AC/DC: "Power Up"

13/11/2020

Κατηγορία: Κριτικές

1785

Υπάρχει ένα διττό μέτρο για κυκλοφορίες σαν κι αυτή, ανεξάρτητο από την μουσική «αξία» τους. Ένα ζύγι, που μ’ αυτό πρέπει να αναμετρώνται. Από τη μια ο ενθουσιασμός που μαζικά προκαλούν και από την άλλη ο σεβασμός που δείχνει να τρέφει ο καλλιτέχνης γι’ αυτόν τον ενθουσιασμό – το αν δίνει, με άλλα λίγια, το καλύτερο που του είναι δυνατόν (αν όχι κάτι παραπάνω).

 

Όταν η ζυγαριά ισορροπεί με αντίβαρα αυτά τα δύο στοιχεία, η καινούρια κυκλοφορία κάθε θρύλου είναι δικαιολογημένο, αφενός να απασχολεί εμάς, ως ακροατές περισσότερο απ’ ό,τι η μέση μουσική επικαιρότητα, αφετέρου την ιστορία του ροκ-εν-ρολ, ως κάτι παραπάνω από μια απλή υποσημείωση.  
Για κεφάλαια όπως οι AC/DC που επιμένουν σε πείσμα των πάντων να αναπνέουν, Πετριδισμοί (εξαντικειμενικοποιήσεις) και υπερθετικά έχουν πάψει να εχουν νόημα εδώ και πολλά χρόνια.  
Δεν υπάρχει, γράφεται από ‘δω κι από κει, η λέξη “Rock” στον τίτλο τραγουδιού τους, για πρώτη φορά εδώ και 32 χρόνια.
Τί λέτε ρε; Πάρτε παραμάσχαλα τα ξενεροκ μυαλά σας και πείτε μας τίποτε για την Αριάννα Γκράντε, ξέρω ’γω.  


Είναι το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφορεί, αφ’ ότου ο άνθρωπος ριφομηχανή, o Μalcolm Young δεν υπάρχει πια. Το “Rock Or Bust” του ’14, που κυκλοφόρησε με τον Malcolm βαριά άρρωστο, δεν ήταν παρά βεβιασμένο, κουρασμένο και πρόχειρο. Έξι χρόνια μετά, ο Angus, αφού έψαξε στα αρχεία της μπάντας για ακυκλοφόρητα κομμάτια, δηλώνει ότι το “Power Up” είναι ένα tribute στο μακαρίτη αδερφό του, «όπως το Back In Black ήταν για τον Bon Scott».  
Τέτοιες δηλώσεις, προφανώς, είναι ανόητο να απομονώνονται και να χρησιμοποιούνται ακόμη κι ως διαφημιστικά κόλπα.
Ο διεθνής τύπος, απαρτιζόμενος κατά μεγάλη πλειοψηφία από ανιστόρητους αναμασητές κλισέ έπεσε στην παγίδα.
Ασφαλώς και το άλμπουμ δ ε ν είναι “το νέο Back In Black”.  
Από τη στιγμή, όμως, που η οικογένεια Young κατέφυγε στη -μόνη λογική- λύση, να διατηρήσει το DNA του ήχου και κυριολεκτικά, εντάσσοντας στη μπάντα τον 64χρονο Stevie Young (αυτόν που το Μάη του ’88, στην περιοδεία του “Blow Up Your Video” είχε και πάλι ντουμπλάρει το μακαρίτη Malcolm που εκείνη την περίοδο είχε δυσεπίλυτες διαφορές με το μπουκάλι) – γιο του μεγαλύτερου αδελφού της οικογένειας, Stephen Young, ανηψιό του .. 65χρονου Angus και του μακαρίτη Malcolm- το στοίχημα είναι ένα: Να διατηρηθεί και να αποτυπωθεί στην καινούρια κυκλοφορία το πνεύμα του Malcolm.
Και το στοίχημα αυτό κερδίζεται με το παραπάνω.    
Το υλικό είναι πολύ πιο ζωηρό από το “Rock Or Bust”, πιο συνεκτικό και με λιγώτερα γεμίσματα από το “Black Ice” και αποδίδεται με αμεσότητα και καθαρότητα τέτοια που ακυρώνει τα ηλικιακά ίχνη των μουσικών που το αποδίδουν.
O73χρονος Brian Johnson –μετά την περιπέτεια με την ακοή του- ακούγεται εντυπωσιακά πιο δυνατός και σταθερός στις χαμηλές.
Ο 60χρονος Brendan O’ Brian –καθόλου τυχαίος [Black Crowes, Red Hot Chili Peppers, Pearl Jam, Neil Young, Bruce Springsteen]- δίνει λίγo μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτό, το τρίτο του άλμπουμ μαζί τους (λ.χ. τα δεύτερα φωνητικά επανακάμπτουν πιο συχνά και πιο λειτουργικά) και το αποτέλεσμα –ακόμη κι αν πολλές φορές θυμίζει έντονα κάτι προηγούμενο- χτυπάει ανάμεσα στα μάτια.  
ΤοRealize, ένα από τα πιο ενθουσιώδη εναρκτήρια κομμάτια  της δισκογραφίας τους, με moodακάθεκτο όπως το “Heatseeker”, ξυπνάει από τα πρώτα δευτερόλεπτα την ιδιαίτερη αίσθηση που μοιράζονται οι ανά τη γη AC/DCόβιοι. «ΓΑΜΩ!».  


Το “Rejection”, ένα πιο κοφτό “Shot Down In Flames” με στίχους που θα κάνουν τους δικαιωματιστές να πετάξουν καντήλες (“If you reject me, I'll take what I want - Take what I want - Disrespect me, and you get burned”), δίνειτη  θέση τουστο“Shot In The Dark”, την πρώτη γεύση που μας έδωσαν από το δίσκο, μέσα στον Οκτώβριο. Ακούγεται τετριμμένο, όμως με τις απανωτές ακροάσεις περνάει ύπουλα κάτω από το δέρμα.  Το Through the Mists Of Timeσε πρώτη ακρόαση μοιάζει με κάτι που έμεινε έξω από το “Black Ice”, όμως τα δεύτερα φωνητικά χρησιμοποιούνται έξυπνα και προσδίδουν στη σκληρή φωνή του Johnson μια διάσταση πραγματικής νοσταλγίας.
To Kick You When Youre Downείναι ένα μανιακό boogieπαράπονο, σχεδόν βλέπεις τον μακαρίτη Μάλκολμ να γκρινιάζει με την λεπτή, ένρινη φωνή του επειδή κάποια γυναίκα τον ξεβολεύει (από το άραγμα, από το στούντιο, απ’ ο,τιδήποτε).  
Η ροή σ’ ένα άλμπουμ σαν κι αυτό είναι τεράστια υπόθεση και στο “Power Up”  είναι μελετημένη να μεγεθύνει την επίδραση. Φτάνοντας στο Witchs Spell” – φέρνει κάπως στο “Sportin’ For A Fight”- πρωταγωνιστής αναγκάζεσαι να παραδεχθείς ότι είναι, εξίσου με τους Angus και Johnson αυτή η διαολεμένη η ρυθμική βάση -ο CliffWilliams και ο PhilRudd- που δεύτερή της δεν υπάρχει στον πλανήτη. Κάτι που ενισχύεται από το γρήγορο Demon Fire-σαν ένα outtakeτου “Safe In New York City” με πρωϊνές σηκωμάρες και το Wild Reputationμε τo cruisingfeeling ανάμεσα σε και “C.O.D.” και “Shot Of Love”. Το No Mans Land είναι πιθανόν το λιγώτερο αξιομνημόνευτο από όλο το άλμπουμ, το οποίο όμως κλείνει δυνατά – σε ευχάριστη αντίθεση με τα τελευταία τουλάχιστον 3 τους άλμπουμ που παραχώνουν τα λιγώτερο δυνατά κομμάτια προς το τέλος – με τρία καλοζυγισμένα χτυπήματα:
Το Systems Down με το θανατερό ρυθμό κι ένα σόλο σπάστα όλα. Το “Money Shot” με το άχαστο groove – σαν το “What Do You Do For Money Honey”, 40 χρόνια μετά το αυθεντικό- και τη ρεφραινάρα Doctor, what's the antidote? - Lady, try the money shot”. Και τέλος το σκληρόCode Redπου μας κρατάει σε επιφυλακή. 

Σημειωτέον ότι ο Angus, από το πρώτο κομμάτι μέχρι το τελευταίο, εξαπολύει τις πωρωτικές του ηλεκτροφόρες εκκενώσεις πιο υπολογισμένα και ελεγχόμενα σε έκταση, όπως τα τελευταία 20 χρόνια.  
Ο δίσκος, χωρίς να έχει κομμάτι – κράχτη, λειτουργεί σαν σύνολο πολύ καλύτερα από ο,τιδήποτε έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 30 χρόνια, όταν και μετατράπηκαν, θέλοντας και μη, σε μπάντα με single– λαγούς. Κατά τούτο, όντως διατρέχεται από το πνεύμα του Malcolm. Το οποίο, όπως θα έλεγε κι ο ίδιος ο μακαρίτης συνοψίζεται στο: “If I didn’t know any better, the mission is to party, ‘till broad daylight”.  
Αν θα είναι αυτό το τελευταίο τους άλμπουμ, κανείς δεν ξέρει. Σε περίπτωση που είναι, η ιστορία θα γράψει ότι μέχρι τέλους συμπύκνωσαν την ουσία του ροκ εν ρολ. Όπως, πάντως, φαίνεται από την ενέργεια που εκλύεται από το “Power Up”,  δεν πρόκειται για εξόδιο, αλλά για προειδοποίηση:  
«Το νου σας καργιόλια, ο Chuck Berry έπαιζε μέχρι τα ενενήντα».  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου