Stevie Ray Vaughan: Για τον τεξανό οσιομάρτυρα των blues (27.8.90)
Thursday

25Aug

Πρέπει νά’ ταν η πρώτη ή δεύτερη μέρα του Σεπτέμβρη του ’90. Είχαμε τότε το αγγλικό MTV, αλλά τα νέα δεν ταξίδευαν ακαριαία. «Τό’ μαθες έτσι ; Σκοτώθηκε ο Stevie Ray Vaughan» μου πετάει ο Μιχάλης έξω απ΄τη σχολή, σφίγγοντας κάτι τσαλακωμένες σημειώσεις στα χέρια.
«Έφυγε με ελικόπτερο μετά από μια συναυλία με τον Κλάπτον, είχε ομίχλη και στούκαρε στο βουνό».
Πριν από κανά μήνα, μου΄χε βάλει να ακούσω το “Ιn Step”, στο μικρό φοιτητικό του διαμέρισμα στου Ζωγράφου, μαζί με Jeff Beck, Johnny Winter, J.J. Cale και ατέλειωτες συζητήσεις για ένα κάρο γυναικεία ονόματα, περασμένα και τρέχοντα.
Όταν έχεις την τύχη να μη βιώσεις απώλειες κοντινών προσώπων στα 19, το απότομο φευγιό ενός ήρωα είναι ό,τι πιο κοντινό σε πρόωρο καμπανάκι θνητότητας.
Για καιρό, δεν γινόταν να το χωνέψω.


Δε γινόταν κυρίως να ξεχάσω. Tις ώρες του απογευματινού σχολείου, όταν πρωτάκουσα το “Soul To Soul” γραμμένο σε μαύρη maxell κασσέτα με το “Couldn’t Stand The Weather” απ΄την άλλη πλευρά. Ένας ολόκληρος «άλλος» κόσμος, ένα feeling που σε γράπωνε, με το τζάζεμα του “Ain’t Gonna Give Up On Love” και τη ροκιά “Come On (Part III)”, με το κελάϊδισμα της κιθάρας και το μαγκιώρικο τσίγκλημα “…come on baby let the good times roll”.
Το επί μήνες ζαχάρωμα του διπλού “Live Alive”, αγορασμένο με χαρτζηλίκι, λίγο πριν τις πανελλήνιες. Την έκπληξη, που δεν μπορούσα να μοιραστώ με κανέναν κουφιοκέφαλο καταναλωτή “hits”, όταν, ψαχουλεύοντας το αντίτυπο του “Let’s Dance” του ξαδέρφου μου, διάβασα «Stevie Ray Vaughan : lead guitar».
Ο μόνος τρόπος να θρηνήσεις στις περιπτώσεις αυτές ήταν – και μάλλον παραμένει – το να βυθιστείς στη δισκογραφία.
Πήρα το “Family Style” τον Οκτώβριο του ’90, με το που τελείωσε η εξεταστική και λίγο αργότερα το πρώτο, το “Texas Flood”. Από τότε, παραμένω ιερατικά έκθαμβος κάθε φορά που ακούω κάπου το “Tin Pan Alley”, που βάζω το “Little Wing” ή το “Riviera Paradise” σε κάποια από τις αμέτρητες συλλογές που έχω μοιράσει μέσα στα χρόνια ή που παρακολουθώ τον ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπό του όταν διαλύει στα εξ ων συνετέθη το “Voodoo Chile”, σε κάθε εμφάνισή του στα τρία – τέσσερα χρόνια εκείνα που είχε κάνει όλο τον κόσμο δικό του.


Kι όμως, αυτό το κρίμα, δύσκολα ξεπερνιέται. Κάτι τέτοιες μέρες, με το καλοκαίρι να χαιρετάει, η εικόνα του Stevie με την τσίχλα, το τεξανό πλατύγυρο, άλλοτε το μεξικάνικο σαλβάρι και την γδαρμένη Fender με τ΄αρχικά του στα χέρια, μοιάζει να επιστρέφει και να ξεσκονίζει κάτι βασανιστικά ερωτηματικά. Τί ή ποιός είν΄αυτός που αποφασίζει τόσο κυνικά και χαοτικά για το πότε θα έρθει το τέλος;
Γιατί να μπει ο Steve σ’ αυτό το ελικόπτερο (από τα τέσσερα συνολικά) κι όχι ένας άσημος roadie; Γιατί ο πιλότος υποτίμησε την ομίχλη και δέχτηκε να πετάξει; Γιατί να κοπεί το νήμα του πάνω στο peak, στα 35 του χρόνια; Ενώ έχει καταφέρει να αποφύγει την εσωτερική σήψη απ΄την κόκα και το Jack, καθαρός από την αρχή του ’87;
Ενώ έχει γνωρίσει την Janna Lapidus, τη μελαχρινή στάρλετ που του στάθηκε στην αποτοξίνωση -τέλη του ’86- και έχει αποφασίσει να ενώσει την «καθαρή», την απελευθερωμένη από αυτοκαταστροφή ζωή του, μαζί της;
Γιατί να φύγει έτσι άδοξα, ενώ μόλις τότε είχε ξαναβρεθεί -τόσο κοντά από τα παιδικάτα του- με τον αδελφό του Jimmy και είχε φτιάξει μαζί του ένα τόσο εγκάρδιο, «σπιτικό» άλμπουμ όπως το “Family Style”;
Γιατί, ενώ αποθεωνόταν παντού και είχε εισβάλει στο mainstream με εμφανίσεις κλάσης (με Stevie Wonder, Jennifer Warnes, Bob Dylan, James Brown) να μην προλάβει να πάει ένα βήμα παρακάτω; 27 Αυγούστου του ’90.
26 χρονάκια πριν.
Ποιός ξέρει τί θα συνέβαινε αν, ενθουσιασμένος όπως ήταν μετά από την ηλεκτρισμένη νύχτα με τους Double Trouble στο Alpine Valley Music Theater του Wisconsin, μετά από εκείνο το ιστορικό, το απαράμιλλο jam με Clapton, Buddy Guy, Robert Cray, δεν σκεφτόταν την Janna και διάλεγε να κάνει κάτι άλλο κι όχι να φύγει αμέσως για το Σικάγο για να τη δει, μπαίνοντας σ΄εκείνο το καταραμένο ελικόπτερο;
Θα ήταν άραγε μόνον o 7ος κιθαρίστας όλων των εποχών (περιοδικό Rolling Stone, 2003), μόνον ο 8ος στη σειρά μεταξύ των 100 μεγαλύτερων κιθαριστών στην ιστορία (περιοδικό Guitar World);


Δεν περιμένω να βρω απάντηση.
Με ησυχάζει κάπως που έφυγε χαρούμενος και ανύποπτος, στοχαστικός και πλήρης.
Έτσι όπως ακούγεται να ερμηνεύει με ηλεκτροακουστική τους στίχους του φίλου του Doyle Bramhall:
«No wasted time, we're alive today - Churning up the past, there's no easier way - Time's been between us, a means to an end - God it's good to be here walking together my friend» (“Life By The Drop”).


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites