Τα hard rock "σαγόνια" των Shark Island
Η περιπέτεια των Shark Island ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70 όταν με το όνομα Sharks oι παιδικοί φίλοι Richard Black (Rick Czerny) στη φωνή και ο κιθαρίστας Spencer Sercombe κατάφεραν και ηχογράφησαν το άλμπουμ “Altar Ego” το 1982 σε παραγωγή του Jerry Tolman.
H μπάντα έπαιζε συνεχώς σε διάφορα clubs του Los Angeles (ήταν η βάση τους) τόσο δικά τους κομμάτια όσο και διασκευές και είχαν κάνει ιδιαίτερη αίσθηση στη περιοχή.
H ιστορία τους ουσιαστικά ξεκινά με το άλμπουμ "Altar Ego" το οποίο κυκλοφόρησε αρχικά το 1982 (αν και συχνά αναφέρεται με το έτος παραγωγής ή προετοιμασίας του, το 1981) και η μπάντα χρησιμοποιούσε ακόμη το αρχικό της όνομα, The Sharks, προτού μετονομαστεί επίσημα σε Shark Island το 1985. Την παραγωγή έκανε ο Gerry Tolman, ενώ στο άλμπουμ συμμετείχε ως καλεσμένος ο γνωστός οργανίστας Mike "The Fin" Finnegan (και οι δύο είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Stephen Stills) ενώ ο ήχος τους ήταν ακατέργαστο hard/glam rock.Το άλμπουμ βγήκε μέσω της ανεξάρτητης εταιρείας Iron Works σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό, περίπου 500 αντιτύπων. Λόγω αυτής της σπανιότητας, οι αυθεντικές κόπιες σε βινύλιο (ειδικά η έκδοση σε κόκκινο βινύλιο ή picture disc) αποτελούν σήμερα συλλεκτικά αντικείμενα υψηλής αξίας για τους οπαδούς του glam/hair metal.
Οπότε το 1985 αποφασίζουν να μετονομαστούν σε Shark Island και να κυκλοφορήσουν την επόμενη χρονιά σε ανεξάρτητη παραγωγή το άλμπουμ “S’cool Buss” που περιλαμβάνει εννέα τραγούδια. Ο Rick Derringer έκανε την παραγωγή και βγήκαν μόλις 1200 αντίτυπα σε χρωματιστό βινύλιο. Εκείνη την περίοδο, οι Shark Island είχαν γίνει η μόνιμη μπάντα του πασίγνωστου κλαμπ Gazzari's στο Sunset Strip. Ο ιδιοκτήτης του κλαμπ, Bill Gazzari, τους βοήθησε να ηχογραφήσουν και να συμπεριλάβουν στο άλμπουμ μια hard rock διασκευή του κλασικού κομματιού του Frank Sinatra, "New York, New York". Παρά την ανεξάρτητη και χαμηλού προϋπολογισμού παραγωγή του, το άλμπουμ καταγράφει την ακατέργαστη ενέργεια που έκανε τους Shark Island μία από τις κορυφαίες live μπάντες της εποχής. Η φωνή του Black έχει αυτή την απαραίτητη θεατρικότητα, το γρέζι και το εύρος που αργότερα χαρακτήρισαν ολόκληρο το κίνημα του hair metal. Τα riff και τα σόλο του Sercombe στο άλμπουμ χαρακτηρίζονται ως «ογκώδη» και γεμάτα ζωντάνια, αποδεικνύοντας γιατί θεωρούνταν ένας από τους πιο υποτιμημένους κιθαρίστες της σκηνής. Κομμάτια όπως το εναρκτήριο "Déjà Vu" , "Here Comes Trouble", και το "Palace of Pleasure" δείχνουν μια μπάντα που είχε ήδη βρει τον ήχο της, πριν καν υπογράψει σε μεγάλη δισκογραφική. Μετά από δεκαετίες που το άλμπουμ παρέμενε δυσεύρετο, η μπάντα συνεργάστηκε με την Deko Entertainment και κυκλοφόρησε μια remastered Deluxe έκδοση με bonus κομμάτια.

To επόμενο χρονικό διάστημα έγιναν αλλαγές στo ρυθμικό υπόβαθρο της μπάντας ώσπου ήρθε το 1989 και οι SHARK ISLAND υπογράφουν με τη Epic με την ελπίδα να κάνουν το μεγάλο βήμα και δικαιώνονται εν μέρει αφού κυκλοφορούν το εκπληκτικό “Law of Order” που συνδυάζει μοναδικά το αμερικάνικο μελωδικό hard rock με τις εμπνευσμένες δυναμικές ερμηνείες του R.Black.
Στο γκρουπ εκείνη τη περίοδο εκτός από τον κιθαρίστα Spencer Sercombe παίζουν και οι Chris Heilmann (μπάσο) και Greg Ellis (τύμπανα). Το τραγούδι “Paris Calling” είναι πραγματικά μνημειώδες όπως και τα θαυμάσια “Spellbound”, "Somebody's Falling", “Shake for me”, η μπαλάντα “Bad for Each Other” ενώ υπάρχει και μία διασκευή στο “The Chains” των υπέροχων Fleetwood Mac καθώς και το επιπλέον κομμάτι “Μake a Move” που υπάρχει μόνο στη γιαπωνέζικη έκδοση του άλμπουμ. Όλοι πλέον περίμεναν η μπάντα να εκτοξευθεί και να κάνει το μεγάλο βήμα μάταια όμως αφού οι πωλήσεις δεν πήγαν καλά παρά το γεγονός ότι στις συναυλίες οι Shark Island ήσαν φανταστικοί. Αρχικά, η Epic Records σκόπευε να κυκλοφορήσει ως ντεμπούτο το live EP "Alive at the Whiskey". Θεωρώντας όμως ότι η κυκλοφορία live δίσκου για πρωτοεμφανιζόμενη σε μεγάλη εταιρεία μπάντα περιέχει μεγάλο ρίσκο οπότε, αποφάσισε να τους στείλει στο στούντιο για έναν πλήρη δίσκο.
Το επίσημο video clip για το Paris Calling σκηνοθετήθηκε από τον Mark Rezyka (Ratt, Kiss), έναν δημιουργό που είχε συνδέσει το όνομά του με πολλά hard rock και heavy metal βίντεο της χρυσής εκείνης εποχής. Το παρασκήνιο πίσω από τη δημιουργία του βίντεο κρύβει μερικές πολύ ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τη νοοτροπία της βιομηχανίας το 1989, αλλά και για την ίδια την ταυτότητα της μπάντας: Συγκεκριμένα όταν οι Shark Island υπέγραψαν στην Epic Records, η εταιρεία πίστευε ότι είχε στα χέρια της το επόμενο μεγάλο όνομα που θα ακολουθούσε την επιτυχία των Guns N' Roses. Για τον λόγο αυτό, διέθεσε ένα ασυνήθιστα μεγάλο και ακριβό μπάτζετ για τα δεδομένα πρωτοεμφανιζόμενης μπάντας. Το βίντεο γυρίστηκε με κινηματογραφική αισθητική, χρησιμοποιώντας ακριβά εφέ φωτισμού, έντονα χρώματα και σκοτεινά, ατμοσφαιρικά σκηνικά που παρέπεμπαν σε γοτθικό/δραματικό περιβάλλον.
Ο βασικός στόχος του βίντεο ήταν να στρέψει όλα τα φώτα πάνω στον frontman, Richard Black. Στη rock σκηνή του Λος Άντζελες ήταν κοινό μυστικό ότι ο Axl Rose είχε αντιγράψει το στυλ, το ντύσιμο και τον χαρακτηριστικό «φιδίσιο» χορό του Black στη σκηνή. Η Epic Records ήθελε μέσω του video clip να δείξει στο παγκόσμιο κοινό του MTV ποιος ήταν ο πραγματικός εμπνευστής αυτού του στυλ. Ο Black δίνει μια άκρως θεατρική και γεμάτη αυτοπεποίθηση ερμηνεία στην κάμερα, μαγνητίζοντας το βλέμμα.
Παρόλο που το βίντεο ήταν εντυπωσιακό και έτοιμο να κατακτήσει το MTV, η Epic Records σχεδόν αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου "Law of the Order" σταμάτησε να στηρίζει οικονομικά το συγκρότημα λόγω εσωτερικών ανακατατάξεων ενώ έδωσε βαρύτητα στο νεοεισερχόμενο μουσικό grunge κύμα.. Έτσι, το βίντεο δεν έλαβε ποτέ τη συνεχή προβολή που χρειαζόταν, με αποτέλεσμα το "Paris Calling" να παραμείνει ένα cult classic διαμάντι αντί για ένα παγκόσμιο hit. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του R. Black για το "κλέψιμο" που υπέστη από τον Axl Rose στο θέμα των κινήσεων πάνω στο σανίδι αποκαλύπτωντας:
R. Black εναντίον Axl Rose
"Πολλά δημοφιλή συγκροτήματα και προσωπικότητες έρχονταν να δουν τους Shark Island καθώς έπαιρναν μαζί τους στοιχεία για τη σκηνική τους παρουσία ή τα εξώφυλλα των άλμπουμ τους, ή την γκαρνταρόμπα τους... Και ένας από αυτούς ήταν και ο "άχρηστος" Axl Rose,
Από όσο γνωρίζω, δεν έχει κάνει ποτέ κάτι πρωτότυπο στη ζωή του. Αυτός και οι φίλοι του έρχονταν κάθε εβδομάδα και παρακολουθούσαν την παράσταση μας". Και συνεχίζει:
"Μια μέρα πριν από το ντεμπούτο των GnR, πήγα στο σπίτι του και καθώς έμπαινα μέσα, είδα ένα βίντεο που έπαιζα στην τηλεόρασή του και από πάνω υπήρχε μια στοίβα κασέτες VHS με την ένδειξη Shark Island με ημερομηνίες και ώρες. Θυμάμαι ότι ντρεπόμουν, ήταν προφανές ότι μελετούσε τις ατάκες και τις κινήσεις μου και ήξερα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, καθώς το άλμπουμ τους επρόκειτο να κυκλοφορήσει και τα media θα τους αποθέωναν". Και συμπληρώνει με παράπονο:
"Τα χρόνια που κουράστηκα ώστε να βελτιώσω την τέχνης μου και τα χρόνια μοντέρνου χορού ήταν διαθέσιμα σε αυτόν τον ανόητο και σε μια βιντεοκάμερα του. Θυμάμαι κάποιους να μου λένε ότι συμπεριφερόταν σαν εμένα, αλλά ποτέ δεν ανησυχούσα πολύ για το ότι ήμασταν όλοι στο ίδιο καράβι.
Μετά ήρθε το "Welcome To The Jungle", νόμιζα ότι κοιταζόμουν στον καθρέφτη ή τα βίντεο στην τηλεόραση του Axl.. Αυτό που με καίει ακόμα περισσότερο είναι ότι στην ακμή του δεν ανέφερε ούτε καν τους Shark Island ή τον Richard Black σε όλες τις δημοσιεύσεις του. Κάτι που, παρεμπιπτόντως, θα μπορούσε να μας είχε βοηθήσει χωρίς κανένα κόστος για αυτόν· δεν μας πέταξε ούτε ένα κόκκαλο.Τώρα, για να πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει καθόλου. Αυτά είναι όλα ανοησίες και δεν μου κάνουν καλό τώρα, άλλωστε, δεν είμαι καθόλου όπως τότε, και θα έμοιαζα με ανόητο να το προσπαθούσα".
Παράλληλα ο Black για την μέτρια αποδοχή του άλμπουμ έχει αναφέρει ότι η Epic Records προσπάθησε να κάνει τον ήχο τους πιο «εμπορικό» και «γυαλισμένο» για το ραδιόφωνο, επιλέγοντας τον Randy Nicklaus για την παραγωγή. Αυτό, κατά τη γνώμη του, αφαίρεσε την ωμή, underground «αγριάδα» που είχε η μπάντα όταν έπαιζε ζωντανά στα κλαμπ Gazzari's και Whisky a Go Go. Η εταιρεία φοβήθηκε να ρισκάρει με τον πραγματικό τους, σκληρό ήχο.
Την ίδια παράλληλα χρονιά κυκλοφόρησαν αρχικά σε μορφή bootleg και έπειτα κανονικά το “July 14, 1989 Bastille Day: Alive at the Whiskey” που περιλαμβάνει έξι τραγούδια σε ζωντανές εκτελέσεις. Το EP αποτυπώνει την εκρηκτική ενέργεια του συγκροτήματος στη σκηνή, ηχογραφημένο κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας τους στο θρυλικό κλαμπ Whisky a Go Go του Λος Άντζελες, ανήμερα της γαλλικής εθνικής εορτής (Ημέρα της Βαστίλης). Το συγκρότημα εκμεταλλεύτηκε τη σύμπτωση της ημερομηνίας με την Ημέρα της Βαστίλης (Bastille Day) για να ξεκινήσει δυναμικά τη συναυλία με το κορυφαίο τους κομμάτι, "Paris Calling". Η ηχογράφηση ξεχωρίζει επειδή διατηρεί την ωμή, αυθεντική live αίσθηση εκείνης της βραδιάς, έχοντας ελάχιστη έως καθόλου επεξεργασία στο στούντιο. Αν και το αρχικό EP κυκλοφόρησε κυρίως ως promo υλικό σε βινύλιο, CD και κασέτα, τα τραγούδια του έγιναν ευρύτερα διαθέσιμα το 2004, όταν η γαλλική δισκογραφική εταιρεία Bad Reputation επανακυκλοφόρησε το άλμπουμ τους Law of the Order ως διπλό CD, περιλαμβάνοντας ολόκληρο το live EP ως bonus tracks.
Το δίδυμο R.Black και S. Sercombe απογοητευμένο από την εμπορική αποτυχία συνεργάζονται με το σούπερ γκρουπ των Contraband (που συμμετείχαν οι M.Schenker, B.Blotzer, Tracii Guns, S.Pedersen) αλλά και εκεί δεν υπήρχε κάποια σημαντική εξέλιξη με συνέπεια να ξαναγίνει η προσπάθεια οι Shark Island να ανασυνταχθούν.
Όμως παρά την προσπάθεια για νέο ξεκίνημα και με νέες συνθέσεις στο ενεργητικό τους το συγκρότημα δεν κατάφερε να ανακάμψει δεν κυκλοφόρησε τίποτα και μπήκε για πολλά χρόνια στο πάγο.
Tα μέλη του γκρουπ αναζήτησαν όλο αυτό το διάστημα την τύχη τους σε διάφορα σχήματα χωρίς όμως να κάνουν κάτι σημαντικό. Ο κιθαρίστας Spencer Sercombe συμμετείχε στους Riverdogs παρέα με τον Vivian Cambell (Dio, Def Leppard) ενώ συνεργάστηκε και με τον ντράμερ Billy Ward (Black Sabbath). O ντράμερ Greg Ellis έπαιξε με τους Jerusalem Slim παρέα με τους M.Monroe (Hanoi Rocks) και Steve Stevens ενώ ο μπασίστας Chris Heilmann συμμετείχε στους Tonic και συνεργάστηκε και με τον τραγουδιστή Spike από τους Quireboys.
Ο τραγουδιστής Richard Black ασχολήθηκε περιοδικά με τους Black 13 που έφτιαξε ο ίδιος ενώ συνεργάστηκε και προσωρινά με τους κιθαρίστες Jake E. Lee (Ozzy,Badlands) και Michael Guy (House of Lords), τον μπασίσταTony Franklin (Firm, Blue Murder) τον ντράμερ Ken Mary (Fifth Angel, House of Lords) και το γκρουπ ονομαζόταν Bourgeois Pigs χωρίς καμία ανάλογη συνέχεια.

Ήρθε λοιπόν το 2005 και οι Shark Island ανακοινώνουν την επιστροφή τους και το 2006 κυκλοφορούν το συμπαθητικό “Gathering of the Faithfull” με μοναδική αλλαγή στα τύμπανα όπου εκεί βρίσκουμε τον Glen Sobel (Ιmpelliterri,Tamplin) αλλά και αρκετούς άλλους μουσικούς που έχουν αναλάβει "δύσκολα" όργανα όπως βιολί, ακορντεόν και τσέλο.
Το άλμπουμ κινείται στα γνωστά μελωδικά hard rock μονοπάτια της μπάντας αλλά δεν έχει τον δυναμισμό και την φρεσκάδα του εκπληκτικού “Law of Order”. Ο ήχος του δίσκου ξεφεύγει από τα υπερβολικά glam metal κλισέ των '80s και κινείται σε πιο ώριμα, μελωδικά hard rock και AOR μονοπάτια. Η φωνή του Richard Black διατηρεί το χαρακτηριστικό της βάθος και τη θεατρικότητα, ενώ οι κιθάρες του Sercombe είναι γεμάτες groove και έξυπνα riff. Η αποδοχή και η επιτυχία δεν ήταν αυτή που περίμενε η μπάντα με συνέπεια να παγώσουν ξανά για αρκετά χρόνια την δραστηριότητα τους.
Επανήλθαν όμως το 2019 με τα άλμπουμ "Bloodline" (περιλαμβάνει την διασκευή του "Policy of Truth" των Depeche Mode) με μία σημαντική αλλαγή χωρίς την κιθαριστική παρουσία του Spencer Sercombe ενώ την παραγωγή ανέλαβε ο Alex Kane (πρώην μέλος των Life Sex and Death), ενώ τη μίξη έκανε η θρυλική Sylvia Massy, γνωστή για τις συνεργασίες της με κορυφαία ονόματα όπως οι Tool, οι System of a Down και οι Red Hot Chili Peppers. Επιπρόσθετα επέστρεψε ο παλιός τους μπασίστας Christian Heilmann.
Το "Bloodline 2.020" αποτελεί τη διευρυμένη, deluxe επανέκδοση (remastered compilation) του στούντιο άλμπουμ Bloodline (2019) και περιέχει όλο το αρχικό υλικό, αλλά αναβαθμίστηκε με νέο mastering και 3 επιπλέον κομμάτια, ανεβάζοντας το σύνολο στα 14 τραγούδια.
Το "MEMENTO MORI Live On The Strip" είναι το πρώτο ολοκληρωμένο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ των Shark Island μετά από δεκαετίες και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2024.Η συναυλία έχει μια πολύ ιδιαίτερη εισαγωγή και παρουσίαση από τον πασίγνωστο ραδιοφωνικό παραγωγό και ιστορικό της hard rock σκηνής, Eddie Trunk (SiriusXM, That Metal Show).
Πάντως σε συνεντεύξεις του, ο Richard Black έχει ξεκαθαρίσει ότι η απουσία του Spencer Sercombe από τις πρόσφατες δουλειές των Shark Island (όπως το Bloodline και το Memento Mori) δεν οφείλεται σε κάποια προσωπική κόντρα ή καβγά, αλλά σε μια συνειδητή απόφαση του ίδιου του κιθαρίστα να αποσυρθεί από τη μουσική βιομηχανία.
Υ.Γ.: Στη γνωστή Deluxe επανέκδοση του 2004 του άλμπουμ "Law of the Order" από τη γαλλική Bad Reputation, αλλά και στις σημερινές εκδόσεις σε πλατφόρμες όπως το Spotify, έχουν προστεθεί ως bonus tracks τρία πασίγνωστα τραγούδια τους που είχαν γραφτεί αποκλειστικά για κινηματογραφικά soundtrack:
- My City (από την ταινία Point Break / Στην Κόψη του Κύματος)
- Father Time (από την ταινία Bill & Ted's Excellent Adventure)
- Dangerous (επίσης από το Bill & Ted's Excellent Adventure)
Φώτης Μελέτης
Ροή
Intruder: Από τους Bon Jovi στη λήθη
Τα hard rock "σαγόνια" των Shark Island