επηρεασμένο από τους Velvet Underground.
DG 307: Σχηματίστηκαν το 1973 από τον ποιητή Pavel Zajíček και τον μπασίστα των Plastic People, Mejla Hlavsa. Είχαν έντονα αβάν-γκαρντ και ψυχεδελικό ήχο, με στίχους που εστιάζαν στην υπαρξιακή αγωνία. Το όνομά τους προερχόταν από τη διάγνωση «ψυχιατρικής νόσου» (DG 307) που χρησιμοποιούσαν οι νέοι για να αποφύγουν την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Διώχθηκαν μαζί με τους Plastic People στη μεγάλη δίκη του 1976. Ο Zajíček φυλακίστηκε και αργότερα, το 1980, αναγκάστηκε από τη μυστική αστυνομία να εγκαταλείψει τη χώρα (εξορία). Pražský Výběr: Σχηματίστηκαν το 1976 από τον ιδιοφυή τζαζ/ροκ μουσικό Michael Kocáb και στα early '80s στράφηκαν στο εκκεντρικό New Wave και Punk.
Stromboli: Δημιουργήθηκαν το 1985 και έπαιζαν ένα εξαιρετικά προηγμένο, σκοτεινό art rock με fusion και new wave στοιχεία. Επειδή η μουσική τους βασιζόταν σε υψηλή καλλιτεχνική τεχνική και μελοποιημένη ποίηση.
Synkopy 61: Ιδρύθηκαν το μακρινό 1961 στο Μπρνο και αρχικά ξεκίνησαν επηρεασμένοι από το beat των '60s και τα φωνητικά των The Beach Boys. Χρησιμοποιώντας πλήκτρα και synth, κατάφεραν να επιβιώσουν νόμιμα κυκλοφορώντας concept άλμπουμ, όπως το Sluneční hodiny (1981) και το Křížení (1982), προσφέροντας υψηλή ποιότητα χωρίς να προκαλούν ανοιχτά τις αρχές.
Garáž: Σχηματίστηκαν το 1979 στην Πράγα από τον μπασίστα Ivo Pospíšil και έγιναν μία από τις πιο δημοφιλείς μπάντες του τσεχικού alternative club scene των '80s. The Hever and Vazelína Band: Punk και underground σχήμα της επαρχίας που σατίριζε άγρια το καθεστώς, με αποτέλεσμα να υποστεί σκληρές διώξεις από τη μυστική αστυνομία (StB).
The Blue Effect (M. Efekt): Από τα σπουδαιότερα συγκροτήματα της χώρας με ηγέτη τον κιθαρίστα Radim Hladík. Ξεκίνησαν με rhythm & blues, πέρασαν σε μνημειώδες progressive rock και αναγκάστηκαν να αλλάξουν το όνομά τους σε τσέχικο λόγω των κρατικών περιορισμών κατά των αγγλικών όρων.
Collegium Musicum: Σλοβάκικο progressive rock συγκρότημα με ηγέτη τον ιδιοφυή οργανίστα Marián Varga. Έγιναν διάσημοι για τις ροκ διασκευές τους σε κλασικά έργα (όπως του Μπαχ και του Μπετόβεν), κάτι που τους επέτρεπε να αποφεύγουν τη λογοκρισία των στίχων, αφού έπαιζαν κυρίως ορχηστρική μουσική.
Olympic: Το πιο δημοφιλές beat και rock συγκρότημα της δεκαετίας του '60. Κατάφεραν να επιβιώσουν σε όλη τη διάρκεια του καθεστώτος κάνοντας συμβιβασμούς με την κρατική δισκογραφική εταιρεία Supraphon, διατηρώντας όμως υψηλό επίπεδο μελωδικού ροκ.
Pražský Výběr: New wave και art rock συγκρότημα των αρχών της δεκαετίας του '80 με ηγέτη τον Michael Kocáb. Η εκκεντρική τους εμφάνιση και οι ειρωνικοί στίχοι τους οδήγησαν σε ολοκληρωτική κρατική απαγόρευση από το 1983 έως το 1986.
Tublatank: Το μεγάλο σλοβάκικο συγκρότημα των '80s. Ξεχώρισαν γιατί στις αρχές της καριέρας τους έβγαιναν στη σκηνή φορώντας παραδοσιακές σλοβάκικες λαϊκές ενδυμασίες, συνδυάζοντας το hard rock με στοιχεία της τοπικής φολκλόρ μουσικής.Το ορόσημο: Τα τραγούδια τους έγιναν οι επίσημοι «ύμνοι» των διαδηλώσεων κατά τη διάρκεια της Βελούδινης Επανάστασης το 1989 στην Μπρατισλάβα.
Τα πιο σημαντικά τσεχοσλοβακικά punk συγκροτήματα της κομμουνιστικής περιόδου ήταν:
Το πανκ κίνημα στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του '70 και γνώρισε έκρηξη στα μέσα της δεκαετίας του '80. Ήταν μια εντελώς παράνομη, underground σκηνή, καθώς το καθεστώς θεωρούσε το πανκ «ιδεολογική απειλή» και «δυτική παρακμή», καταδιώκοντας τους μουσικούς με συλλήψεις, ξυλοδαρμούς από τη μυστική αστυνομία (StB) και απαγορεύσεις. Το πανκ κίνημα στην Τσεχοσλοβακία λειτούργησε ως ο απόλυτος καταλύτης για τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας στα τέλη της δεκαετίας του '80, στρώνοντας το έδαφος για τη Βελούδινη Επανάσταση του 1989. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, το καθεστώς της «Ομαλοποίησης» είχε επιβάλει μια διάχυτη κοινωνική απάθεια. Το πανκ, με το σύνθημα «No Future» προσαρμοσμένο στον υπαρκτό σοσιαλισμό, έσπασε αυτόν τον φόβο. Μπάντες όπως οι Visací Zámek και οι FPB δεν κρύβονταν πίσω από μεταφορές αλλά αντιθέτως χλευάζαν με ανακοινώσεις, τη στρατιωτική θητεία και τη γραφειοκρατία.
Zikkurat: Θεωρείται το πρώτο συγκρότημα που εισήγαγε τον πανκ ήχο στη χώρα γύρω στο 1979. Ανέμιξαν το hard rock με την επιθετικότητα του punk και έπαιζαν διασκευές των Sex Pistols και των Ramones με τσέχικους στίχους.
FPB (Fourth Price Band): Δημιουργήθηκαν το 1980 στην πόλη Τέπλιτσε. Ήταν από τις πιο επιδραστικές μπάντες, με γρήγορο ήχο και στίχους επηρεασμένους από την υπαρξιακή ποίηση, αποφεύγοντας τα απλά πολιτικά συνθήματα για να μην συλληφθούν αμέσως.
A 64: Μια από τις πρώτες αυθεντικές punk μπάντες της Πράγας (ιδρύθηκε το 1983). Κατάφεραν να παίξουν ελάχιστες παράνομες συναυλίες πριν διαλυθούν, ενώ κομμάτια τους κυκλοφόρησαν σε underground κασέτες που έφτασαν μέχρι τη Δύση.
Visací Zámek: Ιδρύθηκαν το 1982 από φοιτητές στην Πράγα. Έγιναν ο θρύλος του τσέχικου πανκ. Για να αποφύγουν την αστυνομία, άλλαζαν συχνά ονόματα στις αφίσες. Το χιούμορ και οι έξυπνοι, ειρωνικοί στίχοι τους τους βοήθησαν να επιβιώσουν της λογοκρισίας.
S.P.S. (Snížená Pracovní Schopnost): Σχηματίστηκαν στην Πράγα το 1988. Είχαν έντονα πολιτικό στίχο, ξεκάθαρα αντι-καθεστωτικό, επηρεασμένοι από μπάντες όπως οι The Exploited).
Už jsme doma: Δημιουργήθηκαν το 1985 από πρώην μέλη των FPB. Έπαιζαν ένα ιδιαίτερο avant-garde punk (post-punk/prog-punk) με χρήση πνευστών. Λόγω των απαγορεύσεων, για χρόνια έπαιζαν μόνο σε παράνομα φεστιβάλ μεταμφιεσμένοι σε γάμους ή πάρτι γενεθλίων
Šanov 1: Σημαντική μπάντα του radical punk, που αντιμετώπισε τεράστιο πόλεμο από το κράτος. Οι στίχοι τους στρέφονταν ευθέως κατά του ολοκληρωτισμού και της κοινωνικής απάθειας.
Zona A: Το πιο διάσημο πανκ συγκρότημα από τη Σλοβακία, που ιδρύθηκε το 1984 στην Μπρατισλάβα. Παρά τις συνεχείς ακυρώσεις των συναυλιών τους από την αστυνομία, οι κασέτες τους διαδόθηκαν σε όλη τη χώρα.

Τα πιο σημαντικά τσεχοσλοβακικά heavy metal συγκροτήματα της περιόδου ήταν:
Η heavy metal σκηνή στην κομμουνιστική Τσεχοσλοβακία εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το καθεστώς τη μισούσε όσο και το πανκ. Θεωρούσε τα μακριά μαλλιά, τα καρφιά, τα δερμάτινα και τον σκληρό ήχο ως δείγματα «δυτικής παρακμής» και «ακολασίας». Η εισαγωγή δυτικών δίσκων (Iron Maiden, Metallica) ήταν παράνομη. Οι metalheads μαζεύονταν κρυφά στην πλατεία Βέντσεσλας (Wenceslas Square) ή στο δάσος του Krč στην Πράγα για να ανταλλάξουν δίσκους, ρισκάροντας τη σύλληψη από την αστυνομία. Παρά τον πόλεμο της μυστικής αστυνομίας (StB) και τα άρθρα στον κρατικό τύπο που παρουσίαζαν τους μεταλλάδες ως εγκληματίες, το κίνημα απέκτησε τεράστια βάση οπαδών. Στα τέλη της δεκαετίας του '80, ορισμένες μπάντες έγιναν τόσο δημοφιλείς που το κράτος αναγκάστηκε να τους επιτρέψει να κυκλοφορήσουν δίσκους για να ελέγξει τα κέρδη.
Οι μπάντες χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: σε αυτές που απέκτησαν κρατική άδεια συμβιβαζόμενες με κάποιους κανόνες) και στο underground που λειτουργούσε παράνομα.
Arakain: Ιδρύθηκαν το 1982 στην Πράγα και είναι ο απόλυτος θρύλος του τσέχικου metal. Ξεκίνησαν με κλασικό heavy metal και εξελίχθηκαν σε thrash metal. Στα φωνητικά βρισκόταν αρχικά η διάσημη pop τραγουδίστρια Lucie Bílá (στην αρχή της καριέρας της) και μετά ο Aleš Brichta. Γέμιζαν στάδια παρά τις συνεχείς απαγορεύσεις. Οι Arakain είχαν δύο εκδοχές για τα τραγούδια τους. Στις επιτροπές παρουσίαζαν «μαλακωμένους», εγκεκριμένους στίχους. Στις ζωντανές εμφανίσεις όμως, τραγουδούσαν τους αυθεντικούς, επαναστατικούς στίχους, ρισκάροντας να τους κλείσουν το μικρόφωνο ή να επέμβει η κρατική ασφάλεια (StB).
Citron: Η πρώτη metal μπάντα που κατάφερε να γίνει «νόμιμη» και να κυκλοφορήσει τον ιστορικό δίσκο Plni Energie (1986). Πούλησαν εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Κατάγονταν από την industrial πόλη Οστράβα, γεγονός που τους έδινε μια πιο σκληρή, εργατική αισθητική.
Kern: Από τις πιο δημοφιλείς hard rock / heavy metal μπάντες της δεκαετίας του '80, με έδρα το Μπρνο. Είχαν πιο μελωδικό ήχο και κατάφεραν να παίζουν νόμιμα, κάνοντας μεγάλες περιοδείες.Το 1987 κυκλοφόρησαν ένα εξαιρετικά δημοφιλές single με τίτλο Blízko nás μέσω της κρατικής εταιρείας Panton, το οποίο πούλησε χιλιάδες αντίτυπα.
Vitacit: Ιδρύθηκαν το 1976 στο Ρόζτοκι κοντά στην Πράγα και η πορεία τους αποτυπώνει τέλεια τη μετάβαση από το κλασικό hard rock των '70s στο εκρηκτικό, γρήγορο heavy metal της δεκαετίας του '80. Αν και το καθεστώς έβαζε εμπόδια στις επίσημες κυκλοφορίες, οι Vitacit γέμιζαν ασφυκτικά τα κλαμπ (όπως το θρυλικό πολιτιστικό κέντρο Barča στην Πράγα). Η συναυλία αποχώρησης του Křížek το 1987 αποτυπώθηκε στο πασίγνωστο bootleg live άλμπουμ
Poslední Barča Root: Ιδρύθηκαν το 1987 στο Μπρνο με ηγέτη τον εμβληματικό Big Boss (Jiří Valter). Ήταν από τους πρωτοπόρους του black metal παγκοσμίως, μαζί με τους Bathory και τους Celtic Frost. Λόγω των σατανιστικών και αντι-χριστιανικών στίχων τους, η StB τους παρακολουθούσε στενά.
Törr: Σχηματίστηκαν το 1977 αλλά στράφηκαν στο σκοτεινό black/thrash metal στα μέσα των '80s. Το κομμάτι τους Kladivo na čarodějnice έγινε ο ύμνος του τσέχικου underground metal. Master's Hammer: Από τις πιο επιδραστικές black metal μπάντες της Ευρώπης. Ξεκίνησαν το 1987 παίζοντας παράνομα και πρώτα τους θρυλικά ντέμο (όπως το Finished το 1988 και το The Mass το 1989) ηχογραφήθηκαν και διακινήθηκαν παράνομα χέρι με χέρι μέσω κασετών.Ο ίδιος ο Fenriz των Darkthrone τους έχει χαρακτηρίσει ως τεράστια επιρροή για το νορβηγικό black metal.

Το δίκτυο των Samizdat: Επειδή δεν υπήρχε περίπτωση να βγάλουν δίσκο στην κρατική εταιρεία Supraphon, οι μπάντες ηχογραφούσαν σε φτηνά μαγνητόφωνα. Η μουσική κυκλοφορούσε χέρι με χέρι μέσω παράνομων αντιγράφων κασέτας (Samizdat). Ο Μηχανισμός των Εξετάσεων (Rekvalifikácie) και η έγκριση της συναυλίας Για να αποκτήσει μια μπάντα το δικαίωμα να παίζει ζωντανά και να αμείβεται, έπρεπε να περάσει από μια επιτροπή λογοκριτών. Οι μουσικοί έπρεπε να δώσουν γραπτές εξετάσεις στον μαρξισμό-λενινισμό και την πολιτική ιστορία. Πριν από κάθε συναυλία ή ηχογράφηση, οι στίχοι έπρεπε να κατατεθούν γραπτώς και να σφραγιστούν από τους λογοκριτές. Λέξεις όπως «θάνατος», «απόγνωση», «σκοτάδι», «καταστροφή» ή οποιαδήποτε αναφορά σε δυτικά σύμβολα απορρίπτονταν αμέσως, καθώς το καθεστώς ήθελε μόνο «αισιόδοξα, σοσιαλιστικά μηνύματα».
Οι «Μασκαρεμένες» Συναυλίες: Οι συναυλίες διοργανώνονταν κρυφά στην επαρχία ή σε απομακρυσμένες παμπ και οι διοργανωτές έλεγαν στην αστυνομία ότι πρόκειται για «οικογενειακή γιορτή». Αν η αστυνομία το ανακάλυπτε, η συναυλία έληγε με βίαιες προσαγωγές και ξύλο. Καμία μπάντα δεν μπορούσε να νοικιάσει μόνη της έναν χώρο. Όλες οι συναυλίες έπρεπε να τελούν υπό την αιγίδα μιας επίσημης κρατικής οργάνωσης, όπως η Σοσιαλιστική Ένωση Νεολαίας (SSM). Αν η μπάντα Arakain είχε δεχτεί πρόσφατα απαγόρευση από την τοπική επιτροπή, οι διοργανωτές άλλαζαν το όνομα στις αφίσες την τελευταία στιγμή. Παρουσίαζαν τη συναυλία ως «Χορευτική Εσπερίδα Νεολαίας» ή «Μουσική Ακρόαση» για να μην υποψιαστεί η αστυνομία τον thrash metal χαρακτήρα της εκδήλωσης. Σε κάθε επίσημη συναυλία, στις πρώτες σειρές ή στα παρασκήνια κάθονταν μέλη των τοπικών επιτροπών πολιτισμού και πράκτορες της Κρατικής Ασφάλειας (StB).Οι αρχές χρησιμοποιούσαν την ένταση του ήχου ως δικαιολογία για να σαμποτάρουν τις μπάντες. Αν ο ήχος θεωρούνταν πολύ δυνατός ή «επιθετικός», οι ελεγκτές είχαν το δικαίωμα να κατεβάσουν τους διακόπτες του ρεύματος στη μέση του live ενώ αν κάποια μπάντα ξεχνιόταν και τραγουδούσε (συνήθως ο Aleš Brichtα των Arakain) τον αυθεντικό, μη λογοκριμένο στίχο αντί για τον εγκεκριμένο, τότε αντιμετώπιζε άμεση διακοπή και απαγόρευση εμφανίσεων για μήνες.
Όταν οι απαγορεύσεις στις μεγάλες πόλεις (Πράγα, Μπρατισλάβα) έγιναν ασφυκτικές, οι μπάντες στράφηκαν σε απομακρυσμένες παμπ στην επαρχία.Οι οπαδοί μάθαιναν για το live μυστικά, χωρίς αφίσες, και ταξίδευαν μαζικά με τρένα. Αυτές οι συναυλίες κατέληγαν συχνά σε βίαιες συγκρούσεις όπου μετά την άνοιξη της Πράγας άρχιζαν να περιορίζονται μιας και νωρίτερα η αστυνομία μπλόκαρε τους σταθμούς των τρένων και προχωρούσε σε μαζικές συλλήψεις για «αλητεία».