30 βινύλια που μας μεγάλωσαν - Η εποχή του “Best Of” (Μέρος Δεύτερο)
Τετάρτη

12Αύγ

Περί βινυλιακών συλλογών ο λόγος και πάλι. Κάπου μεταξύ του συλλεκτικού ελιτισμού («παίρνω μόνο τα κανονικά άλμπουμ»), της μονοδρομικής αναζήτησης του μουσικού πρωτάρη περασμένων εποχών («για να δω, έχει αυτό το καλό που άκουσα στο ράδιο;») και του τουριστικού ψαξίματος του ροκ γαλαξία («δε μου πολυαρέσουν, αλλά ας έχω μια συλλογή»), ανέτειλε και μεσουράνησε η εποχή του “best οf”.
Γι΄αυτήν θα συνεχίσουμε να μιλάμε στο rocktime.gr, όχι ως παρελθοντολάγνοι, αλλά ως εχθροί της αμνήμονος προσέγγισης προς κάθε μουσική που συγκινεί.
Σηκώνουμε τη βελόνα, γυρίζουμε πλευρά και συνεχίζουμε με δεκαπέντε κλασσικές συλλογές ακόμη ...
 

  1. Bob Dylan’s Greatest Hits (1967) & Bob Dylan’s Greatest Hits Vol. II (1971).  Δύο διπλοί δίσκοι που στη χώρα μας γνώρισαν μεγάλες πιένες κατά την πρώτη πενταετία της μεταπολίτευσης, κουβαλώντας στα αυλάκια τους, κατά το καταπιεσμένο αισθητήριο της τότε γενιάς, την φλέβα της θεωρούμενης «μουσικής εξέγερσης» των ‘60s. Ανεξάρτητα από το πόσο μακριά απ΄την πραγματικότητα ήταν (ή αποδείχθηκε ότι είναι) η αντίληψη αυτή, τα δύο διπλά best του Dylan υπήρξαν σημαδιακά, τόσο εδώ όσο και διεθνώς.
  2. Το πρώτο περιείχε το χρονολόγιο των singles του μεταξύ ’62 και ‘66, τραγούδια πασίγνωστα, θά’λεγε κανείς προαιωνίως. Το δεύτερο (Vol. II) είχε κυρίως album tracks της περιόδου ’62-71 επιλεγμένα από τον ίδιο τον Dylan και μία ολόκληρη πλευρά νέου, ακυκλοφόρητου υλικού. Και οι δύο συλλογές ντύνονταν με εξώφυλλα ιστορικές φωτό’’ του Robert με μεσσιανικού τύπου close up (το vol. II. την διάσημη «πλάτη»), πάνω στα οποία πάτησε ακόμη πιο γερά η σκιά του μύθου του έκτοτε. Ακολούθησαν οι κυκλοφορίες με τους Band και η στροφή προς το Χριστιανισμό (περίοδος κατά την οποία οι πιουρίστες του Ντύλαν επιδόθηκαν σε μια ατέρμονη αμφισβήτηση του, την ίδια ώρα που οι περισσότεροι κριτικοί πάσχιζαν μέσα από τις μουσικές διαθέσεις του να οιονοσκοπήσουν το μέλλον του ροκ).
  3. Το σημαντικό υλικό του μετά το ‘71 δεν συγκεντρώθηκε σε “best”, παρά μόνο με το συλλεκτικό (και πανάκριβο) box set “Biography” (1985). Aκόμη και πολύ αργότερα, στην εποχή του cd, η βάση για κάθε συλλογή περί Dylan ήταν πάντα αυτά τα δύο “Greatest Hits”.
 
  1. The Who – The Story Of The Who (1976). Το σκληρό gatefold εξώφυλλο με το φλιπεράκι απ΄έξω να εκρήγνυται, μπορούσε μέχρι τα μέσα των ‘80s να βρεθεί μόνο εισαγωγής. Με το ακροτελεύτιο lp με τον Keith Moon (“Who Are You”) να μην έχει κυκλοφορήσει ακόμη, έμελλε να γίνει η παρά λίγο πληρέστερη συλλογή της κλασσικής περιόδου των Who (1965-1975), περιλαμβάνοντας καίρια ‘60s singlάκια, album tracks, σπάνιες εκτελέσεις, ένα μέρος του “Tommy”, 2 live απ΄το “…Leeds”, 3 απ΄το “…Next” και 2 κομμάτια απ΄το “… By Numbers”. Μετά το θάνατο του ντράμερ το ’78 και πριν την εποχή του cd προέκυψαν άλλες τρεις βινυλιακές συλλογές, όλες όμως προτιμούσαν την πληρότητα σε βάρος του ύφους. Απεναντίας, το διπλό “Story…” απαρτίζεται από τα ανεξίτηλα μουσικά ενσταντανέ μιας μπάντας με παρελθόν δεκαετίας που βρίσκεται στο απόγειο της δημοφιλίας της, συγκεντρωμένα σε χρονικό σημείο που κανείς δεν υποπτευόταν ότι η ίδια της η ιστορία πλησίαζε στο τέλος της.    
 
  1. Lou Reed – Walk On The Wild Side : The Best Of Lou Reed (1977). Πέντε χρόνια στην RCA (1972-1976) και οκτώ άλμπουμ είχαν ήδη αναγάγει άκοπα τον Lou σε πρίγκηπα του περιθωρίου της μεγαλούπολης. Ta προσεκτικά διαλεγμένα 11 κομμάτια, απηχούν μέσα σε 40 λεπτά εκλάμψεις της διεφθαρμένης του ιδιοτυπίας, ξεκινώντας από τις Dylan-ικές αφηγήσεις του ντεμπούτου και φθάνοντας μέχρι τον white noise του ζωντανού “Rock N’ Roll Animal”. Χωμένο στο τέλος της πρώτης πλευράς το αιώνιο “…Wild Side” και στο τέλος της δεύτερης ο επτάλεπτος υπνωτιστικός μονόλογος του “Coney Island Baby”. Στο εξώφυλλο οι μαυρόασπρες polaroid, δένουν άρρηκτα με το αποσπασματικό περιεχόμενο. Παρέμεινε το μόνο “best of” του Lou μέχρι τα ‘90s.
 
  1. Neil YoungDecade (1977). Τριπλό βινύλιο από την Warner Bros σε μια εποχή που κάτι τέτοιο έμοιαζε παράτολμο ακόμη για τα μεγαλύτερα ονόματα του ροκ, ζώντα και τεθνεώτα. Με 35 κομμάτια επιλεγμένα από τον ίδιο τον Young (μεταξύ των οποίων αρκετά ακυκλοφόρητα), ιδιόχειρες σημειώσεις του για καθένα κομμάτι και φωτογραφικό υλικό στα εσώφυλλα, ήταν μια πραγματική προσωπική πρόσκληση τόσο στον έμπειρο όσο και τον ανυποψίαστο ακροατή από τον τίμιο, πολυσχιδή και ανθεκτικό Καναδό τραγουδοποιό. Στην καθυστερημένη μεταπολιτευτική Ελλάδα η –ακριβή- αυτή συλλογή ενίσχυσε κατά πολύ το ενδιαφέρον που προκάλεσε ο Young και οι Crazy Horse με το “Rust Never Sleeps”, τέλη του ’79. Μέχρι το 2004 υπήρξε η μοναδική «συλλογή» του Young.
 
 

  1. The Doors – The Best Of The Doors (1980). Αυτό με το άσπρο και κόκκινο εξώφυλλο και την προτομή του Morrison σε 3/4. Το μονό άλμπουμ της Elektra που μας έμαθε να γράφουμε με στυλό το logo στις χακί τσάντες και στα θρανία (γι΄αυτό και ήταν συνήθως κόκκινο, όπως στο εξώφυλλο). Κυκλοφόρησε λίγο μετά τη θραύση του «Αποκάλυψη Τώρα» και παρ΄ότι χωρίς το “The End” (λόγω της 11λεπτης διάρκειας και του γνωστού λογυδρίου), έμαθε στη γενιά του new wave τί διάολο ροκ ήταν το «κλασσικό» που προϋπήρξε. Το ΄85 κυκλοφόρησε με άλλο εξώφυλλο (το γνωστό του «εσταυρωμένου»), διπλό αυτή τη φορά, με το “The End” και άλλα απαραίτητα. Από τις περιπτώσεις που η συλλογή απευθυνόταν σε νεούδια που αργά ή γρήγορα θα έτρωγαν τον κόσμο να βρουν όλα τα άλμπουμ.
 
  1. Blondie – The Best Of Blondie (1981). Όταν στις αρχές του ’82 κυκλοφόρησε και σε μας, έμοιαζαν βετεράνοι. Για τρία χρόνια είχαν κυριαρχήσει σε περιοδικά και ραδιόφωνα παντού. Η Debbie Harry είχε θέλοντας και μη χριστεί η ιέρεια του νεοκυματικού σεξ απήλ, μια δόση Μέρυλιν, δύο δόσεις αλήτισσα τελευταίου θρανίου, κι ας ήταν ήδη στα τριανταφεύγα. Η Chrysalis την έβαλε λοιπόν απ΄έξω απ΄το “best” με το άσπρο ημινεγκλιζέ να προσπαθεί να τυφλώσει το φωτογραφικό φακό (το λοιπό γκρουπ με το γνώριμο κρεμανταλάδικο στήσιμο) και μέσα όλα τα disco friendly και power pop έπη που καθιέρωσαν τη διχρωμία στο βάψιμο των μαλλιών των γυμνασιοκόριτσων (που σημειολογικά εκείνη τη χρονιά πετούσαν και τις ποδιές). Η εισαγωγής (αμερικάνικη) έκδοση είχε το “One Way Or Another” (για όσους δεν είχαν το “Parallel Lines”). Μετά από ένα χρόνο (και το φιλόδοξο “The Hunter”), οι Blondie είχαν διαλυθεί υπό το βάρος των προσδοκιών και της εικόνας τους.
 
  1. Status Quo – 12 Gold Bars (1980). Όποιος έχει ανοίξει δίσκο της Polygram στις αρχές των ‘80s, θυμάται ότι η εταιρία χρησιμοποιούσε το χάρτινο σελοφάν για να προβάλλει τις καινούριες κυκλοφορίες της, με δίχρωμες (βλέπε ημικαφέ και υπόλευκες) μικρογραφίες των εξωφύλλων τους. Σε οποιαδήποτε σχεδόν παρτίδα δίσκων μέχρι τότε, έπιανες το χάρτινο φάκελλο να βγάλεις το δίσκο και η φωτό’’ του “12 Gold Bars”, με τα χρυσά δάχτυλα πάνω στην ταστιέρα, ανάμεσα σε Air Supply, Curtis Blow και Madness, ξεχώριζε. Όλη η seventies πορεία των αθεράπευτων boogiemen σε 12 κομμάτια, με το groove να λοκάρει εμμονικά, από το “Rockin’ All Over The World” μέχρι και το “Living In An Island”. Ευτυχώς, εκείνη την εποχή χρειαζόταν να σηκωθείς για να γυρίσεις το δίσκο.
 
  1. ForeignerRecords (1982). Στο τέλος της πρώτης περιόδου βασιλείας του A.O.R. (1977-1982), η κορώνα επί κεφαλής του δικαιωματικού βασιλέα των F.M. ήταν αυτή η συλλογή. Απανθίζει τα τέσσερα πρώτα lp, με 8 hits, το “Head Games” και κερασάκι μια επτάλεπτη live εκτέλεση του “Hot Blooded” που δεν υπήρχε αλλού. Για μια ακόμη φορά, το tracklist αποδεικνύεται γερό χαρτί, πραγματικό jukebox μιας εποχής. Κι όλα αυτά 3 χρόνια πριν το “I Want To Know What Love Is”.
 
  1. Τhe StranglersThe Collection 1977-1982 (1982). H πρώτη, σαγηνευτικά σκοτεινή περίοδος των Stranglers σε 14 κομμάτια. Από υπέργηροι συνοφρυωμένοι πανκ σε σαρδόνιους υποσκάπτες των τοπ, με τα  “(Get A) Grip (On Yourself)”, “Peaches”, “Hanging Around”, “No More Heroes” να επιτίθενται κατά μέτωπο στην πρώτη πλευρά, τα παρανοϊκά “Duchess”, “Walk On By”, WaltzInblack”, “La Folie” και “Nice N’ Sleazy” να ορίζουν το περίγραμμα μεταξύ new wave, goth, μετα-πανκ και ηρωίνης και τα “Golden Brown” και “Strange Little Girl” στριμωγμένα προς το τέλος της δεύτερης πλευράς, έπαθλο για όποιον έχει επιβιώσει μέχρι τότε. Παρ΄ότι εντελώς «αντι-πανκ» κίνηση ν΄αποκτήσει κανείς μια “collection” εκείνη την εποχή (ή και αργότερα), μιλάμε για τη βίβλο του άραχλου, «αντι» όλων, νέου κύματος.
 
  1. The Alan Parsons Project – Best Of (1983). Το όχημα του ηχολήπτη του “Dark Side Of The Moon” γνώρισε επιτυχία στη χώρα μας, ιδίως μετά το “Eye In the Sky”. Βοήθησαν πολύ και τα διάφορα instrumental που κάποιος με γούστο στην ΕΡΤ διάλεγε να παίζουν –σχεδόν καθ΄όλη τη διάρκεια των eighties- σαν χαλί στην «Αθλητική Κυριακή», όταν βλέπαμε τα αποτελέσματα του ΠΡΟ-ΠΟ (“Mammagamma”, “The Gold Bug” και λίγο αργότερα αργότερα“Hawkeye”,”Pipeline”), ενώ το “Lucifer” ήταν από το ’82 (εν αγνοία πάντων, προφανώς) το σήμα της πρωϊνής Σαββατιάτικης εκπομπής με τον μακαρίτη Χρήστο Οικονόμου.  Περιείχε όλα τα single από το “I Robot” μέχρι και το “Eye…” και αποτελούσε για καιρό το high tech crash test για το «βάθος» που μπορούσαν να δώσουν καινούρια ηχεία και ενισχυτές.
 
  1. Bob Marley & The Wailers – Legend (1984). Άλλος ένας που ανακαλύφθηκε καθυστερημένα στη χώρα μας και λατρεύτηκε μετά το θάνατό του (’81). Ο μονός δίσκος με όλους τους ύμνους του Ράσταμαν είναι ο πλέον επιτυχημένος δίσκος ρέγκε όλων των εποχών, με 25 τουλάχιστον εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως, ενώ με στοιχεία του 2015 έχει παραμείνει στο Hot 100 του Billboard για 342 συνολικά εβδιομάδες, κάτι που αποτελεί το τέταρτο ρεκόρ όλων των εποχών. Στην κασσέτα της εποχής υπήρχαν και δύο παραπάνω κομμάτια. 
 
  1. MotörheadNo Remorse (1984). Σχεδόν 10 χρόνια βρώμικου και ανελέητου ροκ ν΄ρολ σε δύο δίσκους με δερματόδετο εξώφυλλο. Με τέσσερα καινούρια κομμάτια να κλείνουν κάθε μία από τις πλευρές των δίσκων (πρώτη φορά το βάρβαρο μπάσο του Lemmy σε ανίερη συνεύρεση με δύο κιθάρες). Απόλυτο cult, το ολιγόλογο slang σχόλιο του Lemmy για κάθε κομμάτι, που κατά σοφή πρόνοια υπήρχε μέχρι και στην κασσέτα της Bronze που είχε φθάσει στα μέρη μας. Ακριβό για εισαγωγής στην εποχή του, έγινε γνωστό κυρίως εξαιτίας του κομματιού – μπουλντόζα “Killed By Death”. Οι μεταγενέστερες εκδοχές είχαν απαλείψει τα σχόλια απ΄το εσώφυλλο, ενώ είχαν γκρίζα και όχι λευκή τη γουρουνοκεφαλή στο εξώφυλλο. Γκρουπ που όμως «τω καιρώ εκείνω» ήταν δύσκολο να βρεις τους δίσκους του (της θρυλικής περιόδου ’77 και ’83), γι΄αυτό και τα 24 κομμάτια αυτά έγιναν, κατά την αειθαλή ατάκα φίλου, «χωρίς καμία τύψη, ο πιο σωστός τρόπος να κατεδαφίσεις το σπίτι».
 
 

  1. ScorpionsBest (ελληνική έκδοση, 1985). Μια ελληνική πρωτοτυπία που γέννησε την παράδοξη λατρεία μεταξύ Σκορπιών και ελληνικού κοινού που κρατάει τουλάχιστον τριάντα χρόνια. Όταν η Harvest είχε βγάλει το “Lovedrive” στην Ελλάδα, κανείς δεν περίμενε το τί θα ακολουθούσε. Το πρώτο “best” της RCA του ’79, (“Best Of Scorpions” - το εξώφυλλο με τον σκορπιό να έχει καταλάβει τις παρειές ενός θελκτικού κωλομερίου),  περιείχε 11 από τα χεντριξοειδή seventies και έμοιαζε να αφορά το «παλαιοκομματικό» heavy rock κοινό. Αυτό το ελληνικό best, με τα τέσσερα  σλόου (“Still Loving You”, “Holiday”, “Always Somewhere” και “When The Smoke Is Going Down”) μπορούσες να το συστήσεις, ή να το δείξεις έστω, «και στα κορίτσια». Έχοντας ενδιάμεσα άλλα επτά κομμάτια των τελευταίων 4 άλμπουμ με Mathias Jabs στην κιθάρα (τις μεταλλικές αιχμές “Rock You Like A Hurricane”, “Dynamite”, “Coming Home”, το πασίγνωστο “No One Like You”, το στοιχειωτικό “The Zoo”, το ψευδορέγκε “Is There Anybody There” και το απλώς μέτριο “Make It Real”), σε μεγάλο βαθμό ήταν ο δίσκος που νομιμοποίησε τον όρο “hard rock” στο γυναικείο κοινό, αφού τα «σλόου» ακούγονταν σε κάθε (μα σε κάθε) πάρτυ. Η πώρωση με Scorpions ήταν τέτοια που κάθε καλοκαίρι μαθαίναμε ότι «έρχονται για συναυλία» (μέχρι που τελικά ήρθαν τον Οκτώβριο του ’90).
 
  1. The Cure – Standing On A Beach (1986). Οι «Κιουράδες» ήταν συνομοταξία πολυπληθέστερη απ΄όσο φαινόταν στη χώρα μας. Με παράσημό τους το live του ’84, τη new wave σκηνή ακμαία και το “Head On The Door” να υποψιάζει κάθε κοψοφαβοριτά κλώνο του Smith για τον όρο «ψυχεδέλεια», ήρθε η σειρά μιας συλλογής με τα singles. Τα 13 single από το ’78 μέχρι το ’85, διπλωμένα μέσα σ΄ένα μαυρόασπρο εξώφυλλο, όλο σχεδόν καλυμμένο απ΄ το κοντινό του  χιλιορυτιδιασμένου προσώπου ενός γέρου ψαρά. Η καλύτερη έκδοση, ήταν όχι του βινυλίου, αλλά της (διπλής) κασσέτας. Είχε 25 κομμάτια και στη δεύτερη πλευρά υπήρχαν 12 b-sides, δυσεύρετα διαμάντια τα περισσότερα (“Another Journey By Train”, “A Few Hours After This”, “A Man Inside My Mouth”, “New Day”). Μια χορταστική έκδοση τόσο για τον τελειωμένο κιουρά και για όποιον άλλον φλέρταρε κρυφά με το eye-liner της αδελφής του.
 
  1. Ramones – Ramones Mania (1988). Το να σου δίνει η ταπεινή Sire Records την ευκαιρία να αποκτήσεις 30 κομμάτια των Ramones μοιρασμένα σε δύο δίσκους, δέκα χρόνια και κάτι μετά την εμφάνισή τους, αποτέλεσε την μεγαλύτερη ri.p.o. (righteous punk overdose) ολόκληρης της δεκαετίας. Από το “Blitzkrieg Bop” μέχρι το “Rock N’ Roll Highschool (για πρώτη φορά στην εκδοχή της ταινίας), μια άσκηση για σκληραγωγημένους λαιμούς. Για μάξιμουμ εφέκτ, που λέει κι ο λαός, το βάζεις από την διπλή κασσέτα (συσκευασία ξαπλωτή, σαν extended κασσετίνα σιγαρέττων, με την μία κασσέτα αντικρυστά απ΄την άλλη). Καπως έτσι, το punk απέκτησε τη βινυλιακή του ναυαρχίδα (κατά σύμπτωση, την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και το σχεδόν ισάξιο “Story Of the Clash”), οι Ramones το πλέον ευπώλητο άλμπουμ της καρριέρας τους και η δεκαετία που τέλειωνε την τελευταία της αξιοσημείωτη συλλογή στη λογική του βινυλίου.
 
Η εποχή του cd φαίνεται να ολοκληρώνει τον κύκλο της μετά από 25 περίπου χρόνια στη μαζική αγορά. Αφού πρώτα με κολοσσιαίες διαφημιστικές πιέσεις ο καταναλωτής «εκάμφθη» ότι τα μικρά πλαστικά κελύφη «έπιαναν λιγώτερο χώρο» από τους δίσκους (και ότι αυτό ήταν σημαντικό), ακολούθησε ο ηλεκτρονικός κοσμοπολιτισμός («θα κατεβάσω το καινούριο σινγκλάκι από το audiogalaxy») και με ρυθμούς κατρακύλας οδηγηθήκαμε στον μουσικό χαοτισμό του σήμερα. («έχω 257 terra μουσική απ΄όλα τα είδη, τώρα πια ακούω από spotify»). Πολλά από τα lp αυτά άλλαξαν ήχο εξαιτίας του re-mastering ή καταργήθηκαν (η γνωστή «τρύπα» ή το «κόψιμο στην άκρη» του δίσκου), αντικαθιστάμενα από τις συμπιεσμένες εκδοχές τους, πάντα με ένα κάρο παραπανίσια tracks και οπωσδήποτε με «καλύτερο» (αρκετοί λέμε ψυχρό και γυαλισμένο σαν κουζινομάχαιρο) ήχο.
Ποτέ όμως τα
best of αυτά -και άλλα σαν κι αυτά- δεν θα ξεχαστούν, για την μουσική τους σημασία, την καλλιτεχνική τους αξία και την παιδευτική τους δύναμη στην προ internet εποχή. Ειδικά από αυτούς που τα κράτησαν, μάζευαν χαρτζηλίκι να τα αποκτήσουν ή τα έχουν ακόμη στο εικονοστάσι της δισκοθήκης τους.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου