Hardcore Superstar: "Abrakadabra"

01/09/2022

Κατηγορία: Κριτικές

183

Οι Σουηδοί υπάρχουν από το 1997 και έχουν όρο ηλικίας λίγο κάτω από τα 50. τα πρώτα οκτώ χρόνια της ύπαρξής τους αμφιταλαντεύονταν μεταξύ του ‘90s cool rock χυλού, κάτι μεταξύ Green Day και Gun (της ύστερής τους μετάλλαξης).

 

Σημείωσαν επιτυχία στη Σουηδία, έκαναν κάτι περιοδείες στην Ευρώπη, έβαφαν όλοι τα μαλλιά τους μαύρα με έβαζαν στο μάτι ένα κιλό μάσκαρα για να δείχνουν σα χλωμά ξαδερφάκια κάποιας μπάντας από μη αγγλόφωνη χώρα με μόνιμο hangover.
Τζάμπα πήγαινε το όνομα δηλαδή.
Μετά από ένα διάλειμμα ενός χρόνου περίπου, το 2005 ήρθε η επιφοίτηση. Όχι ότι δεν το είχαν μέσα τους, ή ότι δανείστηκαν μουσική περσόνα. Απλώς, ειδαν το φως. Πατώντας στο νεύρο των Hanoi Rocks, των Ramones και των AC/DC και ποτίζοντάς το με τα πιο άφοβα βαρύτονα groove των ‘90s, επανεφηύραν τον εαυτό τους ως ένα hard rock σχήμα με κομμάτια που χτυπάνε ανάμεσα απ΄τα μάτια, φτιαγμένα για live μέχρι τελικής πτώσεως. Με επίγνωση ότι όλα έχουν παιχτεί από καλύτερους και στη μητρική αυτών γλώσσα, οι H.S. εδωσαν έμφαση εκεί που ως μεθοδικοί βορειοευρωπαίοι μπορούσαν: μελωδία, άριστη μίξη, ηχογράφηση top-class, παραδοσιακή δομή τραγουδιών με ριφ που κουνάει (και π΄ντα κάτι θυμίζει, χωρίς ποτέ να είναι κλεμμένο), ρυθμική βάση που δέρνει gang vocals και χώρο για αστροπελεκημένα σόλο, ρεφραίν, τέλος και πάμε με πόρωση στο επόμενο.
To ξεκίνημα έγινε το 2005 με το 5ο άλμπουμ με τίτλο το όνομά τους που έχει στο εξώφυλλο ένα σημένο αστέρι που το γραπώνει μια γυναικεία παλάμη με κόκκινα νύχια και τον ύμνο “We Don’t Celebrate Sundays”. Η συνέχεια γίνεται με τo πιο σκοτεινό “Dreaming In A Casket” και από κει και πέρα έλαβα χώρα δύο κρίσιμες αλλαγές. Πρώτον, μπαίνουν στο roster της Nuclear Blast, εταιρίας που τους διχειρίζεται πλέον ως hard rock/metal όνομα και δεύτερον αντικαθίσταται ο κιθαρίστας,Thomas Silver που ήταν μαζί τους από το ξεκίνημα. Πλέον, καρδιά του ήχου τους γίνεται ο Vic Zino, ένας επαγγελματίας δάσκαλος κιθάρας με πανοραμικό ήχο, διαβασμένος βιρτουόζος και ταυτόχρονα ένα αεικίνητο μουρλοκομείο.
Από το 2008 οι Hardcore Superstar γίνονται ένα κανονικό rock’n’roll animal. Μια πεπειραμένη συμμορία δεμένη με κοινά γούστα, προτιμήσεις, τατουάζ και διαπροσωπικούς δεσμούς δεκαετιών (ο 48χρονος τραγουδιστής Joke Bergreen και ο μπασίστας Martin Sandvik κανουν παρέα από το δημοτικό, ενώ ο λίγο μεγαλύτερός τους, πολυπράγμων Magnus “Adde” Adreasson που ζούσε στο L.A. γύρισε πίσω και συμμερίστηκε το όραμά τους, όχι μόνον ως ένας ντράμμερ που σπάζει κόκκλα, αλλά επιμελούμενος τα εξώφυλλα, τα logo, τα κλιπ, από τον πρώτο χρόνο ύπαρξής τους), η οποία περιοδεύει πλέον παγκόσμια και διαλαλεί την πραγμάτεια της επαγγελματικά, ασυμβίβαστα και πάνω απ’ όλα αυτοδιαχειριζόμενη το καλλιτεχνικό προϊόν.
Ο μπροστάρης της μπάντας Joke, λ.χ., ζει ακόμη στο Γκέτεμπορκ όπου μεγάλωσε και έχει τέσσερα παιδιά (από την ίδια γυναίκα), κάτι το οποίο δεν τον εμποδίζει να μεταμορφώνεται σε υστερικό ξωτικό που χτυπιέται πάνω  στη σκηνή.
Κάπως έτσι ήρθαν το “Beg For It” (2009, με το ομώνυμο να ξεχωρίζει), το “Split Your Lip” (2010, με τα “Last Call for Alcohol” και “What Did I Do”), το “C’Mon Take On Me” (2013, με τα εθιστικά “Because Of You” και “Above The Law”), “HCSS” (2015, με το “Don’t Mean Shit”, αλλά κάποια εύγευστα πειράματα όπως το “Touch The Sky”), για να φτάσουμε στο καλύτερο ίσως απ’ όλα “You Can’t Kill My Rock ‘N’ Roll” (2018, με τον ομώνυμο ύμνο –τον στρωμένο με τρυκάκι το ΖΖΤΟPειο “Legs”- και το επίσης θαυματοποιό “Electric Rider”). Η μπάντα, εκτός από το ότι είναι εγγύηση στη σκηνή, έχει πλέον γράψει τα χιλιόμετρα που ελάχιστοι με τέτοια πορεία τα έχουν καταφέρει ατόφιοι και επιμένοντες στη σύγχρονη ροκ σκηνή.
Μετά τα δύο χρόνια πανδημίας, επιστρέφουν με το “Abrakadabra”, την πιο ραφιναρισμένη, μελωδική και ατόφια hard rock κυκλοφορία τους εδώ και χρόνια.
To ομώνυμο κομμάτι “Abrakadabra” ξεκινά με μια σύντομη, ταιριαστά πομπώδη εισαγωγή για να καταλήξει σ΄ένα καλοζυγισμένο sing-along που θυμίζει The Darkness και. «Είναι για τους weekend warriors, που όταν φτάνει η Παρασκευή, πετάνε τα κοστούμια και τα ρούχα της δουλειάς και φοράνε τα δερμάτινα και τa τζην και βγαίνουν να ξεδώσουν με τους ομοίους τους», εξηγεί ο Jocke.
To “Influencer” με θέμα που θυμίζει –όχι και τόσο τυχαία- “Big City Nights”, κράζει την σύγχρονη ομώνυμη τάση της κενότητας που έχει πλέον επικρατήσει μέσα από τα social media. Στo “Forever and a Day” οι μελωδικές γραμμές και τα κοφτά ριφ φτιάχνουν έναν μικρό ύμνο στο ανυποχώρητο. Οι Superstar βαδίζοντας στη μέση ηλικία έχουν πάρει θέση:
Ανήκουν στην χωρίς ηλικία τάξη των ηρώων με τους οποίους μεγάλωσαν, μαζί με τους φανς τους. «Σιγά μην αλλάξω τώρα» είναι το μήνυμα, μαζί με το ότι αυτό είναι το πρώτο «κλασσικό» κομμάτι του νέου τους δίσκου.


Το οποίο ακολουθείται κολλητά από το δεύτερο. Το “Weep When You Die”. “Live For Today, Weep When You Die” λέει το ρεφραίν, άλλη μια πολύ συγκεκριμένη παρότρυνση νά’χεις τα μάτια ανοιχτά και να μην υποκύπτεις στην ευκολία της γκρίνιας και τη θλίψης. Γερή δόνηση, ένα μεσαίο μέρος με πρώτης κλάσης σόλο και χορωδιακό ρεφραίν.
Το “Give Me Α Smile” –κάπου το συμπαγές του ρυθμού παραπέμπει σε Εclipse- βαράει ωραία, ενώ οι ταχύτητες ανεβαίνουν στο “Catch Me If You Can” ένα αμολημένο κοπρόσκυλο με σόλο που τα χώνει, αρμονίζει και ξεχύνεται (στους παλαιομέταλλους θα θυμίσει …220 Volt).

Το “One For All”, ένα ακόμη σφηνάκι εφηβικής ενέργειας φτιαγμένο για να κατεβάζεται live, αφιερωμένο κι αυτό στη φυλή των fans (“loyal to you all”), φέρει άλλο ένα εκτυφλωτικό σόλο (ο Zino ξαναδίνει ρέστα). Το με ιδιόρρυθμο βιντεοκλιπ “Dreams in Red” και το φωνακλάδικο “Throw a Brick” δεν προσθέτουν, όμως ούτε και αφαιρούν τίποτε από τα θετικά του δίσκου. Τελευταίο έρχεται κλείνει σαν σε συναυλία, το «κλάσσικ ροκ άνθεμ».
Η ηλεκτροακουστική μπαλλάντα “Fighter” που δυναμώνει στο τέλος, υπογραμμίζει ξανά το κυρίαρχο στιχουργικό στίγμα : δε διστάζουμε να επιδείξουμε την ροκ ταυτότητά μας - αυτός είναι ο τρόπος ζωής μας και αυτό που έχουμε να πούμε.
Μια άριστη ευκαιρία να απολαύσετε ένα από τα καλύτερα no nonsense rock ‘n’ roll άλμπουμ που έχουν βγει φέτος και κυρίως να ξαναψάξετε τα άλμπουμ τους από το 2005 και μετά. Πρόκειται για τη σουηδική μετάλλαξη του ροκ-εν-ρολ, ανίατη και ζωηφόρο.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου