Damn Yankees: Οι τελευταίοι Rock Action Heroes

19/12/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1821

Η δεκαετία του ’80 κλείνει όχι και τόσο ευγενικά για ορισμένα σιτεμένα αγόρια. Για τον 42χρονο πάλαι ποτέ “Motor City Madman” Ted Nugent, το ναδίρ προέκυψε με τo δίσκο “If Yοu Can’t Lick’ Em, Lick’ Em” του ’88, που κόλλησε στη λάσπη του Νο 112 του Billboard.

 

Για τον διατελέσαντα, ως και δέκα χρόνια πριν, poster-boy, 37χρονο απ’ την Alabama ονόματι Tommy Shaw, το συγκρότημά του, οι Styx, είχαν να μπουν στο τοπ-10 από το “Mr. Roboto” του ’83, ενώ η προσωπική του καρριέρα, πέρα από ένα single - διάττοντα (“Girls With Guns”, US#33 17/11/84) περνάει από την κάτω μεριά τον πήχυ του Hot-200.
Αντίστοιχα, ο 36χρονος Καλιφορνέζος Jack Blades, που, πίσω από το μικρόφωνο των Night Ranger έφτασε μεταξύ ’83 και ’86 ψηλά, βλεπει τους τελευταίους μήνες του ‘88 το άλμπουμ τους “Man In Motion” να κολλά στο αποκαρδιωτικό Νο 81 και τη μπάντα να διαλύεται και επίσημα.  
Κανείς τους δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το 1990 οι τρεις τους όχι μόνο θα συμμετείχαν στο ίδιο συγκρότημα, αλλά ότι θα κυκλοφορούσαν κι ένα άλμπουμ που θα γινόταν δύο φορές πλατινένιο.
Κανείς, εκτός ίσως από τον John Kalodner. Toν μουσάτο διοπτροφόρο με την εκνευριστικά ένρινη φωνή και το αδιανόητο ταλέντο να μεταμορφώνει την καρριέρα όσων καλλιτεχνών, από το 1974 και μετά συμβούλευσε και κατηύθυνε, από το περίφημο υπερ-πόστο του ανιχνευτή ταλέντων και μετέπιτα επικεφαλής στο τμήμα Arts & Repertoire αρχικά της Atlantic και από το 1980 και μετά της Geffen Records.  
Ο Kalodner, που χωρίς να είναι μουσικός, ηχολήπτης, παραγωγός ή μάνατζερ, έχει κερδίσει με την αξία του το credit “John Kalodner: John Kalodner” σε δίσκους ορόσημα για τη ροκ μουσική βιομηχανία.
Όταν με τις ντιρεκτίβες του έκανε παγκόσμια hit τα lp ονομάτων όπως Foreigner, Asia, Sammy Hagar, Whitesnake και Aerosmith και τα soundtrack των ταινιών Footloose και Top Gun, παρακολουθούσε την πτωτική πορεία των τριών American Heroes. Ήταν η δουλειά του. Είχε λοιπόν μια τρελλή ιδέα, την οποία κανείς τους δεν είχε ποτέ φανταστεί. Να τους βάλει να δουλέψουν μαζί. Kάνει την αρχή με ένα τηλεφώνημα στον Bud Prager, μάνατζερ του Tommy Shaw.  
«Ακούγεται τρελλό, αλλά άσε με να ρωτήσω τον Tommy».  
Ακολουθεί ένα δεύτερο στον Doug Banker, μάνατζερ του Ted Nugent. Παρ’ ότι εκείνος στην αρχή ισχυρίζεται ότι ο πελάτης του βρήκε την ιδέα «ανόητη», μέσα Φεβρουαρίου του ’89 ο Nugent χτυπάει το κουδούνι μιας διπλοκατοικίας με κόκκινα τούβλα στην Upper West Side της Νέας Υόρκης.



Ο ιδιοκτήτης της, Tommy Shaw, τον υποδέχεται ευγενικά μεν, εξαιτίας όμως της φήμης του επισκέπτη ως ενός  απολυταρχικού μαλάκα που δε δεν μπορεί να συνεργαστεί ούτε με τα σωθικά του, διστακτικά.
Το πράγμα όμως λειτουργεί εντελώς απρόσμενα με το που κάθονται με δύο ακουστικές κιθάρες στο σαλόνι.  
«Ήμουν από του ελάχιστους που αδιαφορούσα επιδεικτικά σ’ όσους έλεγαν ότι ο Tommy Shaw ήταν αυτός ο γλυκούλης ξανθόψυρρας αγγελάκος που παίζει  χαριτωμένη μουσική με τους Styx.
Γιατί ήξερα ανέκαθεν ότι είναι ένας γιγαντόσωμος μαύρακας απ’ το
Montgomery της Alabama, αναθρεμμένος με τα ίδια blues των James Brown, Wilson Pickett, Sam & Dave και της Motown πού’χα μεγαλώσει και γω.
Θεέ μου, δε χρειάστηκε καν λεπτά, χρειάστηκε δευτερόλεπτα. Πιάσαμε τις κιθάρες κι αρχίσαμε να κατεβάζουμε αυτά τα βαθιά, ψυχωμενα γρυλίσματα, τα
soul σχήματα, κάτι σαν honky tonk που τρακάρει με μπασταρδεμένο boogie woogie. Κι έτσι γράψαμε το Come Again”».  
«Το ωραίο είναι ότι σ΄αυτό το πρώτο κομμάτι που γράψαμε, εγώ έβαλα τ΄ακκόρντα και ο Ted τα λόγια. Ήταν η περίοδος που είχε πρωτογνωρίσει τη γυναίκα του, τη Shemane και προσπαθούσε προφανώς να την εντυπωσιάσει. Είχε έρθει με τα μαλλιά φουσκωμένα με πέτσινα παντελόνια, μπότες, sharp dressed man, κανονικός».  
Παρά το αναπάντεχο δέσιμο, ο John Kalodner ξέρει ότι έχει κάνει μόνο τη μισή δουλειά. Ούτε μια βδομάδα αφ’ ότου οι Night Ranger στις 19 Φεβρουαρίου του ’89 ολοκλήρωσαν την περιοδεία για το “Man In Motion” με τη χλιαρή εμφάνιση στο Grady Cole Center στο Charlotte της Βόρειας Καρολίνα, τηλεφωνεί στον Jack Blades.  
«Θέλω να πάς στη Νέα Υόρκη να δοκιμάσεις να παίξεις μαζί τους. Ετοιμάζουν κάτι κομμάτια, αλλά λείπει κάτι ακόμη και πιστεύω ότι εσύ θα είσαι ο καταλύτης».  
Του στέλνει ένα αεροπορικό εισιτήριο και ο Blades, που, παρ’ ότι οι Night Ranger τα τίναξαν, νιώθει ότι έχει ακόμη πολλή μουσική μέσα του, δε θέλει και πολύ.
Σάββατο πρωί 25 Μαρτίου του ’89 φθανει στο σπίτι του Tommy Shaw να τον συναντήσει, μόνος, χωρίς τον Nugent. Mετά τις πρώτες συστάσεις, κατεβαίνει στο υπόγειο να ξεφορτώσει τα άπλυτά του. Ασυναίσθητα, μουρμουράει κάποια σκόρπια λόγια πάνω σ’ έναν σκοπό.
“I don't want to hear about it anymore, it's a shame I've got to live without you anymore”. Ο Shaw τον πιάνει. «Τί ν’ αυτό;». «Τίποτα, κάτι που μού’χει κολλήσει, όχι τίποτα ιδαίτερο». «Ακούγεται θαύμα.  Για ανέβα πάνω». 
Ο Shaw κάθεται στο πιάνο και ο Blades την κιθάρα. Η μελωδία και τα λόγια τους έρχονται εντελώς άκοπα. Μέσα σε λιγώτερο από μισή ώρα, έχουν έτοιμο ένα κομμάτι που το ονομάζουν “High Enough”.  
«Με που ήρθε ο Jack, πήγαμε από το “πολύ καλό”, στο “Ω ! ΚΑΙ ΓΑΜΏ!”».  
Ο Shaw τηλεφωνεί στον 27χρονο Michael Cartellone από το Ohio, μέλος της μπάντας που είχε προσλάβει για τις τελευταίες του περιοδείες. Τον καλεί να έρθει να τζαμάρει με κάποια «γνωστά πρόσωπα, μάλλον θα τα ξέρεις. Τed Nugent και Jack Blades των Night Ranger».  
Ενθουσιασμένος ο Cartellone οδηγεί προς το το σπίτι του Shaw και σκέφτεται «Είναι γαμάτο, αλλά δεν πρόκειται να λειτουργήσει ποτέ. Nugent και Tommy έχουν εντελώς αντίθετα στυλ».
Όμως, αρχίζοντας να παίζει μαζί τους, βλέπει κι αυτός ότι οι δυό τους μοιράζονται τις ίδιες rhythm & blues επιρροές και σ΄αυτές εστιάζουν. Από την άλλη, ο Jack Blades ισορροπεί ανάμεσα στη μελωδία της φωνής του Shaw και στη hard rock πλευρά του Nugent.
Μια ισορροπία που μπολιάζεται από τον ενθουσιασμό του νεαρού ντράμμερ, που έχει στο νου του κι αυτός όλα όσα έχει ακούσει για τον αδιάλλακτο, θρασύ και προσβλητικό κιθαρίστα. Αν περάσει στο διαγώνισμα του Nugent, θα βρεθεί μέσα σ’ αυτό το φοβερό hardrockσχήμα.  
Στον ήχο της μπάντας που γεννιέται, οι φωνές των Shaw και Blades είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, κομπλιμεντάρει τον άλλο, ποιός κάνει δεύτερα και ποιός πρώτα, δεν έχει καμιά σημασία.
Μια Beatleική αύρα συναντά την αγριάδα της κιθάρας του Nugent, που όλως περιέργως, φαίνεται να έχει παρκάρει το υπερμεγέθες εγώ του έξω απ’ την πόρτα του homestudio.
To γεγονός ότι οι Shawκαι Blades έχουν κάνει καρριέρα σε μπάντες στις οποίες δεν ήταν οι ίδιοι αποκλειστικά πρώτες φωνές –στους Styx κυρίαρχος ήταν ο τρομερός Dennis DeYoung, στους Night Ranger, στα μισά τραγούδια ο ντράμμερ Kelly Keagy- οπωσδήποτε βοηθάει.
Με τον Nugent βέβαια, που κι αυτός, πολύ παλιά, στην εποχή των Amboy Dukes διετέλεσε κάτι σαν ομαδικός παίκτης, κάθε παρότρυνση και σύσταση είναι χρήσιμη. Θα την δώσει ο John Kalodner που μόλις βλέπει ότι η «τρελλή του ιδέα» υλοποιείται μέρα τη μέρα, σπεύδει να παρευρθεί στις πρώτες πρόβες που κανονίζονται αμέσως μετά από κείνο το Σαββατοκύριακο.  



«Ο Ted ξέρει ότι ανέκαθεν ήμουν μεγάλος φαν του και ότι από αυτή τη θέση τον συμβουλεύω. Σε κείνες τις αρχικές πρόβες τον πήρα ιδιαιτέρως και, για να προλάβω το πράμα, του είπα να συγκρατηθεί. Άμα αρχίζεις και μαλακίζεσαι και να μη σταματάς πάνω στα κομμάτια που φτιάχνετε, το πράγμα θα αποτύχει. Φάνηκε να προβληματίζεται».  
«Ξέρω, ξέρω, ξέρω. Όλοι λένε ότι αποκλείεται να μπορεί ο Ted Nugent να παίξει σε μια πραγματική μπάντα, τέτοιο ψυχαναγκαστικό, καταπιεστικό αρχίδι που είναι. Ε, λοιπόν, έχει την πλάκα του να είσαι ένα καταπιεστικό αρχίδι, αλλά όχι και συνέχεια. Μόνον όταν πρέπει. Έχω μάθει να αυτοσχεδιάζω, να προσαρμόζομαι και να προσπερνώ τα εμπόδια».  
Το ομαδικό πνεύμα πρέπει, ως εκ θαύματος, να επισκέφθηκε και να κατέλαβε τον ασυμμάζευτο Nugent, ο οποίος φαίνεται να βάζει τον ακατάσχετο, ενοχλητικό του ευατό στην υπηρεσία ενός ευρύτερου σκοπού. Με το δέσιμο να έχει φτιάξει τη διάθεση και την αυτοπεποίθηση όλων των μπλεκομένων, σ’ ένα διάλειμμα από τις πρόβες, κάποιος αναρωτιέται πώς είναι καλύτερο να ονομάσουν την προσπαθειά τους. Χωρίς να το σκεφτεί, ο Nugent πετάει:  'Well, we’re a bunch of damn Yankees, let’s call it that!'"  
 «Ο ενθουσιασμός μας συνεπήρε. Εκείνο το Σαββατοκύριακο γράψαμε το μισό δίσκο, επί τόπου. Ο μικρός με εντυπωσίασε με τη μία. Βαράει δυνατά, είναι αυτού του στυλ. Με το που ξεκίνησε να παίζει, βρέθηκε στην κορυφή του ρυθμού, ήταν από πάνω μας. Κάτι που μ’ έφτιαξε πρέπει να πω».  
Blades και Shaw το σκέφτονται αρκετά πριν παρουσιάσουν το “High Enough” στον Nugent.
«Θα στραβώσει τη μούρη και θα μας πει να πα’ να γαμηθούμε. Πολύ σοφτ γι’ αυτόν». Kαι οι δύο πιστεύουν ότι ακόμη κι αν υποχωρήσει, θα παίξει με τέτοιο τρόπο, που το κομμάτι θα ξωκείλει. Αποφασίζουν να τον πλησιάσουν, «με τρόπο».
Ο Nugent σκέκεται ακουμπώντας στη μικρή κονσόλα του στούντιο και μασάει μια οδοντογλυφίδα, καθώς οι δύο μπροστά του, κάθονται στα ψηλά σκαμπώ και ξεκινούν να του το παίζουν με τις ακουστικές κιθάρες. Τον κοιτάζουν σχεδόν με αγωνία. Εκείνος ανέκφραστος. Κοιτάζονται μεταξύ τους στο ρεφραίν και συνεχίζουν.  
Ο Tommy Shaw θυμάται τη στιγμή. Από μέσα του σκεφτόταν: «Τη γαμήσαμε. Το μισεί. Θα βγάλει κανένα δίκαννο και θα μας σκοτώσει και τους δύο. Θα γράφουν οι εφημερίδες: ο Tommy Shaw και δύο ακόμη νεκροί μέσα σε μουσική πρόβα από σφαίρες του Ted Nugent. Ο τρελλός, τελικά δεν κρατήθηκε».  
Με το που τελειώνουν, ο Nugent ρίχνεται σε μια πολυθρόνα σκεπτικός.  
«Χμμμμμ. Λοιπόν ξέρετε τί χρειάζεται αυτό το τραγούδι;»  
Ο Blades θυμάται να σκέφτεται: «Εντάξει, τώρα θα το πει. Χρειάζεται να το ξεκοιλιάσεις και να το πετάξεις σε χαντάκι, θα πει κάτι τέτοιο».  
«Τί χρειάζεται, Ted  
«Αυτό!». Αρπάζει μια Paul Reed Smith βαμμένη σε ρίγες Ζέμπρας, που περιμένει όρθια στη βάση της, της κουμπώνει το βύσμα και πιάνει να κελαηδάει τη μελωδία. Σε δευτερόλεπτα πιλατεύει την εξάχορδη θεά και φτάνει σ’ ένα σόλο γεμάτο wah wah ουρλιαχτά, ανοίγοντας το στόμα, γουρλώνοντας τα μάτια, όπως μόνον ο συγκεκριμένος μανιακός ξέρει.
Blades και Shaw περνούν από την αγωνία στην ανακούφιση και κατευθεία στον ενθουσιασμό. Η τρέλλα του συμπαίκτη τους μπορεί πράγματι να απογειώσει το κομμάτι.  
«Άκουσα κάποιον να λέει, μέσα απ΄τα δόντια, “το κομμάτι βέβαια δε μοιάζει σα μπάντας πού’χει μέσα τον Ted Nugent”. Fuck you ! Εγώ είμαι ευγενική ψυχή. Shut the fuck up, let’s play that killer song !»  
Στις 4 Μαίου 1989 ο Kalodner οργανώνει την πρώτη ζωντανή εμφάνιση της σύνθεσης που έχει προκύψει από την «τρελλή του ιδέα». Με σχεδόν καθόλου προμοτάρισμα κλείνει το China Club στη Νέα Υόρκη. Το ανυποψίαστο κοινό βλέπει ν’ ανεβαίνουν στο πάλκο τρεις σούπερ ήρωες και δεν πιστεύει στα μάτια του. Παίζουν όσα κομμάτια έχουν ετοιμάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή. “Bad Reputation”, “Come Again”, “Mystified”, το “Don’t Tell Me You Love Me” από Night Ranger, το “Renegade” των Styx και τελειώνουν το σετ με μια τρομερή εκτέλεση του “Cat Scratch Fever” με τον Ted Nugent να λυσσομανάει.
Το κοινό δεν έχει καταλάβει τί ξεχύθηκε καταπάνω του και το χτύπησε. Αυτό δεν είναι σούπεργκρουπ, είναι το κονγκλάβιο των Αρχηγών του πιο καυλωμένου αμερικάνικου ροκ-εν-ρολ των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων.
Ο Kalodner περιφέρεται στην πλατεία του club με τα μούσια του να γελάνε κι αυτά. Του αρέσει να επιβεβαιώνεται πόσο δίκιο είχε.  
Την επόμενη ο Nugent παίρνει τον Kalodner κι αρχίζει να γκρινιάζει. «Δε μ΄αρέσει αυτό με τον Jack. Όλο κινείται πάνω στη σκηνή, πάει από δω, πάει από κει. Δεν ξέρω, έχω αμφιβολίες».
Δε μ’ αρέσει εκείνο, δε μ’ αρέσει τ’ άλλο. Τυπικός Nugent.
Ο Kalodner κυκλοφορεί την είδηση προσεκτικά, όσο και στοχευμένα. Στην αμέσως επόμενη πρόβα, ο Blades θα πλησιάσει τον 20 πόντους ψηλώτερό του Nugent και, ενώπιον όλων θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
«Τed, την επόμενη φορά που θα θελήσεις να πεις κάτι για μένα, να έρθεις να το πεις σ ε εμένα. Αυτό να το ξεκαθαρίσουμε μια για πάντα».
Η κίνηση αποδεικνύεται κρίσιμη. Ο Nugent συνειδητοποιεί δύο πράγματα. Πρώτον, δεν έχει να κανει μ’ έναν ακόμη από τους τυπικούς yes men, ούτε μ’ ένα ακόμη συνηθισμένο φρούτο από το δέντρο των διπρόσωπων μουσικών, που από μπροστά κάνουν ότι δεν τρέχει τίποτε, κρατώντας την κακεντρέχεια κρυμμένη για την κατάλληλη στιγμή.




Δεύτερον, ότι στην μπάντα αυτή, που είναι και η τελευταία του ευκαιρία για μια αξιοπρεπή mainstream επιτυχία, δ ε ν είναι το επίκεντρο ίδιος.
Αυτή θα είναι και η τελευταία φορά που θα ειπωθεί κάτι πίσω από την πλάτη οποιουδήποτε από τους τέσσερις.  
Με το “High Enough” στο τσεπάκι τους, σύμφωνα με τον John Kalodner που γνωρίζει επακριβώς τον τρόπο που σκέφτονται οι εμπορικόστροφες κεφαλές των δισκογραφικών, ο λόγος ύπαρξης των Damn Yankees έχει εκπληρωθεί.  
«Είπα από την αρχή στον Tommy και τον Jackότι όλο κι όλο αυτό που χρειαζόταν ήταν να γράψουν δύο εμπορικά κομμάτια που θα φώναζαν ότι θα μπορούσαν να γίνουν hits. Πίστευα ότι θα τους ήταν εύκολο να το καταφέρουν. Αυτός, εξάλλου ήταν τότε ο κανόνας. Τέσσερα, το πολύ πέντε, κομμάτια με εμπορική προοπτική. Τα υπόλοιπα, ό,τι να’ναι. Μαλακίες που το κάθε συγκρότημα θέλει να θεωρεί «δικό του υλικό».  

Πεπεισμένος για το σίγουρο στοίχημα που θα προσφέρει στη Geffen Records, o Kalodner, που είχε την ιδέα, έφερε τα μέλη της μπάντας κοντά και χρηματοδότησε τις πρώτες τους προβες, δίνει τα demos στον Ed Rosenblatt, πρόεδρο της Geffen, αυτόν που διευθύνει τη δισκογραφική, αντί του ιδιοκτήτη David Geffen. Περιμένει να πέσουν αμέσως οι υπογραφές στο δισκογραφικό συμβόλαιο, ώστε να προλάβει να τους κλείσει χρόνο στο στούντιο. Όμως, είναι αυτός που θα πέσει. Από τα σύννεφα.  
«Το τμήμα προώθησης πιστεύει ότι θα κάνουν επιτυχία, όμως δε χρειαζόμαστε άλλη μια corporate rock μπάντα. Δε σου δίνω πράσινο φως για συμβόλαιο».  
Απόρριψη. Ο Kalodner παραλαμβάνει τα demo και την ίδια μέρα, μαζί με τον Jack Blades και τον Gary Bird, αδελφό του μάνατζέρ του, Bruce, επισκέπτεται τον Michael Ostin, διευθυντή της ανταγωνίστριας δισκογραφικής, WEA.
Μπαίνουν στο γραφείο και ο Ostin, που ξέρει ότι για να φτάσει σ΄αυτόν ο Kalodner, κάτι δεν έχει πάει καλά με τη Geffen – από την οποία δεν έχει κανένα πρόβλημα να φάει μερικά εκατομμύρια δολλάρια- βάζει ενώπιον όλων ν’ ακούσει το demo στο κασσετόφωνο. Πρώτο κομμάτι, το “Coming Of Age”. Μπαίνει το δεύτερο, “High Enough”. Mε το που περνά το ρεφραίν, πατάει το στοπ.  
«Έγινε. Αύριο πες στους δικηγόρους σας να μας καλέσουν».
Ο Blades, μην έχοντας καν αντιληφθεί τί έχει συβεί, συνεχίζει την κουβέντα, προσπαθώντας να ψήσει τον Ostin.
«Ξέρεις, έχουμε και τον Ted Nugent μαζί μας, γράψαμε καλό υλικό». Ο Gary Bird τον τραβάει έξω απ’ το δωμάτιο. «Σκάσε, μην το χαλάσεις. Δεν κατάλαβες; Τελείωσε το πράμα, μην πεις λέξη!».  






Παραγωγός ορίζεται ένας πανέμπειρος επιστήμονας της κονσόλας. Ο Ron Nevison, από τότε που δούλεψε ηχολήπτης στο Quadrophenia των The Who, στο μνημειώδες “Physical Graffiti” των Zeppelin και το κλασσικό πρώτο lp των Bad Company, έχει γράψει, ως αυτόνομος παραγωγός πλέον, σημαντικό μέρος της δισκογραφημενης ιστορίας του hard rock, σχεδόν απαρέγκλιτα με lp που έχουν σημειώσει τεράστια mainstream επιτυχία, το καθένα στην εποχή του:
U.F.O. (“Lights Out”, “Obsession”), Jefferson Starship, Michael Schenker Group, Survivor (“Vital Signs”, “WhenSeconds Count”) Heart (το ομώνυμο και το “Bad Animals”), Ozzy Osbourne (“The Ultimate Sin”), Kiss (“Crazy Nights”),  Europe (“Out Of This World”), Chicago (“18”).  
O Kalodner έχει βάλει το χεράκι του συστήνοντας στον Ostin εμφατικά το όνομα Nevison. Με φήμη πειθαρχικού και λεπτολόγου, είναι αυτός που θα μπορέσει να βάλει όρια στους τρεις σταρ και να φτιάξει ένα προϊόν που θα συνείσει την άχαστη σειρά επιτυχιών που συγκροτούν το παλμαρέ του.  
Ο Nevison με το που δέχεται την προσφορά, συμφωνεί μέσα σε δευτερόλεπτα, ιδίως αφού ακούει το “High Enough”.
Κανονίζει να συναντηθεί με την μπάντα για το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, την προπαραγωγή στο home studio του Jack Blades, στη Sonoma County της Βόρεια Καλιφόρνια.
Εκεί, τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 17ης Οκτωβρίου, κι ενώ μπάντα και παραγωγός περιμένουν να δουν τον τελικό του πρωταθλήματος baseball, τραντάζονται συθέμελα από μια αρκετά εκφοβιστική ακολουθία σεισμικών δονήσεων.  
Σώοι και αβλαβείς, ακολουθούν μια σύσταση του Nevison.
Μία βδομάδα πριν να μπουν στο κανονικό στούντιο, στα A&M Studios του Hollywood, να μπουν σ’ ένα μικρό στούντιο κοντά στο σπίτι του Jack, τα Prairie Sun Studios.
Εκεί γράφουν ολόκληρο το δίσκο, από την αρχή ως το τέλος, σε μια ταπεινή 24κάναλη κονσόλα, κάτι σαν πρόβα τζενεράλε, χωρίς την πίεση του χρόνου και τις απαιτήσεις της κανονικής ηχογράφησης. Οι τρεις Yankees δίνουν βάρος στο νεύρο και τον αυθορμητισμό κι αφήνουν κατά μέρος τη λεπτομέρεια, ενώ ο Nevison πετυχαίνει αυτό που θέλει:
να αποσπάσει πρώτα επαρκείς και σωστές εκτελέσεις κι ύστερα να πάρει εξ ολοκλήρου πάνω του, μαζί με τους μηχανικούς του, το λάξεμα του ήχου, το ραφινάρισμα και την τελική μίξη. Αυτό και συμβαίνει.
Μια βδομάδα αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου του ‘89 οι Damn Yankees μπαίνουν στο στούντιο A&M και με οδηγό τις πρόχειρες ηχογραφήσεις, σε μια βδομάδα ολοκληρώνουν το άλμπουμ, γλυτώνοντας μάλιστα στην εταιρία μια βδομάδα ήδη κλεισμένου, πανάκριβου στουντιακού χρόνου.  
Όταν ο παραγωγός έχει προσωπικότητα και ξέρει τη δουλειά του, δεν ανέχεται πριμαντονισμούς. Δίνει αυστηρές συστάσεις στον Shaw για τη φωνή, βάζει τον Blades να παρακολουθεί τα ανεβοκατεβάσματα του Shaw και να τα γεμίζει με τη δική του, που είναι πιο μέσης συχνότητας, ξανά και ξανά.
Στο “Runaway”, για παράδειγμα, η ενορχήστρωση των φωνητικών θα έκανε τον Mutt Lange να ισχυριστεί ότι κάποιο κάθαρμα του έκλεψε out-takesαπό το Hysteria των Def Leppard.
Υπό τη μπαγκέτα του Nevison, ακόμη και ο ατίθασος Nugent πειθαρχεί. Την πρώτη κιόλας μέρα, ο Nevison πατάει την ενδοσυνεννόηση και τον ενημερώνει κοιτώντας τον από το κρύσταλλο του control room:
«Λυπάμαι Ted, αλλά θα πρέπει να χαμηλώσεις αρκετά».  
«Μα, δεν έχω ακόμη παίξει ούτε νότα !».  

«Το ξέρω, γι’ αυτό σε προειδοποιώ. Χαμήλωσε την κιθάρα. Αμέσως».  
Ο Nugent προτιμά να παίζει τα σόλο με τη μία. Δεν έχει ιδέα σε ποιό κλειδί είναι κάθε κομμάτι, λειτουργεί με το αυτί, ακόμη κι αν –είναι γνωστό- έχει μερική κώφωση από το ένα. Με την γνώριμα αυθάδη, προκλητική αποφασιστικότητά του να ξεχειλίζει, είναι ένας ανταγωνιστικός παίκτης σε όλα τα επίπεδα. Ξεκινά να σολάρει και μέσα σε είκοσι λεπτά έχει δώσει τρία διαφορετικά σόλο για κάθε κομμάτι.  
«Σε κάτι τόσο ενστικτώδες και παρορμητικό όπως η μουσική, πολύ πιθανόν να σκοτώσεις κάθε αίσθηση και πνεύμα, αν αρχίσεις να σκέφτεσαι και να υπολογίζεις σε ποια κατεύθυνση θα μπορούσες να το πάς».  
Ένα από τα πλέον εκτυφλωτικά σόλο σ’ ολόκληρη –χωρίς υπερβολή- τη δισκογραφία του είναι μαεστρικά φυτεμένο από τον Nevison στη μέση του “Come Again”. Μέσα σε 43 δευτερόλεπτα, o ανοικονόμητος Nugent δείχνει σε κάθε Βίττο Μπράττα με τα μισά του χρόνια ποιός πάτησε πρώτος το πόδι του στη σελήνη και κάρφωσε την κιθάρα σα λάβαρο πάνω της.  
 

Η ρυθμική δουλειά του Nugent επίσης δεν περνάει απαρατήρητη. Το “Bad Reputation” ένα από τα αναγνωρίσιμα λάγνα του ριφ, με φωνητικά των Shaw και Blades βγαλμένα απ’ την παράδοση των Night Ranger, breakdown στη μέση και wah-wahόργιο μέχρι το τέλος. Tocountry blues “Mystified” διατρέχεται από το αμίμητο fingerpickin’ του Nugent με τον Τommy Shaw να ξεδιπλώνει τη sou lφωνή που τον κέντρισε στην πρώτη εκείνη συνάντηση.
Στο δε Piledriver, το δέκατο και τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ, έναν σάτυρο, αντιφεμινιστικό εφιάλτη, παίρνει τα φωνητικά, ανεβαίνει στη θέση του οδηγού της αμαξοστοιχίας και μ’ ένα από τα πλέον δαιμονιώδη ριφ του από την εποχή του “Motor City Madhouse” σκυλιάζει, αναπτύσσει ταχύτητα κι οδηγεί το τραίνο έξω απ’ τις ράγες, πάνω από δυό – τρεις κατεστραμμένες γέφυρες, κόβει δρόμο μέσα από χωράφια και συντρίβεται σ’ έναν τοίχο μεγαλοπρεπώς.  
Κι όμως, είναι ξεκάθαρο ότι ο δίσκος δεν είναι δικός του.
Κομμάτια όπως τα “Rock City” και “Tell Me How You Want Ιt” έχουν δομή, μελωδία και πυγμή στο ρεφραίν, στοιχεία για τα οποία εννιά στις δέκα hardrockμπάντες της εποχής θα έκαναν χωρίς δεύτερη σκέψη συμφωνία με το διάολο για ν’ αποκτήσουν. Tα πλήκτρα του session μαέστρου Alan Pasqua δίνουν μια ψευδοσυμφωνική ενίσχυση εκεί που απαιτείται και βάθος όπου χρειάζεται, ενώ πολύ κρίσιμος είναι και ο Cartellone, που, από άγνωστος, μπαίνει στο χάρτη για καλά, συνδυάζοντας τη δύναμη του Cozy Powell και αρκετή από την ευλυγισία του Alex Van Halen.  
Αυτό που συμβαίνει με το δίσκο είναι ότι με βεβαιότητα αποτελεί την καλύτερη συλλογή από μελωδίες πάνω στις οποίες ακούγεται η κιθάρα του Nugent και ταυτόχρονα αυτός με την πιο αιχμηρή κιθάρα στον οποίο έχουν αθροιστικά τραγουδήσει ποτέ οι Jack Blades και Tommy Shaw.
O Ron Nevison έχει ολοκληρώσει άλλη μια απαστράπτουσα παραγωγή με γεμάτο, τρισδιάστατο ήχο, που δε χάνει την ορμή και τη φυσικότητά του ούτε δευτερόλεπτο.  
Oδίσκος τελικά θα κυκλοφορήσει στις 13 Μαρτίου 1990.
Δύο μήνες αργότερα, το “Coming Of Age” θα γίνει το πρώτο single, χωρίς όμως ιδιαίτερη επίδοση στα τσαρτ (US#60, 19/5/90).
Μέσα στο Μάϊο ο δίσκος θα αποσπάσει για πρώτη φορά την προσοχή του αγοραστικού κοινού (US#30, 26/5/90).
Στις 17 Ιουλίου ξεκινά από το Burlington του Vermont η πρώτη τους περιοδεία με support τους (ανανεωμένους) Bad Cοmpany, με τον Brian Howe στα φωνητικά.  
Είκοσι εμφανίσεις αργότερα, το δεύτερο single “High Enough” κυκλοφορεί στις 19 Αυγούστου.  
«Οι στίχοι είναι για το πώς νιώθεις όταν αγαπάς κάποιον τόσο πολύ, που δε θέλεις να τον φοβίσεις και να τον διώξεις. Και σκέφτεσαι, “να κάνω το επόμενο βήμα;”. Που όταν της πεις σ’ αγαπώ, εκείνη ταράζεται, παθαίνει, κάνει να φύγει.  Κι εσύ θες να πεις, έϊ, περίμενε, έλα πίσω ! Κι όπως λέει ο στίχος στη γέφυρα “The next thing I remember I was running back for more”. Τρομάζεις στην αρχή όταν ερωτεύεσαι, όλοι το παθαίνουν αυτό, κάτι που τελικά είναι λάθος. Και τότε λες, για κάτσε, αυτό που συμβαίνει είναι υπέροχο, ξεχνάμε το παρελθόν. Can you fly me over yesterday? Can you take me high enough to fly me over yesterday?"».  
Με ολοένα κι αυξανόμενο rotationστο MTV, ο Δεκέμβριος βρίσκει το “High Enough” μέσα στο top-10 του Billboard. Στο γύρισμα της χρονιάς θα κορυφώσει την πορεία του. φτάνοντας για δύο συνεχόμενες εβδομάδες δύο θέσεις κάτω από την κορυφή του Hot-100 (US#3, 12 & 19/1/91).
Ο έρωτας ενός αλα Badlands παράνομου ζευγαριού που περιπλανιέται και ζει από διαρρήξεις, το φέρνει αντιμέτωπο με το νόμο - κάπου στο νότο όπου το παράνομο δίδυμο θεωρείται “just that damn Yankees”. Το ανθρωποκυνηγητό τους στριμώχνει περικυκλωμένους σε αγροικία, με τους σερίφηδες ν’ αδειάζουν πιστόλια και καραμπίνες στους τοίχους και τα τζάμια του κάνοντάς το κόσκινο για να τους ξετρυπώσουν να παραδοθούν. Καθώς οι σφαίρες σφυρίζουν, ο Ted Nugent κλωτσάει την κεντρική είσοδο από μέσα, στέκει στο κατώφλι με την «ζέμπρα» PRS, ασσορτί πανοφόρι –κάπα συν γυαλιά–καθρέφτες- και ρίχνει το σόλο. 


Μια από τις χρονικά τελευταίες τελευταίες τεράστιες power balladsμ’ ένα βίντεο κλιπ σκηνοθετημένο από τον Larry Jordan (έχει υπογράψει το Mony Monyτου BillyIdol) γυρισμένο σε έδαφος πράγματι όχι και τόσο φιλικό για Damn Yankees, το River Ridgeτης Λουιζιάνα.
Στις 9 Φερουαρίου 1991, 46 ολόκληρες βδομάδες από την κυκλοφορία του, το “Damn Yankees” θα φτάσει στο Νο 13 του Hοt-100, ένα κλασσικό slowburner.
Λίγο αργότερα, το “Come Again” θα γίνει το τρίτο single, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία (US#50, 1/6/91), τη
ν οποία όμως είναι φανερό ότι οι Damn Yankees δε χρειάζονται. Το άλμπουμ έχει γίνει διπλά πλατινένιο κι εκείνοι βρίσκονται στο στοιχείο τους.
Είναι μια all star ομάδα ψημένων ρόκερ σε περιοδεία, σε χώματα που έχουν κατακτήσει ο καθένας τους πολλές φορές.  
Θα δώσουν 38 συναυλίες μέσα στο 1991, συν κάποιες για τις πρώτες σειρές από αμερικάνικα στρατά που επιστρέφουν στον Πόλεμο του Κόλπου.
Στις 20 Απριλίου, στη Ναυτική βάση του Norfolkη μπάντα θα εμφανιστεί ως headliner σε μια τέτοια συναυλία καλωσορίσματος, σε μια από τις χαρακτηριστικές στιγμές της οποίας, ο –ποιός άλλος;- Ted Nugent πάνω στη σκηνή σημαδεύει και ρίχνει με το τόξο που κουβαλάει στ’ αμελέτητα ενός ομοιώματος με τη μορφή του Σαντάμ Χουσείν.  
«Καταραμένοι Γιάνκηδες, δε θα ζήσετε για πάντα. Δε θα μείνετε ανίκητοι για πάντα. Σε λίγους μήνες έρχομαι εγώ και μαζί μου θα ενσκήψει στην ευδαιμονία σας η εκδίκηση της ταξιαρχίας των ξεκούρδιστων λούζερ» είπε χαιρέκακα το διαολάκι που καθόταν στον αριστερό ώμο του πρίγκηπα των λούζερ απ’ το Σηάτλ.  


Παναγιώτης Παπαϊωάννου