PINK FLOYD: Δεν Υπάρχει Σκοτεινή Πλευρά Του Φεγγαριού, Στη Πραγματικότητα, Είναι Όλα Σκοτεινά…(μέρος 2ο)

07/08/2014

Κατηγορία: Art Rock

8175

To Rocktime.gr, επανέρχεται με το δεύτερο μέρος του αφιερώματος στην τιτανοτεράστια μπάντα που ακούει στο όνομα Pink Floyd, πιάνοντάς το από εκεί που σταμάτησε το προηγούμενο…

 

Κεφάλαιο 4ο:  Ο Καταρράκτης  Με Τις  Σουίτες
 
Αφήνουμε τη δεκαετία του 1960 και μπαίνουμε στο 1970, όπου το συγκρότημα ετοιμάζει την πέμπτη στουντιακή δουλειά του. Ηχογραφήθηκε από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο και αυτό στα Abbey Road Studios με παραγωγούς την ίδια την μπάντα και τον Norman Smith, για να κυκλοφορήσει στις 2 Οκτωβρίου από τις Harvest/ EMI για  Αγγλία και Capitol / Harvest για Η.Π.Α. . Σκαρφάλωσε κατευθείαν στην κορυφή, χτυπώντας της 1η θέση στην Αγγλία και τη 55η στην Αμερική, κάνοντάς το χρυσό! Σε cd βγήκε το 1994 ενώ επανακυκλοφόρησε και το 2011.
 
  Εδώ είναι που επίσης για πρώτη φορά θα συναντήσουμε τετρακάναλη μίξη με Quadraphonic ήχο και τα συμβατικά στερεοφωνικά δικάναλα. Η μίξη του SQ Quadraphonic  βγήκε σε δίσκο βινυλίου με συμβατή μορφή για μηχανήματα κλασσικού τύπου stereo. Υπήρξε επίσης μια Quadraphonic έκδοση στο Ηνωμένο Βασίλειο σε πλήρη τετρακάναλη μορφή της "Quad-8" μίξης, που ουσιαστικά ήταν μια παραλλαγή τεσσάρων καναλιών της στερεοφωνικής κασέτας.
 
  Το εξώφυλλο, όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ, σχεδιάστηκε από την Hipgnosis, και ήταν σημαντικό το ότι είναι το πρώτο που δεν είχε το λογότυπο της μπάντας ούτε εμφανίζονται κάπου φωτογραφίες τους και αυτό είναι κάτι που θα συνεχιστεί και αργότερα. Απεικόνιζε απλά μια αγελάδα να στέκεται σε ένα αγρόκτημα. Ορισμένες μεταγενέστερες εκδόσεις έχουν προσθέσει τον τίτλο και το όνομα της μπάντας. Ο Storm Thorgerson, εμπνεύσθηκε από το διάσημο ‘cow wallpaper’’ του Andy Warhol και έχει πει ότι απλά ότι οδήγησε έξω σε μια αγροτική περιοχή κοντά στο Potters Bar και φωτογράφησε την πρώτη αγελάδα που είδε. Ο ιδιοκτήτη της αγελάδας την είχε βαφτίσει ‘’Lulubelle III’’. Περισσότερες αγελάδες εμφανίζονται στο πίσω μέρος του και πάλι χωρίς κανένα κείμενο ή τίτλους. Επίσης, ένα ροζ μπαλόνι με σχήμα μαστού αγελάδας ως μέρος της στρατηγικής μάρκετινγκ της Capitol να "σπάσει" το συγκρότημα στις Η.Π.Α. .Μερικές ιδέες από τα τραγούδια του, προέρχονται από out –takes από το soundtrack του Zabriskie Point, παραλλαγμένες και ενσωματωμένες στο νέο υλικό.
 
  Η πρώτη πλευρά του δίσκου χωρίζεται σε 6 τμήματα και δημιουργήθηκε από υλικό εκείνης της περιόδου. Πρόκειται για την ιστορία μιας γυναίκας που είναι εφοδιασμένη με έναν πυρηνοκίνητο βηματοδότη. Ο γενικός της τίτλος της είναι Atom Heart Mother Suite και τα 24 λεπτά που διαρκεί, χωρίζει το κομμάτι στα εξής 6 τμήματα: "Father's Shout", "Breast Milky", "Mother Fore", "Funky Dung",  "Mind Your Throats Please" και  "Remergence" . Ο Dave Gilmour το ονόμαζε τότε "Theme from An Imaginary Western" ενώ μια πρώιμη παρουσίασή του έγινε στις 17 Ιανουαρίου στο Hull University.  Εξαιτίας του ότι δεν επιτρέπονταν από την EMI να επεξεργαστούν τα τραγούδια, o Roger Waters και o Nick Mason, αναγκάστηκαν να ηχογραφήσουν ολόκληρο το κομμάτι με την μία, ενώ τα υπόλοιπα όργανα στη συνέχεια έπαιξαν με overdub. Οι ηχογραφήσεις του, διήρκησαν 2 μήνες.
 
  Ο Sam Cutler (διευθυντής περιοδειών των Rolling Stones),τους είχε συστήσει στον Ron Geesin ο οποίος εντυπωσιάστηκε με το όλο έργο τους, (κυρίως με τους Waters και Mason) και τους ζήτησε να συνθέσουν μια ορχηστρική διασκευή του και παρόλο που η μπάντα πήγε σε περιοδεία στις ΗΠΑ, το έκανε και δεόντως. Ο Geesin περιγράφει τη συνθετική και την οργανωτική διαδικασία  ως «μια κόλαση με πολλή δουλειά. Κανείς δεν ήξερε τι ήθελε , δεν ήξεραν να διαβάζουν μουσική ». Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Gilmour ήρθε με μερικές από τις μελωδικές γραμμές και μαζί με τον Richard Wright εργάστηκαν στο μεσαίο τμήμα με τη χορωδία. Όταν έφτασε η ώρα να ηχογραφηθεί τον Ιούνιο με την EMI Pops Orchestra, οι μουσικοί δεν εντυπωσιάστηκαν με την τάση του να παντρέψουν τη ροκ μουσική με καθιερωμένα κλασικά έργα, και, σε συνδυασμό με μερικά δύσκολα μέρη, αποφάσισαν να τον διορθώνουν κατά την εγγραφή. Ο John Alldis (η χορωδία του ήταν επίσης να εκτελέσει το τραγούδι), είχε εμπειρία στην αντιμετώπιση μουσικών ορχήστρας, και κατόρθωσε να οργανώσει την ηχογράφηση στη θέση του Geesin. Αρχικά το κομμάτι λεγόταν ‘’The Amazing Pudding’’ αν και ο Geesin, αναφερόταν σε αυτό σαν "Epic". Μια η πιο προχωρημένη εκτέλεση του, παίχτηκε στο Bath Festival Of Blues And Progressive Music στις 27 Ιουνίου ενώ λόγο της συναυλίας που έδωσαν για το BBC Radio 1, ο John Peel που ήταν και παρουσιαστής, χρειαζόταν ένα τίτλο για να το παρουσιάσει και ο Waters, έδωσε εκεί την τελική του ονομασία  σε ‘’Atom Heart Mother’’. Να σημειωθεί ότι το κομμάτι στο φεστιβάλ, έκλεψε τις εντυπώσεις καθώς συνοδεύτηκε από μια χορωδία με 40 φωνές, αληθινή ορχήστρα, και ένα εκθαμβωτικό θέαμα από πυροτεχνήματα, υπογραμμίζοντας τις μεγάλες ικανότητες των Pink Floyd.
  Πάμε στη δεύτερη πλευρά τώρα. Έχει 4 κομμάτια, εκ των οποίων τα ‘’If’’, ‘Summer ‘68’’ και’’Fat Old Sun’’ περιορίζονται στα 5 λεπτά ενώ το 13 λεπτών διάρκειας ‘’Alans Psychedelic Breakfast’’  χωρίζεται και αυτό σε τρία τμήματα (‘’Rise And Shine’’, ‘’Sunny Side Up’’ και ‘’Morning Glory’’). Τα μέρη του λοιπόν, ενώνονται μεταξύ τους με διαλόγους και ηχητικά εφέ του τότε roadie Alan Styles (προετοιμασία, συζήτηση και  κατανάλωση πρωινού). Η ιδέα για το κομμάτι ήρθε από τον Waters που πειραματίστηκε με το ρυθμό μιας βρύσης που στάζει, η οποία σε συνδυασμό με ηχητικά εφέ και το διάλογο που καταγράφεται με τον Nick Mason στην κουζίνα του, με μουσικά κομμάτια που ηχογραφήθηκαν στο Abbey Road. Το συγκρότημα έδωσε πολλές παραστάσεις για την προώθησή του  με αυτήν στις  22 Δεκεμβρίου 1970 στο Sheffield City Hall της Αγγλίας να ξεχωρίζει μιας και προσπάθησαν να αναπαράγουν ζωντανά αυτά τα ηχητικά εφέ στη σκηνή όπως ακριβώς έγιναν και στο δίσκο (τρώγοντας, συζητώντας κλπ). Το βινύλιο κλείνει με τον ήχο μιας βρύσης που στάζει η οποία συνεχίζεται στο αυλάκι του μέχρι που σταματά η βελόνα να παίζει.
  Το Summer ’68, δεν εκδόθηκε στην ιαπωνική έκδοση ενώ είναι και το μοναδικό κομμάτι που δεν παίχτηκε σε συναυλία τους. 
Τον Ιούνιο του 1970, η EMI για να εορτάσει τα εγκαίνια της θυγατρικής της εταιρίας Harvest, κυκλοφόρησε μια συλλογή με τίτλο "Picnic, A Breath Of Fresh Air", στην οποία θα συναντήσουμε διάφορους καλλιτέχνες που ανήκαν στο δυναμικό της. Ο παραγωγός Malcolm Jones, ανακάλυψε διάφορα ακυκλοφόρητα τραγούδια, μέσα σε αυτά ήταν και η μελαγχολική μπαλάντα για τη γέννηση και τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής "Embryo", το οποίο το συμπεριέλαβε χωρίς την άδεια της μπάντας. Δέκα μέρες μετά τη κυκλοφορία του, οι Pink Floyd το ανακάλυψαν και απαίτησαν να αποσυρθεί αμέσως λόγω του ότι δεν το είχαν ολοκληρώσει και δεν ήταν πάνω στον ήχο τους. Τα περισσότερα αντίγραφα επιστράφηκαν και καταστράφηκαν, ενώ ένας ελάχιστος αριθμός αντιτύπων υπάρχει κάπου εκεί έξω και πιθανώς ανήκει σε συλλέκτες. Επίσης κυκλοφόρησαν τη συλλογή "Masters Of RockThe Best Of Pink Floyd" με διαφορετικά εξώφυλλα και 10 τραγούδια τα οποία προέρχονται από singles της εποχής του Syd Barrett. Μετέπειτα εκδόσεις του, κυκλοφόρησαν το 1974 σε Ιταλία, Γερμανία και Ολλανδία, με κομμάτια και από τον δίσκο "The Dark Side Of The Moon".
  Νέα χρόνια, σημαίνει ταυτόχρονα και νέα δουλειά για τους Pink Floyd που παράλληλα με τη συνέχεια των συναυλιών (Αυστραλία, Ευρώπη, Ιαπωνία και Αμερική) ξεκίνησαν να μπαίνουν σε διάθεση σύνθεσης. Η διάρκεια των ηχογραφήσεων έλαβε χώρα σε στούντιο γύρω από το Λονδίνο (φυσικά ήταν και το Abbey Road μέσα σε αυτά) από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Αύγουστο, για να βγει στη κυκλοφορία στις 30 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς. Παράλληλα με τις ηχογραφήσεις, το συγκρότημα ετοίμαζε και την πρώτη του συλλογή σε Quadraphonic Mix, με τίτλο "Relics" που θα κυκλοφορήσει στις 14 Μαΐου. Περιέχει συνολικά 11 κομμάτια και το εξώφυλλό του διαφέρει από χώρα σε χώρα ή ακόμα και σε περιοχές. Η πρωτότυπη ιδέα – και το πιο σπάνιο βινύλιο -, ανήκει στον Nick Mason, πάνω σε ένα σχέδιό του, με διάφορες αντίκες και μηχανές με τίτλο "A Bizarre Collection Of Antiques And Curios". Το άλμπουμ αφορά ακυκλοφόρητα έως τότε τραγούδια και B-Sides από τα πρώιμα χρόνια. Το μοναδικό καινούριο τραγούδι που θα συναντήσει κανείς εδώ, είναι το "Binding My Time".
 
Ο τίτλος του 6ου πονήματός τους ακούει στο όνομα "Meddle" και προήλθε από το λογοπαίγνιο των λέξεων Medal και Interfere. Η λέξη meddle, σήμαινε για τους Floyd, "το να παρεμβαίνεις δίχως να χρειάζεσαι σε κάτι". Η αρχική ιδέα  για το εξώφυλλο ήταν ένα κοντινό πλάνο στο πρωκτό ενός μπαμπουίνου η οποία και απορρίφθηκε από τη μπάντα μέσω τηλεφώνου ενώ είπαν στον Thoregerson (φωτογράφος) ότι προτιμούν να απεικονίζει  "ένα αυτί κάτω από το νερό", όπως και τελικά έγινε. Η φωτογραφία πάρθηκε από τον Bob Dowling και αναπαριστά ένα αυτί, κάτω από το νερό, να συλλέγει ήχους από τα κύματα. Το εσώφυλλο περιέχει μια ομαδική φωτογραφία των Floyd.
  Το στούντιο που έγραφαν, μέχρι εκείνη την εποχή είχε μια 8track πολυκάναλη εγκατάσταση εγγραφής η οποία ήταν ανεπαρκής για τις ανάγκες τους κατόπιν των απαιτήσεων για το νέο δίσκο, μετέφεραν σε 16track tape, τις καλύτερές  προσπάθειές τους, σε άλλα στούντιο, με το πλεονέκτημα του πιο ευέλικτου εξοπλισμού εγγραφής. Οι μηχανικοί John Leckie και Peter Bown κατέγραψαν τα κυρίως μέρη στα Abbey Road και στο AIR studios, ενώ για τις μικρότερες δουλείες που έγιναν στο Morgan στούντιο ανέλαβαν χρέη μηχανικού ήχου οι Rob Black και ο Roger Quested .
  Στην προσπάθεια τους να τονώσουν τη δημιουργική διαδικασία συνθέσεως, η μπάντα δοκίμασε αρκετές πειραματικές μεθόδους. Επιχείρησαν να παίξουν σε ξεχωριστά δωμάτια με τυχαίους ρυθμούς γύρω από προσυμφωνημένη δομή με τα δύο πρώτα λεπτά να είναι πιο ρομαντικά και τα επόμενα σε πιο ανεβαστικά tempo. Κάθε προσπάθεια ηχογραφήθηκε και ονομάστηκε, όμως μετά από πολλές προσπάθειες, το βρήκαν αντιπαραγωγικό καθώς δεν είχαν δημιουργηθεί πλήρη τραγούδια.  Η περίοδος αυτή, ονομάστηκε "Nothing",  οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν "Son Of Nothing" και το άτιτλο ως τότε άλμπουμ "Return Of The Son Of Nothing". Σε μια από αυτές τις προσπάθειες, χρησιμοποίησαν και  το hammond του Richard, το οποίο μέσω του συστήματος Leslie (ένα κουμπί που υπάρχει στα δίσκαλα όργανα), ηχούσε από μια νότα ένας περίεργος ‘’υποβρύχιος’’ ήχος και προσπάθησαν να τον αναπαράγουν  στο στούντιο αλλά ανεπιτυχώς. Βέβαια όλο αυτό το υλικό, δε πήγε χαμένο μιας και χρησιμοποιήθηκε στο κομμάτι "Echoes", το οποίο σε συνδυασμό με τη κιθάρα του Dave, ανέπτυξαν περαιτέρω τα τυχαία ηχητικά εφέ του, χρησιμοποιώντας και ένα πετάλι Wah. Οι δυνατότητες των στούντιο, τους έδωσαν την ευκαιρία να το ηχογραφήσουν σταδιακά και όχι με την μία όπως έγινε στο Atom Heart Mother. Προσπάθησαν να το μικρύνουν σε εφτά λεπτά, αλλά δεν τους άρεσε αυτό που άκουγαν. Ένα από τα σημεία κοπτοραπτικής του, το Brain Damage, κατέληξε αργότερα  στον δίσκο Dark Side Of The Moon. Το τελικό αποτέλεσμα διαρκεί περίπου 24 λεπτά και καλύπτει ολόκληρη τη Β' πλευρά του δίσκου.
  Η πρώτη πλευρά ανοίγει με το "One Of These Days" , το οποίο ηχογραφήθηκε με δύο μπάσα, ένα από τον Waters και ένα με παλιές χορδές από τον Gilmour. Η φράση του Mason που ακούγεται "One of these days I'm going to cut you into little pieces" ηχογραφήθηκε  σε διπλή ταχύτητα με φαλτσέτο και παίχτηκε σε κανονική για τον δίσκο. Τη σκυτάλη παίρνει το "A Pillow Of Wings", του οποίου ο τίτλος εμπνεύστηκε από τους Roger Waters και Nick Mason από το παιχνίδι Mahjong που έπαιζαν στο νότιο τμήμα της Γαλλίας. Ακολουθεί το "Fearless" όπου χρησιμοποίησαν τη χορωδία του Liverpool f.c. Kop να τραγουδά τον ύμνο τους (Youll Never Walk Alone) με το fade out να διαδέχεται το επόμενο, "San Tropez". Στη συνέχεια έρχεται το "Seamus" να κλείσει  τη πρώτη πλευρά και χαρακτηρίζεται από μια ψεύτο blues καινοτομία να συνοδεύεται από το ουρλιαχτό του σκύλου του Steve Marriott, τον οποίο έψαχνε μετά ο Gilmour να μαζέψει. Ένα πολύ αστείο τραγούδι με μεγάλη δόση χιούμορ.
Το "Meddle", έλαβε καλές κριτικές , ωστόσο παρά την επιτυχία του στην Αγγλία, οι πωλήσεις του στις Η.Π.Α. ήταν πολύ φτωχές. Ο Gilmour, χαρακτήρισε το άλμπουμ ως το πρώτο "πραγματικό" Pink Floyd δίσκο που έχουμε επιχειρήσει μέχρι τώρα.
  Η επόμενη κυκλοφορία του σχήματος, αφορά και αυτή άλλη μια μουσική επένδυση για ταινία. Αυτή τη φορά το soundtrack, αναφέρεται στο γαλλικό φιλμ La Vallée, του Barbet Schroeder. Οι ηχογραφήσεις του έλαβαν χώρα μεταξύ 23-29 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου – 6 Απριλίου του 1972, σε στούντιο της Γαλλίας. 
  Το εξώφυλλο της έβδομης δουλειάς των Pink Floyd "Obscured By Clouds", είναι μια φωτογραφία ενός άνδρα που κάθεται σε ένα δέντρο που έχει ληφθεί από την εστίαση στο σημείο της πλήρους στρέβλωσης, ενώ οι στίχοι και η μουσική διηγούνται την ιστορία των ταξιδιών του. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 2 Ιουνίου του 1972 και στη συνέχεια στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 15 Ιουνίου του 1972. Μερικά αντίγραφα του άλμπουμ αναγράφουν τον αγγλικό τίτλο, The Valley. Έφτασε στο νούμερο ένα στη Γαλλία, στο νούμερο έξι στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον νούμερο 46 στα charts των Η.Π.Α., ενώ πιστοποιήθηκε το ότι έγινε χρυσό από την RIAA, το 1997. Το 1986, κυκλοφόρησε και σε CD ενώ μια ψηφιακά remastered έκδοσή του, βγήκε τον Μάρτιο του 1996 στο Ηνωμένο Βασίλειο και τον Αύγουστο του 1996 στις Η.Π.Α. . Έβγαλε ένα single μόνο για την Αμερική, το ‘’Free Four’’ το οποίο παίχτηκε και στο ραδιόφωνο.
 
Το βινύλιο ανοίγει με το ομότιτλο σε ρόλο ορχηστρικού, δίνοντας τη σκυτάλη στα "When YouRe In", "Burning Bridges", "The Cold Its In The…", "WotsUh The Deal?" και η πρώτη πλευρά ολοκληρώνεται με το "Mudmen". Η δεύτερη ξεκινάει με το "Childhoods End", συνεχίζει με τα "Free Four" και "Stay" ενώ κλείνει με το "Absolutely Curtains".
  Την ίδια περίοδο, ξεκίνησαν να  δουλεύουν και για τον επόμενο κανονικό δίσκο τους και άρχισαν να μαθαίνουν να διαβάζουν παρτιτούρες. Πολλά από τα τραγούδια της επόμενης δουλειάς τους, παίχτηκαν στις συναυλίες τους ενώ η περιοδεία διακόπηκε όταν πήγαν στη Γαλλία για την ηχογράφηση του Obscured By Clouds, την οποία και συνέχισαν μετά τον Απρίλη όπου και είχε ολοκληρωθεί.
  Κατά την πρώτη ηχογράφηση τον Φεβρουάριο, ο γαλλικός τηλεοπτικός σταθμός ORTF γύρισε μια μικρή ταινία για την ηχογράφηση του δίσκου, με συνεντεύξεις των Waters και Gilmour. Σε ένα απόσπασμα της συνέντευξης που εμφανίστηκε στη θεατρική έκδοση  του1974 (βγήκε αργότερα σε βιντεοκασέτα και laserdisc και μετέπειτα σε "Directors Cut Dvd" αλλά και στο Dvd Pink Floyd: Live At Pompeii), ο Roger Waters δήλωσε ότι η αρχική βρετανική έκδοση του άλμπουμ περιείχε υπερβολικά sibilance (έναν δυνατό ήχο υψηλής συχνότητας με έμφαση στο "s", "sh ", και το" t " παραπέμποντας σε παραμόρφωση) και ότι στην ταινία κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας με τον George Martin, αυτός ο ήχος προκλήθηκε από "μια κακή περικοπή", που σημαίνει ότι προήλθε από μια φτωχή ποιότητα της ταινίας κατά τη διάρκεια του mastering. Το πρόβλημα sibilance διορθώθηκε στην συνέχεια με συμπιέσεις. Με την ηχογράφηση να είχε τελειώσει, η μπάντα προέτρεψε την εταιρία παραγωγής της ταινίας, να κυκλοφορήσουν το soundtrack σαν ‘’Obscured By Clouds’’ και όχι σαν "La Vallée", με αποτέλεσμα το φιλμ να τιτλοφορηθεί σε ‘’La Vallée (Obscured By Clouds)’’ όταν κυκλοφόρησε.
  Όπως έγινε και στο "More",  προέβηκαν σε κοπτοραπτική και θέσπισαν ορισμένους χρονισμούς για να συνεννοηθούν, με ένα χρονόμετρο και έτσι δημιούργησαν μια σειρά από κομμάτια που αισθάνθηκαν ότι θα μπορούσαν να μπουν αχνά σε διάφορα σημεία στο τελικό μοντάζ της ταινίας. Δεν ανησύχησαν ιδιαίτερα όμως για τη δημιουργία ολοκληρωμένων τραγουδιών και ένιωθαν ότι κάθε μουσικό κομμάτι θα ήταν επαρκές χωρίς την προσθήκη κάποιου σόλο, αλλά παρ 'όλα αυτά, υπό πίεση για να παράγουν αρκετό υλικό, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ποικιλία από καλά δομημένα τραγούδια. Ο  Nick Mason λέει,  ότι οι ηχογραφήσεις ήταν πολύ βιαστικές, και ότι πέρασαν το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στο Παρίσι κλειδωμένοι στο στούντιο.
Το "Free Four", είναι το δεύτερο τραγούδι (μετά το ‘’Coroporla Clegg’’) που αναφέρονται στο θανάτου του πατέρα του Roger, ‘’Eric Fletcher Waters’’. Το "Childgoods End", αποτελεί το τελευταίο κομμάτι με τον Waters στη σύνθεση όπου τους στίχους τους έγραψε ο Gilmour. Τo "Absolutely Curtains" είναι ορχηστρικό και  κλείνει το άλμπουμ, όπως και η ταινία, με μια καταγραφή από τη φυλή "Mapuga".
  Οι Pink Floyd το 1973 άνοιγαν κάποιες συναυλίες με μία εκτεταμένη έκδοση των "Obscured By Clouds" και "When YouRe In" με χρήση καπνών και light show.  Το "Childhoods End" είναι το μοναδικό (άλλο) τραγούδι από το soundtrack που θα παιχτεί ζωντανά, ενώ για τη προώθησή του δίσκου, έκαναν διάφορες εμφανίσεις στην Ευρώπη, με πρώτη την 1η Δεκεμβρίου του 1972 και στις αρχές του Μάρτη του 1973, πέρασαν και στη Βόρεια Αμερική, όπου συνήθως το έπαιζαν με ένα παρατεταμένο  instrumental πέρασμα.
  Την ίδια χρονιά, κυκλοφορεί το βίντεο Pink Floyd: Live At Pompeii. Πρόκειται για την εμφάνιση τους  στο αμφιθέατρο της Ρώμης, στην Πομπηία, σκηνοθετημένη από τον Adrian Maben. Αν και η μπάντα παίζει ένα τυπικό live set από αυτό το σημείο στην καριέρα τους, το φιλμ είναι ξεχωριστό, γιατί παίζει χωρίς κοινό!
  Το κύριο υλικό μέσα και γύρω από το αμφιθέατρο, γυρίστηκε σε διάστημα τεσσάρων ημερών, τον Οκτώβριο του 1971, χρησιμοποιώντας το κανονικό εξοπλισμό περιοδειών τους. Πρόσθετες σκηνές, γυρίστηκαν σε ένα τηλεοπτικό στούντιο του Παρισιού.  Επανακυκλοφόρησε το 1974 με πρόσθετο υλικό studio της μπάντας που εργαζόταν για το "The Dark Side Of The Moon", και συνεντεύξεις από το Abbey Road Studios. Κυκλοφόρησε και σε νέα έκδοση το 2003 σε "Directors Cut" με πολλά και ενδιαφέροντα σχόλια και  με επιπλέον πλάνα και πιο σύγχρονα.
  Πως προέκυψε όμως η όλη ιστορία; Ο Adrian Maben, είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για τους Pink Floyd και ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους. Κατά τη διάρκεια επίσκεψης  του στην Πομπηία, έχασε το διαβατήριό του και πήγε πίσω στο αμφιθέατρο που είχε επισκεφτεί νωρίτερα την ίδια ημέρα για να το βρει. Περπατώντας γύρω από τα ερειπωμένα ερείπια, σκέφτηκε πως η σιωπή και ο φυσικός ήχος του περιβάλλοντος θα ήταν ένα καλό σκηνικό για μουσική. Επίσης, έκρινε ότι τα γυρίσματα της ταινίας χωρίς ακροατήριο θα ήταν μια καλή σκέψη. Μέσω των επαφών του στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, ο Maben κατάφερε να πείσει τις τοπικές αρχές να κλείσουν το αμφιθέατρο για έξι ημέρες του Οκτώβριου για την βιντεοσκόπηση.
Τα "Echoes", "A Saucerful Of Secrets" και "One Of These Days" κινηματογραφήθηκαν μεταξύ 4 - 7 Οκτωβρίου 1971. To "Intro Song’’ ήταν μια πρώιμη έκδοση του ‘’Speak To Me’’ από το ‘’Dark Side Of The Moon’’. Το πρώτο τμήμα του βίντεο που θα γυριστεί, ήταν μοντάζ με πλάνα της μπάντας να περπατάνε γύρω από το Boscoreale, αναμειγμένα με πλάνα από λάσπη, τα οποία μπορεί να δει κανείς  σε διάφορα σημεία των "Echoes" και "Careful With That Axe, Eugene". Ο Maben παρόλο που είχε κλείσει όλες τις εισόδους στο αμφιθέατρο, μερικά παιδιά κατάφεραν να μπουν μέσα και παρακολούθησαν τα γυρίσματα ήσυχα, αλλά από απόσταση. Τα υπόλοιπα τραγούδια γυρίστηκαν στο Studio Europasonor, στο Παρίσι, μεταξύ 13 - 20 Δεκεμβρίου και μπορεί κανείς να το καταλάβει και από την απουσία της γενειάδας του Richard Wright. Για να ταιριάξει με το θέμα του προηγούμενου έργου στην Πομπηία, τα γυρίσματα στο  Boscoreale, έγιναν μαζί με πλάνα από καταρράκτες και λάβας και διάφορες σκηνές από ρωμαϊκά ψηφιδωτά και σχέδια από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο  της Νάπολης.
 
Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο Παρίσι, το συγκρότημα αυθόρμητα πρότεινε ότι θα ήθελε να κινηματογραφήσει ένα σύντομο μπλουζ με ένα ουρλιαχτό του σκύλου, στο στυλ του "Seamus" από το ‘’Meddle’’. Ο Maben ήξερε την Madonna Bouglione, κόρη του διευθυντή του τσίρκου Joseph Βοuglione, ο οποίος ήταν γνωστό πως περπατούσε στο Παρίσι με ένα σκυλί που ονομάζεται Nobs. Κατά συνέπεια, ο Nobs προσκλήθηκε στο στούντιο, όπου το βίντεο γυρίστηκε.
  Η αρχική έκδοση, διαρκούσε 1 ώρα και είχε μόνο το live υλικό. Η ταινία είχε προγραμματιστεί για μια ειδική πρεμιέρα στο Rainbow Theatre του Λονδίνου, στις 25 Νοεμβρίου 1972,  ακυρώθηκε όμως την τελευταία στιγμή από τον ιδιοκτήτη του θεάτρου με τη δικαιολογία ότι δεν διέθετε πιστοποιητικό από το British Board Of Film Censors.
  Μία άλλη εκδοχή του βγήκε το 1973 που διαρκούσε 80 λεπτά  ενώ το 2003 στην "director’s cut" εκδοχή, ήταν στα 92 λεπτά, όπου μαζί με κάποιες επιπλέον προσθήκες μέσω του προγράμματος Apollo, έφτασε να έχει συνολική διάρκεια 1 ώρα και 78 λεπτά με bonus την αρχική περικοπή της ταινίας, ασπρόμαυρα πλάνα της μπάντας και μια εκτενή συνέντευξη με τον σκηνοθέτη.
Κεφάλαιο 5ο: Η Σκιά Του Φεγγαριού

Το "Darks Side Of The Moon" που ακολούθησε, είναι το 8ο άλμπουμ των Pink Floyd και βγήκε τον Μάρτιο του 1973. Είναι χτισμένο σε ιδέες που προέρχονται από παλαιότερες ηχογραφήσεις της μπάντας, από jam σε συναυλίες και από εκτεταμένες ορχηστρικές δομές που χαρακτηρίζουν τα έργα τους. Πρόκειται για concept δίσκο και το γενικό του θέμα είναι η σύγκρουση, η απληστία, το πέρασμα του χρόνου, και η ψυχική ασθένεια,  με το τελευταίο να προέρχεται εν μέρει από την επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης του Syd Barrett.
Το νέο υλικό ηχογραφήθηκε σε δύο περιόδους το 1972 (24 Μαϊου -25 Ιουνίου) και το 1973 (9 Ιανουαρίου) στα Abbey Road Studios, στο Λονδίνο. Η μπάντα χρησιμοποίησε μερικές από τις πιο προηγμένες τεχνικές καταγραφής της εποχής, συμπεριλαμβανομένης της πολυκάναλης εγγραφής και ταινίες βρόχους (tape loops). Επίσης χρησιμοποίησαν αναλογικά συνθεσάιζερ σε πολλά κομμάτια, τα οποία έδωσαν έμφαση σε πολλά κομμάτια. Ο μηχανικός ήχου Alan Parsons ήταν άμεσα υπεύθυνος για μερικές από τις πιο αξιοσημείωτες ηχητικές πτυχές του άλμπουμ και αυτός τους έφερε σε επαφή με την  Clare Torry. Το εξώφυλλο του άλμπουμ, είναι σχεδιασμένο από τον Storm Thorgerson (Hipgnosis) και δείχνει ένα πρίσμα που αντιπροσωπεύει τον φωτισμό σκηνής της μπάντας, τη στιχουργική θεματολογία του δίσκου, και τη πρόταση του Richard Wright για ένα "απλό και τολμηρό" σχέδιο. Σύμφωνα με τον Roger Waters, το τρίγωνο/πυραμίδα, έγινε το σύμβολο της φιλοδοξίας και το πρίσμα δείχνει το πώς η αγνότητα διαχωρίζεται σε πολλά τμήματα, όταν βιώνει μια αλλοτριωμένη κοινωνία.
  Μετά το  "Meddle" το 1971, η μπάντα μαζεύτηκε για την επερχόμενη  περιοδεία (Βρετανία,  Ιαπωνία και των Αμερική) τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Σε μια συνάντηση στο σπίτι του Nick Mason στο Camden, ο Roger Waters πρότεινε ότι η δημιουργία ενός νέου album θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της περιοδείας. Η βασική ιδέα του Waters ήταν για έναν δίσκο, που θα μιλάει για τα πράγματα που "κάνουν τους ανθρώπους τρελούς", με επίκεντρο τις πιέσεις που αντιμετώπιζε η μπάντα κατά τη διάρκεια του επίπονου τρόπου ζωής και τα προφανή προβλήματα της ψυχικής υγείας που υπέστησαν από πρώην μέλος του συγκροτήματος, τον Syd Barrett. Οι Pink Floyd είχαν διερευνηθεί με μια παρόμοια ιδέα με τη ‘’The Man And The Journey’’ περιοδεία  του 1969. Σε μια συνέντευξη για το περιοδικό Rolling Stone, ο Gilmour, δήλωσε:   «Νομίζω ότι όλοι πιστεύαμε -και ο Roger σίγουρα το ίδιο- πως πολλοί από τους στίχους που είχαμε χρησιμοποιήσει ήταν λίγο πολύ έμμεσοι. Υπήρχε σίγουρα μια αίσθηση ότι οι λέξεις πρόκειται να είναι πολύ σαφής και συγκεκριμένοι».
  Σε γενικές γραμμές και τα τέσσερα μέλη συμφώνησαν ότι το σκεπτικό του Waters για έναν θεματικό δίσκο concept, ήταν πάρα πολύ καλή ιδέα και συμμετείχαν όλοι στη συγγραφή και παραγωγή του νέου υλικού. Ο Roger, δημιούργησε τα πρώιμα demos κομμάτια στο σπίτι του στο Islington, σε ένα μικρό στούντιο ηχογράφησης που είχε χτίσει στο υπόστεγο του κήπου του, ενώ μέρη του νέου άλμπουμ προήλθαν από μη χρησιμοποιηθέν παλαιότερο υλικό.
Το ξεκίνημα του ‘’Breathe’’ προέρχεται από μια παλαιότερη συνεργασία του Waters και του Ron Geesin, που γράφτηκε για το soundtrack του Music From The Body (σόλο δίσκος του Waters με τον Ron Geesin), και η βασική δομή του "Us Αnd Them" λήφθηκε από ένα κομμάτι του Richard Wright, που προοριζόταν αρχικά για την ταινία Zabriskie Point.
  Η μπάντα έκανε πρόβες σε μια αποθήκη στο Λονδίνο,  που ανήκε στους The Rolling Stones, και στη συνέχεια στο Rainbow Theatre. Αγόρασαν επιπλέον εξοπλισμό, ο οποίος περιελάμβανε νέα ηχεία, σύστημα PA, μια κονσόλα μίξης 28track με τέσσερις quadraphonic εξόδους, και ένα προσαρμοσμένο ενσωματωμένο φωτιζόμενο δαχτυλίδι. Εννέα τόνοι κιτ μεταφέρθηκαν σε τρία φορτηγά και αυτή θα είναι η πρώτη φορά που οι Pink Floyd πήραν ένα ολόκληρο άλμπουμ της σε περιοδεία, δίνοντάς του την ευκαιρία  να δουλέψουν παραπάνω το νέο υλικό,  να το βελτιώσουν και να βελτιωθούν. Έως τότε είχε δοθεί ο προσωρινό τίτλος του "Dark Side Of The Moon (An Illusion To Lunacy, Rather Than Astronomy)" μέχρι που ανακάλυψαν ότι την ονομασία αυτήν την είχε και μια άλλη μπάντα, οι Medicen Head και έτσι προσωρινά το αλλάξανε σε "Eclipse". Ο δίσκος των Medicen Head, βγήκε στις 20 Ιανουαρίου του 1972 πιάνοντας εμπορικά πάτο όσο δεν πάει και έτσι ξανά άλλαξαν τον τίτλο σε "The Dark Side Of The Moon".
  Πρώτη τροφή για σκέψη: Το concept του δίσκου, χτίστηκε επάνω σε πειράματα που είχαν αποπειραθεί σε προηγούμενες συναυλίες και ηχογραφήσεις τους, αλλά στερείται των εκτεταμένων ορχηστρικών δομών, που είχε γίνει χαρακτηριστικό γνώρισμα τους κατά τη περίοδο του Syd Barrett. Η θεματολογία του είναι η σύγκρουση, η απληστία, το πέρασμα του χρόνου, ο θάνατος,  η παραφροσύνη και η ψυχική ασθένεια ,  με το τελευταίο να προέρχεται εν μέρει από την επιδείνωση της ψυχικής κατάστασης του Syd Barrett. Ο ιθύνον νους. Roger Waters, είχε γίνει κύριος συνθέτης της μπάντας και στιχουργός. Το άλμπουμ είναι ξεχωριστό για τη χρήση του  musique concrete και την εννοιολογία φιλοσοφικών στίχων.
  Κάθε πλευρά του άλμπουμ είναι ένα συνεχές κομμάτι της μουσικής. Τα πέντε κομμάτια σε κάθε πλευρά αντανακλούν διάφορα στάδια της ζωής του ανθρώπου, που αρχίζουν και τελειώνουν με έναν χτύπο της καρδιάς, διερευνώντας τη φύση της ανθρώπινης εμπειρίας και της συναίσθησης. Τα "Speak To Me" και "Breathe" μαζί, τονίζουν τα εγκόσμια και μάταια στοιχεία της ζωής που συνοδεύουν την πανταχού παρούσα απειλή της τρέλας, και τη σημασία του να ζει κανείς τη δική του ζωή. Με τη μετατόπιση της σκηνής σε ένα αεροδρόμιο, το synthesizer στο instrumental "On The Run" προκαλεί το στρες και το άγχος των σύγχρονων ταξιδιών, σε συνδυασμό με το φόβο που είχε ο Richard Wright στο να πετάει. Το "Time" εξετάζει τον τρόπο στον οποίο το μονοπάτι του, μπορεί να ελέγχει τη ζωή κάποιου και προσφέρει μια αυστηρή προειδοποίηση σε όσους παραμένουνε προσηλωμένοι σε κοσμικές πτυχές και ακολουθείται από μια οπισθοχώρηση στην μοναξιά και την απόσυρση με το "Breathe (Reprise)". Η πρώτη πλευρά του άλμπουμ τελειώνει με τον Richard Wright και τη ψυχική μεταφορά  της τραγουδίστρια Clare Torry για τον θάνατο, μέσω του "The Great Gig In The Sky".
Η δεύτερη πλευρά, ανοίγει με τον ήχο των ταμειακών μηχανών και το χάσιμο κερμάτων, από το κομμάτι "Money", που χλευάζει την απληστία και τον καταναλωτισμό χρησιμοποιώντας στίχους με ωμή γλώσσα και τα μετρητά που σχετίζονται με τα ηχητικά εφέ (ειρωνικά, το "Money" είναι το πιο εμπορικά επιτυχημένο κομμάτι από το άλμπουμ κα έχει διασκευαστεί από πολλές μπάντες). Ακολουθεί το "Us And Them" που αντιμετωπίζει την απομόνωση της ύφεσης, με το συμβολισμό της σύγκρουσης και τη χρήση απλών διχοτομιών για να περιγράψει τις προσωπικές σχέσεις για να δώσει τη σειρά του στο "Any Colour You Like" το οποίο αφορά την έλλειψη επιλογών που έχει κανείς σε μια ανθρώπινη κοινωνία. Το αμέσως επόμενο είναι το "Brain Damage" που κοιτάζει μια ψυχική ασθένεια η οποία προκύπτει από την αύξηση της φήμης και της επιτυχίας πάνω από τις ανάγκες του εαυτού. Ιδίως, το σημείο  "and if the band you're in starts playing different tunes’’ (και αν η μπάντα που είσαι ξεκινά να παίζει διαφορετικούς τόνους) αντανακλά την ψυχική ανάλυση και κατάρρευση του πρώην μέλους τους Syd Barrett. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το "Eclipse", το οποίο υιοθετεί τις έννοιες της ετερότητας και της ενότητας, ενώ αναγκάζει τον ακροατή να αναγνωρίζει τα κοινά χαρακτηριστικά που συμμερίζεται με την ανθρωπότητα. Εξακολουθώ να λέω πως αν αυτός ο δίσκος βρισκόταν σε κάθε γωνιά της γης, σε κάθε σπίτι, ο κόσμος θα ήταν πολύ καλύτερος.
  Πολλά κομμάτια, συμπεριλαμβανομένου του "Us And Them" και "Time", αποδεικνύουν τις ικανότητες των Richard Wright και David Gilmour να εναρμονίζουν τις φωνές τους. Στο ντοκιμαντέρ του 2003 "The Making Of The Dark Side Of The Moon", ο Waters λέει ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι φωνές τους ακούγονται αρκετά παρόμοιες. Ο Parsons για να επωφεληθεί από αυτό, τελειοποίησε τη χρήση των τεχνικών στο στούντιο όπως τα διπλά φωνητικά και διπλές κιθάρες, τα οποία έγραψε ο  Gilmour, για να τα εναρμονίσει μεταξύ τους. Έκανε επίσης εμφανή τη χρήση των φλαντζών και  μετατόπιση φάσης των εφέ στα φωνητικά και στα όργανα, κάτι περίεργα κόλπα με την αντήχηση και φιλτράρισμα των ήχων μεταξύ των καναλιών (πιο αξιοσημείωτη στην quadraphonic mix του "On The Run", όταν ο ήχος του Hammond B3 οργάνου, παίζεται μέσω ενός ηχείου Leslie και στροβιλίζεται γρήγορα γύρω από τον ακροατή).
Ο roadie Chris Adamson, ο οποίος ήταν σε περιοδεία με τους Pink Floyd, ακούγεται στο απόσπασμα που ανοίγει το άλμπουμ: "I've been mad for fucking yearsabsolutely years" (ήμουν τρελός για πολλά γαμ..... χρόνια- σίγουρα πολλά χρόνια). Ο διευθυντής περιοδειών Peter Watts (πατέρας της ηθοποιού Naomi Watts) συνέβαλε στο επαναλαμβανόμενο γέλιο κατά τη διάρκεια των "Brain Damage" και "Speak To Me". Η δεύτερη τότε σύζυγός του, Patricia 'Puddie' Watt ήταν υπεύθυνη για τα ηχητικά που ακούγονται στην ένωση μεταξύ "Money" και "Us And Them" , και η πρόταση "I never said I was frightened of dying’’  που ακούγεται κοντά στο τέλος του "The Great Gig in the Sky’’ είναι δικιά της. Η φράση που κλείνει τον δίσκο ‘’There is no dark side of the moon really, in matter of fact, its all dark’’ (δεν υπάρχει σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού, στη πραγματικά είναι όλα σκοτεινά) προήρθε από την Ιρλανδό θυρωρό των στούντιο, Gerry O'Driscoll.
  Ο Roger Waters, σε μια συνέντευξη το 2006 είχε δήλωσε για τον δίσκο: «Όταν η ηχογράφηση τελείωσε, πήρα ένα αντίγραφο στο σπίτι μαζί μου και θυμάμαι πως το έβαλα να παίξει για τη τότε γυναίκα μου, και θυμάμαι την έκρηξη των δακρύων της όταν τελείωσε. Και σκέφτηκα, "Αυτό προφανώς έχει χτυπήσει μια ευαίσθητη χορδή κάπου", και ήμουν κάπως ευχαριστημένος από αυτό. Ξέρεις, όταν έχεις δημιουργήσει κάτι, σίγουρα, ειδικά αν φτιάξεις ένα κομμάτι μουσικής, τότε το ακούς με φρέσκα αυτιά όταν το παίζεις για κάποιον άλλο. Και σε εκείνο το σημείο σκέφτηκα, "Ουάου, αυτό είναι ένα αρκετά πλήρες κομμάτι δουλειάς", και είχα απόλυτη εμπιστοσύνη ότι οι άνθρωποι θα ανταποκριθούν σε αυτ". Ο Richard Wright είπε για το άλμπουμ: «με άλλαξε με πολλούς τρόπους, επειδή έφερε πολλά χρήματα, και ένιωσα πολύ ασφαλής όταν μπορείς να πουλάς ένα άλμπουμ για δύο χρόνια. Αλλά δεν έχει αλλάξει τη στάση μου στη μουσική. Η μεγάλη επιτυχία, έγινε με τον ίδιο τρόπο όπως όλα τα άλλα άλμπουμ μας, και το μόνο κριτήριο που έχουμε για την κυκλοφορία της μουσικής  μας είναι αν μας αρέσει ή όχι. Δεν ήταν μια σκόπιμη προσπάθεια να γίνει ένας εμπορικός δίσκος αλλά αυτό ακριβώς συνέβη με αυτόν τον τρόπο. Ξέραμε ότι είχε πολύ περισσότερη μελωδία, από ό, τι τα προηγούμενα άλμπουμ των Floyd, και υπήρχε ένα θεματικό που έτρεχε σε όλη τη διάρκεια του. Η μουσική ήταν πιο εύκολο να απορροφηθεί και έχοντας κορίτσια να κορίτσια τραγουδούν μακριά πρόσθεσαν μια εμπορική πινελιά που κανένας δίσκος μας έως τότε δεν είχε».
 
Το "Dark Side Of The Moon" παίχτηκε στην ολότητά του για πρώτη φορά στις 17 Φεβρουαρίου 1972, με την παρουσία του Τύπου στο Rainbow Theatre, και άφησε θρυλικές εντυπώσεις. Ο Michael Wale της εφημερίδας "The Times" το περιέγραψε  «σε κάνει να θες να δακρύσεις αλλά ήταν τόσο εντελώς ακατανόητο που τελικά σου δημιουργεί μουσικές απορίες». Ο Derek Jewell της The Sunday Times έγραψε «Η φιλοδοξία των Pink Floyd είναι πλέον τεράστια» ενώ το Melody Maker, ήταν λιγότερο ενθουσιώδης: "Μουσικά, υπήρχαν μερικές μεγάλες ιδέες, αλλά τα ηχητικά εφέ συχνά με άφησαν να αναρωτιέται αν ήμουν πουλί σε κλουβί στο ζωολογικό κήπο του Λονδίνου ".  Η ακόλουθη περιοδεία υμνήθηκε από το κοινό. Το νέο υλικό παρουσιάστηκε ζωντανά, με την ίδια σειρά με την οποία εμφανίζονται τα κομμάτια και στον δίσκο, αλλά με διαφορές στη ζωντανή έκδοση από την στουντιακή  που κυκλοφόρησε ένα χρόνο αργότερα, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας των synthesizers σε κομμάτια όπως το "On The Run" , και τα αναγνώσματα της Αγίας Γραφής, που αργότερα αντικαταστάθηκαν από τα φωνητικά της Clare Torry στο he Great Gig In The Sky".
  Η επιτυχία του άλμπουμ έφερε άγνωστα  κέρδη άνευ προηγουμένου σε όλα τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος. Οι  Richard Wright και Roger Waters αγόρασαν μεγάλες εξοχικές κατοικίες, και ο Nick Mason έγινε συλλέκτης upmarket αυτοκινήτων. Μερικά από τα κέρδη τους, επενδύθηκαν στην παραγωγή της ταινίας "Monty Python και το Άγιο Δισκοπότηρο". Ο Alan Parsons έλαβε ένα βραβείο Grammy για τον καλύτερο ήχο μηχανικού για το The Dark Side Of The Moon, και είχε μια επιτυχημένη καριέρα με τους Alan Parsons Project.
  Το άλμπουμ, θα το δούμε να εμφανίζεται συχνά στην κατάταξη από τα σημαντικότερα albums όλων των εποχών. Το 2012, το ‘’The Dark Side Of The Moon’’ ψηφίστηκε 43ο στη λίστα του περιοδικού Rolling Stone για τα «500 Καλύτερα Άλμπουμ όλων των εποχών». Tο 2006, ψηφίστηκε πρώτο στο "Favourite My Album", από το ακροατήριο του Australian Broadcasting Corporation. Οι αναγνώστες του NME το ψήφισαν όγδοο άλμπουμ το 2006 στη "Best album of All Time" online δημοσκόπηση, και το 2009, οι ακροατές του Planet Rock ως το καλύτερο όλων των εποχών. Επίσης είναι νούμερο δύο  στη ’’Definitive 200’’ λίστα του National Association of Recording Merchandisers "για τον εορτασμό της μορφής τέχνης στα πλαίσια της δισκογραφικής δουλειάς". Ενώ οι διακρίσεις του ακόμα και σήμερα συνεχίζονται, με πιο αξιοσημείωτη αυτή του 2013, όπου επιλέχτηκε από τη Βιβλιοθήκη Του Κογκρέσου για να θεωρηθεί "πολιτιστικά, ιστορικά, και αισθητικά σημαντικό".
Μέρος της κληρονομιάς του "The Dark Side Of The Moon", είναι η επιρροή του στη σύγχρονη μουσική, τους μουσικούς που έχουν πραγματοποιηθεί διασκευές των τραγουδιών του, ακόμη και σε σύγχρονους αστικούς μύθους. Η κυκλοφορία του συχνά θεωρείται ως ένα κομβικό σημείο στην ιστορία της ροκ μουσικής.Το 1979, κυκλοφόρησε ως remastered βινύλιο από τη Mobile Fidelity Sound Lab και τον Απρίλιο του 1988 σε μορφή χρυσού CD.  Το άλμπουμ βγήκε από την EMI για πρώτη φορά σε cd το 1984, ενώ οκτώ χρόνια αργότερα επανακυκλοφόρησε ως remastered CD στη συλλογή Shine On.  Αυτή η έκδοση επανακυκλοφόρησε με ένα κουτί για την 20η επέτειο του με καρτ ποστάλ και το επόμενο έτος. Επίσης επανακυκλοφόρησε το 2003 σε 180 γραμμαρίων παρθένο βινύλιο και περιελάμβανε ελαφρώς διαφορετικές εκδόσεις αυτοκόλλητων και posters από τα πρωτότυπα, σε συνδυασμό με μια νέα αφίσα 30η επέτειο ενώ οι επανακυκλοφορίες του τελειωμό δεν έχουν.
  Το Dark Side Of The Moon, έπιασε αμέσως κορυφή στα Billboard charts για μια εβδομάδα, ενώ στη συνέχεια παρέμεινε στα charts για 741 εβδομάδες από το 1973 μέχρι 1988 ενώ έμεινε στο Top 200 Billboard για 1094 εβδομάδες, καταρρίπτοντας παγκόσμιο ρεκόρ!. Πούλησε πάνω από 50 εκατομμύρια αντίτυπα, είναι το πιο εμπορικά επιτυχημένο άλμπουμ των Pink Floyd αλλά και ένα από αυτά με τις καλύτερες πωλήσεις άλμπουμ σε όλο τον κόσμο γενικά. Έβγαλε δύο singles, τα "Money" και "Time". Εκτός από την εμπορική του επιτυχία, το "The Dark Side Of The Moon" είναι ένα από τα πιο δημοφιλή άλμπουμ των Pink Floyd (και προσωπικά αγαπημένο) τόσο στο κόσμο όσο και στους κριτικούς, και συχνά κατατάσσεται ως ένα από τα σημαντικότερα albums όλων των εποχών. Κατέκτησε την 1η θέση σε Καναδά, Νέα Ζηλανδία, Αμερική και τη 2η σε Αγγλία, Ολλανδία, Ιταλία, Νορβηγία μεταξύ άλλων.  Έγινε 14 φορές πλατινένιο στην Αυστραλία, 16 στη Νέα Ζηλανδία, 9 στην Αγγλία ενώ 2 φορές σε Αργεντινή, Αυστρία, Καναδά, Γερμανία, Γαλλία, με την Αμερική να το κάνει διαμαντένιο!! Οι Pink Floyd εδώ, άγγιξαν τη τελειότητα φτάνοντας στο αποκορύφωμα τόσο μουσικά όσο και με τη θεαματική ατμόσφαιρα και τις υπέροχες χορογραφίες.
  Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι το 2006 ο Roger Waters, έβγαλε πάλι σε περιοδεία το "The Dark Side Of The Moon", παίζοντάς το στην ολότητά του κατά το δεύτερο μέρος του set. Η περιοδεία αυτή πέρασε και από τα μέρη μας την Κυριακή, 18 Ιουνίου 2006,  με τίτλο ‘’The Dark Side Of The Moon Live’’, ενώ παίχτηκε ολόκληρο και από τη μπάντα στη περιοδεία του 1994 για το ‘’The Division Bell’’ αποτυπώνοντας το στο dvd ‘’P.U.L.S.E.‘’ που θα μιλήσουμε παρακάτω.
  Ένα μεγάλο κεφάλαιο έκλεισε, ένα άλλο άνοιξε. Η κληρονομιά και το βάρος του φορτίου που άφησε στους Pink Floyd, το ‘’Dark Side Of The Moon’’, ήταν τεράστιο και έχοντας βιώσει την απόλυτη επιτυχία φτάνοντας στη κορυφή, αποτέλεσε οριακό σημείο στη καριέρα τους, ανέβηκαν κατά πολύ τα ποιοτικά standards, αποκτώντας οπαδούς σε όλα τα μήκη και πλάτη του παγκόσμιου χάρτη και κάνοντάς το συγκρότημα super group. Έπρεπε αν ήθελαν αν διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο, να συνεχίσουν από εκεί που το άφησαν. Μετά το τέλος της παγκόσμιας περιοδείας, ακολούθησε μια περίοδος εκνευρισμού ,κούρασης και όπως δήλωνε ο Roger Waters "πάσχαμε όλοι από πνευματική κόπωση". Ο Syd Barrett, μπορεί να είχε φύγει από τη μπάντα, όμως πάντα τους παρακολουθούσε και ουσιαστικά η σκιά του παρέμενε ακόμα ανεξίτηλη όπως θα δούμε παρακάτω.
 
Κεφάλαιο 6ο: Όταν Ο Syd Κρούει Ξανά..
  Αφού μεσολάβησε ένα διάστημα ξεκούρασης περίπου 1 χρόνου, το "Wish You Were Here" (9 δίσκος έως τώρα), το οποίο  πήρε τη σκυτάλη και είδε τα φώτα της δημοσιότητας τον Σεπτέμβριο του 1975, είναι αφιερωμένο εξ’ ολοκλήρου στον Syd. Ο Waters που ήταν και το μυαλό του συγκροτήματος, σημειώνει ακόμα μια από τις πιο ωραίες σελίδες του κεφαλαίου rock, όπου βυθισμένος στην αλλοτρίωση του παρόν, θυμάται τις ρίζες του παρελθόντος και αναπολεί αυτό που ήταν κάποτε, αυτό που θα μπορούσε να γίνει και αυτό που κατέληξε να είναι η rock. 
  Καθώς οι Pink Floyd ποτέ δεν προσέλαβαν δημοσιογράφο και κράτησαν τους εαυτούς τους μακριά από τον Τύπο, η σχέση τους με τα μέσα ενημέρωσης άρχισε να δηλητηριάζετε. Μετά τη αρνητική κριτική δημοσίευση από το NME για το νέο υλικό της μπάντας, από τους Nick Kent (λάτρης του Syd Barrett) και Pete Erskine, η μπάντα επέστρεψε στο στούντιο την πρώτη εβδομάδα του 1975. Εξαντλημένοι  σωματικά και συναισθηματικά, ο Richard Wright για αυτές τις πρώτες συγκεντρώσεις  είπε «ότι εμπίπτουν σε μια δύσκολη περίοδο», και ο Roger Waters τις βρήκε «βασανιστικές». Ο Nick Mason βρέθηκε στη διαδικασία ηχογράφησης σε multi-track που ήταν εξουθενωτική και ο David Gilmour ενδιαφερόταν περισσότερο για τη βελτίωση του υπάρχον υλικού της μπάντας. Επίσης ήταν ολοένα και πιο απογοητευμένοι με τον Nick Mason, λόγω του ότι ο αποτυχημένος γάμος του, του είχε φέρει μια γενική δυσφορία και αίσθηση απάθειας, τα οποία φαινόντουσαν στο παίξιμό του. Ο Mason παραδέχτηκε πως οι επικρίσεις του Nick Kent στο NME μπορεί να είχαν κάποια επιρροή στο να μείνει η μπάντα ενωμένη.
  Ο David Gilmour, αργότερα σχολίασε: «Ήταν μια πολύ δύσκολη περίοδο έχω να πω. Όλα τα παιδικά σου όνειρα είχαν ήδη πραγματοποιηθεί και είχαμε τα μεγαλύτερα αρχεία πώλησης στον κόσμο και ότι συνεπάγεται με αυτό. Τα κορίτσια και τα χρήματα και η δόξα και όλα αυτά τα πράγματα ήταν όλα ... τα πάντα είχαν τον τρόπο να έρχονται στο δρόμο μας και θα έπρεπε να επανεκτιμήσεις τι ήταν αυτό για εσένα αργότερα, και ήταν ένας πολύ μπερδεμένος και σύντομος άδειος χρόνος για λίγο».
  Κατά τη διάρκεια του 1974 οι Pink Floyd είχαν σκιαγραφήσει τον σκελετό για τρία νέα κομμάτια, "Raving And Drooling", "You Gotta Be Crazy" και "Shine On You Crazy Diamond". Τα τραγούδια παίχτηκαν σε μια σειρά από συναυλίες στη Γαλλία και Αγγλία, την πρώτη περιοδεία της μπάντας μετά από αυτή του 1973. Τελικά τα "Raving And Drooling’’ και "You Gotta Be Crazy" δεν ταίριαζαν εννοιολογικά με το concept του δίσκου και έτσι μπήκαν προσωρινά στο πάγο, μέχρι που θα τα ξανασυναντήσουμε στο επόμενο άλμπουμ, ’’Animals’’ του 1977.
  Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα γεγονότα κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του "Wish You Were Here" συνέβη στις 5 Ιουνίου 1975. Ο Gilmour παντρεύτηκε την πρώτη σύζυγό του (Ginger) και ήταν επίσης η παραμονή της  δεύτερης περιοδείας τους στις Η.Π.Α.. Η μπάντα ήταν στη διαδικασία ολοκλήρωσης της τελικής μίξης του "Shine On You Cray Diamond", όταν ένας υπέρβαρος άνθρωπος με ξυρισμένο κεφάλι και φρύδια, κρατώντας μια πλαστική σακούλα, μπήκε στο δωμάτιο. O Waters, ο οποίος δούλευε στο στούντιο, αρχικά δεν τον αναγνώρισε. Ο Wright ήρθε επίσης σε αμηχανία από την ταυτότητα του επισκέπτη. Υπέθεσε ότι ο άνθρωπος ήταν φίλος του Waters και τον ρώτησε, αλλά σύντομα συνειδητοποίησε ότι ήταν ο Syd Barrett. Ο Gilmour εικάζεται ότι ήταν ένα μέλος του προσωπικού της EMI, και o Nick Mason, επίσης, απέτυχε να τον αναγνωρίσει και φρίκαρε όταν ο Dave του  το είπε. Στο βιβλίο Inside Out, ο Mason αποκάλεσε τη συνομιλία με τον Barrett ως «ασύνδετη και καθόλου  λογική» Ο Storm Thorgerson αργότερα είπε: "Δύο ή τρία άτομα έκλαψαν. Κάθισε γύρω  και μίλησε για λίγο, αλλά δεν ήταν πραγματικά εκεί". Ο Roger Waters φέρεται να λιώνει στα δάκρυα από το θέαμα του πρώην bandmate του, ενώ όταν ρωτήθηκε από τον συνάδελφο - επισκέπτη Andrew King πώς είχε καταφέρει να πάρει τόσο πολύ βάρος, ο Barrett είπε ότι είχε ένα μεγάλο ψυγείο στην κουζίνα του, και ότι έτρωγε πολλές χοιρινές μπριζόλες. Ανέφερε, επίσης, ότι ήταν έτοιμος και στη διάθεση της μπάντας, αλλά ακούγοντας τη μίξη του "Shine On You Crazy Diamond", δεν έδειξε σημάδια κατανόησης ούτε έδωσε σημασία στη σοβαρότητα της κατάστασης. Ήταν καλεσμένος στη δεξίωση του γάμου του Gilmour , αλλά έφυγε χωρίς να πει αντίο. Κανένα από τα μέλη του συγκροτήματος δεν τον είδε από εκείνη την ημέρα μέχρι το θάνατό του το 2006.
  Παρά το γεγονός ότι οι στίχοι είχαν ήδη δημιουργηθεί, η παρουσία του Barrett εκείνη την ημέρα μπορεί να είχε επηρεάσει το τελικό μέρος του τραγουδιού. Ένα μικρό κουπλέ που παίχτηκε από  τον Richard Wright από το "See Emily Play", ακούγεται έντονα προς το τέλος του άλμπουμ. Ο Roger Waters είπε  «Είμαι πολύ λυπημένος για τον Syd. Φυσικά ήταν σημαντικός και η μπάντα δεν θα μπορούσε ποτέ γαμημένα να ξεκινήσει χωρίς αυτόν, επειδή έγραφε όλο το υλικό. Δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί χωρίς αυτόν, αλλά από την άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να συμβεί με αυτόν. Το "Shine On You Crazy Diamond" δεν είναι πραγματικά για τον Syd. Αυτός είναι μόνο ένα σύμβολο, για όλες τις ακραίες ελλείψεις που μερικοί άνθρωποι, πρέπει να απολαύσουν, διότι είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να αντιμετωπίσουν, το πόσο γαμημένα θλιβερό είναι, η σύγχρονη ζωή να αποσυρθεί εντελώς».
 Οι βιολιστές Stéphane Grappelli (της Jazz) και Yehudi Menuhin (Κλασσικό βιολί) έπαιζαν σε άλλο στούντιο στο κτίριο, και κλήθηκαν να γράψουν ένα κομμάτι για το νέο άλμπουμ. Ωστόσο, η μπάντα αποφάσισε αργότερα ότι η συμβολή του  Grappelli δεν χρειαζόταν και μέχρι το 2011, υπήρχε η πεποίθηση ότι το κομμάτι της ηχογράφησής του είχε εξαφανιστεί, τελικά ακούγεται στο άλμπουμ, αλλά πολύ χαμηλά στη μίξη της επανακυκλοφορίας του 2014  Ο Dick Parry και πάλι παίζει σαξόφωνο, στο "Shine On You Crazy Diamond". Το άνοιγμα των ράβδων στο "Wish You Were Here" καταγράφθηκαν από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του Gilmour, με κάποιον να αλλάζει σταθμούς  και η κλασική μουσική που ακούγεται στο φινάλε του, ανήκει στη Τέταρτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι.
  Το άλμπουμ, ερευνά τα θέματα της απουσίας, τη μουσική και πνευματική πτώση του πρώην μέλους του συγκροτήματος Syd Barrett. Εμπνευσμένοι από  υλικό η μπάντα ηχογράφησε το "Wish You Were Here" μετά από πολυάριθμες προσπάθειες, στα Abbey Road Studios, για άλλη μια φορά. Η κεντρική ιδέα του άλμπουμ βασίστηκε σε ένα τραγούδι γραμμένο από το συγκρότημα που ονομάζεται "Shine On You Crazy Diamond". Το "Shine On You Crazy Diamond" ,ήταν ένα αφιέρωμα στον Barrett. Ή ιδέα του να χωρίσει το "Shine On You Crazy Diamond" σε δύο μέρη και να το χρησιμοποιήσουν σαν στήριγμα του άλμπουμ με το πρώτο μέρος να ανοίγει τον δίσκο και το δεύτερο να τον κλείνει ενώ στο ενδιάμεσο θα ντυνόταν από τρεις νέες συνθέσεις,  φτιάχνοντας έτσι  ένα νέο concept, στα χνάρια του The Dark Side Of The Moon, ήταν του επικεφαλή Roger Waters.
  Ο Alan Parsons αρνήθηκε την προσφορά του συγκροτήματος να συνεχίσει να εργάζεται μαζί τους. Οι Pink Floyd είχαν συνεργαστεί με τον μηχανικό ήχου Brian Humphries  στο "More" και ήταν, επομένως, η φυσική επιλογή για να εργαστούν στο νέα υλικό, ενώ δεν γνώριζε το στήσιμο του Abey Roads στούντιο, αντιμετώπισε ορισμένες δυσκολίες. Σε μια περίπτωση, ο Humphries χάλασε κατά λάθος κάποια σημεία υποστήριξης για το "Shine On You Crazy Diamond", ένα κομμάτι που ο Waters και ο Mason είχαν περάσει πολλές ώρες να το τελειοποιήσουν, με ηχώ. Αποτέλεσμα ήταν να εγγραφεί εκ νέου ολόκληρο το κομμάτι .
Χρησιμοποίησαν διάφορα στουντιακά εφέ και συνθεσάιζερ για  τις ανάγκες του δίσκου. Έφεραν κάποιους guest τραγουδιστές για να κάνουν φωνητικά σε κάποια κομμάτια, το οποίο είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό από το προηγούμενο album τους. Ένας από αυτούς, ήταν και ο Roy Harper, ο οποίος κάνει τα πρώτα φωνητικά στο "Have A Cigar". Η ιδέα αυτή προέκυψε όταν ο Waters, τον άκουσε στο στούντιο που έγραφαν να προβάρει κάποια κομμάτια από τον επερχόμενο δίσκο του και σαν μια ευκαιρία να ‘’εξοφλήσει’ το χρέος του λόγω του ότι ο David Gilmour έπαιξε κιθάρα στο κομμάτι του "The Game" (από τον δίσκο του HQ). Αρχικά είχαν αποπειραθεί και αυτός και ο Gilmour να κάνουν τα φωνητικά, αλλά δεν έβγαινα όπως ήθελαν. Πολύ αργότερα, ο Roger Waters, θα δηλώσει πως μετάνιωσε που δεν έκανε τελικά εκείνος τα φωνητικά του τραγουδιού. Επίσης στο "Shine On You Crazy Diamond" κάνουν δεύτερα φωνητικά και οι "The Blackberries".
 
  Ο δίσκος εκτοξεύτηκε με την μία στα ύψη καταφέρνοντας να γίνει αμέσως εμπορική επιτυχία και η δισκογραφική τους εταιρεία EMI δεν ήταν σε θέση να εκδώσει αρκετά αντίγραφα για να ικανοποιήσει τη ζήτηση του. Παρά το γεγονός ότι έλαβε αρχικά διφορούμενες κριτικές, έκτοτε έχει ανακηρυχθεί από τους κριτικούς  όσο και από τη λίστα του Rolling Stone στα "500 Καλύτερα Άλμπουμ Όλων Των Εποχών". Ο Richard Wright και  ο David Gilmour έχουν δηλώσει ότι το ‘’Wish You Were Here’’ είναι το αγαπημένο τους Pink Floyd άλμπουμ.

  Είναι το δεύτερο άλμπουμ των Pink Floyd που χρησιμοποίησαν ένα εννοιολογικό θέμα και γράφτηκε εξ ολοκλήρου από τον Waters και αντανακλά την αίσθηση του ότι η συναδελφικότητα που είχε υπηρετήσει στο παρελθόν την μπάντα ήταν από τότε σε μεγάλο βαθμό απούσα.  Ξεκινάει με ένα μεγάλο instrumental προοίμιο και κάνει ομαλή μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο μέσα από τους στίχους του "Shine On You Crazy Diamond",  το οποίο είναι ένας φόρος τιμής στον πρώην μέλος του συγκροτήματος  Syd Barrett. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στοργικά μέσα από τις γραμμές όπως στα σημεία "Remember when you were young, you shone like the sun" (θυμήσου όταν ήσουν νέος, έλαμπες σαν τον ήλιο" και "You reached for the secret too soon, you cried for the moon" (έφτασες στο μυστικό πάρα πολύ σύντομα, έκλαψες για το φεγγάρι). Το "Shine On You Crazy Diamonds (Pts I-V)", σβήνει σταδιακά για να εναρμονιστεί με το "Welcome To The Machine’’, ένα τραγούδι που ξεκινά με το άνοιγμα μιας πόρτας  και τελειώνει με την επιτομή  σχετικά με την ‘’έλλειψη επαφής και τα πραγματικά συναισθήματα μεταξύ των ανθρώπων’’. Ο Roger Waters, το σημείο με την πόρτα, το περιέγραψε ως σύμβολο μουσικής ανακάλυψης που προοδευτικά, προδόθηκε από  το υπερβολικό ενδιαφέρον της μουσικής βιομηχανίας για την απληστία και την επιτυχία.
  Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το "Have A Cigar", το οποίο περιφρονεί και αυτό τη δισκογραφική βιομηχανία με στίχους που περιέχουν καλά την εμπορική γλώσσα, αδιαφορώντας για ποιος, τι και πως αρκεί να τους φέρνει τα κέρδη.  Μπορείτε να το διαπιστώσετε σε όλο το κομμάτι αλλά η διαφάνεια του μηνύματος, φαίνεται ξεκάθαρα σε σημεία όπως ‘’Have you seen the chart? The band is just fantastic, that is really what I think. Oh by the way, which one's Pink?’’ (Είδες τα τσαρτς; Η μπάντα είναι φανταστική, αυτό πραγματικά πιστεύω. Α μιας και το αναφέραμε ποιοι είναι οι Pink;) ή "It could be made into a monster If we all pull together as a team" (μπορεί να μετατραπεί σε ‘’τέρας’’ αν το δουλέψουμε όλοι σαν ομάδα) ή στα "can hardly count" (δύσκολα μπορεί να μετρήσει)  και "they call it riding the gravy train" (το λένε ιππασία με το τραίνο του εύκολου κέρδους). Ακολουθεί το "Wish You Were Here" που περιέχει τους στίχους που αφορούν όχι μόνο την κατάστασή του Barrett, αλλά και στην διχοτόμηση του χαρακτήρα του Waters, ως ιδεαλιστής, και μια αυταρχική προσωπικότητα. Η δεύτερη και τελευταία πλευρά του άλμπουμ ολοκληρώνεται με τη συνέχεια του δεύτερου μέρους του "Shine On You Crazy Diamond (Pt VI-IX)" και έχει μεγαλύτερες και εκτενέστερες ορχηστρικές αναφορές
  Το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο Thorgerson  και είχε σημειώσει ότι η Roxy Musics Country Life πουλήθηκε σε ένα αδιαφανές πράσινο σελοφάν, κρύβοντας το εξώφυλλο και αντέγραψε την ιδέα, αποκρύπτοντας το εξώφυλλο "Wish You Were Here" σε ένα σκουρόχρωμο σακουλάκι (κάνοντας το εξώφυλλο του άλμπουμ "απουσιάζει ").
  Η ιδέα πίσω από τα ‘’Welcome To The Machine’’ και ‘’Have A Cigar’’ πρότεινε τη χρήση μιας χειραψίας (μια συχνά κενή χειρονομία), και ο George Hardie σχεδίασε ένα αυτοκόλλητο με το λογότυπο του άλμπουμ των δύο μηχανικών χεριών που κάνουν χειραψία, να τοποθετηθεί σε αδιαφανές περίβλημα. Η εικόνα του εξώφυλλου του album είναι εμπνευσμένη από την ιδέα ότι οι άνθρωποι τείνουν να κρύβουν τα αληθινά συναισθήματά τους, για το φόβο του να "καούν" και ως εκ τούτου οι δύο επιχειρηματίες απεικονίζονται να συνάπτουν χειραψία,  με τον έναν να φλέγεται. "Να καείς" ήταν επίσης μία κοινή φράση στη μουσική βιομηχανία, που χρησιμοποιείται συχνά από τους καλλιτέχνες που αρνούνται  την καταβολή των δικαιωμάτων. Χρησιμοποιήθηκαν δύο κασκαντέρ (Ronnie Rondell και Danny Rogers), ο ένας ντυμένος με αντιπυρική στολή που καλύπτεται από ένα επαγγελματικό κοστούμι. Το κεφάλι του προστατευόταν από ένα κάλυμμα, κάτω από μια περούκα. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στα στούντιο της Warner Bros στο Λος Άντζελες. Αρχικά, ο άνεμος φυσούσε προς τη λάθος κατεύθυνση, και οι φλόγες πήγαιναν προς στο πρόσωπο του Rondell ,καίγοντας το μουστάκι του. Οι δύο κασκαντέρ άλλαξαν θέσεις, και η εικόνα αντιστράφηκε.]
  Το οπισθόφυλλο,  απεικονίζει ένα απρόσωπο πωλητή των Floyd , σύμφωνα με τα λόγια του Thorgerson "πουλά την ψυχή του" στην έρημο και φωτογραφήθηκε στην έρημο Yuma της Καλιφόρνια. Η απουσία των καρπών και των αστραγάλων σηματοδοτεί την παρουσία του σαν "άδειο κουστούμι".
Το εσωτερικό, δείχνει ένα πέπλο στο ένα ανεμοδαρμένο άλσος Norfolk, και ο δύτης στη λίμνη Mono της Καλιφόρνιας, ονομάζεται Monosee (και πάλι με έμφαση στο θέμα της έλλειψης. Η απόφαση ότι το κάλυμμα να είναι σε μαύρο πλαστικό δεν ήταν δημοφιλής με την αμερικανική δισκογραφική εταιρεία του συγκροτήματος, Columbia Records, η οποία επέμεινε ότι πρέπει να αλλάξει, είχε αποκλειστεί. Η EMI όμως ανησυχούσε λιγότερο γιατί η μπάντα είχε αναφέρει ότι ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένοι με το τελικό προϊόν, και όταν παρουσίασαν την προ-παραγωγή του, έγινε δεχτή με αυθόρμητο χειροκρότημα
 
  Οι Pink Floyd και ο manager τους Steve O'Rourke ήταν δυσαρεστημένοι με τις προσπάθειες της  Capitol Records στις Η.Π.Α. και το "Wish You Were Here" ήταν το πρώτο άλμπουμ των Pink Floyd με την Columbia Records, θυγατρική της CBS. Παρέμειναν ωστόσο στη θυγατρική της EMI, Harvest Records για την Ευρώπη.  Ως αποτέλεσμα της δισκογραφικής τράμπας, η μπάντα απέκτησε την κυριότητα των ηχογραφήσεών  τους από εκείνο το σημείο και μετά και κάθε άλμπουμ έχει πνευματικά δικαιώματα είτε  με την ετικέτα "Pink Floyd Music Limited" ή (μετά την αποχώρηση του Waters) Pink Floyd (1987) LTD, αντί της αντίστοιχης δισκογραφικής εταιρείας.
  Ο δίσκος έγινε ασημένιος και χρυσός (60.000 και 100.000 πωλήσεις αντίστοιχα) στο Ηνωμένο Βασίλειο την 1η Αυγούστου 1975 και χρυσός στις ΗΠΑ στις 17 Σεπτεμβρίου 1975, έξι φορές πλατινένιος στις 16 Μαΐου 1997, και από το 2004 έχει πουλήσει περίπου 13 εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Το "Have A Cigar" επιλέχθηκε από την Columbia σαν το πρώτο single για την Αμερική, με το "Welcome To The Machine" στην Β πλευρά. Συνολικά έγινε 21 φορές πλατινένιο, 3 φορές χρυσό και 1 διαμαντένιο.
  Φυσικά και αυτό επανακυκλοφόρησε πολλές φορές ενώ βγήκε και σε βινύλιο 180gr, στην ίδια μορφή, όπως ακριβώς είχε κυκλοφορήσει και το 1975.
 
Συνεχίζεται…
Γιώργος Βαλιμίτης

// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs