BRYAN ADAMS: "Reckless"

01/03/2015

Κατηγορία: Old Time Rock

5049

Πόσους Μάηδες μετράς αγαπητέ αναγνώστη; Γιατί αν μετράς λιγώτερους από 40, το “Reckless” του Bryan Adams πιθανόν να σου φαίνεται ένα νερωμένο "εμπορικό" άλμπουμ που μέχρι το Νοέμβριο του 2014 δεν είχε κυκλοφορήσει σε έκδοση remastered για να σου κινήσει την περιέργεια. Επίσης πιθανόν να πιστεύεις ότι τα eighties στην Ελλάδα ήταν οι Guns N’ Roses και ο Στάθης Ψάλτης.

 

Σου δίνω, για τη χαρά της συζήτησης κάποιο δίκιο.
Γιατί δεν γίνεται να θυμάσαι την ταραχή που επικρατούσε στα πάρτυ όταν έμπαινε το “Run To You”. Ή το σκίρτημα όταν έσβηναν τα φώτα και έμπαινε το “Heaven”.

Όντως, μερικά άλμπουμ δύσκολα μπορούν να εκτιμηθούν έξω από την εποχή τους και χωριστά από αυτήν. Σε κάθε άκουσμα ανασύρουν τον ήχο και τις εικόνες της εποχής τους με χαρακτηριστική, αγέραστη δύναμη. Γι΄αυτό λέγονται συνοπτικά και κλασσικά.
Το “Reckless” ήταν η τέταρτη δισκογραφική προσπάθεια του 25χρονου γεννημένου στο Οντάριο, γιου άγγλων μεταναστών στα 50s, Bryan Adams. Έχοντας από το ’78 συστήσει ένα καρπερό συνθετικό δίδυμο με τον επίσης Καναδό συνθέτη Jim Vallance, το ’83 είχε καταφέρει να κάνει άλμα προς την πλατίνα (ήτοι ένα στρογγυλό μύριο αντίτυπα στις Η.Π.Α.), αφού τα single, “Straight From The Heart” (US#10, 28/5/83), “Cuts Like A Knife” (US#15, 6/8/83) και “This Time” (US#24, 29/10/83) από το lp “Cuts Like A Knife” ταίριαξαν γάντι στα απλοϊκά ραδιοφονοκρατούμενα γούστα της εποχής.
Με το “Reckless”, το δίδυμο Adams/Vallance αυτή τη φορά έκανε διατριβή στο τί χρειαζόταν για να σαρωθούν ραδιοκύματα και κατάλογοι επιτυχιών και το συνέθεσε. Μικρά σε διάρκεια, ραφιναρισμένα κομμάτια, χωρίς φιοριτούρες, με ξερή κιθάρα (μόνον υποψίες σόλο), δυνατή ρυθμική βάση, τα κήμπορντς προσεκτική οπισθοφυλακή για στρογγύλεμα του ήχου και πάνω απ΄όλα η γδαρμένη και εγκάρδια ερμηνεία του ίδιου του Adams. Αυτό περιέχει το “Reckless”: Δέκα κομμάτια ικανά να ακούγονται το ίδιο ξεκάθαρα από to built-in ραδιόφωνο της Βuick τα ζεστά Σαββατόβραδα στην Tampa, από τα high-tech JVC ηχοσυστήματα σαλονιού που είχαν κατακτήσει την Ευρώπη, από τους mainstream ραδιοσταθμούς του Δυτικού Βερολίνου, αλλά και από τις κασσέτες Α&Μ που χώνονταν βιαστικά στα Sony walkman λυκειόπαιδων όπως o yours truly.
Το τελικό touch στον ήχο οφείλεται σε ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ηχοληψίας (Bob Clearmountain), ο οποίος αναφέρεται φαρδύς – πλατύς ως παραγωγός στο οπισθόφυλλο. Σε μια εγκυκλοπαίδεια τσέπης για το ροκ, στο λήμμα ’’A.O.R. Americana”, η αναφορά του “Reckless”, μοιάζει, χωρίς μεγάλη υπερβολή, αρκετή.
Όσο για τα βίντεο-κλιπ; Κανείς δεν είχε γοητεύσει τόσο ακαριαία εμφανιζόμενος στη σκηνή με ιδρωμένο λευκό φανελλάκι και στενό (ούτε καν σκισμένο) τζην  (“Somebody”). Κανείς –πλην μεταλλάδων- δεν είχε φορέσει μαύρο πέτσινο μπουφάν πάνω από καρώ κόκκινο – μαύρο πουκάμισο (“Summer Of ‘69”) και κανείς δεν είχε τόσο γήινη “αγαπημένη” (όπως η γλυκιά ύπαρξη στα “Run To You”, “Summer Of ’69”).
Ο Bryan Adams κατέκτησε το σύμπαν σε κάτι περισσότερο από 12 μήνες κάνοντας καταδική του μια τόσο αλάθητη συνταγή απλότητας, ακόμη και από μάστορες του είδους με σταθερή τότε δισκογραφική παρουσία (βλέπε Peter Wolf, Rick Springfield, Greg Kihn). Το άλμπουμ κυκλοφορεί Νοέμβριο του ’84, σχετικά χαμηλόφωνα. Και ξεκινά, με όπλο του τα κομμάτια, έναν παλιρροϊκό γύρο θριάμβου.
Στις 19/1/85 το πρώτο single, “Run To You”, φθάνει στο Νο 6 του Billboard και στις 9/2/85 περνά ξυστά από το βρεττανικό top-10 (#11), βοηθούμενο και από το νοσταλγικό βίντεο-κλιπ. Τον Μάρτιο, ενώ είναι παίζει support της Tina Turner (το “Private Dancer” στις δόξες του) το άλμπουμ φτάνει Νο 7 στην Βρεττανία, ενώ στην απέναντι όχθη, μόλις στις 6/4/85, το “Somebody” φτάνει θριαμβευτικά στο Νο 11. Για να έρθει, στις 22 Ιουνίου η κορυφή του Billboard με την μπαλάντα – μαχαιριά για κάθε ρομαντική ψυχή, το “Heaven”.
Επιστέγασμα το ότι στις 13/7, την ημέρα όπου όλος ο πλανήτης είναι καρφωμένος στην τηλεόραση, ο Adams ανοίγει το αμερικανικό σκέλος του Live Aid, στο στάδιο JFK της Philadelphia. Τον Αύγουστο του ’85, μετά από 38 εβδομάδες κυκλοφορίας, το “Reckless” εκτοπίζει τον Phil Collins και σκαρφαλώνει στο Νο 1 των άλμπουμ, ενώ η -παγκόσμια πλέον- περιοδεία με την Tina Turner συνεχίζεται και το “Summer Of ‘69” σουμάρει ένα αξέχαστο μουσικό καλοκαίρι για τα εκατομμύρια που βιώνουν την ευδαιμονία της τελευταίας ξένοιαστης δεκαετίας (US#5, 31/8/85). Οι μάζες όμως θέλουν κι άλλο. Έχουν βρει τον δικό τους, απενοχοποιημένο clean cut ροκά. Δεν είναι 35 όπως το «Αφεντικό», δεν είναι ψευτοπανκ όπως ο Billy Idol, ούτε αναβίωση των early sixties όπως ο Huey Lewis. Μιλάει κατευθείαν στη γενιά που αδημονεί να περάσει καλά, εδώ και τώρα :
One night love affair, pretending we don’t care, we’re both reaching out for something” “One Night Love Affair”, US#13, 9/11/85). Ως τελική, θά’ λεγε κανείς, επιβράβευση από την παλιά ροκ φρουρά στην καινούρια, το αξέχαστο ντουέτο με την Tina Turner (“It’s Only Love”) φτάνει κι αυτό στο Νο 15 του Billboard, τον Ιανουάριο του 1986 (στις 15/9/86 το αντίστοιχο βίντεο κερδίζει το βραβείο της καλύτερης εμφάνισης επί σκηνής στα 3α MTV Music Awards).
Μέσα σε 14 μήνες, έξι κομμάτια από τα δέκα του δίσκου έχουν γίνει μεγάλες επιτυχίες και ο Bryan Adams έχει γίνει κορυφαίο όνομα.   
Το “Reckless” έχει πουλήσει μέρι σήμερα πάνω από 8 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως (5 μόνο στις Η.Π.Α.) και τα βραβεία που έχει πάρει είναι πολυάριθμα. Άλλαξε οπωσδήποτε την καρριέρα του Bryan Adams, ο οποίος πάντως αργότερα γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, εντασσόμενος στο mainstream στην τελευταία προ του grunge συμβατική μουσική συγκυρία (Φθινόπωρο του 1991, με το “Waking Up The Neighbors” και το “Everything I Do…”).
Το πέρασμα των χρόνων κατέταξε τον Adams και πολλούς σαν κι αυτόν υπό την αδίστακτα απαξιωτική και εν πολλοίς ανιστόρητη κατηγορία του “corporate rock”. Δεν είναι τραγούδια αυτά, λέει, ακόμη και σήμερα, μια μερίδα της κριτικής ιντελιγκέντσιας, είναι “πατέντες με ρεφρέν”. “Ψευτο-ροκ για την γενιά της ψευδαίσθησης και της προσποίησης” και τέτοια. Χωρίς να πρέπει να παίρνει κανείς τοις μετρητοίς τέτοιους κρυφοθιασώτες των Depeche Mode και αποφεύγοντας ευγενικά να αναρωτηθούμε εάν ενδεχομένως οι χυλόπιτες που έτρωγαν στα eighties τους έχουν κάνει τόσο κυνικούς, να τους θυμήσουμε τα εξής : πρώτον, ότι τον Ιούλιο του ’88 (Ριζούπολη) και τον Μάϊο του ’92 (Λεωφόρο) είχαμε και στην Ελλάδα, όταν αναμφισβήτητα ο Adams ήταν στα πάνω του, την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι με όπλο πάλι μόνο τα τραγούδια, μας είχε χαρίσει στέρεες ροκ νύχτες, γεμάτες συναίσθημα, κάτι που πολλοί νεόκοποι ψευτο-σταρ με τα προηχογραφημένα χαλιά και τα ...μπαλέτα δεν το καταφέρνουν ούτε στα όνειρά τους.
Και δεύτερον, ότι, με ή και χωρίς τον Vallance, o Adams έγραψε και γράφει τραγούδια. Και αν στα 25 του κατάφερε να υπογράψει κομμάτια τόσο ατόφια (“Somebody”, Kids Wanna Rock”), νοσταλγικά (“Summer Of ’69”), ή ρομαντικά (“Run To You”, “Heaven”) και να τα συγκεντρώσει σ΄ένα μόνο άλμπουμ, αυτό και μόνο είναι αρκετό για όσους δεν είναι μεγαλομανείς της μουσικής. Ούτως ή άλλως, για τον μουσικόφιλο κάθε είδους, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, η ευδαιμονία δεν είναι μόνον η αναζήτηση του “καινούριου”, αλλά και η νοσταλγία της επανάληψης του βιώματος.
Ιδίως όταν το βίωμα είναι μια ηχητική ταυτότητα που φέρνει πίσω ηλικίες και εποχές ευφορικές.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου