Ozzy Osbourne: Αλυχτώντας στο Φεγγάρι

29/01/2024

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2823

Πανσέληνος φέγγει μέσα από δυσοίωνη ομίχλη. Νευρωτικό, σαν ηλεκτρική εκκένωση, το ριφ ξεσπά χωρίς καμία εισαγωγή. Βγαίνει από την μαυρόασπρη κιθάρα ενός τύπου με τόσα μαλλιά, που το πρόσωπό του ίσα που φαίνεται.

 

Ο Ozzy Osbourne, με μάτι που γυαλίζει και περιβολή βικτωριανού αριστοκράτη, ανακατεύει κάτι ματζούνια σε δοκιμαστικούς σωλήνες, τα πίνει και μεταμορφώνεται. Σε λυκάνθρωπο.
Την αρχή έχει κάνει «Η Ομίχλη» του Κάρπεντερ την οποία ακολούθησε με το επίσης δικό του «Η Απειλή» (“The Thing”), ένα δίδυμο μπεστ σέλλερ ακόμη στην Ελλάδα από τα κεντρικά της Ομόνοιας, ως τα συνοικιακά του Περιστερίου. Μέσα σε δύο χρόνια, οι ταινίες μεταφυσικού και υπερφυσικού τρόμου άρχισαν οργανωμένα να στοιχειώνουν τα όνειρά μας, η μία μετά την άλλη : «Παρασκευή και 13», «Το Ουρλιαχτό», «Το Πνεύμα του Κακού» (“Poltergeist”), «Η Νύχτα του Μεγάλου Τρόμου» (“Scanners”), «Το Καταραμένο Άσμα» (“Evil Dead”).
Ακόμη και λεγόμενοι ποιοτικοί σκηνοθέτες υπέκυψαν στην τάση:
«Η Αγριόγατα» (“Cat People”) το ρημέϊκ του σεναριογράφου του «Ταξιτζή» Πωλ Σρέηντερ, το «Μια Γυναίκα Δαιμονισμένη» του Ζουλάφσκι, «Η Πείνα» του Τόνυ Σκοτ, με πρωταγωνιστές τον Μπόουϊ, την Κατρίν Ντενέβ και τη Σούζαν Σάραντον. Τα σήκουελ των πρωτότυπων ταινιών της προηγούμενης δεκαετίας δεν χάνουν την ευκαιρία να ξεπηδήσουν από παντού «Η Νύχτα με τις Μάσκες Νο2», «Η Προφητεία Νο 3», «Άμυτιβιλ σε 3d», «Ψυχώ 2», «Τα Σαγώνια του Καρχαρία Νο 3». Στα τέλη του ’83, οι ταινίες τρόμου αποτελούν μια «ακατάλληλη για ανηλίκους» σκοτεινή απόλαυση, που κόβει τρελλά εισιτήρια και προάγει με ρυθμούς επιδημίας την ονυχοφαγία στον ανήλικο αρσενικό πληθυσμό: «Αγνώστου Προελεύσεως», “Christine” (πάλι του Κάρπεντερ), «Νεκρή Ζώνη», «Βιντεοδρόμιο»,  «Το Οχυρό», «Εφιαλτικές Ώρες» του Τζωρτζ του Κοσμάτου.
Όταν, στο τέλος του ’83, το Μουσικόραμα έδειξε για πρώτη φορά το βίντεο κλιπ του “Thriller”. Ο συνδυασμός χορευτικού φανκ και στρατιάς ζόμπι με γουρλωμένο μάτι που έρχονται στοιχημένα χορεύοντας καταπάνω σου, μας βρήκε σχεδόν έτοιμους. Έτοιμους και πρόθυμους να τρομάξουμε για να ξορκίσουμε ένα προς ένα τα ζητήματά μας.
Το άγνωστο της εφηβείας, την απειλή της ενηλικίωσης, την επιδρομή των ορμονών, την επιβολή της ορθόδοξου ψυχανασκασμού του «την Κυριακή, εκκλησία».
O λυκάνθρωπος που σε κοίταγε με μάτι σεληνιασμένο και χαυλιόδοντες που δεν σήκωναν κουβέντα από το εξώφυλλο του “Bark At Τhe Moon”, το καινούριο άλμπουμ που κυκλοφόρησε στα μέσα Νοεμβρίου του ‘83 ο τρισκατάρατος, μανιακός και σατανιασμένος αποκεφαλιστής περιστεριών με το όνομα Ozzy Osbourne, μπορεί να έμοιαζε με δαιμονισμένο ξάδερφο του Τσιουμπάκα από τον Πόλεμο των Άστρων, όμως τί; Αν τον Τσιουμπάκα τον έβλεπες ξαφνικά μπροστά σου δεν τα έκανες πάνω σου; Τα έκανες.
Είναι το πρώτο βίντεο κλιπ που θα γυρίσει ο Ozzy στην εποχή του MTV. Θα βοηθήσει το “Bark At The Moon”, που κυκλοφορεί σε σινγκλ ταυτόχρονα με το δίσκο, να περάσει ξυστά από τα πρώτα είκοσι του βρετανικού τσαρτ (UK#21, 10/12/83).
Το ότι δεν ήταν δυνατόν να δει κανείς το βίντεο κλιπ παρά μόνο σε πειρατική βιντεοκασσέτα ή πολύ αργότερα σε κανά δισκάδικο που είχε γαλαντόμο για το κοινό τμήμα με βιντεοκασσέττες, του προσέδωσε διαστάσεις αντίστοιχες μ’ αυτές τις ταινίες τρόμου που έπρεπε να οργανώσεις ολόκληρη μυστική επιχείριση για να χωθείς και να δεις σε καμιά απογευματινή παράσταση Κυριακής.
Rewind / Flashback.
Τον έχουν παραχώσει σ’ έναν αποπνικτικό τάφο και στέκονται από πάνω του να το βεβαιώσουν. Πρώτα, τον συλλάβανε και του φορέσανε ζουρλομανδύα. Τον ήθελαν νεκρό. Και τώρα, he’ s back to prove them wrong. So wrong, yeah baby.
Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάϋντ, με μια δόση Κόμη Μοντεχρίστο. Λυκανθρωπία και εκδίκηση. Παράνοια και χέβυ μέταλ. Γυρισμένα όλο μ’ αυτή την κακοφωτισμένη ποιότητα που έχει η κάμερα χειρός στους εσωτερικούς χώρους και τον ανυπόφορο κόκκο στους εξωτερικούς. Σα σαν μην φτάνουν όλα αυτά, μια μαυροντυμένη νεκρόφατσα σαν του χάρο του Μπέργκμαν πετιέται, εδώ και κει, ο Λυκάνθρωπος αλυχτάει βάζει στο κυνήγι τον τρομοκρατημένο Ozzy Osbourne κι ενώ το σενάριο πλέον χάνει κάθε επαφή με λογική ροή , το ερώτημα που παραμένει είναι ένα :
Ποιός είν’ αυτός ο μελαχρινός με την λευκή κιθάρα;


Γεννημένος στις 15 Φεβρουαρίου του ’57, με καταγωγή από πατέρα Ουαλλό και μητέρα Ιαπωνέζα, ο Jake Lou Williams μεγαλώνει στο San Diego, παίρνει κάποια μαθήματα πιάνου από μικρή ηλικία και στα 13 του πιάνει την κιθάρα της μεγαλύτερης αδελφής του και παλεύει για τα επόμενα δύο χρόνια να μάθει να παίζει κομμάτια του Hendrix, των Zeppelin και των Black Sabbath.
Θαυμαστής του ιδιοφυούς, όσο και αυτοκαταστροφικού Tommy Bolin, διαμορφώνει το προσωπικό του ύφος, κλίνοντας προς το ρευστό, μελωδικό και διαρκώς ελισσόμενο, εχθρικό προς τη μονοτονία ύφος του κιθαρίστα από την Iowa που μέσα σε επτά χρόνια δισκογράφησε με Zephyr, James Gang, Billy Cobham και Deep Purple, πριν υποκύψει στην ντρόγκα.
Στην αυγή του 1980 o Jake έχει μετακομίσει από την γενέτειρά του στο L.A. ως μέλος της μπάντας με το όνομα Μickey Ratt (μερικά χρόνια αργότερα θα γίνουν πασίγνωστοι με το δεύτερο συνθετικό τους) και ψάχνει τη θέση του στην τοπική σκηνή. Συμμετέχει στις πρώτες ηχογραφήσεις τους, κάνει ένα πέρασμα από τους Rough Cutt που πασχίζουν να βρουν δισκογραφικό συμβόλαιο και παρά λίγο – ας όψεται μια σειρά από αποτυχημένες ωντισιόν- να ενταχθεί στο προσωπικό σχήμα που ετοιμάζει ο Ronnie James Dio, λίγο πριν φύγει από τους Black Sabbath. 
Με πρόταση του μπασίστα Dana Strum, του ανθρώπου που το ’79 είχε συστήσει στον Ozzy τον Randy Rhoads, εμφανίζεται λίγο πριν τα Χριστούγεννα του ’82 να δοκιμαστεί  από τον Ozzy Osbourne. Πού να το περίμενε ο νεαρός που έμαθε να παίζει τα πρώτα του ακκόρντα πάνω στο “Iron Man” ότι θα συναντούσε τον ίδιο τον εννιά χρόνια μεγαλύτερό του βρετανό ροκ σταρ και μάλιστα στην χειρώτερη περίοδο της καρριέρας του.
Η  καταραμένη εκείνη περιοδεία, εκτροχιασμένη βίαια μετά τις 19 Μαρτίου του ’82 όταν εκείνο το μικροσκοπικό ελικοφόρο με τον Randy Rhoads έγινε κομμάτια λίγες δεκάδες μέτρα από το λεωφορείο των περιοδειών, έπρεπε με κάθε κόστος να συνεχιστεί.
Ο Bernie Torme και ο Brad Gillis, οι κιθαρίστες που είχαν στρατολογηθεί εσπευσμένα για ν’ αναπληρώσουν τον Randy, το μόνο που είχαν καταφέρει ήταν να μεγεθύνουν την αίσθηση του κοινού για το μη αναπληρώσιμο κενό και να σπρωξουν στην απόγνωση ολόκληρη την εμπορική οντότητα Ozzy Osbourne. Από τον Ιανουάριο της καινούριας χρονιάς, του ’83, οι ημερομηνίες της “Speak Of The Devil Tour” είναι ήδη κλεισμένες μέχρι και τον Απρίλιο.
Τη δουλειά θα πάρει ένας 29χρονος μεταφορέας μιας εταιρίας οινοπνευματωδών, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, που έχει όμως αναπτύξει πολύ καλή φήμη σαν κιθαρίστας στην περιοχή του L.A. με την μπάντα Dokken. Ο George Lynch.
«Εκείνη την περίοδο ο Ozzy είχε ξυρίσει τα μαλλιά του εντελώς. Ερχόταν στο δωμάτιό μου και με ρωτούσε “για ποιόν λόγο είχα τα μαλλιά μπου κοντά”. Γιατί έτσι με θέλουν στην πρωϊνή μου δουλειά, του απαντούσα. Μόλις μου είπαν πάντως ότι θέλει να με δει ο Ozzy, παραιτήθηκα. Για δύο περίπου μήνες ακολούθησα τον Ozzy στην περιοδεία του στην Ευρώπη και την Βρετανία, όταν ακόμη στην κιθάρα ήταν ο Brad Gillis. Είχα παίξει μαζί τους μόνο σε πρόβες και σάουντσεκ. Τελικά, μια μέρα ο Ozzy μου ανακοίνωσε ότι “προσλαμβάνομαι”.
«Τρεις μέρες αργότερα, όμως, με καλεί πάλι στις πρόβες να ξαναπαίξω. Βλέπω ότι εκτός από την μπάντα, βρίσκεται εκεί κι ένας άλλος κιθαρίστας. Του είπε να παίξει κι εγώ παρακολουθούσα. Δεν θά’ λεγα ότι τα πήγε και πολύ καλά. Όμως ήταν ένας μελαχρινός τύπος με μαλλί μακρύ μέχρι τον κώλο. Πιθανόν να ήταν πιο κοντά στο look που θέλανε. Και χρησιμοποιώ πληθυντικό, επειδή ο καθένας καταλάβαινε ότι η γυναίκα του η Sharon, ως μάνατζέρ του, ήταν αυτή που αποφάσιζε για όλα και περνούσε πάντα το δικό της.
Με το που τελειώνει λοιπόν να παίζει εκείνος ο τύπος – που δεν τον είχα ξαναδεί- ο
Ozzy έρχεται προς το μέρος μου. 'Hey, it's not gonna be working out. Thanks a lot for your time. And see ya later. Bye'
Όλη η εξήγηση της περίεργης μεταστροφής δεν πήρε ούτε ένα λεπτό.
Κατέρρευσα».



Η τύχη του Jake Williams – του «άλλου κιθαρίστα», ενώπιον του οποίου εκπαραθυρώθηκε τόσο ψυχρά ο Lynch- έχει δουλέψει μυστηριωδώς. Γνωρίζει ότι είναι η δεύτερη επιλογή. Όμως του προσφέρεται μια απροσδόκητη ευκαιρία, σαν σε κείνη που δόθηκε στο αδικοχαμένο ίνδαλμά του, τον Tommy Bolin, ν’ αναπληρώσει το τεράστιο μέγεθος Ritchie Blackmore στους Deep Purple το ’75. Να έρθει στη θέση του Randy Rhoades, του κιθαρίστα που πρόλαβε να θέσει ψηλά τον πήχυ πριν σκοτωθεί, στην μπάντα ενός τραγουδιστή που ο ίδιος κι εκατομμύρια άλλοι σαν κι αυτόν, είχαν μεγαλώσει με τη φωνή του.
Στη μπάντα που ο ίδιος και δεκάδες κιθαρίστες άλλοι θα έδιναν τα πάντα να βρεθούν.
«Η μπάντα απαρτιζόταν από Tommy Aldridge στα ντραμς, Don Costa στο μπάσο, Lindsay Bridgewater στα πλήκτρα και Ozzy Osbourne στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Ήταν η πιο σκοτεινή περίοδος του Ozzy. Τότε ήταν ντροπιαστικό ακόμη και να το αναφέρεις, αλλά σήμερα μπορώ να πω ότι υπήρξε για μένα ένα πραγματικό παράσημο το ότι κατάφερα κι έμεινα στο στρατόπεδό του για όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, με τον ίδιο σε αυτήν την κατάσταση».
Μετά από εμφανίσεις σε Σκανδιναυία, Κεντρική Ευρώπη και Κάτω Χώρες, η μπάντα, που πλέον έχει ξαναπάρει στις τάξεις της τους έμπειρους Bob Daisley και Don Airey σε μπάσο και πλήκτρα αντίστοιχα, περνά τον Ατλαντικό και ξεκινά την εφόρμηση στις Η.Π.Α.. Ο νεαρός Jake, το όνομα του οποίου περικόπτεται αναλόγως σε “Jake E. Lee” συνήθως ανεβαίνει στη σκηνή ντυμένος σε ολοκόκκινα ή πορφυρά χρώματα, κρύβοντας την εθνοτικά ασυνήθιστη κοψιά του πίσω από την εντυπωσιακή σκουρόχρωμη λεοντή που πιθανόν να του χάρισε και τη δουλειά.
Μοναδικά προς υπεράσπισίν του όπλα μια Charvel με λευκό και μαύρο σκάφος, η φυσική του πόζα και οι κατακλυσμιαίες νότες που βγαίνουν απ’ τα ακροδάχτυλά του που στέκονται πάντως αξιοθαύμαστα ακριβείς στα χνάρια του μεγάλου απόντα. Αυτά θα τον βοηθήσουν, καθώς θα διαβεί την πόρτα προς ένα πραγματικό Βιετνάμ.
Ό,τι και να δοκίμαζε, όσο και να άντεχε, όσο και να ήξερε ότι κάθε βράδυ όφειλε να καλύπτει αδιανόητα υψηλές προσδοκίες, δεν άκουγε ούτε ίχνος καλής κουβέντας από το υπό βαριά κατάθλιψη, ολοένα και πιο ξεχειλωμένο, περουκοφόρο και με φωνή που στόναρε διαρκώς, αφεντικό του.
«Χάλια ήσουν απόψε. Ο Randy θα γάμαγε».
Ακόμη και ανώνυμα τηλεφωνήματα δεχόταν στα ξενοδοχεία απ’ όπου το κονβόϋ του Ozzy περνούσε από ανώνυμους φανς, που τον χλέυαζαν, τον έβριζαν ή τον απαξίωναν φτύνοντάς του κατάμουτρα ότι «δεν άξιζε να πάρει τη δουλειά».
Έχοντας μετρήσει 35 εμφανίσεις από τη μια άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών στην άλλη, συν καμιά δεκαριά ακυρώσεις, εξαιτίας διαμαρτυριών κατά τόπους από σκληροπυρηνικές «χριστιανικές» οργανώσεις που έβγαζαν αφρούς απ’ το στόμα για το ότι ο
Ozzy που είχε επισκεφθεί την πόλη τους ήταν «ο Αντίχριστος ο ίδιος» - ο Jake στέκεται στο ύψος του.
Μετά μάλιστα την εμφάνιση στο περίφημο “US Festival” στις 29 Mαίου του ’83 ενώπιον μιας λαοθάλασσας 350.000 μεταλλοφρόνων, σε μια μέρα που έβαλε για τα καλά στο χάρτη το heavy metal, ο Jake δικαιούται πλέον να θεωρείται ένας ψημένος στη φωτιά της μάχης κομμάντο της κιθάρας. Με τη λήξη της περιοδείας, έχοντας αποδείξει ότι είναι φτιαγμένος από ανθεκτικό υλικό, ένα πράγμα απομένει που δεν έχει ακόμη κατακτήσει. Να γράψει, επιτέλους, μαζί με τον υπό κατάρρευση εργοδότη του, τραγούδια.  
Προχωρημένο καλοκαίρι του ’83 η ώρα για το επόμενο άλμπουμ, το πρώτο χωρίς τον Randy Rhoads, έχει φθάσει.
Η μπάντα πράγματι αποσύρεται για μια ακόμη φορά στη Βρετανία, στο στούντιο Ridge Farm στο δυτικό Essex.
Με μόνο κάτι κοπάδια από γελάδια και την επίμονη παγωνιά της αγγλικής υπαίθρου για συντροφιά, ο Jake κάνει πότε – πότε λίγο χόρτο, προσπαθώντας να μην σκέφτεται ότι στο πρώτο του κανονικό ηχογράφημα θα πρέπει να φανεί αντάξιος ενός νεκρού που έχει ήδη γίνει είδωλο της εξάχορδης.



«Ο δίσκος γράφτηκε από μένα και τον Bob Daisley. Ο Οzzy εμφανιζόταν και χαζολόγαγε με ό,τι είχαμε γράψει, δοκιμάζοντας ό,τι του ερχόταν στο κεφάλι. Είχα ένα ριφ, του το έπαιζα να το ακούσει. “Γουστάρω. Αυτό θα το πούμε ‘Bark At The Moon’”- είχε ήδη έτοιμο τον τίτλο και είχε αποφασίσει να τον χρησιμοποιήσει. Ερχόταν λοιπόν, έκανε μερικά τέτοια σχόλια και προτάσεις, έπινε μέχρι να πέσει αναίσθητος κι όταν σηκωνόταν, έφευγε  απ΄ το στούντιο. Ό,τι απέμενε το διαμορφώναμε ο Bob κι εγώ. Εκείνος έγραψε όλους τους στίχους – είναι πολύ καλός στιχουργός. Περάσαμε ωραία».
Με τον Ozzy διαρκώς μεθυσμένο ή αναίσθητο, η Sharon έχει πάρει τον απόλυτο έλεγχο σε κάθε επίπεδο. Ακολουθώντας εφαρμοσμένη δική της πρακτική, έχει τάξει ένα ποσό κατ’ αποκοπήν στον 33χρονο πολυτάλαντο και με εγνωσμένες ενορχηστρωτικές ικανότητες Αυστραλό μπασίστα Bob Daisley, τον οποίο έχει ήδη χρησιμοποιήσει χωρίς να πληρώσει για τα δύο προηγούμενα άλμπουμ. Kαθησυχάζει, δε, τον 26χρονο Jake ότι «θα πάρει όλα τα συνθετικά δικαιώματα που δικαιούται».
Όταν, όμως, έχοντας ήδη συνθέσει σχεδόν όλη τη μουσική του δίσκου, ο Jake θα δει, προς το τέλος των ηχογραφήσεων, την Sharon να του σπρώχνει κάτω από τα μάτια το συμβόλαιο, θα ξεροκαταπιεί. Προβλέπει ότι ο ίδιος δεν διατηρεί καμία αξίωση για συνθετικά δικαιώματα και μάλιστα η δέσμευσή του αυτή κλειδώνει με μια ρήτρα εμπιστευτικότητας και αυτόματες χρεώσεις, αν αναφερθεί σε οποιοδήποτε κεφάλαιο της συμφωνίας αυτής δημόσια. «Υπογράφεις ή έφυγες», του υποδεικνύει λακωνικά. Χωρίς νομική εκπροσώπηση και μάνατζερ, ο Jake δέχεται και υπογράφει.
«Παγιδεύτηκα. Τί να έκανα; Είχε γραφτεί και σχεδόν ηχογραφηθεί ολόκληρος ο πρώτος δίσκος όπου θα φαινόταν το όνομά μου. Ετοιμαζόμασταν μάλιστα να βγούμε σε περιοδεία. Να τα παρατούσα; Απ’ ό,τι είχα καταλάβει και είχα ζήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, ο Ozzy δεν θα είχε και ιδιαίτερο πρόβλημα να βρει κάποιον άλλον στη θέση μου. Θα γινόμουν ένας τύπος που ενώ έγραψε και ηχογράφησε τον δίσκο, επειδή μετά δεν τα βρήκε με τον Ozzy, αρνήθηκε να παίξει ζωντανά τα τραγούδια που ο ίδιος έγραψε;
Με είχαν εξαπατήσει στεγνά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω».

Την περίοδο αυτή, η Sharon επιχειρεί και καταφέρνει να εντάξει τον σύζυγο και πελάτη της εταιρίας μάνατζμεντ που έχει φτιάξει πάνω του, από την ταπεινή Jet Records στην πολυεθνική CBS/Sony. Η εταιρία – λέει η Sharon- θέλει να αναλάβει τη μίξη «κάποιος καλύτερος» από τον Max Norman, τον άνθρωπο που είχε κάνει την ταπεινή, πλην όμως χαρακτηριστικά ευκρινή παραγωγή στα δύο ήδη διάσημα άλμπουμ με τον Randy Rhoads. Τελικά ένας άνθρωπος με ένα όχι ακόμη διάσημο επώνυμο, ο Tony Bonjiovi θα αναλάβει να διεκπεραιώσει τη μίξη. Όχι και τόσο επιτυχώς.
Με εξαίρεση το θυελλώδες ομώνυμο τραγούδι, που γίνεται αμέσως σήμα κατετεθέν για την επιστροφή του Ozzy από τη σκοτεινή περίοδο που ακολούθησε τον χαμό του Randy, στα αυτιά των οπαδών το υλικό ακούγεται υποδεέστερο. Με τις οξείες γωνίες να βυθίζονται στα πλήκτρα που είναι πιο ανεβάσμένα στη μίξη από κάθε άλλη φορά. Το στιχουργικό ύφος παρουσιάζετι κάποια ενότητα, καθώς ο παρεξηγημένος, απόβλητος που η κοινωνία τον βαφτίζει αποδιοπομπαίο τράγο προτάσσεται από τα θέματα της παράνοιας, της ψυχικής ταραχής, της αυτοκτονίας και των λοιπών σκοτεινών θεμάτων με τα οποία ο Ozzy έχει καταπιαστεί προηγουμένως.
Στο mid tempo “Youre No Different” που αναδύεται διστακτικά μέσα από τα πυκνά πλήκτρα του Don Airey, ο Ozzy σηκώνει έναν καθρέφτη στα μούτρα της ηθικής πλειοψηφίας με τη βοήθεια των στίχων του Daisley. Ποτέ πριν δεν έχει ακουστεί τόσο ευάλωτος, θα έλεγε κανείς ανθρώπινος. Ένας Κουασιμόδος πριν το απεγνωσμένο άλμα στο κενό για να πιάσει την καμπάνα της Νοτρ Νταμ
Στο δε “Now You See It (Now You Dont)” ο Daisley κινδυνεύει όσο ποτέ να απολυθεί καθώς οι στίχοι εφαρμόζουν σχεδόν αυτολεξί στην Sharon και το δολοπλόκο, άνιωθο χαρακτήρα της. Άλλο ένα mid tempo με τα πλήκτρα να κόβουν τραχύτητα από την κιθάρα, εφέ, μικρά ουρλιαχτά, παραμορφώσεις κι έναν Ozzy να ακολουθεί σαν υπνωτισμένος την μελωδία της φωνής.  
Το “RockNRoll Rebel” έρχεται στο τέλος της πρώτης πλευράς ν’ ανάψει τα αίματα, καθώς είναι το πρώτο κομμάτι στο οποίο αφήνεται να κυριαρχήσει η κιθάρα του Jake, μ’ ένα σόλο που περιέχει διάφορα πυροτεχνήματα και τον Ozzy καταγγελτικό Πόντιο Πιλάτο ν’ αυτοσυστήνεται στο κοινό από την αρχή.


«Κρύβονται πίσω απ΄τους νόμους που φτιάχνουνε για όλους μας
Το υπουργείο της αλήθειας φέρνει βόλτα την υποκρισία
Το υπουργείο Ειρήνης βασίζεται στην άμυνα
Νίπτω τας χείρας μου γι’ αυτό που πάνε να κάνουνε
Είναι για μένα, για μένα και για σένα, για σένα
Είμαι ένας ρέμπελος του ροκ εντ ρολ
Ψέμματα δε λέω
Λένε το διάβολο λατρεύω
Ή βλάκες είναι ή τυφλοί
Ένας ρέμπελος είμαι, του Ροκ εντ Ρολλ»
Την δεύτερη πλευρά ανοίγει το “Center Of Eternity” (που στην εκτύπωση του δίσκου και της κασσέττας σε πολλές χώρες, όπως και η Ελλάδα αναφέρεται ως “Forever”), με την ψευδοχορωδιακή εισαγωγή του Don Airey στα πλήκτρα, ορμητική την κιθάρα και αφελή τη στιχουργία να χαώνεται ανάμεσα στις έννοιες χρόνος, σύμπαν και αιωνιότητα. Παρ’ ότι το κομμάτι, χωρίς πολλά – πολλά, είναι μια λαίκή πρόσκληση σε headbanging, ο Jake E. Lee, έχει γίνει σαφές ότι είναι άλλο φρούτο από τον δομημένο και κοφτό Randy. Γρήγορος, ευέλικτος, με φράσεις εδώ κι εκεί, σαν να προσπαθεί να σου αποσπάσει την προσοχή επειδή ο ίδιος βαριέται να παίζει συνέχεια το ίδιο και το ίδιο.
Είναι γνωστή η αγάπη του Ozzy για τους Beatles και με το “So Tired”, το οποίο κάπως βεβιασμένα επιλέγεται ως το δεύτερο single (UK#20, 23/6/84), την επιδεικνύει. Γλυκερό, ευσύνοπτο και με στίχο κάπως θλιμμένο στα όρια του πιστευτού, βοηθάει να στηλώσει κάπως την συνολική πρόθεση του άλμπουμ να κάνει ένα βήμα πέρα από τον βαρύ, θρυλικό ήχο του Rhoads.
Το “Slow Down” θα μπορούσε να γίνει αυτό ένα άξιο μελωδικό up-tempo single, όχι όμως μ’ αυτόν τον τίτλο και τον στίχο, που είναι σαν ο αφανής εαυτός του Ozzy, ο σώφρων, να κουνάει το δάχτυλο στον πραγματικό, λέγοντάς του να «κόψει ταχύτητα, γιατί θα το φάει το κεφάλι του».
Το κλείσιμο του δίσκου μας δίνει την χαρακτηριστική μελωδία του “Waiting For Darkness” την οποία κιθάρα και πλήκτρα αλληλοεκπληρώνουν. Ένα μικρό soundtrack που φέρνει τον βασανισμένο πρωταγωνιστή – μια πιο βατή εκδοχή του χαρακτήρα από το “Diary Of A Madman” -  να περιμένει τη νύχτα να πέσει για να νιώσει ασφαλής. Κι όσο η νύχτα πυκνώνει μέσα από την έκκεντρη γέφυρα, με Airey και Lee να ψυχεδελίζουν, τόσο η φωνή του Ozzy, ισορροπώντας ανάμεσα στο θρηνητικό και το απόκοσμο, μας προειδοποιεί ότι μέσα στο σκοτάδι, ο καθένας μας θα δει αυτό που θέλει, αυτό που από πριν επιθυμεί.
Ακόμη και τον λυκάνθρωπο του εξωφύλλου να ουρλιάζει προς το φεγγάρι.
Στην ευρωπαϊκή (και ελληνική) εκτύπωση δίσκου και κασσέττας το “Slow Down” παραδόξως παραλείπεται και τελευταίο έρχεται το κάπως τετριμμένο, σαν out-take του “Believer” από τον δεύτερο δίσκο, το “Spiders”, ένα κομμάτι που παλεύει να προσδώσει αληθοφάνεια στον γκραν γκινιόλ χαρακτήρα του Ozzy, μάλλον ανεπιτυχώς.
Ο δίσκος κυκλοφορεί για πρώτη φορά από το διεθνές δίκτυο διανομής της CBS στις 18 Νοεμβρίου 1983 στην Αγγλία, ενώ στις Η.Π.Α. θα φτάσει στις 2 Δεκεμβρίου, παραμονή των τριακοστών πέμπτων γενεθλίων του Ozzy. Σχεδόν δύο μήνες αργότερα, θα μπει στο top-20, ο τρίτος στη σειρά δίσκος του Ozzy που μέσα σε δύο χρόνια θα το καταφέρει (US#19, 28/1/84).
Η περιοδεία ξεκινά στις 10 Νοεμβρίου 1983 από το Leicester. Θα ολοκληρωθεί στις 2 Σεπτεμβρίου 1984 στη Νυρεμβέργη.
Ενώ στο δίσκο έχει παίξει ο Tommy Aldridge, ο περίφημος ντράμερ Carmine Appice επιστρατεύεται για το γύρισμα του βίντεο κλιπ και ξεκινά την περιοδεία. 26 εμφανίσεις σε Βρετανία, Δυτική Γερμανία, Σουηδία, Βέλγιο και Γαλλία ακολουθούν.
Όμως, το πράγμα δεν θα εξελιχθεί ομαλά.



«Στο στάδιο αυτό της καρριέρας μου ήμουν ήδη πολύ γνωστός. Είχα δικό μου μάνατζερ. Έβγαζα λεφτά από τα δικαιώματα των τραγουδιών που είχα γράψει με τον Rod Stewart, παρέδιδα masterclass στα ντραμς όπου με καλούσαν, μέχρι που έδινα κι ένα μέρος των εσόδων μου απ’ όλες τις πηγές για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Παίζαμε στο Cincinnati (σ.σ. : 5/2/84) και ένα περιοδικό είχε ολοσέλιδο άρθρο για μένα, με φωτογραφίες μου και αναφορές σε ολόκληρη την καρριέρα μου, από τους Cactus, του Beck Bogert Appice, τα χρόνια του Rod. Εκείνο το βράδυ, για κάποιο μυστήριο λόγο κατά την διάρκεια του προγραμματισμένου σόλο στα τύμπανα, κόλλησε το υδραυλικό σύστημα  και έμεινα να παίζω το σόλο στα πέντε μέτρα ψηλά από τη σκηνή, την ώρα που σκάγανε τα πυροτεχνήματα. Κόντεψα να πάρω φωτιά. Τί λες ότι συνέβη Bobby, ρωτάω τον Daisley. Έχει καμία λογική να χαλάει κάποιος την ίδια την παράστασή του για να μειώσει ένα μέλος της μπάντας;  “Μην το ψάχνεις, αυτή είναι από πίσω, να είσαι βέβαιος”.
Στο
Dallas (σ.σ.: 16/2/84) βλέπω τον Tommy Aldridge στα παρασκήνια και καταλαβαίνω τί θα ακολουθήσει. Μετά την συναυλία στο Houston την επομένη, μου λένε ότι θέλει να με δει η Sharon. “Έχεις πολύ μεγάλο όνομα”, μου λέει. “Να βρεις μια δική σου μπάντα. Από Δευτέρα αναλαμβάνει ο Tommy”. Για περίμενε, την διακόπτω. Έχω συμβόλαιο μαζί σας. Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα. “Γίνονται. Τα λέμε στα δικαστήρια”, μου πετάει. Με δικά μου έξοδα έστειλα το σετ των ντραμς μου πίσω στο L.A. μαζί με τον δικό μου roadie και φυσικά δεν της ξαναμίλησα ποτέ».
Όταν τον Μάρτιο του ’84 το περιοδικό Hit Parader ρωτά τον Ozzy για την αλλαγή στη σύνθεση, απαντά:
«Έγινε για λόγους υγείας. Κάθε φορά που τον έβλεπα, μου γύριζε το στομάχι». Η σχέση εξάρτησης που έχει κτίσει και ελέγχει πλήρως η Sharon πάνω στον διάσημο για τους εθισμούς και τους εκτροχιασμούς του σύζυγό της βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Σωτηριακός, απομυζητικός και απολύτως χειριστικός πολύ πριν εφευρεθεί ο όρος spousal abuse θα κρατήσει για άλλες τέσσερις δεκαετίες.



Ο Ozzy είχε δει τους Motley Crue στο “US Festival” του Μαίου και θα δεχθεί να τους πάρει από τον Ιανουάριο του ’84 support στην Αμερικάνικη περιοδεία που σε δύο σκέλη θα μετρήσει 90 εμφανίσεις μέχρι τις 7 Ιουλίου, ενώ οι Ratt θα τους αντικαταστήσουν ενδιάμεσα σε άλλες 13. Είναι η περίοδος που θα συμβούν όλα τα αδιανόητα επεισόδια που θα απαθανατιστούν έκτοτε ως υποδείγματα μαστουρωμένης βλακείας, αηδίας και επικινδυνότητας, όπως το σνιφάρισμα μερμηγκιών.
«Ήμουν παρών στο επεισόδιο και ήμουν ο μοναδικός που δεν ήμουν λιώμα», θυμάται ο Jake, που ταξίδευε μαζί με τον δάσκαλο πολεμικών τεχνών του, στις οποίες καθημερινά ασκείτο για να κρατιέται σε φόρμα.
Επτά συναυλίες σε Ιαπωνία, μία σε Πόρτο Ρίκο και στις 18 Αυγούστου 1984 και οι δύο μπάντες θα εμφανιστούν στο Βρετανικό Donington, σε μια ακόμη ιστορική εμφάνιση όλων των συμμετεχόντων (AC/DC, Van Halen, Y&T, Gary Moore και Accept). Δύο συναυλίες στο Παρίσι και οι δύο τελευταίες σε Καρλσρούη και Νυρεμβέργη θα ολοκληρώσουν την περιοδεία για το “Bark At The Moon”.
16 και 19 Ιανουαρίου του 1985 ο Ozzy, με κάποια περισσότερα κιλά και τον κιθαρίστα του και πάλι σε φόρμα, θα εμφανιστεί στο θρυλικό “Rock In Rio” στo Ρίο Ντε Τζανέϊρο της Βραζιλίας, ενώ η χώρα γιορτάζει πλέον την επάνοδο της δημοκρατίας μετά από πολύχρονη δικτατορία.  Την πρώτη μέρα, θα παίξει πριν τον Rod Stewart, κι ενώ έχουν προηγηθεί διάφορα βαζιλιάνικα σχήματα. Όμως τη δεύτερη, θα εμφανιστεί μαζί με Whitesnake, Scorpions και AC/DC. Σε τηλεοπτική συνέντευξη τύπου, ο Ozzy δηλώνει:
«Μπήκα σε κλινική αποτοξίνωσης και καθάρισα επιτέλους. Για να είσαι σταρ του ροκ – εν- ρολ δεν χρειάζεται να κατεβάζεις αυτά τα σκουπίδια, κοκαίνη και αλκοόλ. O δρόμος πού’χα πάρει δεν είχε γυρισμό. Ήθελα να σταματήσω, αλλά δεν μπορούσα από μόνος μου.  Χρειαζόμουν βοήθεια. Και το πήγα μέρα με τη μέρα».
Γνωρίζοντας ότι όλα όσα το αφεντικό του δηλώνει, είναι όσα απλώς εύχεται να έχουν γίνει, όχι όσα έχουν γίνει ή πρόκειται να γίνουν «μέρα με τη μέρα» θα το πάει και ο Jake E Lee.
«Όταν η Sharon με κάλεσε για να γράψουμε τον επόμενο δίσκο, ήμουν έτοιμος. Βέβαια, της είπα, είμαι μέσα. Αλλά φέρε μου πρώτα το συμβόλαιο να το δώσω στους ανθρώπους που με εκπροσωπούν να του ρίξουν μια καλή ματιά».
Αυτή όμως δεν θα είναι παρά η Υστάτη του Αμαρτία.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου