Saxon: "Hell, Fire And Damnation’’

01/04/2024

Κατηγορία: Κριτικές

774

Αυτό είναι το 24o άλμπουμ για τους Saxon, oι οποίοι εδώ και δεκαετίες, ηχογραφούν από μια δουλειά, σχεδόν κάθε δυο με τρία χρόνια και αυτό από μόνο του είναι άξιο θαυμασμού και ενδεχομένως, τα τελευταία 20 χρόνια κάθε άλμπουμ τους να μην είναι το ιδανικό και το τέλειο, όμως οφείλει να παραδεχθεί κανείς ότι ποτέ καμιά τους δημιουργία δεν ήταν αδιάφορη.

 

Ας σταθούμε σε μερικά αδιαμφισβήτητα και πραγματικά γεγονότα. Οι Saxon ήταν μέσα στους πρωτοπόρους αυτού που αποκαλούμε πλέον New Wave of British Heavy Metal. Πιο διακριτικοί, πιο "αθόρυβοι’’, πιο "δεύτεροι" ίσως σε σύγκριση με άλλα συγκροτήματα του είδους, κατόρθωσαν ωστόσο να δημιουργήσουν ένα μεγάλο, ψαγμένο και με την καλή έννοια πολύ φανατικό κοινό.
Στο "Hell, Fire And Damnation" έκαναν κάποιες πολύ έξυπνες κινήσεις. Προσέλαβαν ως παραγωγό τον βετεράνο Andy Sneap (Judas Priest, Exodus), τον oποίο είχαν βεβαίως και στο προηγούμενο, το "Carpe Diem’’. Eχουμε επίσης τον πρώην κιθαρίστα των Diamond Head, Brian Tatler στη θέση του  ιδρυτικού μέλους Paul Quinn, ο οποίος αποφάσισε να αποσυρθεί το 2022. Βεβαίως ο τελευταίος συμμετέχει ως guest σε ορισμένα τραγούδια. Και ναι, πέτυχαν διάνα με αυτήν την επιλογή. Και να σκεφτεί κανείς ότι τα τελευταία χρόνια δεν ήταν καθόλου εύκολα, καθώς τόσο ο Biff Byford, όσο και ο Nigel Glocker αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα υγείας, καρδιολογικά ο πρώτος, ενώ ο δεύτερος ανάρρωσε από εγκεφαλικό ανεύρυσμα. Ένας λόγος παραπάνω για να τους βγάλουμε το καπέλο έτσι και αλλιώς.
Στα 42 λεπτά που διαρκούν συνολικά όλα τα τραγούδια, κάνουν πέρα από τη μουσική, αυτό που επιτύγχαναν  πάντα καλά: να αφηγούνται ιστορίες, είτε φανταστικές, είτε μέσα από πραγματικά γεγονότα.
Tα δέκα τραγούδια που απαρτίζουν το άλμπουμ κινούνται στη σφαίρα του τρόμου, της επιστημονικής φαντασίας, σε σκοτεινές στιγμές και όχι μόνο της Ανθρώπινης Ιστορίας και γενικότερα σε καταστάσεις που χρήζουν συναρπαστικής αφήγησης.
Το ξεκίνημα είναι ενδιαφέρον με το "Prophecy’’ που είναι μια instrumental εισαγωγή, με την καταπληκτική αφήγηση από τον γνωστό ηθοποιό Brian Blessed, το οποίο μας οδηγεί απευθείας στο ομότιτλο τραγούδι "Hell, Fire and Damnation’’. Eδώ ο ήχος είναι ταχύς και σκληρός, όπως θα ταίριαζε σε ένα καθώς πρέπει metal track που εξιστορεί την αιώνια διαμάχη "Καλού και Κακού".
Πολύ πιο ενδιαφέρον μουσικά και αφηγηματικά είναι το "Madam Guillotine’’, του οποίου φυσικά το κεντρικό θέμα είναι ο αποκεφαλισμός της αριστοκράτισσας Μαρίας Αντουανέτας κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Εδώ το βάρος έχει πέσει στις κιθάρες στις οποίες έχει γίνει εξαιρετική δουλειά σε ένα τραγούδι που έχει και ρυθμό και μελωδία και είναι από τα πλέον αξιοπρόσεκτα του άλμπουμ.
Ta drums του Gloker μας βομβαρδίζουν κυριολεκτικά στο αυτί, κατά την εισαγωγή του "Fire And Steel’’ σε συνδυασμό με τις καταιγιστικές κιθάρες των Brian Tatler και Doug Scaratt, μας δίνουν ένα πολύ δυναμικό τραγούδι στα όρια του speed metal, που φέρνει κατευθείαν στο νου τις πλέον ένδοξες πρώτες μέρες του συγκροτήματος εκεί στις αρχές της δεκαετίας του '80.
Σε "άγρια επίπεδα’’ κινείται και το "There Is Something In Roswell’’ που έχει ως θέμα το περίφημο περιστατικό της θρυλούμενης συντριβής εξωγήινου διαστημοπλοίου στο Νέο Μεξικό στις ΗΠΑ το 1947. "Είναι φοβερή ιστορία’’ λέει ο Byford, "αυτή η ιστορία κυκλοφορεί εδώ και χρόνια, άρα κάτι πρέπει να έχει συμβεί στο Roswell, aκριβώς γιατί υπάρχει αυτή η φημολογία ακόμα’’.
Από μουσικής απόψεως το τραγούδι εγκλωβίζεται σε έναν επαναλαμβανόμενο μονότονο ρυθμό, χωρίς να είναι κακό όμως.
Eπιστροφή σε μάθημα Ιστορίας και πάλι με το "Kubla Khan And The Merchand Of Venice’’επικότατο, δυνατό, ένα τέλειο δείγμα παλαιομοδίτικου παραδοσιακού βρετανικού heavy metal τραγουδιού με εξαιρετικά καλογραμμένους στίχους.
Φυσικά το επίκεντρο του, είναι το θρυλικό  ταξίδι του Marco Polo, στην Κίνα και η συναντησή του με τον Μογγολικής καταγωγής αυτοκράτορα Kubla Khan.
To "Pirates Of The Airwaves’’, είναι άλλη μια περίπτωση που θυμίζει τις ένδοξες μέρες του συγκροτήματος στη χρυσή τους εποχή. Εντυπωσιακό intro με τα ηχητικά εφέ από τις παρεμβολές και τα παράσιτα που ακούγονται από παλιούς ραδιοφωνικούς δέκτες, δυναμική η κορύφωση στο ρεφρέν, πολύ καλά τα φωνητικά σε ένα από τα τραγούδια που ξεχωρίζουν σε αυτή τη συλλογή.
Άλλη μια επίσκεψη στην Ιστορία, επίσης μουσικά ενδιαφέρουσα και επιτυχημένη, το "1066’’ aφορά τα γεγονότα της εισβολής των Νορμανδών στην πατρίδα τους, την  Αγγλία το 1066. ’’In The Year 1066, the Saxons were slain…’’ τραγουδάει ο Byford σε ένα πανέξυπνο τρικ αυτοαναφοράς  που περιμέναμε χρόνια από αυτή τη μπάντα.
Μια αυθεντική αφήγηση τρόμου είναι το προτελευταίο, το "Witches Of Salem’’, ίσως το πιο heavy τραγούδι αυτής της συλλογής, κατασκότεινο, άγριο, brutal, αφηγείται φυσικά τις περίφημες δίκες και εκτελέσεις των γυναικών που κατηγορήθηκαν ως μάγισσες πριν από αιώνες στις ΗΠΑ. O Νιgel Glocker δίνει τον καλύτερό του εαυτό στα τύμπανα και οι κιθάρες δημιουργούν μια κυριολεκτικά μαύρη ατμόσφαιρα με τα καταιγιστικά riff.
Kλείσιμο του άλμπουμ με το "Super Charger’’, ένα τυπικό Saxon σκληρό τραγούδι δοσμένο με κέφι, απίστευτη ταχύτητα, με έναν ήχο που θυμίζει τα παλιά.
Τα συμπεράσματα είναι τα εξής. O 72χρονος Βiff Byford, όχι απλώς αντέχει, αλλά η φωνή του είναι σε αξιοθαύμαστη φόρμα.
Το ίδιο και ο drummer Nigel Glocker. Ο τελευταίος μάλιστα ξεχωρίζει μάλιστα για την απίστευτη ενέργεια και το εκπληκτικό πάθος που προσδίδει σε ορισμένα τραγούδια ενώ η καινούρια προσθήκη, ο Brian Tatler, προσφέρει τα μέγιστα και δένει πολύ όμορφα με το υπόλοιπο γκρουπ.
Σερβίροντας αγνό, τίμιο  και καθαρό βρετανικό heavy metal, οι Saxon, δείχνουν ότι σέβονται απόλυτα το κοινό τους, όσο λίγα συγκροτήματα σήμερα. Το "Hell, Fire and Damnation’’ μπορεί να μην είναι αριστούργημα που θα θέλαμε, είναι ωστόσο ένα δυνατό και άξιο της φήμης τους άλμπουμ και δεν μπορεί παρά να υποκλιθούμε!
 
Δημήτρης Πολίτης




// Old Time Rock

// Live Favorites