Peter Gabriel: Παιχνίδια Δίχως Σύνορα

05/01/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1473

Πρώτο Σάββατο του 1991. Η τέταρτη γύρα από βαρελίσιες μπύρες προσγειώνεται πάνω στο σκούρο ξύλο του πριβέ μπαροθρανίου, υπόγειο όπως κατεβαίνεις τα σκαλιά αριστερά στη “Grasshopper”. Περασμένες δύο, τέσσερις πιτσιρικάδες μόνο στο τραπέζι της γωνίας.

 

«Λοιπόν, τί λές; Είσαι μέσα;»  
Η πρόταση παραείναι καλή για να την πιστέψω. Να κάνω ραδιόφωνο, Κυριακές πρωί, μαζί με τον αδερφικό μου φίλο. Τωκ σόου με ελεύθερο θέμα και μουσική της επιλογής μας, δίωρο. «Και βλέπουμε».  
Από τα ηχεία βγαίνει αργά το “Father Of Night” από Manfred Mann και μπαίνει το “Games Without Frontiers”. Τσούγκρισμα συγχρονισμένο.  
«Το σκέφτεσαι κιόλας ρε; Θες μήπως να κανεις και σύ σόλο καρριέρα, σαν τον Πήτερ Γκάμπριελ;».  
Έφυγε από τους Genesis το Μάϊο του ’75. Έθεσε έναν δικό του, δυσθεώρητο για πολλούς, πήχυ σε σύνθεση και ζωντανή μουσική παράσταση. Τον υπερέβη πάνω από μία φορές. Πού θα πήγαινε αυτή η ιστορία; Πόσα κοστούμια απροσδιορίστου ταυτότητας όντων θα μπορούσε να επινοήσει και να φορέσει; Ήταν μόλις είκοσι πέντε και η πραγματικότητα της δεκαετίας του ’70, αδήριτη, χρειαζόταν μια ένεση πραγματικότητας, όσο κι ο ίδιος μια εξ ολοκλήρου καινούρια προσέγγιση. Τα δύο πρώτα προσωπικά του άλμπουμ έδωσαν το περίγραμμά της.
Από το αφηρημένο, άρχισε να κινείται προς το πιο συγκεκριμένο. Το single “Solsbury Hill” και η επιτυχία που σημείωσε (UK#13, 21/5/77) του έδωσε τον απαιτούμενο ζωτικό χώρο για να καταλάβει ότι κάτι εξακολουθεί να κάνει σωστά και το χρόνο να το σχεδιάσει.  



H μουσική του ανησυχία λειτούργησε περίφημα. Στην αυγή της δεκαετίας του ’80, είναι κι αυτός ένας από τους αναγεννημενους σταρ που πλησιάζει τα τριάντα και συναισθάνεται το διακύβευμα των καινούριων ήχων, ενός νέου, διψασμένου κοινού. Όπως o David Bowie, o Brian Eno και o Robert Fripp, εντάσσει στις ζωντανές του εμφανίσεις όλο και περισσότερο τις ευχέρειες που προσφέρει η τεχνολογία, κουρεύει το μαλλί πολύ κοντό και αφήνει το φακό του Storm Thorgeson της Hipgnosis να τον αναμιγνύει, με πειραγμένη την εικόνα ή και χωρίς, σε αστικά και βιομηχανικά τοπία, σ’ ένα look διακριτικά ανατρεπτικό, εκσυγχρονισμένο, εν δυνάμει σε διαρκή αναθεώρηση του ίδιου του του εαυτού.  
Ηχογραφημένο το φθινόπωρο του ’79 στο Townhouse Studios του Λονδίνου, το τρίτο του άλμπουμ βλέπει το φως στις 30 Μαίου του 1980. Έχει κι αυτό τίτλο το όνομά του, καθώς όπως έχει πει «θέλω το κοινό να το βλέπει σαν ένα περιοδικό που εκδίδεται μια φορά το χρόνο, με ίδιο τίτλο, διαφορετικό εξώφυλλο».
Όπως και τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, επειδή δεν φέρει τίτλο, θα αρχίσει να αναφέρεται με το λατινικό νουμερο “ΙΙΙ” και ως “Melt” με αφορμή το εξώφυλλο, όπου το μαυρόασπρο πορτραίτο του Gabriel δείχνει σα να λιώνει. Και κάπως έτσι έχει πράγματι προκύψει. Ο ίδιος ο Gabriel επισκέπτεται το εργαστήριο της Hipgnosis και λερώνει με τα δάχτυλά του, ως πείραμα, μια σειρά από polaroid με πορτραίτα που είχε πάρει ο Storm Thorgeson, πριν ακόμη στεγνώσουν. «Ήταν από τους ελάχιστους καλλιτέχνες που δεν ενδιαφερόταν για την καλαισθησία της εικόνας του, αλλά για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα», θυμάται εκείνος.  
Είναι η πιο κατασταλαγμένη απ’ τις τρεις δισκογραφικές του προσπάθειες, η τελική φάση της μεταμόρφωσής του σ’ έναν υψηλής τεχνολογίας μουσικό οραματιστή, που δε φοβάται το μελλον, ακριβώς επειδή διαθέτει παρελθόν.
Ο ξερός κρότος των κρουστών που κυριαρχεί σε όλο το δίσκο, συχνά επεξεργασμένος μέσα από συνθετικά στοιχεία, ώστε ν’ ακούγεται άλλοτε εργοστασιακός, άλλοτε tribal, αφήνει χώρο για αντηχήσεις, τα συνθεσάϊζερ, το σαξόφωνο και οι κιθάρες, χωρίς τα πιατίνια γεμίζουν το χώρο, όπως τα χρώματα λερώνουν τα πλάνα του Κιούμπρικ: ανεπαίσθητα στην αρχή, με διάχυση που σε τρομάζει ελάχιστα δευτερόλεπτα αργότερα.
Κάθε κομμάτι έχει μια ενορχήστρωση ακριβείας που υπογραμμίζει τη δραματουγία των στίχων. «Οι καλλιτέχνες που τους δίνεις απόλυτη ελευθερία, πεθαίνουν με φρικτό τρόπο. Όταν τους λες “δεν μπορείς να το κάνεις αυτό”, τότε είναι που γίνονται δημιουργικοί και δοκιμάζουν αυτό που τους απαγορεύεις. Κάπως έτσι, επειδή μου είπαν ότι “αυτό δε γίνεται”, αφαίρεσα εντελώς τα πιατίνια».
Σ’ αυτό θα βοηθήσει και ένας άσπονδος φίλος, ο Phil Collins. Ο ντράμερ που ανέλαβε να τη θέση του πίσω από το μικρόφωνο των Genesis και προς γενική κατάπληξη τα κατάφερε με εμπορική απήχηση πολλαπλάσια της επί Gabriel εποχής, έχει αφήσει πίσω τους τις μουσικές αντιπαραθέσεις και συμφωνεί να συμμετέχει στην ηχητική του αναζήτηση - εξάλλου κι ο ίδιος φτιάχνει το πρώτο του προσωπικό άλμπουμ. Και πράγματι, το ηχητικό αποτέλεσμα, ειδικά στα τύμπανα, ο επεξεργασμένος ήχος γνωστός ως gated drum sound, θα χαρακτηρίσει τη τεχνική ολόκληρης της δεκαετίας που ξεκινά.
Κατά τα λοιπά, τα μουσικά στοιχεία των δύο πρώτων δίσκων του Gabriel διακρίνονται κι εδώ, ραφιναρισμένα μέσα από ένα μινιμαλιστικό ύφος που αφήνει ανοιχτό πεδίο για τη φωνή. Κι αυτή, με υψίφωνη ακρίβεια και διεισδυτικότητα, υποδύεται μια σειρά από ρόλους.    
Στο ανατριχιαστικά ψυχρό “Intruder” γίνεται ένας αόρατος διαρρήκτης που τρέφεται από την έκσταση του ότι δε γίνεται αντιληπτός. Το μανιώδες “No Self Control”, μ’ αυτό το ‘Ι dont know how to stop και την αλλούτερη κιθάρα του Robert Fripp των King Crimson, επιτείνει την αίσθηση ότι η πνευματική διαταραχή είναι ένα από τα θέματα που απασχολούν έντονα τον Gabriel. To “Start” είναι μια instrumental γέφυρα, χρωματισμένη από το σαξόφωνο από τον Dick Morrissey που οδηγεί στο αμνησιακό τοτέμ αποξένωσης “I Dont Remember”, όπου ο Gabriel, ανάμεσα από τις κιθάρες των Fripp και Dave Gregory, των XTC, με άναθρες κραυγές, ακούγεται σαν απεγνωσμένος πρωτόπλαστος που ψάχνει αγωνιωδώς να βρει ποιός είναι σ’ έναν τρομώδη, αφιλόξενο κόσμο.  


Ήδη ο ακροατής έχει βυθιστεί σε μια γοητευτική δυστοπία, που μόνο με τα δύο πρώτα μέρη της τριλογίας του Βερολίνου του Bowie μπορεί να παραβληθεί. Όμως με το Family Snapshotείναι που νιώθει ότι συνταράσσεται, αδύναμος να αντιμετωπίσει τη μουσική γραφή του Gabriel.
Η αποπροσανατολιστική εισαγωγή με τον ανώνυμο αφηγητή που ακολουθεί την κίνηση του αυτοκινητόδρομου οδηγεί σε μια πυρετώδη εξέλιξη, καθώς διαπιστώνουμε ότι έχει σχεδιάσει -και το απολαμβάνει- το να δολοφονήσει ένα σημαίνον δημόσιο πρόσωπο που περνά χαιρετώντας τα πλήθη πάνω σε λιμουζίνα.  
"I don't really hate you
-I don't care what you do
We were made for each other
-Me and you
I want to be somebody
-You were like that too
If you don't get given you learn to take
And I will take you".
 

Οι συνειρμοί με την δολοφονία του Kennedy είναι μοιραίοι (εκ των υστέρων και με τη τη δολοφονία του Λέννον και τις απόπειρες δολοφονίας κατά του Ρήγκαν και του Πάπα Παύλου του 20ου που θα συμβούν τους μήνες που θα ακολουθήσουν), όμως αυτό που παγώνει είναι η αυτοεξομολόγηση του δολοφόνου. Είναι η στιγμή του, η στιγμή που το δημόσιο φως θα πέσει εκτυφλωτικό πάνω στη μίζερη, στερημένη, βουτηγμένη στη μοναξιά ζωή του. Που τον κοιτάζει παγερή κι ανίκητη μέσα από μια οικογενειακή φωτογραφία.  


 
H πρώτη πλευρά τελειώνει με μια ευπρόσδεκτη προσγείωση στον αεροδιάδρομο του διαπροσωπικού με το “And Through The Wire”. Κιθάρα από Paul Weller των The Jam, τον οποίο διάλεξε ειδικά ο Gabriel για να επενδύσει άλλο ένα αμφίθυμο τραγούδι για την πολυδιασπασμένη ανθρώπινη επικοινωνία και την ερωτική έλξη που πασχίζει να κρατηθεί απ’ τα τηλεφωνικά καλώδια.  
 
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά διευρύνοντας την διόπτευση απ’ το προσωπικό στο οικουμενικό μ’ ένα τραγούδι που, στο κατώφλι της δεκαετίας του ’80, θα φτάσει να συντονιστεί με τα απομεινάρια του πολύπαθου τη δεκαετία που πέρασε ειρηνιστικού κινήματος. Η πηγή της έμπνευσής του, όπως συμβαίνει στην πρωτογενή καλλιτεχνική έκφραση, δε σχετίζεται με τη διάσταση που απέκτησε όταν συνάντησε το φυσικό του αποδέκτη, το κοινό.
Το Jeux Sans Frontières”, τηλεπαιχνίδι της γαλλικής τηλεόρασης όπου αναμετρώνται υπό τη μορφή ομαδικού παιχνιδιού κάτοικοι πόλεων από διάφορες χώρες της Ευρώπης, προβάλλεται ήδη από το 1965. Η Lotte και η Jane, ο Willi, η Suki, ο Leo κι η Sacha που με σημαίες και στολές παίζουν παιχνίδια που «αν μπορούσαν, θα σκότωναν μ’ ένα βλέμμα» γίνονται μια έξοχη μεταφορά για τα ανεύθυνα παιχνίδια ολέθρου των πολεμοκάπηλων στην διεθνή πολιτική ταραγμένη κονίστρα του 1980, όπου πραξικοπήματα, στρατιωτικές επεμβάσεις και τοπικοί πόλεμοι με πολλαπλές επιπτώσεις ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια.  
Είναι το με ρυθμό στρατιωτικού εμβατηρίου “Games Without Frontiers”. Έχει την εντυπωσιακή Kate Bush στα δεύτερα φωνητικά, έναν σφυριχτό σκοπό που μένει -τον αποδίδουν, μαζί με τον Gabriel, ο παραγωγός Steve Lillywhite και ο ηχολήπτης Hugh Padgham- και θα κυκλοφορήσει στην Αγγλία το Φεβρουάριο. Σε λιγώτερο από ένα μήνα θα μπει στα πέντε πρώτα (UK#4, 15/3/80) και θα γίνει η μεγαλύτερη μέχρι εκείνη τη στιγμή επιτυχία της προσωπικής του δισκογραφίας. Παρά το ότι, οι στίχοι του singleθα χρειαστεί να μεταβληθούν (το piss on θα γίνει kissing the goons in the jungle) και το βίντεο κλιπ του θα λογοκριθεί από το BBC έτσι ώστε να παραληφθούν όλες οι σκηνές με ανηλίκους γύρω από το τραπέζι του γεύματος, καθώς κάποια μυαλά με προκεχωρημένη διαστροφή είδαν εκεί σεξουαλικό υπονοούμενο.  


Στο “Not One Of Us”, μέσα από τη ματιά και τα λόγια της ανώνυμης, άτεγκτης πλειοψηφίας oακροατής, ως εξωτικός, «διαφορετικός», καταδιώκεται από τη νευρωτική κιθάρα του Fripp και τα τύμπανα του Jerry Marotta και στριμώχνεται στη γωνία. Δε τους συγκινεί η ετερότητα, ούτε έχουν ανθρωπιά (“Ιts only water in a strangers tear), ο ξένος πρέπει να εξουδετερωθεί. To  ύπουλο, ανεπαίθητο, μεταξύ κατατονίας και μονοτονίας “Lead A Normal Life” επιστρέφει σαν εφιάλτης στα κατατόπια της πρώτης πλευράς, μην αφήνοντάς σε να μαντέψεις αν –πάλι μέσα από ένα αόρατο «εμείς» που μιλάει στο στίχο- απευθύνεται σε τρόφιμο ψυχιατρικού ιδρύματος ή έναν καθωσπρέπει, ακίνδυνο δέκτη, που δεν έχει κατορθώσει να συγκινηθεί από το ακρόαμα που έχει προηγηθεί.  
Το οποίο ολοκληρώνεται με το δεύτερο ευρύτατα αναγνωρίσιμο σήμερα τραγούδι του δίσκου. Την αφρορυθμική μυσταγωγία με το επαναστατικά κινητήριο ρεφραίν “Biko”. Γραμμένο για τον Steven Biko, τον 30χρονο νοτιοαφρικανό ακτιβιστή ενάντιο του apartheid που συνελήφθη παράνομα, κρατήθηκε για 533 ημέρες χωρίς δίκη, βασανίστηκε και τελικά πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου 1977. Στις 23 Αυγούστου 1980 το singleμπαίνει στα σαράντα πρώτα της Βρετανίας (UK#38), όμως η απήχησή του θα είναι απροσμέτρητα υψηλώτερη.
Δεν θα αργήσει να γίνει ένας διεθνής αντιρατσιστικός ύμνος, η δε πρωτοβουλία του Gabriel να κλείσει έναν τόσο ιδιότροπο, εσωστρεφή δίσκο με έναν παιάνα αφύπνισης της πολιτικής συνείδησης δημιούργησε τεράστια αίσθηση. Ήταν από τις πρώτες φορές που καλλιτέχνης πρώτης γραμμής ενσωμάτωσε παραδοσιακό αφρικανικό ήχο σε τραγούδι του, συνδυάζοντάς το ευθ΄πεως με πολιτικό στίχο, πολύ πριν ο όρος “ethnic” και “world music” επινοηθούν και καθιερωθούν στην ποπ μουσική. Eφεξής, δεν έλειψε ποτέ από τις συναυλίες του, όσο και από κάθε μουσική εκδήλωση με αντιρατσιστικό χαρακτήρα, με κορυφαίες τις περιοδείες του σχήματος της Διεθνούς Αμνηστίας στο οποίο από τη μέση της δεκαετίας του ’80 και μετά ο Gabriel πρωτοστατεί.  


Στις 14 Iουνίου 1980 τo Peter Gabriel III, βρίσκεται στην κορυφή των Βρετανικών τσαρτ. Στην Αμερική, η Atlantic που κυκλοφόρησε τα δύο προηγούμενά του άλμπουμ, με σύσταση κάποιου John Kalodner, το απέρριψε ως «art rock μηδαμινής εμπορικής προοπτικής». Όμως ετά την επιτυχία του single “Games Without Frontiers” στη Βρετανία και την Ευρώπη, η Atlantic θα επιχειρήσει να αγοράσει τα δικαιώματα διανομής, αλλά ανεπιτυχώς.
Τελικά, η Charisma Records θα αδειοδοτήσει τη Mercury Records να το διανείμει.
Το “Games Without Frontiers” θα φτάσει, με πέντε μήνες καθυστέρηση, να μπει μόλις στα πενήντα πρώτα των τσαρτ (US#48, 20/9/80), ενώ ο δίσκος, έναν μήνα πριν (US#22, 23/8/80), θα σημειώσει και στην Αμερικανική αγορά αξιοσημείωτη επίδοση, ιδίως σε σχέση με το ιστορικό της κυκλοφορίας του.  
Το Rolling Stone έγραψε για «έναν τρομακτικό δίσκο» που «κολλάει στο μυαλό σαν τους ήρωες των καλύτερων φιλμ νουάρ». «Ένα άλμπουμ που με κάθε άκουσμα θα μεγαλώνει και θα αποκτά μεγαλύτερη σύνδεση με τον ακροατή», έχει γράψει το βρετανικό Melody Maker ήδη από τις 14 Ιουνίου 1980.  
Στην Ελλάδα του 1980, ο ήχος του Gabriel και η διεθνής του επιτυχία αντιμετωπίζεται μάλλον με σκεπτικισμό. Στο τεύχος Οκτωβρίου του «ΠΟΠ & ΡΟΚ», ο Πητ Κωνσταντέας δίνει στο δίσκο ένα «Β+» και αμφιτελαντευόμενος ανάμεσα στην πώρωση του φαν και την απόπειρα εξαντικειμενισμού του νέου ήχο που εισπράττει, γράφει:  
«Ένας ακόμη δίσκος του Πήτερ Γκάμπριελ που τιτλοφορείται, Πήτερ Γκάμπριελ. Πώς θα τον ξεχωρίσετε απ’ τους υπόλοιπους; Είναι απλό. Είναι ο χειρώτερος μέχρι τώρα.  
Όχι επειδή ο άλλοτε τραγουδιστής των Genesis δεν έχει έμπνευση.
Τα (σ.σ.: αναφέρει, με κόμμα ενδιάμεσα, τα περισσότερα κομμάτια του δίσκου ονομαστικά) δηλαδή τα έξη τουλάχιστον από τα δέκα συνολικα κομμάτια του δίσκου- είναι πολύ καλύτερα από το μ΄σο όρο των συνθέσεων του π΄ρωτου ή του δεύτερου σόλο δίσκου του Γκάμπριελ και φανερώνουν τις αναμφισβήτητες δυνατότητές του. (…) Το άλμπουμ που έχουμε στα χέρια μας «κολλάει» αλλού. Κολλάει στη διάθεση του Γκάμπριελ να απαρνηθεί τον παλιό εαυτό του, θα θάψει την προσωπικότητά του (όπως ακριβώς θάβει και τα φωνητικά του, σ’ ολόκληρο το δίσκο) και να δοκιμάσει μια καινούρια ταυτότητα σ΄έναν χώρο, που από τη μια μεριά έχιε μεγάλο συναγωνισμό και από την άλλη δεν ευνοεί το ταλεντο του.
Για ένας Πήτερ Γκάμπριελ δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί στα πλαίσια του «νέου» κύματος. (…) Αυτό αποκαλύπτεται από τις πολλές, έστω εφιαλτικές στιγμές τούτου του δίσκου σαν το
Intruder και το Family Snapshot (ίσως το καλύτερο του άλμπουμ) και το εσωστρεφικό (σ.σ.:sic) Lead A Normal Life. Ακόμη και το Biko, η ωδή στον Νοτιοαφρικάνο μαύρο ηγέτη που δολοφονήθηκε, στέκει μόνη της, λιτή και απέρριτη.  
Με μια παραγωγή που υποβιβάζει τις φωνητικές του δυνατότητες και δίνει μεγαλύτερη έμφαση σε όργανα που παραχρησιμοποιούνται, το “Peter Gabrielδε θα οδηγήσει σε νέα επίπεδα το δημιουργό του. Θα μπορούσε, πάντως, με μερικές βασικές ανακατατάξεις να γίνει ένα μικρό αριστούργημα».    



Μικρό – ξεμικρό, το τρίτο αυτό άλμπουμ είναι ένα αριστούργημα.
Απλώς, ένα αριστούργημα προερχόμενο από μια εποχή πλέον πολύ μακρυνή, δυσεξήγητη για την αντίληψη του σημερινού μουσικόφιλου. Μια εποχή στην οποία δε χρειαζόταν κάτι άλλο, παρά μόνον το τί είχε να πει ο καλλιτέχνης και η ομάδα πίσω απ’ αυτόν και δίπλα σ’ αυτόν, αναπτυγμένο μέσα σε οκτώ – εννιά κεφάλαια. Σ’ αυτό το άλμπουμ χτίστηκε στην ουσία η μεγάλη καρριέρα του Peter Gabriel, η οποία κράτησε πάντα ως κριτήριο την προσωπική του αναζήτηση (κι ας φάνηκε ότι λοξοδρομεί προς το σελοφάν με το “Sledgehammer”).  
Υπό τους ήχους του, κατά παράδοξη συγκυρία, ανάμεσα από μπύρες και ξεκούδουνες προτάσεις, ξεκίνησε κι η δική μου πορεία στο –πάλαι ποτέ κανονικό- ραδιόφωνο, εκείνο των ερτζιανών.  
Δε χρειάστηκε παρά μια δεύτερη γουλιά και μια ακόμη παραίνεση, προδήλως ρητορική.  
«Λοιπόν; Λέγε, ρε»  
«Πλάκα κάνεις; Μέσα, με τις πάντες. Σου έχω και τίτλο για την εκπομπή:
Παιχνίδια Δίχως Σύνορα».  


Παναγιώτης Παπαϊωάννου