Το Μελωδικό "Mayday" των ξεχασμένων Gunshy

26/05/2022

Κατηγορία: Old Time Rock

876

GUNSHY… με αυτό το όνομα πιθανότατα μόνο οι μυημένοι στο μελωδικό ροκ της δεκαετίας του '90 μπορούν να συσχετιστούν. Εξ ου και ένα σύντομο βιογραφικό αυτού του ελβετικού συγκροτήματος.

 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ο τραγουδιστής John Luke, ο πληκτράς Patrick Reilly και ο μπασίστας Mark Levin ίδρυσαν το συγκρότημα OXIDO, το οποίο λειτουργούσε στο τότε άκρως μοντέρνο μελωδικό ροκ στυλ και κυκλοφόρησε το μοναδικό άλμπουμ "Breaking Down The Walls" το 1990, που δυστυχώς δεν είχε μεγάλη επιτυχία (σπάνιο σήμερα!).
Έτσι οι OXIDO διαλύθηκαν και λίγα χρόνια μετά μία νέα μπάντα με επιπλέον μουσικούς και ξεκίνησαν τους GUNSHY (δεν πρέπει να συγχέονται με τους GUN SHY, ένα εξαιρετικό hard rock/glam metal συγκρότημα από τη Φιλαδέλφεια).
Το 1995 οι GUNSHY κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους, το "Mayday" στη γερμανική εταιρεία Long Island Records. Στο στούντιο συμμετείχαν οι εξέχοντες μουσικοί όπως ο Jamie St. James (BLACK'N BLUE), ο Todd Jensen (HARDLINE, HARLOW), ο Tommy Thayer (BLACK'N BLUE, HARLOW, KISS), ο Scott Reece, και ο θρυλικός Pat Regan (RAINBOW, MR.BIG, HARLOW, SHOTGUN MESSIAH, KISS, DEEP PURPLE).
Τώρα η Lions Pride Music υπό την αιγίδα του λάτρη και μουσικού "μαικήνα" της Ελλάδας σε ό,τι  αφορά το μελωδικό ροκ, Chris Siloma, ανακάλυψε αυτό το "κόσμημα" και το επανακυκλοφόρησε. Έχει νόημα μετά από σχεδόν 30 χρόνια; Απολύτως! Γιατί αυτή η μουσική είναι και πάλι δημοφιλής!
Οι λάτρεις των FIREHOUSE, VON GROOVE, BON JOVI, HARLEQUIN, NO SWEAT και AUTOGRAPH θα έχουν δάκρυα χαράς στα μάτια τους με αυτές τις μελωδίες  που απαρτίζουν τον δίσκο. Οι Ελβετοί ξαφνιάζουν με πιασάρικες μελωδίες, υπέροχα ρεφρέν, ποικίλες αλλαγές ρυθμού, εκφραστικό τραγουδιστή, εντυπωσιακά χορωδιακά φωνητικά.
Οι Gunshy μου θυμίζουν μια διασταύρωση του hard rock  των Tesla σε συνδυασμό με ένα πιο κομψό, πιο μελωδικό συγκρότημα όπως οι Danger Danger ή ίσως λίγο περισσότερο όπως οι Baton Rouge. Φυσικά, στο "Superstition" θα γίνουν συγκρίσεις με τους Extreme, αλλά είναι άκρως ενδιαφέρουσα η διασκευή. Ο ερμηνευτής John Luke έχει ηχόχρωμα Jon Bon Jovi στο φωνητικό του στυλ ή ίσως για κάποιους περισσότερο Eric Martin (Mr. Big) και εξαρτάται πραγματικά από τα τραγούδια, στα οποία θα "βουτήξουμε" στην συνέχεια.
Το άλμπουμ ξεκινά με, το μαντέψατε, μια εισαγωγή. Αυτή είναι η επικοινωνία μεταξύ ενός πιλότου μαχητικού (με βάση το εξώφυλλο του άλμπουμ) και του πύργου ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας. Είναι σύντομο, δεν είναι καθόλου μουσικό και δεν εξυπηρετεί κανέναν πραγματικό σκοπό, αλλά δεν αποσπά την προσοχή, υποθέτω.
Έτσι μπαίνει κατευθείαν στο εκπληκτικό "Ticket 2 Heaven", ένα τραγούδι που, δομικά, μου θυμίζει πολύ την εποχή του "Great Radio Controversy" των Tesla, ειδικά στον τρόπο που ξετυλίγεται  το ρεφρέν. Ένα εξαιρετικό σόλο κιθάρας από τον DiBiasi (ένα από τα πολλά τέτοια σόλο στον δίσκο) "σκίζει" το κομμάτι μετά το δεύτερο ρεφρέν, και είναι αμέσως προφανές ότι αυτή η μπάντα είχε πολλά να παρουσιάσει!
Το "You Take My Heart" έχει μια ενδιαφέρουσα εισαγωγή/δημιουργία από  κρουστά και  ηχεί πολύ "Top Gun" (πιστέψτε με, θα καταλάβετε τι εννοώ όταν το ακούσετε) η γραμμή κιθάρας μπαίνει στο τραγούδι μαζί με ένα πανέμορφο κρεσέντο πλήκτρων.
Το κομμάτι εξελίσσεται περισσότερο σε ένα μελωδικό hard rock "υφάδι" από αυτό το σημείο, με το τραγούδι σίγουρα να θυμίζει  κάτι από  Danger Danger, πανέμορφο πραγματικά και στα φωνητικά.


Το "Last Chance" συνεχίζει σε αυτό το πνεύμα, ενσωματώνοντας μια γραμμή κιθάρας της δεκαετίας του '80 και στυλ στα πλήκτρα που θυμίζει  σε ένα mainstream ροκ ραδιοφωνικό τραγούδι που βρίσκεται κάπου μεταξύ μπαλάντας και ροκάδικου άσματος μεσαίου ρυθμού.Οι δε υπέροχοι Whitesnake είναι "παρόντες" καθώς το σολάρισμα στην κιθάρα θυμίζει απίστευτα "The Deeper the Love". Σε αυτά τρία τραγούδια, γίνεται εξαιρετικά προφανές ότι αυτοί οι τύποι είναι απλά πολύ σπουδαίοι μουσικοί, καθώς έχουν όλες τις δεξιότητες στην συγγραφή τραγουδιών και τη μουσική για να έχουν ανταγωνιστεί τόσα πολλά από τα συγκροτήματα που βρήκαν τον δρόμο τους στα ροκ ραδιόφωνα και το MTV της δεκαετίας του '80, και πιθανότατα όχι μόνο στο Headbanger's Ball. Νομίζω ότι αυτοί οι μουσικάρες  θα μπορούσαν να έχουν "σκαρφαλώσει" άνετα  στο Top 40.
Το "Fool" βρίσκει ξανά το δρόμο του στην εποχή του δεύτερου άλμπουμ των Tesla, και πάλι κυρίως με τον τρόπο που είναι δομημένο το ρεφρέν και το στυλ που τραγουδά ο  Luke. Τούτου λεχθέντος, το σόλο κιθάρας είναι περισσότερο στυλ "Hollywood hair" από οτιδήποτε ακούτε συνήθως από τους Tesla, αλλά νομίζω ότι μόλις ακούσετε το τμήμα του ρεφρέν και μετά το συγκρίνετε με τα "Makin' Magic" ή  "Flight To Nowhere", ή "Lady Luck" και όλες αυτές τις τραγουδάρες που ακούγαμε, θα ξέρετε ακριβώς σε τι αναφέρομαι.
Η μόνη αληθινή μπαλάντα του άλμπουμ έρχεται στη συνέχεια και είναι εξαιρετική. Τα πλήκτρα, με τη μορφή ηλεκτρικού πιάνου, παίζουν κυρίαρχο ρόλο εδώ με την φωνητική συνεπικουρία του Luke και  το σόλο από τον DiBiasi: σπουδαίος συνδυασμός καθώς  τα φωνητικά είναι σπουδαίας αρμονίας και τα  σόλο στην κιθάρα είναι εξαιρετικά. Έχω την αίσθηση ότι το συγκρότημα οδηγήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση από ένα στέλεχος δισκογραφικής κάπου και μετά το άλμπουμ άργησε πολύ να πάρει το airplay που πιθανότατα θα είχε συγκεντρώσει αυτό το τραγούδι λίγα χρόνια νωρίτερα. Ποιος ξέρει…
Όλα αυτά τα χρόνια, έχω ακούσει συγκροτήματα να διασκευάζουν μια μεγάλη ποικιλία από τραγούδια και στυλ, αλλά από όσο γνωρίζω, δεν είχα ακούσει κανέναν του μελωδικού χώρου να ασχολείται με τον Stevie Wonder (ο μέγιστος Ian Gillan  που διασκευάζει το τραγούδι αυτό το απογειώνει) μέχρι τώρα.
Μερικά παράξενα ηχητικά εφέ (ένα ποτήρι σπάει και ένα μωρό που κλαίει) ξεκινούν το τραγούδι και το μουσικό ταλέντο της μπάντας γίνεται αμέσως εμφανές. Οι Gunshy όχι μόνο αντιμετωπίζουν τον θρύλο της R&B με ευπρέπεια, αλλά διασκευάζουν εξαιρετικά ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του, το "Superstition". Θυμάμαι ότι άκουσα για πρώτη φορά αυτό το τραγούδι ως παιδί στις αρχές  της δεκαετίας του '80 και είναι ένα κομμάτι που έχω "κολλήσει" για νοσταλγικούς λόγους, φαινομενικά για πάντα. Έτσι, το να ακούω μια μπάντα που είναι πολύ περισσότερο στο στυλ μου από τον Stevie Wonder να ασχολείται με το κομμάτι ήταν κάτι πολύ σπουδαίο και πρωτοφανές για μένα! Όπως ανέφερα στην αρχική παράγραφο, θα μπορούσατε να σκεφτείτε ότι ένα συγκρότημα όπως οι Extreme μπορεί να παίξει ένα funky κομμάτι όπως αυτό, με ένα κομμάτι κόρνα (υποθέτω ότι το χειρίζονται τα πλήκτρα, καθώς δεν αναφέρεται κανένα τμήμα πνευστών εδώ), αλλά το να πούμε ότι οι Gunshy αποθεώνουν  αυτό το τραγούδι θα ήταν πραγματικά τιμητικό. Τα φωνητικά του Luke αποκτούν μια αυθεντική ποιότητα που ταιριάζει απόλυτα στη μουσική εδώ, και είναι προφανές ότι έχει μια έκρηξη σε αυτό το κομμάτι. Για άλλη μια φορά, τα "ακροβατικά" της κιθάρας του DiBiasi είναι απλά εκπληκτικά, καθώς ξεσπάει σε μια απίστευτη πορεία, αλλά το υπόλοιπο συγκρότημα αξίζει σοβαρά εύσημα για τη φανκαφική παράδοση εδώ.
Ο Luke "ξαναγλιστράει" σε ένα Bon Jovi στυλ ερμηνείας  στο "Love Is A Game", το οποίο είναι μια άλλη καλογραμμένη μελωδία που καταφθάνει σίγουρα κατευθείαν από τη δεκαετία του '80 με την συνδρομή των πλήκτρων  στην αρχή και την ευκρινή, αξιοπρόσεκτη  γραμμή της κιθάρας στο ύφος της δεκαετίας του '80 που φέρνει το κομμάτι σε αξιάκουστη θέση (και αναπολώ και τους Σαλονικιούς  Wild Rose). Και πάλι, θα ήθελα να τονίσω  πόσο καλά έχουν γίνει τα δεύτερα φωνητικά εδώ, και πραγματικά σε όλο τον δίσκο. Ο DiBiasi δίνει στους ακροατές  ένα μάθημα κατά τη διάρκεια του εκτεταμένου σόλο του στο δεύτερο ρεφρέν, οδηγώντας σε μια φωνητική γέφυρα που ξεκινά αρκετά έντονα μόνο για να αυξηθεί σε ένταση μέχρι να ξαναχτυπήσει στο ρεφρέν με περίτεχνη μουσικότητα πραγματικά.
 Όλα τα λεφτά είναι όμως  το "Sherry's On Fire"!!! Σίγουρα  είναι το κομμάτι που ξεχωρίζει σε ολόκληρο το άλμπουμ (αν και το "Superstition" και το "Ticket 2 Heaven" είναι εξίσου περίτεχνα  για μένα). Ένα πιασάρικο ρεφρέν, διακριτικά υποστηρικτικά πλήκτρα και ένα σόλο κιθάρας, όλα συνδυάζονται με τα μεγάλα, μεστά/συναυλιακά ντραμς εδώ για να παραδώσουν ένα κομμάτι που σίγουρα θα έβρισκε θέση στο ραδιόφωνο στα 1989. Μια "ωδή" σε κάποια στρίπερ, ο τραγουδιστής είναι προφανώς ερωτευμένος μαζί της, αυτό έχει άλλωστε και το βίντεο στο Headbanger's Ball βαμμένο με σπρέι παντού Τα φωνητικά στο ρεφρέν είναι "στοιβαγμένα" στην τελειότητα και το τραγούδι ελκύει τον ακροατή απίστευτα. Ακόμα ένα κομμάτι που βρίσκω τον εαυτό μου να ακούω ξανά και ξανά.



Το "Music Man" μου προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς το συγκρότημα φαίνεται να θέλει μία ανάλογη επιτυχία όπως αυτή των Mr. Big, συγκεκριμένα το "To Be With You", ειδικά στον πρώτο στίχο που είναι μόνο τα φωνητικά του Luke και το μπάσο του Levin κρατά βαρβάτα τη μουσική γραμμή.
Για να είμαι δίκαιος, ερμηνεύεται πολύ καλά, με κάποια γυναικεία φωνητικά και ένα ακόμη μεγάλο, μελωδικό σόλο από τον DiBiasi.
Ας είμαστε δίκαιοι, αυτό το είδος τραγουδιού δεν επρόκειτο να παιχτεί ποτέ στα 1995, οπότε να αποδώσουμε τα εύσημα  που αποτίουν φόρο τιμής σε ένα σπουδαίο συγκρότημα που τους επηρέασε.
Το "Friends And Lovers" ολοκληρώνει το άλμπουμ με up-tempo, έντονο τρόπο, με μια συναρπαστική μελωδία που μπορεί να μην είναι πρωτότυπη, αλλά εξακολουθεί να είναι μια διασκεδαστική ακρόαση. Το ρεφρέν είναι πιασάρικο, και πάλι, με όλους στο συγκρότημα να τραγουδούν back-up, τα αρμονικά φωνητικά είναι ένα από τα κορυφαία σημεία εδώ (και σε ολόκληρο το άλμπουμ). Ο DiBiasi συνεχίζει να αντιμετωπίζει κάθε τραγούδι εδώ ως το προσωπικό του μάθημα κιθάρας και πρέπει να αναρωτιέμαι πόσο δημοφιλής θα μπορούσε να ήταν αυτός (και οι υπόλοιποι Gunshy) αν τους είχαν ανακαλύψει λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα.
Σε αυτήν την επανέκδοση, η εταιρεία  Lion's Pride έφερε στο φως μία νέα σύνθεση το "Why", το οποίο είναι το πιο μεταλλικό τραγούδι του δίσκου. Προφανώς ακόμα σε μορφή επίδειξης εδώ, πρόκειται για ένα σοβαρά επιθετικό ροκάδικο άσμα  που πρέπει, πιστεύω, να προοριζόταν για μια επόμενη κυκλοφορία. Τα φωνητικά του Luke είναι πολύ χαμηλότερα σε εγγραφή εδώ από ό,τι οπουδήποτε στο "Mayday" και χρησιμοποιεί μια έντονη  απόδοση στην φωνή του.
Στο ρεφρέν, μπορείτε να ακούσετε μερικά από τα πιο μελωδικά, hair metal ύφους φωνητικά  που χρησιμοποίησε στα κύρια κομμάτια του Mayday, αλλά εδώ, αυτό είναι ένα πολύ πιο "σκοτεινό", πιο "θυμωμένο" τραγούδι από την καλή μουσική που παραδόθηκε στα πρώτα 11 κομμάτια. Αυτό είναι "μέταλλο", απλό και τίμιο.
Οι κιθάρες είναι "νευρικές" και επιθετικές, ενώ εξακολουθούν να είναι φανταχτερές στο σολάρισμα και τα ντραμς βασικά "χτυπιούνται μέχρι θανάτου" κατά τη διάρκεια του κομματιού. Θα μου άρεσε να ακούσω ολόκληρο το demo που έχει φτιάξει το συγκρότημα για αυτόν τον δεύτερο δίσκο (αν υπάρχει κάτι τέτοιο…), καθώς πραγματικά αναρωτιέμαι  τι ήθελαν να δημιουργήσουν οι μουσικοί στον επόμενο δίσκο τους. Το "Why" ακούγεται πραγματικά σαν τραγούδι από διαφορετικό συγκρότημα με πολλούς τρόπους.
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι ένας πολύ επαγγελματικός ηχητικά δίσκος, ομαλή και γυαλιστερή παραγωγή, με μια εξαιρετική φωνή και άριστη μουσικότητα.
Συνολικά, εντυπωσιάστηκα εξαιρετικά από αυτή την κυκλοφορία και βρίσκομαι να την ακούω τον τελευταίο μήνα συχνά.
Η σύνθεση των τραγουδιών είναι εξαιρετική, τα φωνητικά είναι κορυφαία και οι μουσικοί είναι εντυπωσιακοί. Ο DiBiasi ήταν ένα τεράστιο ταλέντο κιθάρας που φαινομενικά έβαλε ό,τι είχε σε αυτό το άλμπουμ, βγάζοντας όλα τα κόλπα του και δεν άφησε τίποτα πίσω του. Αν αυτό κυκλοφόρησε το 1989, οι Gunshy θα ήταν κυρίαρχοι του μουσικού στερεώματος, δεν έχω καμία αμφιβολία. Το "Mayday" είναι ένα διαμαντάκι  της καλής περιόδου του  AOR στο πνεύμα όλων των μεγάλων Rock n' Roll συγκροτημάτων από τη δεκαετία του '80 και τις αρχές της δεκαετίας του '90, με πολλά ρεφρέν και μια σπουδαία  δόση μελωδικότητας. Σίγουρα ένα άλμπουμ που αξίζει να προστεθεί στη συλλογή σας!
 
Νότης  "Ticket 2 Heaven" Γκιλλανίδης


// Old Time Rock

// Live Favorites

// Rocktime Songs