Accept: «Το Νου Σας Στους Καταραμένους»

04/06/2024

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

663

«Κάποιοι» είπε με τόνο ιστρούχτορα σε τοπική Κ.Ο.ΒΑ. ο Σωτήρης χτυπώντας ανάποδα πάνω στον αντίχειρα το πακέτο μάλμπορο για να ξεμυτίσει ένα, «κατηγορήσανε τους Αξέπτ ότι είναι πουστάρες, μόλις είδανε το εξώφυλλο. Είναι κι αυτό το από μέσα, να κοίτα».

 

Η ζέστη είχε κάνει μπάσιμο γερό με το που τελειώσαμε τις εξετάσεις. Στα υψίπεδα της Αγιάννας, η θέα απ’ το δωμάτιό του, με την πόλη πιάτο από κάτω μας, δεν έφτανε για να κάνει το κλίμα καλύτερο. Αέρας μηδέν. Η απογευματινή κάψα και τα χιλιοτσαλακωμένα τζην που κολλάγανε στα παπάρια μας κάνανε το εσώφυλλο ακόμη πιο άβολο.
Ένα τριχωτό μπούτι που φοράει δερμάτινο σλιπάκι. Μια γροθιά με φλέβες στη ράχη της να ξεπροβάλλει από το μανίκι ενός σκληρού δερμάτινου τζάκετ. Και τί κρατάει σφιχτά η γροθιά στην με διαφαινόμενη δυσκολία κλειστή παλάμη; Δεν είναι πέτρα, είναι πολύ κανονική η υφή του. Δεν είναι άψυχο, διακρίνεις πάνω του κάτι σαν πόρους. Δεν είναι μικρό, ούτε μεγάλο. Δεν μοιάζει με κάτι άλλο.
«Ναι, μην το ψάχνεις. Είναι αυτό που κατάλαβες. Αρχίδι είναι».
Δεν υπάρχει περίπτωση να δεις το εσώφυλλο και να σκεφτείς κάτι διαφορετικό. Οι πέντε Accept ημίγυμνοι, αγκαζαρισμένοι μεταξύ τους με ηδυπάθεια, σαν μοντέλα σε τσοντοπεριοδικό, αν δηλαδή υπήρχε ποτέ κάτι τέτοιο για άντρες. Δηλαδή, τί άντρες;
Για κυρίους με γραβάτες, κοντά μαλλιά, χωρίστρα στην άκρη, βλέμμα μπλαζέ και κάτω από τα φαρδιά τους παντελόνια, ζαρτιέρες.
Για οποιουσδήποτε τέλος πάντων ανάμεσα σε Κλάους Νόμι και Σταύρο Παράβα ως Φίφη Αχτύπητο.
Ε, ναι, τί; Τον Ιούνιο του ’87 οι εικόνες που είχαμε για την ομοφυλοφιλία ήταν σποραδικές: Ο Μπίλλυ Μπο (που είχε πεθάνει από AIDS), για τον οποίο οι συμμαθητριες λέγαν με θαυμασμό «πόσο όμορφος είναι».
Ο Ροκ Χάτσον (που κι αυτός είχε πεθάνει από AIDS), που ως παλαιολιθικόν αρσενικό του Χόλλυγουντ, δεν τον είχαμε δει σε καμία ταινία ούτε στο σινεμά, ούτε στην τηλεόραση. Για τον Freddie Mercury το πράμα έκανε μπαμ αλλά δεν το πιστεύαμε.
Για τον Γιώργο Μαρίνο δεν μας ένοιαζε. Είχαμε ακούσει τον συνταρακτικό στίχο του Τζιμάκου στο «Ένα τραγούδι για το Χειμώνα» κι είχαμε πράγματι σκεφτεί πόσο άδικο είναι να αναγκάζεσαι να ζεις φτυσμένος, περιθωριακός, «παρίας», πού’λεγαν και τα βοηθήματα της Έκθεσης. Είχαμε δει τον «Άγγελο» του Κατακουζηνού με τον Μανιάτη να κόβει το λαιμό του Διονύση Ξανθού και ξέραμε ότι είναι αληθινή ιστορία – ο Άγγελος μάλιστα είχε ζητήσει χάρη απ΄τον Σαρτζετάκη και είχε φάει πόρτα.
Είχαμε δει στα «Βαποράκια» του Τάσιου τον Τζούμα ντυμένο τραβεστί να είναι ο μόνος συμπαθής χαρακτήρας της ταινίας.
Και σε βιντεοκασσέττα – δύσκολο να το βρεις, ως «Αυστηρά Ακατάλληλο»- το «Ψωνιστήρι» του Φρήντκιν με τον Αλ Πατσίνο να κυνηγάει τον αόρατο φονιά που σύχναζε στα απαγορευμένα μπαρ –έδειχνε ότι βάζαν οι μουστακαλήδες τη χερούκλα ο ενας στον κώλο του άλλου, πόσο πιο αηδία. Κανείς μας, λοιπόν, μέχρι και τώρα, μια χρονιά πριν ενηλικιωθούμε, δεν θά’ νιωθε άνετα άμα υποψιζόμασταν όταν κάποιος απ’ τα αγόρια της τάξης, «τα παιδιά», μας κοίταγε από πάνω ως κάτω αλλιώς. Τί πώς; Κάπως σαν γκόμενα.
Το πιο κοντινό σε ζωντανό γκέη, το βλέπαμε κι αυτό δίπλα μας, χωρίς να το πειράζουμε, ούτε να το φοβόμαστε. Ο Πάρης απ’ το δίπλα Λύκειο, ένας λιγνός ξανθός με καρρέ μαλλί, γωνίες προσώπου Ντέιβιντ Μπόουϊ, σορτσάκια και τσόκαρα απ’ τον Απρίλιο, ποτέ μπάλα μαζί μας στις εκδρομές, παρέα μόνο με κορίτσια. Ο κύριος Πέτρος ο ζωγράφος, ο μελαχρινός τριαντάρης πού’μενε στο δυομισάρι του πρώτου ορόφου, ανάμεσα από χρώματα, καμβάδες και ακουαρέλλες, σε μια από τις πιο παλιές φαγωμένες απ΄την υγρασία πολυκατοικίες, δυό στενά πάνω από την παραλία. Μας είχε πει ο Μάκης απ’ το Β2 που, ένα απόγευμα μετά το φροντιστήριο, τού’χε ζητήσει άμα ήθελε ν’ ανέβει πάνω «να τον βοηθήσει στα καλλιτεχνικά». Δεν κάνουμε καλλιτεχνικά στο Λύκειο του απάντησε ο Μάκης, ευχαριστώ.
Με κείνο το εξώφυλλο με το αρχίδι, λοιπόν, έπρεπε ν’ αναμετρηθείς μαζί του για να το προσπεράσεις και να πιάσεις το δίσκο στα χέρια σου. Για μένα το’κανε ο Σωτήρης. Πρώτα με προειδοποίησε, μετά μου το παρέδωσε για να μπορώ να δω τους στίχους έβαλε το προσεκτικά τον δίσκο στο πλατώ του Technics, τσίμπησε την ένταση στο 4 και τα λίγα κρίσιμα δευτερόλεπτα που έκανε η βελόνα να κατέβει και να μετρήσει τον πρώτη γύρα στο αυλάκι, με καθησύχασε με μία περιεκτική φράση.
«Φάε παραμάζωμα».
Ηχογραφημένο το καλοκαίρι του ’83 στο Stommeln της Κολωνίας, κι αυτό όπως τα δύο προηγούμενα άλμπουμ των Accept (“Restless & Wild” και “Breaker”), στα Dierks Studios, σε μίξη του τότε ακόμη όχι και τόσο γνωστού, γερμανικής μέχρι κόκκαλο καταγωγής Michael Wagener, το “Balls To The Wall” φτιάχτηκε από συστατικά ικανά να το καταστήσουν ένα από τα σημαντικώτερα heavy metal άλμπουμ που έχουν βγει και θα βγουν ποτέ.
Πρωτίστως για τον αδιανόητα καθαρό όσο και ακραιφνώς metal ήχο. Τύμπανα σαν παράσταση επίδειξης πρωτοπυγμάχου. Μπάσο προβεβλημένο, ογκώδες, ένα ασίγαστο δυναμό. Κιθάρες μπετοναρισμένες, τόσο συμπαγείς, γραμμένες η μία πάνω στην άλλη. Κλασσικότροπες μελωδίες στα σόλο, διαπεραστικά ρεφραίν ενισχυμένα με μια ακοινωνικοποίητη «πάμε όλοι μαζί να μουντάρουμε» αισθητική αυτού που ονομάστηκε αργότερα “gang vocals”. Αυτό δεν είναι hard rock. Αυτό δεν είναι «αντιγραφή». Είναι heavy metal, πρωτότυπο, ακάθεκτο και …γερμανικό. Οι δε στίχοι (που έχουν – και εδώ είναι το μοναδικό του πράγματος – θηλυκή ματιά) από την Gabi Hauke, την αναγραφόμενη στο οπισθόφυλλο ως “Deaffy” άλλοτε αιχμηροί, άλλοτε προκλητικοί, άλλοτε αμφίσημοι, αλλά πάντως σαφώς εμψυχωτικοί μεταμορφώνουν την γερμανικότητα σε μοναδικότητα.
Ελάχιστοι στο μεταξύ γνώριζαν ότι αυτός ο συμπαγής, ήχος ήταν το βελτιστοποιημένο έργο ήχου ενός insider. Ο 33χρονος Michael Wagener, ήταν ο κιθαρίστας που μαζί με τον Udo Dirkschneider έφτιαξαν το 1968 στο Solingen, μια κωμόπολη έξω από το Ντύσσελντορφ, τον πυρήνα της μπάντας που θα γινόταν σε λίγα χρόνια οι Accept. Στα 18 του είχε καταταγεί στο στρατό της Δυτικής Γερμανίας και είχε προσωρινά ανακόψει τα μουσικά του όνειρα.
Όμως αφ’ ότου ως μηχανικός ήχου με εννιά χρόνια πείρας έπιασε δουλειά στα στούντιο του Dieter Dierks στην Κολωνία, έκανε το L.A. δεύτερη έδρα του και άρχισε να ανιχνεύει ο ίδιος μουσικά σχήματα που αναζητούσαν στούντιο, ξανασυνάντησε τον Udo και το συγκρότημά του και πάνω τους έκτισε αυτόν τον τόσο χαρακτηριστικό ήχο. άρχισε τα ταξίδια μεταξύ το ’81 μεταξύ και Δυτικής Γερμανίας. Παρ’ ότι τυπικά μόνον ηχολήπτης ο ίδιος, στην ουσία έδωσε πνοή στα “Breaker” και “Restless And Wild”, όμως με το “Balls To The Wall” τελειοποίησε τεχνικά το έργο του:
έναν ήχο ανεξάρτητο πλέον απ’ το βρετανικό heavy rock, με πιο άμεσο, γωνιώδη, ρυθμικό, σαν κινούμενο με την αυτοπεποίθηση και την ψυχραιμία ενός ανοξείδωτου, ευέλικτου γίγαντα, που ανοίγει τις παλάμες του κάθε τόσο και αφήνει να ξεχύνονται παρεκβάσεις κιθαριστικής μελωδίας: να πώς πρέπει να ακούγεται το heavy metal πεντακάθαρο δεν σημαίνει λιγώτερο τραχύ ή θυμωμένο.



Μέχρι εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου στο δωμάτιο του Σωτήρη, η παιδεία μου περί Accept περιλάμβανε το σπάνιο best “Best Of Accept” που στην ελληνική του εκτύπωση είχε bonus τα “Princess Of The Dawn” και “Fast As A Shark” σε live εκτελέσεις και το “Metal Heart” σε κασσέττα. Ήταν λοιπόν δύσκολο να εντυπωσιαστώ. Μέχρι που βγήκε εκείνο το τανκ από τα ηχεία.
Το ομώνυμο τραγούδι ασκεί μια επίδραση σα να σκαρφαλώνει από τα ακουστικά σου αισθητήρια και να μπαίνει μέσα στο κρανίο σου, αποφασιστικά, ανυποχώρητα.
Το βίντεο – κλιπ, κομμένο ενάμισυ λεπτό μικρώτερο, χωρίς τις αλητείες του Wolf Hoffmann στην κιθάρα, ακόμη κι αν προβλήθηκε ελάχιστα στην εποχή του –δεν υπήρχε ακόμη Ευρωπαϊκό MTV- περιέλουσε το γερμανικό σχήμα με ακόμη περισσότερη cult δύναμη. Μαυροντυμένοι με λευκές flying V ανά χείρας οι Hoffmann και Fischer, πίσω τους ο Baltes με το μαύρο μπάσο, σε μια μικρή σκηνή με δυό κατηφόρες δεξιά κι αριστερά από τα τύμπανα του Kaufmann, όλοι με δερμάτινα και λευκά αθλητικά μποτάκια και με τους ανεμιστήρες κατάμουτρα για να εντείνεται το εφέ της κίνησης ειδικά στα μαλλιά, να δείχνουν, χωρίς καθοδήγηση από κάποιον έμπειρο στη ροκ πόζα σκηνοθέτη, ότι πιάνουνε συντονισμένοι το headbanging, γύρω από τον αγριεμένο νάνο με το οξυζεναρισμένο κοντό μαλλί, την στρατιωτική φανέλλα και το παντελόνι παραλλαγής, τον Udo Dirkschneider. Αυτός είναι που κλέβει και την  προσοχή, και οδηγεί εκτός από το συγκρότημα και την απρόσωπη ορδή μεταλλοφορεμένων φανς που συμμετέχουν ως κομπάρσοι του βίντεο, να κοπανάνε, σε ένθετες σκηνές, τα κεφάλια τους σ’ ένα τοίχο, ώσπου, βέβαια, τον ρίχνουν. Στο τελευταίο πλάνο, ενώ ο τοίχος έχει γίνει συντρίμμια και οι μεταλλάδες σαν φαντάσματα περνάνε μέσα τους, έρχεται κι ο Udo καβάλα σε μια σιδερένια σφαίρα κατεδάφισης και πέφτει με δύναμη σ’ ότι έχει απομείνει όρθιο.
 
Η αμεσότητα του “Balls To The Wall” μπορεί σε πρώτη φάση να μην σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα, ιδίως όταν έχεις ήδη ακούσει πώς ανοίγει το “Metal Heart” ή το “Restless & Wild”, όμως η καθαρότητα του ριφ και η επιμονή του δεν αργεί να κάνει στου μυαλού τα αυλάκια την οριστική ζημιά. Και αυτό είναι μόνον η αρχή.
 
Αμέσως μετά μπαίνει το “London Leatherboys”, με το θανατηφόρο λοκάρισμα μπάσου και ντραμς και το στακάτο ριφ, ενώ ακούς τον Udo να σεληνιάζεται σαν κάποιο αλυσοδεμένο κτήνος πoυ παλεύει ν’ αφεθεί να τα ουρλιάξει. Ο στίχος σε σπρώχνει στην υποκουλτούρα των bikers, με μια ιδέα από την ιστορία του “Leader Of The Pack”. Κάποιο δερματοντυμένο αγόρι πεθαίνει, το κορίτσι του αρχηγού «κλαίει στην αγκαλιά του» και τα βρώμικα παιχνίδια με τον κίνδυνο συνεχίζονται. Ως τρόπος ζωής. Best togetherLousy leather!”. Κάποια κόντρα με μηχανές; Κάποιο άλλο στοίχημα με το θάνατο; Στο μεταξύ, δεν μπορείς να μην αποστομωθείς από τη χειρουργική μίξη του Wagener, καθώς το σόλο του Hoffmann, σκάει εκεί που πρέπει για να προκαλέσει παροξυσμό, κάθε φορά που τ’ ακούς.



Καπάκι έρχεται το οργισμένο μανιφέστο της μειοψηφίας απέναντι στην πλειοψηφίας, που λέγεται “Fight It Back”.
Η ταxύτητα γρήγορη και το μήνυμα απλό και κατανοητό:
«Πάντα ανεξάρτητος – Δεν παραδίδομαι ποτέ  
Με της κοινωνίας τα εγκλήματα, εγώ δεν μπλέκω
Γιατί νά’ μαι αναγκασμένος την βαρετή αυτή ζωή να ζω;
Θεέ μου, πόσο τον μέσον όρο τον μισώ
Ρίχτη τη βόμπα, τίναξέ όλα στον αέρα
Φτύστους τους αποδεχτούς, γάμησέ τους όλους»
Udo σεληνιασμένος, εναλλαγή από κλασσικότροπες μελωδίες και σόλο αφηνιασμένα, που χαλιναγωγούνται μ’ έναν έντεχνο αυτοέλεγχο που αναδεικνύει το χρόνο που αφιερώθηκε για επεξεργασία στην ηχογράφηση.
Η τρίτη βουτιά στην αμαρτία που προαναγγέλλει το «εξώφυλλο με το αρχίδι» έρχεται με το “Head Over Heels”. Με υποβλητική mid-tempo ανάπτυξη πάνω σε κλασσικίζουσες κλίμακες, σε προσδένει στο μονόλογο ενός αρρωστημένου ματάκια. Χάνεται τη νύχτα στο πάρκο για να μπανίσει κι έρχεται στο σημείο να φτιαχτεί, να’ρθει «μέχρις εδώ» που λέει κι ο λαός, βλέποντας τα βιαστικά, γεμάτα βίαιη λαγνεία γαμήσια που παίζονται κεί μέσα. Τον φύλο αυτών που συνουσιάζονται σκοπίμως αφήνεται να μην έχει σημασία, ο δε λυρισμός της κιθάρας του Hoffmann δίνει έναν ακόμη πιο διεστραμμένο τόνο, ιδίως σε συνδυασμό με τα καπνισμένα στη νικοτίνη και περασμένα λες μέσα από σκουριασμένο σκουπιδοφάγο φωνητικά. Αν δοκίμαζε κανείς να βρει –κατ’ ανίερη αναλογία- κάτι από Ράϊνερ Βέρνερ Φασμπίντερ στο heavy metal, θα ήταν η ερμηνεία του Udo σ’ αυτό το κομμάτι που η ανωμαλία ρέει στο αίμα του, “everyday, everynight”.
 

To ριφ και οι κιθαριστικές αποχρώσεις του μπορεί να παραπέμπουν στο “Princess of The Dawn”, όμως στο “Losing More Than You Ever Had” τα ενισχυμένα φωνητικά σε κουπλέ και ρεφραίν και η διάρκεια των 5 λεπτών σε παροτρύνουν να διαβάσεις περί τίνος πρόκειται. Και τότε, το κομμάτι, το βάρος του και το νόημά του αλλάζει τελείως. Ο νυν συμβουλεύει έως και παρηγορεί τον πρώην που έρχεται να τον εκδικηθεί. Του λέει ότι «την έχει χάσει πολύ πιο πριν». Μην πεθαίνεις για κάτι πού’χεις χάσει προ πολλού, για κάποιαν που δεν κέρδισες ποτέ. Είναι σα να του λέει, ξέρω, έχω βρεθεί στη θέση σου. Δέξου το. Άσε την εκδίκηση στην άκρη. Μια βαθιά αρσενική στάση μέσα από στίχους που έχει γράψει μια γυναίκα, με τα τύμπανα του Stefan Kauffmann –επιστρατεύει ακόμη και κάτι ηλεκτρονικά, πολύ της μόδας το ‘84- σε κάνουν να ξεχνάς ότι το κομμάτι δεν έχει καν σόλο κιθάρα.
 
Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με το κομμάτι το υπεύθυνο για τα όσα είχε προλογίσει ο Σωτήρης εκείνο το απόγευμα.
“Don’t know what I am, a woman or a man”, “feel the power of lust as the guy’s passing by”, “I’m doing what I can, but i am what I am – Don’t mistreat me”.
Το “Love Child” με το πυρετώδες ριφ και τον επείγοντα ρυθμό είναι που έφερε μια τεράστια αναστάτωση στο μεταλλικό κοινό κατά τη διάρκεια της αμερικάνικης περιοδείας των Accept. Ο όρος gay metal ήταν θέμα χρόνου ν’ αρχίσει ν’ ακούγεται και να γράφεται και η καχυποψία –αν όχι ξερή άπωση- για το εσώφυλλο και τον δίσκο τον εμπόδισαν να φτάσει πιο πάνω από το Νο 74 στο Hot-200 του Billboard. Στο μονόχνωτα αντρικό, ετεροφυλόφιλο ως και σεξιστικό μεταλλικό σύμπαν του 1984, κομμάτι – και μάλιστα δυνατό και ευθύβολο όπως αυτό- στο οποίο να εκφράζεται ανοικτά ένας ομοφυλόφιλος έχει τις επιπτώσεις του.
Ο ντράμμερ Stefan Kaufmann, σε συνέντευξη στο γαλλικό heavy metal περιοδικό “Enfer” («Κόλαση»), τεύχος Νοεμβρίου του ‘83, δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο να διατυπώσει αυτό που πρώτη η γερμανική μπάντα είχε σκοπό να εκφράσει.
 
«Είναι ένα τραγούδι που αφορά την ομοφυλοφιλία. Είναι ένα φαινόμενο που πρέπει να ληφθεί υπόψη, καθώς υφίσταται σε ευρεία κλίμακα και πρέπει να απομυθοποιηθεί. Στην πραγματικότητα, είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο και είναι αναγκαίο να το εκλαμβάνουμε ως τέτοιο. Εδώ και πολλά χρόνια, οι ομοφυλόφιλοι θεωρούνταν παράφρονες ή άρρωστοι. Ήρθε, πάντως, η ώρα να σεβαστούμε αυτούς τους ανθρώπους, ν’ ανοίξουμε τα μυαλά μας που συχνά παραμένουν κλειστά».
 
Το “Love Child” σπάνια βγήκε από το σετ-λιστ στην περιοδεία του ’84, κίνηση παραπάνω από θαρραλέα.
Πίσω στα αυλάκια του δίσκου, το “Turn Me On” γυρίζει το φύλλο ξανά. Με το μπάσο του Baltes να τονίζει την λαγνεία, άκαμπτη, τυφλή ως το τέλος, o Udo μιλάει για μια ακατανίκητη όσο και αγχωτική ξεπέτα στα καμαρίνια, λίγο πριν ξεκινήσει η συναυλία.
Το θέμα –και πάλι αδύνατο να σκεφτεί κανείς πόσο εύστοχα είναι γραμμένο από γυναίκα- μέσα καταμέσα αυτοβιογραφικό για μια μπάντα ροκάδων τίγκα σε ορμόνες, νεύρα και φιλοδοξία, με τον Hoffmann να διαστρέφει τις νότες της κιθάρας με τόνους μαζοχισμού, πριν περάσει σ’ ένα μελωδικότατο ξέφωτο και ξαναγυρίσει για έναν γύρο ακόμα.  
«Σόρρυ που θα σε κόψω, αλλά εδώ έχουν μαζευτεί πάνω από δύο, μωρό μου και πάνε να σπάσουν την πόρτα. Πρέπει να πάω στη δουλειά. Αλλά εδώ που τα λέμε, δε γαμιέται, πάμε ξανά για ένα ακόμη».
Από την ομοφυλόφιλη λαγνεία στον ετεροφυλόφιλο σεξισμό, τα πρώτα οκτώμισυ λεπτά της δεύτερης πλευράς καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την ετικεττοποίηση στο μυαλό κοινού και μουσικοκριτικών. Φυσικά και οι Accept δεν δίνουν δεκάρα.
Αυτό πιστοποιεί και το “Losers And Winners”, που ακολουθεί χωρίς ανάσα. Judasprieστειο, με ριφ αλά “Flash Rockin’ Man” και σόλα που και πάλι απογειώνουν. Ο ενδοαρσενικός σαρκασμός στο απόγειό του καθώς ο Udo ακούγεται να συστήνει στον ακροατή να «γράψει ένα γράμμα» στην κοπέλα που τον άφησε, λέγοντάς του «θα νιώσεις καλύτερα». Και συνεχίζει: Άμα δε θες, δώστο σε μένα, κάτι θα βρω να το κάνω. «Μπορεί να είναι το γραφτό μου να παρηγορώ καρδιές ραγισμένες, χαχα».


 

Δύο αυλάκια πριν το τέλος, με φόρα, μας παραδίδουν ένα μετριόφρον mid tempo που για πολλά γκρουπ θα ήταν κομψοτέχνημα, καθώς είναι σαν περίληψη των πλεονεκτημάτων του δίσκου: μελωδία, ατμόσφαιρα, ήχος με βάρος και βάθος, αιχμή στην κιθάρα και στίχο: Στο “Guardian Of The Night” αυτοπροσωπογραφείται ο περιθωριοποιημένος και όχι ο περιθωριακός, ο “man without any choice με το “trembling in his voice, ο “man of the dark, που παρακολουθεί τους είλωτες της καθημερινότητας να δουλεύουν χωρίς αύριο και νά’ναι ευχαριστημένοι σ’ έναν κόσμο φτιαγμένο έτσι που πρέπει για να επιβιώσεις, «να κλέψεις, να ζητιανέψεις ή να δανειστείς».
 
To κλείσιμο έρχεται με τον πιο απρόσμενα ανθρώπινο, χωρίς καμιά πανοπλία, “Winter Dreams”. Οι Accept έχουν υπογράψει μέχρι το σημείο αυτό μπαλλάντες που δεν πλησίασαν καν την έννοια επιτυχία, παρ’ ότι είχαν αποκτήσει τεράστια απήχηση στο hard rock κοινό (“Can’t Stand The Night”, “Breaking Up Again”, “The King”, “No Time To Lose”). Το “Winter Dreams”, στο κλείσιμο ενός προκλητικού, μαχητικού και πάντως πρωτοφανώς προσωπικού για τον μέταλ κόσμο δίσκου, είναι η τιμημένη μοναξιά του μαχομένου ανθρώπου. Δεν υπάρχουν εδώ ραγισμένες καρδιές, χωρισμοί και έρωτες που ξεστρατήσαν.
 
«Κι έμοιαζε ο κόσμος καθαρός σαν κρύσταλλο, σαν υπέροχο διαμάντι
Αφάνταστη η κακία τους. Αφάνταστο το ψέμα.
Όταν όμως θά’χω πια φύγει και το χιόνι θα συνεχίζει να πέφτει
Θαμμένος θα’μαι κι ήσυχος κάτω από εκατομμύρια άστρα»
Κρύες νύχτες του χειμώνα – κρύα του χειμώνα όνειρα
Τον ήχο της καρδιάς μου αντανακλούν – της ελευθερίας μου την γεύση».
 
Το απόγευμα εκείνου του Ιουνίου προχωρούσε με τον δικό του ρυθμό, εκείνον που επιτρέπει στις στιγμές να μπορούν να χωράνε όλες τις σκέψεις που κάνεις όταν δεν έχει σημασία τίποτ΄άλλο πέρα απ΄τ΄ότι είσαι στα 17. Το εξώφυλλο παρέμεινε στα χέρια μου χωρίς την αίσθηση ότι κρατάω κάτι μιαρό. Την πρώτη ανάγνωση των στίχων, στ’ αρπαχτά, την έκανα μαζί με την πρώτη ακρόαση. Overdose. Για να το χωνέψω, πρέπει να το ξανακούσω. «Για ξαναβάλτο απ΄την αρχή άλλη μία».
«Φτιάχνω καφέ», ανήγγειλε ο Σωτήρης και χάθηκε προς την κουζίνα.
Όμως, τί σημαίνει, λες, αυτός ο τίτλος, αναρωτήθηκα φωναχτά. 
«Balls To The Wall σημαίνει δύο διαφορετικά πράγματα, το ένα από τα οποία δεν μπορεί να μεταφραστεί στα ελληνικά», έκλεινε την σύντομη παρουσίασή του για το δίσκο ο Γιάννης Κουτουβός στο τεύχος Ιανουαρίου του ’85 του περιοδικού “Heavy Metal”, επισημαίνοντας ότι «ήρθε επιτέλους και στην Ελλάδα με μεγάλη καθυστέρηση».
Χρόνια αργότερα, ο Wolf Hoffmann, ρωτήθηκε για πολλοστή φορά για το νόημα του τραγουδιού.
 
«Πάντα μας ενδιέφερε η πολιτική, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα συναφή. Έτσι, πολλοί από τους στίχους που είχαμε εκείνη την εποχή –για την ακρίβεια, σε όλη την πρώτη μας δισκογραφική φάση- ασχολούνταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό είναι στην πραγματικότητα το “Balls To The Wall”. Ο στίχος που λέει “Μια μέρα οι βασανισμένοι θα ξεσηκωθούν”. Εννοεί απέναντι στους δυνάστες τους. Εννοεί εκείνη την ημέρα μέρα που δεν θα αντέξουν άλλο, θα επαναστατήσουν και θα τα κάνουν όλα ίσωμα».
 
Εντάξει, το πιάσαμε. Όμως, ο τίτλος;
«Δεν θα ξέρεις από πού να φύγεις;».
«Θα βρεθείς με τ΄αρχίδια στον τοίχο;»
«Είναι φράση. Σαν το “Backs To The Wall” – ξέρεις, αυτό το έχουνε βγάλει κι οι Saxon. Στο πιο αστυνομικό, πιο αυταρχικό, πιο βίαιο».
«Στο πιο γερμανικό»
Συνεννοηθήκαμε.
«Το νου σας στους καταραμένους (Ευλογημένοι νά’στε)
Τις αλυσίδες τους θα σπάσουν
Δεν τους σταματάς (Ευλογημένοι νά’στε)
Θα ‘ρθούν καταπάνω σου και τότε…».



Υ.Γ. 1: H περιοδεία των Accept για το “Balls To The Wall” κράτησε από τον Ιανουάριο ως τον Σεπτέμβριο του ’84 και περιελάμβανε 92 εμφανίσεις, οι 61 απ’ αυτές στην Η.Π.Α., σαππόρτ σε Κiss, Saxon, Ozzy Osbourne, Motley Crue, Scorpions και τους Iron Maiden. Ο κιθαρίστας Jörg Fischer, μαζί τους από την αρχή με διακοπή ενός χρόνου περίπου (τον είχε αναπληρώσει ο Herman Frank, ο οποίος έπαιξε και φωτογραφήθηκε για το αμαρτωλό εσώφυλλο του “Balls To The Wall”) πείστηκε να ξανάρθει στην πεντάδα, να τους ακολουθήσει στην περιοδεία και να μείνει εν τέλει μαζί τους μέχρι το ’88.
Aπ’ όλες αυτές, οι συναυλίες που τους εξέθεσαν στο μεγαλύτερο κοινό έγιναν στις 27 Μαίου 1984 στο Μίτσιγκαν, όπου στο πλαίσιο του “American Rock Festival” έπαιξαν μαζί με Ozzy, Triumph, Quiet Riot, Motley Crue, Ratt και Nightranger και την επομένη, 28 Μαίου, στο φεστιβάλ Iowa Jam (ίδια σύνθεση, μείον Quiet Riot και Ratt, συν Ted Nugent).
Το σφιχτοδεμένο, γεμάτο ενέργεια, σετ έβαλε τους Accept στον παγκόσμιο μέταλ χάρτη, κάτι διόλου απλό, καθώς εμφανίστηκαν δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα του μέταλ παγκοσμίως. Η κορύφωση αυτής της πορείας έλαβε χώρα αναμφισβήτητα στις 18 Αυγούστου, φεστιβάλ στο 5ο ετήσιο φεστιβάλ του Donington στην Αγγλία. Σε μια σύνθεση που θεωρείται έκτοτε ως πιθανόν η καλύτερη που είχε ποτέ το συγκεκριμένο φεστιβάλ (AC/DC, Van Halen, Ozzy Osbourne, Gary Moore, Y&T), ανέβηκαν νωρίς το απόγευμα αμέσως μετά τους Motley Crue και υπό το φως του μουντού βρετανικού ήλιου ξεκίνησαν με “Fast As A Shark” για να γεμίσουν το μισάωρο σετ με “Turn Me On”, “Princess Of The Dawn”, “Son Of A Bitch”, “London Leatherboys” και “Balls To The Wall”.
Στην υπόλοιπη περιοδεία, όπου το σετ διαρκούσε από 45’ ως μία ώρα προσέθεταν κάποια από τα “Love Child”, “Fight It Back”, “Head Over Heels”, “Restless And Wild”, “Neon Nights” και “Flash Rockin’ Man”. Η ίδια σύνθεση του φεστιβάλ, ως “Monster Of Rock” επισκέφθηκε και την Γερμανία, 1 και 2 Σεπτεμβρίου 1984 σε Καρλσρούη και Νυρεμβέργη αντίστοιχα. «Ήταν μια θριαμβευτική επιστροφή στην πατρίδα», θα θυμηθεί δεκαετίες αργότερα ο Wolf Hoffmann. «Είχαμε γυρίσει όλον τον κόσμο με τα μεγαλύτερα ονόματα. Το καλωσόρισμα ήταν η πιο ένδοξη και συγκινητική στιγμή που θυμάμαι».
Υ.Γ.2: Στις Η.Π.Α., το “Balls To The Wall” πιστοποιήθηκε ότι είχε ξεπεράσει τις 500.000 αντίτυπα –ότι, δηλαδή έγινε «χρυσό»- στις 27 Νοεμβρίου 1990, όταν οι Accept είχαν ήδη διαλυθεί.
Υ.Γ.3: Η εικόνα του εξωφύλλου του δίσκου (ο περίεργος με το αρχίδι στο χέρι) είναι έργο του διάσημου για τις μαυρόασπρες εικόνες του φωτογράφου αμερικάνου φωτογράφου Robert Mapplethorpe και έχει τίτλο "Patrice, N.Y.C." (1977). Ήταν γκέϋ και πέθανε κι αυτός από AIDS το 1989 στα 42 του.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 

// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs