Bryan Ferry: "Boys and Girls"

27/09/2019

Κατηγορία: Old Time Rock

7809

Ως ακροατής, για να πιάσει κανείς την αύρα ενός σημαντικού άλμπουμ γεννημένου οποτεδήποτε μέσα στην «εποχή του ροκ» (1955-1990), απαιτείται εξάσκηση, μικρή προκατάληψη και αντιστρόφως μεγάλη προσοχή (το να «ξέρεις νότες» φωτίζει επίσης αρκετά διαφορετικά το άκουσμα).

 

Όταν όμως ο ακροατής έχει υπάρξει και αυτοπρόσωπος δέκτης αυτής της αύρας, εάν δηλαδή ήταν εκεί όταν τα τραγούδια του μετέπειτα καθιερωμένου δίσκου πρωτοακούγονταν στις καφετέριες, πολιορκούσαν το μυαλό στις ντίσκο, στα μπιλιάρδα και στα ραδιοκύματα, γράφονταν σε κασσέτες και κυκλοφορούσαν στους διπλούς δίσκους επιτυχιών  λίγο πριν τα Χριστούγεννα («ο δίσκος που διαφημίζεται στην τηλεόραση»), τότε είναι πολύ λιγώτερο ανύποπτος και αμερόληπτος.
Γιατί στην περίπτωση αυτή, ο ακροατής, πριν καν συγκροτήσει κατασταλαγμένα ήθη ακρόασης, έχει βιώσει το εκάστοτε «κλασσικό» άλμπουμ πρώτα και πριν απ΄όλα ως κομμάτι από το σάουντρακ της ζωής του.  
 
Αυτή περίπου είναι η συνθήκη μέσα στην οποία η γενιά των 40plus ξαναεπισκέπτεται τα κομμάτια του "Boys And Girls" του 6ου στούντιο άλμπουμ του 40χρονου τότε πρώην frontman των Roxy Music, που κυκλοφόρησε αρχές καλοκαιριού του '85 και απέκτησε διαστάσεις θριάμβου -ιδίως στην Ευρώπη - τον ίδιο χειμώνα.
 
Στο χρονικό εκείνο σημείο, ο δανδής των διαλυμένων απ΄το '82 Roxy Music έτεινε να γίνει μια ελίτ υποσημείωση για τα μαζικά ακούσματα. Μετά το "Avalon", η μουσική γενιά είχε αλλάξει, τα πρότυπα ελαφρύνει και οι ποπ περιστροφές κυριαρχούσαν στις δισκογραφίες όλων των «μεγάλων» των '70s. Και τότε ήρθε το "Live Aid". Η τηλεοπτική προβολή του, σε (έστω πετσοκομμένη) μαγνητοσκόπηση τον Αύγουστο του '85 από την ΕΡΤ, έγινε σε μια νύχτα ένα πολιτισμικό ξέφωτο για όλα τα δημοφιλή είδη μουσικής. Μετά την εμφάνιση του Bryan Ferry εκεί, τα μουσικά περιοδικά -σε εύρισκαν χωρίς να τα αναζητήσεις, σε κάθε περίπτερο- και το «Μουσικόραμα» (η εβδομαδιαία τηλεοπτική λιτανεία για το τί ακούγεται παραέξω), έβαζαν συνεχώς φωτογραφίες του εξωφύλλου και του ίδιου του Ferry (με τον καπνό απ΄το τσιγάρο να αιωρείται) δίπλα στου Sting, του Phil Collins, του Jagger και της Tina Turner.
 
Αυτό που είδαμε εκείνον τον Αύγουστο ήταν έναν πανύψηλο τύπο (με δίπλα του τον David Gilmour των Floyd στην κιθάρα) να ερμηνεύει μορφάζοντας με μισόκλειστα μάτια, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε, χωρίς να μπορούμε να καταλήξουμε: είναι επειδή η φράντζα του κρύβει το ένα μάτι ή επειδή είναι θολωμένος από τις εκδηλώσεις λατρείας των γυναικών στις πρώτες σειρές; Το ποζάρισμα και η φωνητικές του ακροβασίες είχαν αρκετή ηδυπάθεια για να προμηθεύσουν κάθε θηλυκό άνω των 15 με φαντασιώσεις ανδρικής ωριμότητας και συγχρόνως να κάνουν κάθε αρσενικό τηνέϊτζερ από την Ομάχα μέχρι την Οσάκα που ψαχούλευε τα ροκ αντανακλαστικά του να φτύνει κάτω με ζήλια και να ψάχνει ν' ακούσει το συντομώτερο δυνατό Twisted Sister (αναλόγως της βαθμίδας της ακμής του) ή Wipers (αν περνούσε φάση "καλύτερα μόνος και loser") για να έρθει στα ίσα του.
 
Το στυλ και η δημοφιλία "Boys And Girls" εκτοξεύθηκαν γρήγορα, γιατί το άλμπουμ ακουγόταν παντού. Στα πειρατικά ραδιόφωνα, στις ντισκοτέκ πριν την έναρξη του προγράμματος, στις καφετέριες -με τις παραταγμένες απ΄έξω σα γύφτικα σκεπάρνια XT- που έβαζαν στα πατάρια τους βιντεοκασσέτες με τα «καινούρια». Ήταν ο ήχος της εποχής. Ακαταμάχητα ποπ για να σου βάλει λίγο χορό στο αίμα, με μια πρέζα ροκ για να μην τον αγνοήσεις. Πεντακάθαρος, ερωτικός, μεθυστικός.
 
Βιτρίνα του ένα τραγούδι - οπτικοποιημένο όνειρο, το "Slave To Love".



Από τα μετρημένα στα δάχτυλα κομμάτια της δεκαετίας του '80 που συνδέθηκε άρρηκτα με το βίντεο κλιπ του, δημιούργησε μόδα σε κοστούμια, γυαλιά ηλίου, ανδρικά και γυναικεία κουρέματα και έφερε για τα καλά τους διευθυντές φωτογραφίας και τα μακρύταλα μοντέλα στη βιομηχανία φαντασιώσεων του MTV. Τραγούδι που φάνηκε εξαρχής ότι θα μακροημερεύσει, καθώς τον επόμενο ενάμισυ χρόνο, γνώρισε δεύτερο γύρο τρομερής δημοφιλίας, μέσα από την ταινία-φετίχ «9 ½ Weeks», ντύνοντας ένα επικό μοντάζ σκηνών του Άντριαν Λιν με τον Μίκυ Ρουρκ να αποθεώνει την Κιμ Μπάσινγκερ πολλαπλώς.

Και δεν είχε μόνο αυτό το κινηματογραφικής διάστασης κομμάτι ο δίσκος. Ο Bryan Ferry, ο γνωστός αυτάρεσκος crooner με τα σκούρα σακκάκια που εκφέρει τις νότες αχνά και σβήνει τους στίχους υποκείμενος σ΄ένα αδιευκρίνιστο πάθος ακούγεται πιο μεστός από ποτέ. Όμως γύρω του απλώνεται ένα ηχητικό χαλί (ηχοληψία state of the art, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα), στο οποίο αφήνουν ευδιάκριτα ίχνη του προσωπικού τους ύφους μεγάλοι guest και session μουσικοί.
Ο άνθρωπος πίσω απ΄αυτή την ατμόσφαιρα, ο παραγωγός
Rhett Davis δεν είναι κανένας διεκπεραιωτής της σειράς. Εφευρετικός στο στούντιο και λάτρης της τεχνολογίας, από τα 25 έως και τα 34 χρόνια του (τέλη του '83, όταν και ξεκίνησαν οι ηχογραφήσεις του "Boys & Girls"), είχε καθήσει πίσω από κονσόλες μεγάλων στούντιο, είτε ως παραγωγός, είτε ως ηχολήπτης, για έργα τεράστιων ονομάτων. Genesis, Roxy Music, King Crimson, Robert Palmer, Dire Straits, Talking Heads, τα πρώτα προσωπικά του ίδιου του Ferry και ιδίως στα άλμπουμ του αρχιμάστορα του αβάν γκαρντ Brian Eno. Για τον δε ηχολήπτη τον υπεύθυνο για τη μίξη Bob Clearmountain, δεν χρειάζονται πολλά - πολλά (Stones, Springsteen, Toto, Bryan Adams, David Bowie, Huey Lewis, Pretenders, Men At Work και καμιά εκατοντάδα άλλοι). Από το παλμαρέ των δύο αυτών, μπορεί κανείς να πιάσει εύκολα πώς σ΄αυτό το άλμπουμ ενώ κινούνται μέσα στις αυστηρές επιταγές 8 ρυθμικών «εμπορικών» τραγουδιών, παίζουν με τους λεπτούς χρωματισμούς οργάνων και ηχητικών επενδύσεων τόσο πετυχημένα, ώστε ακόμη και μετά από δεκάδες ακροάσεις αναδεικνύονται καλοκρυμμένες λεπτομέρειες.
Σε φράσεις της κιθάρας του
Gilmour, σε μετρημένους αβανταδορισμούς του μπάσου (Tony Levin και κυρίως Marcus Miller, τί χρειάζεται να προσθέσει κανείς;) και σε φθόγγους γεμάτους νέον ρομαντισμό από το άλτο σαξόφωνο του David Sanborn. Στο εναρκτήριο "Sensation", κάθε πιατίνι ακούγεται.
Η μπασογραμμή του "
Don't Stop The Dance" (με τα αμέτρητα remix έκτοτε) γίνεται ο καμβάς για εκατομμύρια νύχτες στα "in" κλαμπ όλων των μεγαλουπόλεων του πλανήτη.

 


Στο μυστηριώδες "Windswept" (μετά τη μονόλεπτη εισαγωγή "A Waste Land") η κιθάρα του Gilmour ακροπατεί μοναδικά ("Oh baby, don't leave me there - With a low whisper, windswept on the air - You say, "It's nothing but a game to play" - Oh, I'm feeling swept away"), ενώ το "The Chosen One", ένα πυρετώδες ηλεκτρο-φανκ με οδηγό το μπάσο και εφέ από βιολιά, αλλάζει ταχύτητα. Στο σκοτεινά ερωτικό "Valentine" είναι η σειρά του Mark Knopfler να ζωγραφίσει ("Happiness - Hard to get, Valentine in hand"), ενώ στο "Stone Woman" (και πάλι με ευδιάκριτον Gilmour) συνοψίζεται ο μετεωρισμός του alpha male των eighties:

μεταξύ κενότητας, μοναξιάς και one night stands, ένα πρότυπο με το οποίο αναμετρώνται «αι γενεαί πάσαι» των αρρένων μέχρι και σήμερα ("What do you see on the street tonight - nothing - But another heartbreak hotel - Stranger - you' re the only friend tonight - Pick a number and ring the bell - Let's be cool about it now").
Το υπνωτιστικό ομώνυμο "Boys And Girls" κλείνει το δίσκο με έντονη την ambient / Brian Eno ατμόσφαιρα να ταιριάζει με τη νεκρή φύση του βίντεο. Είναι ένα άλμπουμ για τις σχέσεις, μέσα απ΄τη φωνή ενός σταμπαρισμένου ρομαντικού (Ferry), φτιαγμένο από δύο μαέστρους τεχνοκράτες (Rhett Davis, Bob Clearmountain) και αφημένο ελεύθερο στα μισά του '85, σε μια ηδονιστική μέχρι κυνισμού εποχή.
 
Από τότε προκάλεσε παλιρροιακό κύμα τέτοιο, ώστε ακόμη και σήμερα καταλαμβάνει τον μουσικοδίφη ακροατή χωρίς κόπο. Στα παιδιά της εποχής, είπαμε, έχει γίνει από νωρίς η ζημιά.
 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου