Pink Floyd:Οι Αρχιτέκτονες Που Γέννησαν Το Ψυχεδελικό Progressive Rock (μέρος 1ο)

07/08/2014

Κατηγορία: Art Rock

10299

Το να γράψεις αφιέρωμα για την μεγαλύτερη μπάντα του πλανήτη είναι από μόνο του βαρύ φορτίο. Μουσική πανδαισία, συναίσθημα, ψυχεδέλεια, ατμόσφαιρα, μυστήριο, μαγεία, ναρκωτικά είναι λίγα από τα χαρακτηριστικά τους. Ο φάκελος του Rocktime.gr ανοίγει και η υπόθεση που θα μας απασχολήσει παρακάτω είναι το βρετανικό συγκρότημα Pink Floyd.

 

Θα μπορούσα να γράψω ένα τεράστιο πρόλογο, δοξάζοντας και υμνώντας το τεράστιο αυτό γκρουπ. Από μόνο του όμως το άρθρο, είναι αρκετά μεγάλο και με το να ξοδέψω χρόνο και για κάτι τέτοιο, θα κούραζε πολύ τον μέσο αναγνώστη. Στην προσπάθεια μου αυτή, επιχείρησα να κάνω το αφιέρωμα όσο πιο πλήρες  γίνεται, καλύπτοντας όλες τις εποχές τους με όσες περισσότερες πληροφορίες. Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν είναι η προσωπική δισκογραφία και γνώσεις μου , η Wikipedia, η επίσημη σελίδα τους, συνεντεύξεις από περιοδικά και άρθρα και διάφορα βιβλία τους όπως τα "Is There Anybody Out There?", "Pigs Might Fly" και "Inside OutA Personal History Of Pink Floyd". Εύχομαι να το βρείτε ενδιαφέρον και να το απολαύσετε. Καλή ανάγνωση!!!
 
Πριν προχωρήσουμε στο κυρίως πιάτο, θα κάνουμε πρώτα μια γνωριμία με τους πρωταγωνιστές μας,  έναν - έναν ξεχωριστά.
Μέλος 01 : Syd Barrett (Φωνή, Κιθάρα)
Γεννήθηκε στην Αγγλία, στις 6 Ιανουαρίου, 1946. Το πραγματικό και πλήρες όνομά του είναι Roger Keith Barrett. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd.  Στο συγκρότημα έμεινε μόνο για τα τρία χρόνια (1965-1968). Ηχογράφησε μαζί τους ένα δίσκο και διώχτηκε από τους Floyd εξ’ αιτίας του εθισμού του σε παραισθησιογόνα ναρκωτικά, με αδυναμία στο LSD. Ακολούθησε στη συνέχεια σόλο καριέρα μέχρι περίπου το 1975  όπου και σταμάτησε εντελώς τη μουσική ενασχόληση (Octopus 1969, Barrett 1970, The Madcap Laughs 1970, The Radio One Sessions 1971 και τα -σαν συλλογές με ακυκλοφόρητα και μη- Opel και The Peel Sessions 1988 και τη συλλογή μετά θάνατον Games For May 2007). Από μικρός, το κέρδισε το θέατρο, τα σπορ, η ζωγραφική και η μουσική. Ο Πατέρας του ήταν γιατρός και έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης καθώς τον παρότρυνε να ασχοληθεί με τη μουσική. Αρχικά του αγόρασε ένα μπάντζο, το οποίο δεν το βρήκε πολύ ενδιαφέρον ο Syd ενώ αργότερα του έκανε δώρο μια κιθάρα η οποία τον κέρδισε αμέσως. Σε ηλικία 14 χρονών έχασε τον πατέρα του, δημιουργώντας του ψυχολογικό τραύμα, το οποίο του έμεινε κατάλοιπο για το υπόλοιπο της ζωής του και τον οδήγησε στα ναρκωτικά. Οι στίχοι του, πανέξυπνοι και δύσκολοι στο να ερμηνευτούν και να δει κανείς την εικόνα πίσω από την εικόνα. Με τον Dave Gilmour ήταν παιδικοί φίλοι και προσπάθησε να τον βοηθήσει να απεξαρτηθεί αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ. Μας άφησε για την (δυστυχώς) μεγάλη ροκ μπάντα του παράδεισου στις 7 Ιουλίου 2006, στο σπίτι του στο Cambridge,  όπου έφυγε από τη ζωή μονάχος του. Αγαπήθηκε από τον κόσμο, ετεροχρονισμένα και θα τον θυμόμαστε για τη κληρονομιά που άφησε πίσω του στο The Piper At The Gates Of Dawn, ιδιαίτερα από τα τραγούδια του Baby Lemonade, Astronomy Domine, Arnold Layne Lucifer Sam, Dominoes και όποτε ακούμε το Wish You Here.
Μέλος 02: Roger Waters (Φωνή, Μπάσο, Κιθάρα)
Γεννήθηκε στην Αγγλία, στις 6 Σεπτεμβρίου, 1943. Το πλήρες όνομά του είναι George Roger Waters. Αποτελεί και αυτός ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd. Παντρεύτηκε στο παρελθόν δύο φορές (Jude και Caroline). Έχει δύο παιδιά (Harry και India), με τον Harry να παίζει μαζί του στις προσωπικές του συναυλίες όταν εγκατέλειψε τη μπάντα. Έχασε τον πατέρα του όταν ήταν ακόμα μωρό, σε πόλεμο. Σαν παιδί, έμενε ξάγρυπνος ατελείωτες ώρες ακούγοντας τον σταθμό των ένοπλων δυνάμεων στο ραδιόφωνο, ενώ έπαιζε πάντα με οποιοδήποτε πολεμικό παιχνίδι.  Αποτέλεσε τον ιθύνον νου του συγκροτήματος σε όλους τους τομείς. Σχεδόν όλοι οι στίχοι και η  μουσική του ανήκουν ενώ χρεώνεται και το επικό μέγεθος των συναυλιών. Κουβάλησε το βαρύ φορτίο του συγκροτήματος μέχρι το 1985 όπου και έφυγε από τη μπάντα.  Τα "The Wall", 'Dark Side Of The Moon", "Animals" είναι οι δυνατότερες δουλειές του με τους Pink Floyd. To εξ’ ολοκλήρου δικό του "The Final Cut" αποτέλεσε το τελευταίο άλμπουμ που έκανε με τη μπάντα (η οποία είχε ρόλο δεύτερο), λόγο των προστριβών που είχε με τα υπόλοιπα μέλη. Ακολούθησε σόλο καριέρα, χωρίς να γνωρίζει την ίδια επιτυχία όπως με τους Floyd (The Pros And Cons Of Ηitch Hiking 1984, Radio KAOS 1987, Amused To Death, Ca Ira 2005, ενώ ετοιμάζει άλλον ένα δίσκο αυτή τη περίοδο) με τα άλμπουμ Amused To Death και Radio KAOS να ξεχωρίζουν. Μας επισκέφτηκε για πρώτη φορά το 2006 στις 18 Ιουνίου, στα πλαίσια της περιοδείας του για το Dark Side Of The Moon, ενώ η επόμενη ήταν αυτή για το The Wall το 2011 για μερικές παραστάσεις (8,9 και 12 Ιουλίου) στο κλειστό του ΟΑΚΑ. Οι συναυλίες ήταν όλες sold out εκτός από την τελευταία και κινηματογραφήθηκαν για το επερχόμενο dvd το οποίο περιμένουμε να βγει. Έκτοτε, ήρθε άλλη μια φορά στις 13 Ιουλίου 2013 για την ίδια περιοδεία, στο γήπεδο ποδοσφαίρου του ΟΑΚΑ με την διοργανώτρια εταιρεία να προσπαθεί να τη μετατρέψει στο βωμό του χρήματος σε φιάσκο, χωρίς να έχει επιτυχία. Με την κατάσταση να έχει φτάσει σε σημείο εμείς να θέλουμε να πουλήσουμε τα εισιτήρια και η συναυλία να οδηγείται σε ακύρωση, ο ίδιος βγήκε και έκανε ειδικές τιμές και το πήρε πάνω του ώστε να διεξαχθεί τελικά όπως ήταν προγραμματισμένο. Ψάξτε το θέμα αν θέλετε να μάθετε λεπτομέρειες στο δίκτυο, εδώ δεν αξίζει να ασχοληθούμε άλλο και να δώσουμε παραπάνω έκταση. Ο Roger, έχει σπίτι στο Πήλιο, που κατοικεί κατά διαστήματα, ενώ έχει μείνει αρκετά χρόνια στην Ελλάδα, μαθαίνοντας έτσι να μιλά πολύ καλά την ελληνική γλώσσα. Στις 2 Ιουλίου 2005 έδωσαν μια συναυλία με τους Pink Floyd, η οποία ήταν και η τελευταία έως σήμερα μαζί τους, για φιλανθρωπικούς σκοπούς, στα πλαίσια του Live 8 στο Λονδίνο της Αγγλίας. Η συμμετοχή στον επερχόμενο δίσκο των Pink Floyd τον Οκτώβριο, κρίνεται  έως τώρα αμφίβολη αλλά καθόλου απίθανη, μιας και ο David Gilmour έλεγε κάτι για σόλο δίσκο και ξαφνικά προέκυψε Pink Floyd, θα έλεγε ένα υποψιασμένο μυαλό.
 
Μέλος 03 Richard Wright (Πλήκτρα, Φωνή)
 
Γεννήθηκε στην Αγγλία, στις 28 Ιουλίου, 1945. Το πλήρες όνομά του είναι Richard William Wright. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd και αυτός. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο Regent Street και εκεί ήταν που γνωρίστηκε με τους Roger Waters και Nick Mason. Υπήρξε παντρεμένος τρείς φορές (1964-1982 την Juliette Gale, 1984-1994 την Ελληνίδα Franka και 1996-2008 Millie) και έχει τρία παιδιά. Μεγάλη του αδυναμία ήταν να το σκάει με το σκάφος του σε κάθε ευκαιρία που του δινόταν. Υπήρξε και αυτός από την αρχή του συγκροτήματος και έφερε στη μπάντα κατά βάση μπλουζ, τζαζ και νεοκλασικά περάσματα. Στους Pink Floyd, είχε σημαντική προσφορά στα άλμπουμ Meddle, καθώς και στο Dark Side Οf Τhe Μoon με τις συνθέσεις του The Great Gig In The Sky και Us And Them. Ίσως η πιο γνωστή στιγμή του ήταν τα εκτεταμένα και ψυχεδελικά περάσματα των πλήκτρων του στο άλμπουμ Wish You Were Here καθώς και στο Animals, ενώ συνθετικά, συνεισέφερε και στο προτελευταίο δίσκο του, The Division Bell του 1994. Περίπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, είχαν ξεκινήσει οι προστριβές με τον Roger Waters και αποχώρησε για λίγο από το συγκρότημα κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του δίσκου The Wall. Παρ’ όλα αυτά, επέστρεψε στους Pink Floyd και παρέμεινε στη σύνθεση σαν ημερομίσθιος και session μουσικός για τις ανάγκες των ζωντανών εκτελέσεων του δίσκου, μέχρι το 1981 όπου και έφυγε οριστικά. Το άλμπουμ The Final Cut του 1983, είναι το μοναδικό των Pink Floyd που κυκλοφόρησε χωρίς αυτόν στη σύνθεσή τους. Ξαναγύρισε στο συγκρότημα μετά την αποχώρηση του Roger Waters και παρέμεινε στη μπάντα για τα επόμενα χρόνια, ενώ έδωσε και αυτός το παρόν στην εμφάνιση του συγκροτήματος με την πλήρη σύνθεσή του το 2005 στα πλαίσια του Live 8. Ακολούθησε παράλληλα με τους Pink Floyd σόλο καριέρα, όπου κυκλοφόρησε δύο δίσκους τα Wet Dreams (1978) και Broken China (1996). Έπαιξε στο πρώτο δίσκο του Syd Barrett (Barrett, 1970), ενώ συμμετείχε στο τελευταίο στούντιο δίσκο του Dave Gilmour (On An Island, 2006) στα dvd’s David Gilmour In Concert, Remember That Night, Live In Gdansk και με τους Zee έβγαλε το 1984 το Identity. Δυστυχώς, μας άφησε και αυτός για να συναντήσει τον Syd Barrett εκεί ψηλά, χάνοντας τη μάχη με το καρκίνο στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 και απεβίωσε στο σπίτι του στην Αγγλία.
Μέλος 04: Nick Mason (Τύμπανα, Κρουστά, Φωνή)
 
Γεννήθηκε στην Αγγλία. 27 Ιανουαρίου 1944. Το πλήρες όνομά του είναι Nickolas Berkeley Mason. Αποτελεί ιδρυτικό μέλος των Pink Floyd, μαζί με τους υπόλοιπους τρεις. Παντρεύτηκε την Annette και έχει τρία παιδία (Holly, Chloe, Carey). Είναι γιός του Billy Mason (ντοκιμαντέρ) και παρόλο που γεννήθηκε στο Birmingham, μεγάλωσε στο Hampstead. Πήγε στο Frensham Heights School κοντά στο Farnham, Surrey. Αργότερα σπούδασε αρχιτεκτονική στο Regent Street Polytechnic τα έτη 1962-1967 (τώρα λέγεται Πανεπιστήμιο του Westminster), όπου συνεργάστηκε με τον Roger Waters, Bob Klose και Richard Wright το 1964 για να σχηματίσουν τον προκάτοχό των Pink Floyd, τους Sigma 6. Αποτελεί το μοναδικό μέλος του συγκροτήματος που ήταν παρόν από την αρχή μέχρι το τέλος και δεν απουσιάζει σε κανένα δίσκο. Χαρακτηρίζεται ως η ‘’ενωτική δύναμη’’ της μπάντας.  Έχει συμβάλλει σε τραγούδια όπως τα "Interstellar Overdrive", "Echoes", "Speak To Me", "One Of These Days" και έχει κάνει και φωνητικές εμφανίσεις στα "Signs Of Life" και "One Of These Days" ενώ τα εκθαμβωτικά τύμπανα στο ‘’Time’ αποτελούν δική του σύνθεση. Χόμπι του είναι τα  σπορ αυτοκίνητα, όπου έχει μια μεγάλη συλλογή αγωνιστικών στο σπίτι του ενώ κατεβαίνει και σε εκδηλώσεις αγώνων αυτοκινήτων όπως είναι οι 24 ώρες του Le Mans. Έκανε και αυτός σόλο καριέρα όπως και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας βγάζοντας ένα άλμπουμ το 1981 ‘’Nick Masons Fictitious Sports’’. Έβγαλε με τους Rick Fenn 3 δίσκους (Profile 1985, White Of The Eye soundtrack 1987, Tank Malling soundtrack 1988) και με τη μπάντα Michael Mantler τα The Hopeless Child 1976, Something There 1982, Live 1987, Review 2000 και Concertos 2008. Ασχολήθηκε και με την παραγωγή στα Principal Edwards Magic Theatre – The Asmoto Running Band (1971), Principal Edwards Magic Theatre – Round One (1974), Robert Wyatt – Rock Bottom (1974), Gong – Shamal (1976), The Dmaned – Music For Pleasure (1977) και σαν συμπαραγωγός στο Steve Hillage – Green (1978) παίζοντας και τύμπανα στο ‘’Leylines To Glassdom’’. Ήταν και αυτός στο Live 8 και εμφανίστηκε στο Λονδίνο μαζί με τον David Gilmour στο τελευταίο τραγούδι της The Wall παράστασης του Roger Waters. Στις 26 Νοεμβρίου 2012, έγινε Επίτιμος Διδάκτορας Γραμμάτων από το Πανεπιστήμιο του Westminster κατά την τελετή απονομής της Σχολής Αρχιτεκτονικής και Δομημένου Περιβάλλοντος  ενώ την ίδια χρονιά έπαιξε και στη τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων  στις 12 Αυγούστου.
 
Μέλος 05:David Gilmour (Φωνή, Κιθάρα)
 
Γεννήθηκε στην Αγγλία, στις 6 Μαρτίου 1946. Το πλήρες όνομά του είναι David Jon Gilmour.  Παντρεμένος και αυτός με 6 δικά του παιδιά (Sara, Clare, Alice, Matthew από την Ginger, Joe και Gabriel από την Polly) και ένα ακόμα που το μεγάλωσε σαν δικό του τον Charlie από το πρώτο γάμο της Polly. Η επαφή του με τη κιθάρα ήρθε όταν ο γείτονάς του έδωσε στην ηλικία των 13 ετών μία ισπανική κιθάρα.  O νεαρός από το Cambridge, εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του στις Η.Π.Α. κάνοντας διάφορες δουλειές για επιβίωση. Η επαφή του με το συγκρότημα έγινε μέσω του Syd Barrett, όταν έψαχναν αντικαταστάτη του. Στην αρχή ήρθε σαν αναπληρωματικό μέλος παίζοντας στις συναυλίες όταν ο Syd δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει λόγω των ναρκωτικών. Όταν πλέον εγκατέλειψε τους Pink Floyd εξαιτίας του LSD, o Dave πήρε την θέση του και έγινε ο βασικός κιθαρίστας της μπάντας, βοηθώντας τον Roger στα φωνητικά. Είναι μεγάλο ταλέντο στη κιθάρα και έχει αναγνωριστεί ανάμεσα στους σημαντικότερους κιθαρίστες του 20ου αιώνα και η τέχνη του σαν συνθέτης, βοήθησε στο να γίνουν παγκοσμίως γνωστοί, ιδιαίτερα με το άλμπουμ "Dark Side of the Moon". Όταν αποχώρησε ο Roger Waters το 1987, ανέλαβε το τιμόνι της μπάντας ως ο νέος αρχηγός τους. Ξεχωρίζει, γιατί έχει καταφέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, να μεταφέρει στην εξάχορδη θεά το συναίσθημα και όταν τα δάχτυλά του αγγίζουν τις χορδές της, να μιλάει η καρδιά του. Έχει γράψει μερικά από τα καλύτερα σόλο στην ηλεκτρική κιθάρα, με αυτό του Comfortably Numb, που για πολλούς θεωρείται το καλύτερο rock solo, να κάνει τα φύλλα της καρδιάς σου να σπαράζουν. Ένα άλλο αγαπημένο κομμάτι που ξεχωρίζει, είναι μέσα από το Division Bell και αναφέρομαι στον Υπέρτατο Ύμνο High Hopes. Αγαπημένο του χόμπι, εννοείται μετά τη μουσική, είναι τα αεροπλάνα. Του αρέσει να πετάει όσο το δυνατόν γίνεται περισσότερο και να συλλέγει μινιατούρες από αεροπλάνα. Έχει συνεργαστεί με πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες όπως ο πρώην bandmate του Syd Barrett (στο πρώτο του δίσκο), την Kate Bush, Grace Jones, Tom Jones, Elton John, B.B. King, Paul McCartney, John Lennon, Sam Brown, Jools Holland, Bob Dylan, Pete Townshend, The Who, Supertramp, Levon Helm, Robbie Robertson, Alan Parsons, καθώς και με διάφορα προσωρινά συγκροτήματα που έδωσαν φιλανθρωπικές συναυλίες. Έχει εκδώσει 3 προσωπικά άλμπουμ (David Gilmour 1978, About Face 1984, On An Island 2006) και είναι ο ιδιοκτήτης της μεγάλης αξίας Fender Stratocaster με σειριακό αριθμό 0001 (την πρώτη που βγήκε από τη γραμμή παραγωγής). Όπως και οι υπόλοιποι, έτσι και αυτός συμμετείχε στο φιλανθρωπικό Live 8. Έκανε guest εμφάνιση στη συναυλία του Roger Waters του Λονδίνου για το The Wall, ανεβαίνοντας στα σκαλιά του τείχους, παίζοντας το solo του Comfortably Numb και εμφανίστηκε στο τελευταίο κομμάτι μαζί με το Nick Mason. Σήμερα υποτίθεται πως ετοίμαζε τον επόμενο solo δίσκο του, αλλά οι πληροφορίες δεν κράτησαν πολύ και γρήγορα μαθεύτηκε πως πρόκειται για δίσκο των Pink Floyd.
                                                                                              
Κεφάλαιο 1ο: Τα Πρώτα Χρόνια
 
  Όλα ξεκίνησαν το 1964 στην Αρχιτεκτονική Σχολή κάπου στο 1964 όπου οι Roger Waters, Nick Mason και  Richard Wright σπούδαζαν εκεί. Η γνωριμία μεταξύ τους, είχε σαν αποτέλεσμα να σχηματίσουν τη πρώτη τους μπάντα, που λεγόταν ABDABS (στη πορεία The Screaming ABDABS και Architectural ABDABS) και έπαιζαν μεταξύ τους με αυτό το όνομα για λίγο καιρό. Στο συγκρότημα συμμετείχαν και οι Clive Metcalfe στο μπάσο, στα φωνητικά Juliette Gale και Keith Noble ενώ ο Roger Waters είχε το ρόλο του κιθαρίστα.
  Στην πορεία, μετακόμισε από το Cambridge στο Λονδίνο ο Syd Barrett, ο οποίος ήρθε χάρη στην υποτροφία που πήρε για το Royal Academy Of Fine Arts. Ήταν ο πιο ψυχεδελικός από όλους τους και πρωτοστάτησε διαδίδοντας τη σπουδαιότητα της ψυχεδελικής μουσικής. Αφού συναντήθηκε με τα υπόλοιπα μέλη, πρότεινε να κάνουν ένα συγκρότημα μαζί, με τον Waters να έχει το ίδιο σκεπτικό και τους άλλους δύο να συμφωνούν σε δεύτερο χρόνο. Με την ένταξη του Syd στο συγκρότημα, ήρθε και η πρώτη μετονομασία τους σε Sigma 6 ενώ αποχώρησαν την ίδια περίοδο ο μπασίστας και οι τραγουδιστές. Φτάνοντας στο 1965, το σχήμα με τη σύνθεση να αποτελείται πλέον από τους Barrett/Waters/Right/Mason, αποφάσισαν να αλλάξουν και πάλι ονομασία γιατί θεώρησαν πως δεν ήταν τόσο ψυχεδελικό και δεν τους εξέφραζε αρκετά. Αφού δοκίμασαν τα The Meggadeaths, The Tea Set, The Spectrum Five, The Pink Floyd Sound κατέληξαν στο The Pink Floyd που έμελλε και να είναι η τελική τους ονομασία. Το όνομα αυτό, εμπνεύστηκε από τους Syd και Roger και η προέλευσή του έρχεται από το πάντρεμα δύο ονομάτων: τους μπλουζίστες μουσικούς Floyd Council και Pink Anderson. Οι ρόλοι στη μπάντα μοιράστηκαν με τον Roger Waters να αναλαμβάνει τα φωνητικά και το μπάσο, τον Syd Barrett φωνητικά και κιθάρα και τους Nick Mason τύμπανα-δεύτερα φωνητικά και  Richard Wright στα πλήκτρα και δεύτερα φωνητικά, δίνοντας με αυτό τον τρόπο τις πρώτες συναυλίες τους, παίρνοντας και μέρος στις πρώτες συναντήσεις του Λονδρέζικου ροκ κινήματος της τότε εποχής. Αρχικά το ύφος τους, ήταν το κλασσικό RhythmNBlues ενώ όσο πέρναγε ο καιρός η επιρροή του Syd Barrett στη ψυχεδέλεια είχε καθοριστικό ρόλο μιας και χάρη σε εκείνον, άλλαξαν το στυλ τους σε αυτό το progressive psychedelic rock που γνωρίζουμε σήμερα.
  Εν αρχήν ην ο λόγος όπως λένε και τα πρώτα κομμάτια γραμμένα από τους ίδιους, δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ήταν Δεκέμβρης του 1966 όταν πρωτοάνοιξε το UFO club και έγινε στέκι μουσικής αναζήτησης. Οι Pink Floyd, υπήρξαν από τα πρώτα συγκροτήματα που έπαιξαν εκεί, χωρίς να έχουν ηχογραφήσει καν κάποιο δίσκο. Αυτό το πέτυχαν χάρη σε μια δωρεάν διαφήμιση που βρήκαν στο Melody Maker εξ’ αιτίας της ιδιαίτερης και διαφορετικής μουσικής τους. Εδώ είναι και που οι δισκογραφικές εταιρίες τους εντοπίζουν και μυρίζοντας κέρδη, προσπαθούν να τους κλείσουν συμβόλαιο, αλλά χωρίς επιτυχία. Παράγοντας υπήρξε ο Bryan Morrison που τον εμπιστεύονταν με κλειστά μάτια και ακολουθούσαν τη συμβουλή που τους έδωσε να κάνουν πρώτα μια τέλεια ηχογράφηση και μετά να κοιτάξουν για εταιρία ούτως ώστε να πετύχουν και καλύτερη προσφορά. Έτσι και έπραξαν.
  Τα πρώτα ηχογραφημένα τραγούδια είναι τα  Arnold Layne και Candy And A Currant Bun του Syd Barrett (που αποτέλεσαν και τα πρώτα τους single) δίνοντάς τους την δυνατότητα να υπογράψουν με την EMI. Το συμβόλαιο όμως μπορεί να προέβλεπε την ελευθερία να ηχογραφήσουν ότι ακριβώς ήθελαν αλλά όλα θα ήταν υπό την εποπτεία του Norman Smith με μηχανικό τον Pete Bown (μέντορας του Smith) και σε στούντιο της επιλογής της εταιρίας. Στη πορεία κυκλοφορεί το επόμενο single τους, See Emily Play ενώ δουλεύουν πάνω στον "κυκλικό ήχο"  το surround δηλαδή, το οποίο μέσω ενός συστήματος ενισχυτών σχεδιασμένων να έχουν ειδικό μείκτη, δίνουν την ευκαιρία στο κοινό να ακούει και από τις τέσσερις πλευρές! Μεταξύ 12 και 18 Απριλίου, ηχογραφήθηκαν και τα ακυκλοφόρητα τραγούδια "Percy The Rat Catcher" και "She Was A Millionaire’’. Τα μικρόφωνα επιλέχθηκαν από τον Bown και λόγω της σιγανής φωνής του Barrett, τον απομόνωσαν σε ένα θάλαμο να ηχογραφήσει τα μέρη του με ADT (τεχνητή διπλή παρακολούθηση ήχου).
  Οι συναυλίες δίνουν και παίρνουν σε οποιονδήποτε χώρο ήταν εφικτό να παίξουν και κάπου εδώ αρχίζουν και τα προβλήματα με τον Syd ενώ το The Piper At The Gates Of Dawn του 1967, που είναι και ο πρώτος τους δίσκος, βγαίνει στην αγορά. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά σε mono και ηχογραφήθηκε την ίδια εποχή στο Abbey Road Studio (υποχρέωση από το συμβόλαιο) που ηχογραφούσαν τότε και οι The Beatles το "Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band", ανταλλάσοντας μουσικές ιδέες μεταξύ τους. Σήμερα και τα δύο άλμπουμ θεωρούνται το ξεκίνημα του Progressive Rock.
 
Το άλμπουμ αποτελείται από δύο διαφορετικές κατηγορίες των τραγουδιών: Μακροσκελείς αυτοσχεδιασμούς από τις ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας, και μικρότερα τραγούδια που είχε γράψει ο Syd Barrett, ντυμένα με ψυχεδελική instrumental μουσική και ιδιότροπους -για τον χώρο- στίχους (σκιάχτρα, ποδήλατα, ξωτικά και παραμύθια). Astronomy Domine, The Scarecrow, Flaming, Lucifer Sam, Chapter 24, Matilda Mother, The Gnome είναι μερικά από τα τραγούδια του και προσωπικά αγαπημένα όπως και όλος ο δίσκος. Ο Syd Barrett, έγραψε το περισσότερο υλικό και ήταν αυτός που διερευνούσε διαρκώς πρωτοποριακές μεθόδους παραγωγής μουσικής, ανατροφοδότησης και κάθε είδους τεχνικές για διαστρέβλωση του ήχου και της ηχούς. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, τον χαρακτήριζαν καλλιτέχνη ως το μεδούλι. Ξεχωρίζει ο χαρακτηριστικός τρόπος που έπαιζε κιθάρα με την ολίσθηση του αναπτήρα Zippo ώστε να δημιουργεί, μέσω μηχανήματος ηχούς, αυτό το μυστηριώδη ήχο από παράλληλο σύμπαν. Για αυτό το σκοπό, χρησιμοποιούσε και μονάδες καθυστέρησης Binson ενώ το μεγάλο μέρος του εφέ αντήχησης προήλθε από μια σειρά Elektro-Mess-Technik Reverberators , προσαρμοσμένους από 140s EMT με λεπτές μεταλλικές πλάκες υπό τάση και πλακάκια ηχούς θαλάμου του στούντιο που προϋπήρχαν από το 1931.
  Κατά τη κυκλοφορία του, είχε χαρακτηριστεί –δικαίως- σαν ένα από τα καλύτερα psychedelic rock άλμπουμ για όλη τη δεκαετία του 1960. Στις 18 Ιανουαρίου 1974,  θα κυκλοφορήσει μαζί με τον δεύτερο δίσκο τους σαν πακέτο με γενικό τίτλο ‘’A Nice Pair’’. Το 1997 και το 2007 βγήκαν κάποιες περιορισμένες εκδόσεις του για να σηματοδοτήσουν την τριακοστή και τεσσαρακοστή επέτειο, με την δεύτερη να περιέχει και κάποια bonus τραγούδια, ενώ το 2012, ψηφίστηκε 347ο από τη λίστα του περιοδικού Rolling Stone για τα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών. Η αρχική βρετανική έκδοση (με μονοφωνικό mix) κυκλοφόρησε στις 5 Αυγούστου 1967 και ένα μήνα αργότερα βγήκε και σε στέρεο. Έφτασε στο No 5 στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου ενώ στις Η.Π.Α. το No 131.
Κεφάλαιο 2ο : Ο Τρελάρας Γελάει  
  Ο χαμός όμως του πατέρα του που του είχε αφήσει κατάλοιπα, σε συνδυασμό με τη τρέλα του για τη μουσική και τα ψυχεδελικά ναρκωτικά που έπαιρνε, τον έκαναν να έχει και παντελώς αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά. Υπάρχει ένα αληθινό γεγονός που λέει ότι χτυπούσε την τότε φίλη του, Lynsey,  στο κεφάλι με μαντολίνο. Η αδερφή του υποστήριζε ότι δεν έπασχε από τρέλα, ούτε κάποιου είδους σχιζοφρένεια ή επιληψία, απλά ήταν εσωστρεφής. Για εμένα, ήταν μια μουσική διάνοια, και από μόνο του αυτό σου προκαλεί σύγχυση. Σε συνδυασμό με το LSD,"κάηκαν" τα εναπομείναντα εγκεφαλικά του κύτταρα οδηγώντας τον με αυτό τον τρόπο σε παράνοια.
  Οι Pink Floyd συνέχιζαν να παίζουν στο UFO Club, αντλώντας τεράστια πλήθη, αλλά η επιδείνωση του Barrett τους προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες. Το συγκρότημα αρχικά ήλπιζε ότι η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του ήταν μια φάση που θα περάσει, αλλά και άλλοι, συμπεριλαμβανομένου του διευθυντή Peter Jenner και της γραμματέως του η οποία είχε μια πιο ρεαλιστική μαρτυρία της κατάστασης: "Τον βρήκα στα αποδυτήρια και είχε τόσο πολύ "φύγει". Ο Roger Waters και εγώ, τον τραβήξαμε από τα πόδια μέχρι έξω στη σκηνή και φυσικά το κοινό τον αποθέωσε, επειδή τον αγαπούσε. Η μπάντα άρχισε να παίζει και ο Syd απλά στάθηκε εκεί. Είχε την κιθάρα του γύρω από το λαιμό του και τα χέρια του ίσα που κρέμονταν προς τα κάτω". Στις περισσότερες συναυλίες, έπαιζε με χαμηλότερο κούρδισμα κάνοντάς το σταδιακά και αργά, αναλωνόταν σε μεγάλης διάρκειας παιξίματα εκτός τραγουδιών τραβώντας αφοσιωμένος και βλοσυρός τα solo, αναγκάζοντας έτσι τη μπάντα να αυτοσχεδιάζει στη σκηνή φέρνοντας τους σε δύσκολη θέση. Σε άλλες πήγαινε πέρα δώθε, αλλού απλά χτύπαγε ρυθμικά μόνο μια νότα ενώ σε άλλες δεν εμφανιζόταν καθόλου, οδηγώντας τους να βρουν αντικαταστάτη της τελευταίας στιγμής. Αποκορύφωμα ήταν όλα αυτά τα περίεργα που έκανε σε τηλεοπτικές εκπομπές που τις καταντούσε γελοίες αλλά και αυτά στη πρώτη τους περιοδεία στην Αμερική και στη Γαλλία. Προς κατάπληξη του συγκροτήματος, αναγκάστηκαν να ακυρώσουν την εμφάνισή τους στο περίφημο Ethnic Jazz And Blues Festival, ενημερώνοντας τον μουσικό τύπο ότι ο Barrett έπασχε από νευρική εξάντληση. Ο Jenner και ο Waters κανόνισαν να δει έναν ψυχίατρο, κάτι βέβαια που δεν έγινε ποτέ. Τότε πήγε για να χαλαρώσει κάτω από τον ήλιο στο Ισπανικό νησί Formentera με τον Waters και την Sam Hutt (μια γιατρό καθιερωμένη στην underground μουσική σκηνή) να τον παρακολουθεί, αλλά ούτε αυτό οδήγησε σε αισθητή βελτίωση.
  Πλέον είχε γίνει εριστικός και από τυπικός αρχηγός του σχήματος να μετατρέπεται σε πρόβλημα, με τον Roger Waters, να αναλαμβάνει σιγά σιγά τα ηνία του καθοδηγητή. Την ίδια εποχή, κυκλοφόρησε το 45άρι "Apples And Oranges", με την δεύτερη πλευρά του να καλύπτει το τραγούδι "Paint Βox", επιχειρώντας να κάνουν μια νέα προσπάθεια για να μείνει το κουαρτέτο ως έχει, αλλά ήταν τελικά αναπόφευκτο. Στο σημείο αυτό, είναι που επιστρατεύονται για να βρουν νέο μόνιμο κιθαρίστα. Για να αποφευχθούν οι παραπάνω μεταξύ τους προστριβές, ψάχνουν και βρίσκουν ένα παλιό φίλο του Syd αλλά και δικό τους, τον David Gilmour, o οποίος ήταν και μέντορας του Syd Barrett στη κιθάρα. Ο Dave, κάλυπτε στις συναυλίες τα περίεργα τερτίπια του φίλου του, χαμηλώνοντάς του την ένταση και παίζοντας δυνατότερα εκείνος.
  Έμειναν σαν κουιντέτο για μικρό χρονικό διάστημα μιας και η κατάσταση είχε αρχίσει να γίνεται πιο ανυπόφορη από ποτέ. Κάπου στην Άνοιξη του 1968, ο Barrett φεύγει οριστικά από το συγκρότημα, παίρνοντας μαζί και τον μάνατζέρ τους, ενώ οι φήμες περί επανένωσής τους οργιάζουν, το περιβόητο reunion  εν τέλει δεν έγινε ποτέ. Έκτοτε ακολούθησε solo καριέρα, μέχρι και που αποχώρησε εντελώς από τη μουσική βιομηχανία πολύ αργότερα.
  Με τη μπάντα να παραμένει σαν τετράδα αλλά τον Gilmour να παίρνει τη θέση του Barrett σαν πλήρες μέλος, κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά το single σαράντα πέντε στροφών "It Would Be So Nice" με το ομώνυμο σε μουσική Richard Wright και το "Julia Dream"(μουσική Waters), με την επιμέλεια των στίχων να χρεώνεται στον νέο φυσικό ηγέτη τους, Roger Waters.
  Η δημοτικότητα του σχήματος έχει αρχίσει να ανεβαίνει ξανά και άρχισαν και πάλι να χτίζουν το όνομά τους. Αρχής γενομένης, υπήρξε η συναυλία στο Hyde Park στις 29 Ιουνίου 1968 όπου έπαιξαν μαζί με τους Jethro Tull και τον Roy Harper, καταφέρνοντας να εκφραστούν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Το ίδιο διάστημα του Ιουνίου βγαίνει στη κυκλοφορία η νέα δουλειά τους με τίτλο "A Saucerfull Of Secrets", με βασικό συνθέτη τον Waters. Πρόκειται για ένα μεταβατικό άλμπουμ, μιας και τα κομμάτια του καθρεφτίζουν το ύφος τους σε ένα πιο ώριμο μουσικό προσανατολισμό, που θα υπάρξει καθοριστικός για τη μετέπειτα καριέρα τους. Να σημειωθεί ακόμα ότι χρονολογεί την πιο συναισθηματικά φορτισμένη και ανήσυχη περίοδο του σχήματος μιας και υπέφεραν με το όλο θέμα του Syd Barrett.
  Επειδή ούτε ο Roger Waters αλλά ούτε και ο Nick Mason δεν ήξεραν να διαβάζουν ακόμα μουσική, για να γράψουν το δωδεκάλεπτο ομότιτλο τραγούδι, δημιούργησαν δικό τους σύστημα σημειώσεων.  Από το άλμπουμ αυτό, προέρχονται τα τραγούδια "See-Saw", "Set The Controls For The Heart Of The Sun" και το τελευταίο αινιγματικό τραγούδι του Syd Barrett, "Jugband Blues". Σημείωσε επιτυχία τόσο στη πατρίδα τους (No 9), όσο και στην Γαλλία, φτάνοντας στα charts, το top 10 παραμένοντας για 11 συνεχόμενες εβδομάδες.
  Ο δίσκος αυτός να σημειωθεί ότι είναι ο πρώτος και ο τελευταίος που θα δούμε να συμμετέχουν και τα πέντε ιστορικά μέλη των Pink Floyd. Το ψυχεδελικό εξώφυλλο σχεδιάστηκε από την Hipgnosis και είναι η δεύτερη φορά που η EMI, επιτρέπει σε συγκρότημά της να επικοινωνήσει με δικούς τους σχεδιαστές. Ο συμβολισμός του είναι μια οπτική μεταφορά της ψυχεδελικής εμπειρίας που καταγράφει τα στροβιλικά ονειρικά οράματα των διαφόρων σταδίων του υποσυνείδητου.
  Οι συναυλίες συνεχίζονται  και η μπάντα από την Αγγλία, δημιουργεί την δική της ηχητική και θεαματική διάταξη, κάνοντας το αργότερα έναν ολόκληρο θεσμό του rock που θα ακολουθηθεί και από άλλα συγκροτήματα.  Τον Ιούλιο του 1968, επιστρέφουν στην Αμερική για δεύτερη φορά  συνοδευόμενοι από τους The Who και Soft Machine, και ήταν η πρώτη τους ουσιαστική περιοδεία. Τον Δεκέμβριο προς τα τέλη της χρονιάς, κυκλοφορεί το 7ιντσο "Point Me At The Sky" που δεν έτυχε μεγαλύτερης αποδοχής από τα προηγούμενα, ενώ στη δεύτερη πλευρά του θα βρούμε το ‘’Careful With That Ace, Eugene’’.
  Μπαίνουμε λοιπόν στο 1969 και τους Pink Floyd, τους ζητά ο Barbet Schroeder, που ήταν ο διευθυντής για την ταινία More, η οποία κινηματογραφήθηκε στο Λουξεμβούργο, για να ντύσουν το  soundtrack της. Το τρίτο δισκογραφικό πόνημά τους, είναι και o πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος που προέρχεται από soundtrack. Ο αυθεντικός Αμερικάνικος τίτλος είναι Original Motion Picture Soundtrack From The Film More. Βγήκε στην αγορά, στις 13 Ιουνίου για την Αγγλία και στις 9 Αυγούστου για τις Η.Π.Α. . Σκαρφάλωσε και αυτό ψηλά στο top 10 τόσο στην Αγγλία  (Νο 9) όσο και στη Γαλλία αλλά και κατά την επανακυκλοφορία του το 1973 όπου στην Αμερική, καπάρωσε το No 153.
  Το "More", περιέχει περισσότερο ακουστικές folk μπαλάντες  ένα είδος που εμφανίστηκε αραιά σε μεταγενέστερα έργα τους. Περιέχει, επίσης, μερικές από τις "βαρύτερες" ηχογραφήσεις της μπάντας, όπως ‘’Τhe Nile Song’’  και "Ibiza Bar’’ καθώς και διάφορα ορχηστρικά κομμάτια, με πειραματική και avant-garde προσέγγιση.

Εδώ, για πρώτη φόρα μέχρι και το 1987, θα δούμε τον David Gilmour να χαρακτηρίζεται ως ο μοναδικός στουντιακά τραγουδιστής των Pink Floyd.  Τα ηνία πίσω από τη θέση του παραγωγού, παίρνουν επίσης για πρώτη φορά το ίδιο το συγκρότημα  με μηχανικό ήχου τον Brian Humphries, ενώ οι ηχογραφήσεις έλαβαν μέρος στο Pye Studios, Marble Arch του Λονδίνου από τις 1 Φεβρουαρίου έως τις 31 Μαΐου.
  Το άλμπουμ, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά τους, χωρίς να υπάρχει η σκιά του ιδρυτικού μέλους τους Syd Barrett.  Το 1987, επανεκδόθηκε σε cd ενώ το 1995, κυκλοφόρησε σε digitally re-mastered  έκδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο και την επόμενη χρονιά στις Η.Π.Α. . H νέα αυτή έκδοση, άλλαξε τον αρχικό τίτλο σε Music From The Film More (τίτλος των Η.Π.Α.: Music From Motion Picture More) και ήταν και το τελευταίο από τα τρία άλμπουμ των Pink Floyd που θα κυκλοφορήσει στις Ηνωμένες Πολιτείες από την δισκογραφική Tower (που προήλθε από τη διάσπαση της Capitol Records). Το 1973 στις ΗΠΑ η επανέκδοση του έγινε από την Harvest Records. Παρά το γεγονός ότι η έκδοση του CD επαναφέρει τον αρχικό βρετανικό τίτλο σε όλες τις χώρες, αυτό παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο επί της ράχεως Music From The Film More και τη λέξη More. Στη ταινία ακούγονται και άλλα δύο τραγούδια που τελικά  δεν συμπεριλήφθηκαν στον δίσκο. Αυτά είναι τα "Seabirds" και "Hollywood".
  Τον Ιούλιο του 1969, ίσως λόγω της διαστημικής μουσικής και τους στίχους τους, οι Pink Floyd αποτέλεσαν μέρος της ζωντανής τηλεοπτικής καλύψεως του καναλιού BBC  που καλύφθηκε από την Ολλανδία και την Αγγλία, για τη προσγείωση του Apollo 11, γράφοντας μουσική και παίζοντας ένα instrumental κομμάτι που ονομάζεται "Moonhead".
 
Κεφάλαιο 3ο: Η Μπάντα Και Το Ταξίδι
 
  Παράλληλα με το soundtrack της ταινίας, οι Pink Floyd, ηχογράφησαν στις 27 Απριλίου στο Mothers Club (Birmingham, Αγγλία) και στις 2 Μαΐου (Manchester College Of Commerce, στο Manchester της Αγγλίας) την επόμενη δουλειά τους με παραγωγούς τους ίδιους αλλά και τον Norman Smith, η οποία βγήκε στις 25 Οκτωβρίου του 1969 (Harvest Records) κατά την περιοδεία ‘’The Man And The Journey’’. Εδώ θα συναντήσουμε στοιχεία της Ελληνικής Μυθολογίας, με τον Σίσυφο να δηλώνει παρόν. Το "Ummagumma", πρόκειται για ένα διπλό δίσκο, με τον πρώτο να είναι ζωντανές ηχογραφήσεις των Astronomy Domine, Careful With That Axe Eugene, Set The Controls For The Heart Of The Sun και A Saucerfull Of Secrets με το πρώτο και το τελευταίο να προέρχονται από την εμφάνισή τους στις 27 Απριλίου και τα ενδιάμεσα από αυτήν στις 2 Μαΐου. Ο δεύτερος είναι χωρισμένος σε 5 μέρη, όπου το κάθε μέλος έγραψε από ένα δικό του τραγούδι και στο άλμπουμ ερμηνεύονται σαν σόλο. Το Sysyphus (δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος, κανονικά, γράφεται Sisyphus αλλά ο Wright, το άλλαξε σε  Sysyphus) που ανοίγει τη τρίτη πλευρά, ανήκει στον Richard Wright και χωρίζεται σε τέσσερα μέρη. Το δεύτερο και το τρίτο κομμάτι της ίδιας πλευράς, ανήκουν στον Roger Waters (Gratchester Meadows  -συνήθως χρησιμοποιήθηκε στη πορεία, σαν εναρκτήριο των συναυλιών τους- και Several Species Of Small Furry Animals Gathered Together In A Cave And Grooving With A Pict) ενώ η τέταρτη και τελευταία πλευρά ανοίγει με το The Narrow Way του David Gilmour που χωρίζεται σε τρία μέρη και κλείνει με το μέρος του Nick Mason, The Grand Viziers Garden (Part 1: Entrance, Part 2: Entertainment, Part 3: Exit). Στο τραγούδι του Mason, συμμετέχει παίζοντας φλάουτο και η τότε γυναίκα του Lindy. Επίσης, είχαν ηχογραφήσει μια ζωντανή εκδοχή του "Interstellar Overdrive" (από το The Piper At The Gates Of Dawn) που αρχικά προοριζόταν να μπει σε μία από τις δύο πλευρές του Live Album, και το "The Embryo", το οποίο ηχογραφήθηκε στο στούντιο πριν αποφασίσουν τελικά ότι τα μέλη του συγκροτήματος θα παίξουν ο καθένας το δικό του υλικό. Η ιδέα του να δημιουργήσει ο καθένας τους solo μουσική χωρίς την συμμετοχή από τους άλλους, ανήκει στον Richard Wright, ο οποίος στην αρχή ήταν πολύ ενθουσιασμένος αλλά αργότερα την περιέγραψε σαν επιτηδευμένη.
  Το "Ummagumma", αποκαλείται από πολλούς ως το καλύτερό τους, εγώ θα διαφωνήσω μερικώς, απλά στο ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερούς τους. Η εφημερίδα Peper, συγκεκριμένα είχε γράψει για αυτό ότι "οι Floyd, εγκατέλειψαν την εμπορικότητα και είναι πλέον τέσσερις συνθέτες ενωμένοι κάτω από το ίδιο όνομα".
Ο δίσκος ανέβηκε μέχρι το top 5 στα βρετανικά charts, όμως στις εκτιμήσεις του στου συγκροτήματος σε συνεντεύξεις που έδωσαν, εξέφρασαν αρνητική άποψη για αυτό.
 Ο τίτλος του δίσκου, υποτίθεται ότι προέρχεται από την αργκό του Cambridge για το σεξ, που χρησιμοποιήθηκε και ευρέως από τον φίλο των Pink Floyd και περιστασιακό roadie τους, Ian "Emo" Moore, ο οποίος έλεγε: "Πάω πίσω στο σπίτι για κάποιο Ummagumma". Σύμφωνα επομένως με τον Moore, τη φράση την έκανε ο ίδιος ορολογία και την καθιέρωσε.
  Ο David Gilmour, από τότε είχε εκφράσει τις ανησυχίες του για τη δημιουργία solo δίσκου και παραδέχεται πως πήγε σε στούντιο και άρχισε να δοκιμάζει διάφορα πράγματα. Ζήτησε από τον Waters να γράψει κάποιους στίχους για τα τραγούδια που δοκίμασε, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Το κομμάτι που βρίσκεται στον δίσκο αυτό προέρχεται από τις δοκιμές αυτές και ένα μέρος του, είχε παιχτεί στη ραδιοφωνική εκπομπή του BBC το Δεκέμβρη του 1968 σαν "Baby Blue Shuffle In D Major".
 
Το εξώφυλλο δείχνει τα μέλη του συγκροτήματος, με μια εικόνα που κρέμεται στον τοίχο που δείχνει την ίδια σκηνή, με τη διαφορά ότι τα μέλη του συγκροτήματος αλλάζουν θέσεις.  Η εικόνα στον τοίχο περιλαμβάνει επίσης την εικόνα στον τοίχο, δημιουργώντας ένα αναδρομικό αποτέλεσμα (δηλαδή εφέ Droste), με κάθε αναδρομή να δείχνει τα μέλη της μπάντας να ανταλλάσουν θέσεις. Μετά από τέσσερις παραλλαγές της σκηνής, η τελική εικόνα μέσα στην εικόνα είναι το εξώφυλλο του προηγούμενου album των Pink Floyd, "A Saucerful Of Secrets". Στην επανέκδοσή του σε cd, το άλμπουμ αυτό απουσιάζει και το αποτέλεσμα είναι μια φαινομενική αναδρομή στο άπειρο.
Η Hipgnosis (που κρύβεται πίσω από το concept αυτό), προετοίμασε την EMI για την επανάληψη της διαδικασίας με τις διαφορετικές θέσεις των μελών της μπάντας, με τον Richard Wright από τη κυρίαρχη φιγούρα μέχρι τώρα να εμφανίζεται όσο το δυνατόν λιγότερο στο εξώφυλλο του δίσκου με την εικόνα να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος, φέρνοντας σαν αποτέλεσμα την αύξηση  των επαναλήψεων προς το άπειρο.
  Το εξώφυλλο του αρχικού βινυλίου ποικίλλει μεταξύ των βρετανικών, αμερικάνικων, καναδικών και αυστραλιανών εκδόσεων. Η βρετανική έκδοση έχει το άλμπουμ Gigi να κλίνει ενάντια στον τοίχο ακριβώς πάνω από το "Pink Floyd". Στα περισσότερα αντίγραφα των αμερικανικών και καναδικών εκδόσεων, το εξώφυλλο Gigi είναι αχνοσβησμένο σε ένα απλό λευκό χιτώνιο, προφανώς λόγω των ανησυχιών για τα πνευματικά δικαιώματα.
  Στο οπισθόφυλλο τώρα, οι roadies Alan Styles (που εμφανίζεται επίσης στο "Alans Psychedelic Breakfast"), και ο Peter Watts (πατέρας της ηθοποιού Naomi Watts) απεικονίζονται με τον εξοπλισμό της μπάντας να βρίσκεται σε έναν αεροδιάδρομο στο  αεροδρόμιο Biggin Hill. Η ιδέα προτάθηκε από τον Nick Mason, με την πρόθεση να αναπαράγουν τα αποσυναρμολογημένα σχέδια των στρατιωτικών αεροσκαφών και τα ωφέλιμα φορτία τους, τα οποία ήταν δημοφιλή εκείνη την εποχή.
  Οι τίτλοι των τραγουδιών στο πίσω μέρος της Βρετανικής έκδοσης είναι ελαφρώς διαφορετικοί  σε σχέση με αυτή της Βόρειας Αμερικής, με τη πιο σημαντική διαφορά να είναι η προσθήκη των υποτίτλων για τα τέσσερα τμήματα του "Sysyphus". Οι υπότιτλοι εμφανίστηκαν μόνο στην αμερικανική και στην καναδική έκδοσή του. Η εσωτερική πλευρά, έχει ασπρόμαυρες φωτογραφίες του συγκροτήματος με τον David Gilmour να στέκεται μπροστά από ένα δρύινο διαβολάκι. Η αυθεντική έκδοση, έχει τον Waters με την Judy Trim (τότε γυναίκα του) αλλά στις περισσότερες εκδόσεις στην επανέκδοση του cd, να περικόπτουν την εικόνα και τη λεζάντα από ‘’Roger (And Jude)’’ σε "Roger Waters" (λόγω προφανώς του ότι κάποια χρόνια μετά χώρισαν).
  Κλείνοντας το κεφάλαιο του "Ummagumma", σε μια ομιλία που έγινε στο βιβλιοπωλείο Borders του Cambridge την 1η Νοεμβρίου 2008, στο πλαίσιο του project ‘’City Wakes’’ του Storm Thorgerson εξήγησε ότι ο δίσκος έγινε έτσι σκόπιμα σαν αντιπερισπασμός για να προκαλέσει συζήτηση και δεν κρύβει ούτε έχει κάποιο κρυφό νόημα. Tην ίδια χρόνια (Νοέμβριο με Δεκέμβριο) μετά την κυκλοφορία του Ummagumma, ο Michelangelo Antonioni, καλεί με τη σειρά του και αυτός τους Pink Floyd να συμμετάσχουν στο soundtrack της ταινίας του "Zabriskie Point". Αρχικά είχε κυκλοφορήσει τον Φεβρουάριο του 1970 και περιέχει τραγούδια από διάφορους καλλιτέχνες, με τους Floyd να συμμετάσχουν στα "Heart Beat, Pig Meat", "Crumbling Land" και "Come In Number 51", "Your Time Is Up" το οποίο είναι επανηχογράφηση του "Careful With That Axe", "Eugene". Υποτίθεται πως όλο το soundtrack βασιζόταν πάνω τους, αλλά εξ’ αιτίας του ότι o Antonioni μπλεκόταν στα πόδια τους συνέχεια και σαν πολύ ιδιότροπος που ήταν, βρήκε στο τέλος κάποια τραγούδια δυνατά και άλλα πολύ θλιβερά και έτσι προέκυψαν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες. Στην επανακυκλοφορία του 1997, συμπεριλήφθηκαν 8 επιπλέον τραγούδια εκ των οποίων παίζουν στα  "Country Song", "Unknown Song" (γνωστό και σαν Rain In The Country), "Love Scene (Version 6)" και "Love Scene (Version 4)" αλλά δεν ανήκουν στο πρωτότυπο soundtrack. Για τις ανάγκες της ταινίας ηχογραφήθηκαν αρκετά κομμάτια, τα οποία εν τέλει δεν συμπεριλήφθηκαν εδώ. Βέβαια, αργότερα, κυκλοφόρησε σε βινύλιο ολόκληρο το soundtrack με διαφορετικό εξώφυλλο και όλα τα 15 τραγούδια που παίζουν οι Pink Floyd σε αυτό, αλλά σε bootleg έκδοση, κάτω από το όνομα του συγκροτήματος και τον τίτλο ‘’The Complete Zabriskie Point Sessions’’.
  Οι Pink Floyd ηχογράφησαν επίσης και άλλο ακυκλοφόρητο υλικό κατά την ίδια περίοδο. Η πιο αξιοσημείωτη αναφορά, είναι μια μακρά σύνθεση, η οποία εκείνη την εποχή ήταν γνωστή  ως "The Violent Sequence" (κυκλοφόρησε αργότερα στο The Dark Side Of The Moon Immersion Box Set). Αυτό το κομμάτι είναι άμεσα αναγνωρίσιμο μια και αποτελεί την βάση του "Us And Them" από το δίσκο του 1973 ‘’The Dark Side Of The Moon’’. Κάπου εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του αφιερώματος…
 
Γιώργος Βαλιμίτης