"30 χρόνια μηχανοκέφαλος-The Golden Years" (κεφάλαιο ΙΙ)
Πέμπτη

6Νοέ

Η υπερεντατική ακρόαση του "No Remorse" συνδυάζεται τον Ιανουάριο του '87 με την ακρόαση του πρώτου δίσκου σε πραγματικό χρόνο. Γραμμένο σε 60άρα δανεική απ΄το Νίκο (η άλλη πλευρά το "Master Of Puppets"), το "Orgasmatron". Αυτή η φορά το σχήμα έχει δύο κιθάρες, αλλά το φύσημα στην κασσέτα δεν αφήνει και πολλά περιθώρια να το πάρεις πρέφα.
Άνοιξη του '87, ανακατεύοντας την υπό μεσεγγύηση δισκοθήκη, παραγγέλλω σε κάτι φίλους και μου γράφουν σε 60άρα το live "No Sleep 'Til Hammersmith" στη μία πλευρά και το "Ace Of Spades" απ΄την άλλη. Και παθαίνω κρίση. Δεν έχω ξανακούσει το "Overkill" τόσο οργασμικό (το "No Remorse" έχει την μικρή τρίλεπτη εκδοχή που δεν ξέρω να υπάρχει αλλού).
Ανοίγει τη δεύτερη πλευρά παιγμένο σε διπλή ταχύτητα. Ηχητικός
οδοστρωτήρας με λόγια εθνικού rock n' roll ύμνου ("Οnly way to feel the noise is when it's good and loud, so good you can't believe it, screaming with the crowd - Don't sweat it, get it back to you"). Όσο για το άλμπουμ με τους τρεις κάου - μπόϋς απ΄την κόλαση στο εξώφυλλο, ανεβαίνει σε χρόνο ρεκόρ στο εικονοστάσι με τα αξεπέραστα.
"They've got the power now, but soon it's our hour now, we all know where we' ve been all we do is live to win" ("Live To Win"). "You know I like a little innocent b*7tch, you know I ain't just screwing" ("The Chase Is Better Than  The Catch").
Το καλοκαίρι που ακολουθεί φέρει πάνω του το αποτύπωμα του "Love Me Like A Reptile", για πολλούς, αξέχαστους και δημοσίως ανομολόγητους λόγους.
Η τελευταία Λυκείου πάει τραίνο, όπως ακριβώς και στο εξώφυλλο του "Orgasmatron". Το κρανίο που παίρνει φωτιά μέσα σε μια ηλεκτρική καταιγίδα (έτσι μου κάθεται) στο εξώφυλλο του "Another Perfect Day" είναι ζωγραφισμένο στην πρώτη σελίδα από το πρόχειρο του σχολείου. Αγκαζάρω ένα απόγευμα τους δίσκους και γράφω στο στέρεο του ξάδερφού μου ένα αυτοσχέδιο best σε εξηντάρα (με τον ήχο χαμηλωμένο, να μην προκαλώ το θείο μου που έχει πετάξει καντήλες από τα εξώφυλλα).
Γράφω ένα - ένα τα κομμάτια με γοτθικά γράμματα απ΄έξω στην κασσέτα (κάποια προσπάθεια, αν θυμηθεί κανείς τις λεπτές κόκκινες γραμμές των TDK). Το Νοέμβριο βγαίνει το "Rock N' Roll" και το παίρνω αμέσως σε κασσέτα (χρωμίου) της Roadrunner. Τρομερό εξώφυλλο, αλλά το περιεχόμενο για πρώτη φορά με προσγειώνει. Εκτός από τα δύο πρώτα ("Rock N' Roll", "Eat The Rich") και τα δύο τελευταία κομμάτια ("All For You", "Boogeyman") τα κομμάτια δεν λένε. Είναι από τους δίσκους που όσο και να προσπαθείς να σου αρέσουν, δεν τα καταφέρνεις (αυτοί που έχουν δια βίου αγαπημένα συγκροτήματα, ξέρουν καλά την αίσθηση). Στο τεύχος του "Heavy Metal" εκείνου του μήνα, μαθαίνω για πρώτη φορά ότι ο Lemmy είναι 42 χρονών.
«Φοβερός ο γέρος, ρε», λέμε με τα λιγοστά μεταλλοπαίδια στο σχολείο, όλοι διαβασμένοι απ΄τον ίδιο ευαγγέλιο, το "Heavy Metal". Τον Μάρτιο του '88, ενώ έχει ανακοινωθεί ότι θα δώσουν δύο συναυλίες στο Σπόρτινγκ, κάποιο εμπνευσμένο γυμνασιόπαιδο φέρνει στον αδερφό μου δώρο στη γιορτή του το "Orgasmatron". Και, πλέον, έχει φτιαχτεί το πικάπ. Κόλαση.

Φοβερό το τραίνο στο εξώφυλλο. Σπάνιο και πανάκριβο βινύλιο, μόνο εισαγωγής από τη Roadrunner. Ακούω για πρώτη φορά με την άνεσή μου τα σπηνταριστά του κομμάτια ("Ain't My Crime", "Mean Machine", "Nothin' Up My Sleeve") που κάνουν το "Rock N' Roll" ν΄ακούγεται κουρασμένη πατάτα. Η τελική ευθεία για τις πανελλήνιες είναι γεμάτη από το "Iron Fist" και το "Another Perfect Day". Επανειλημμένες ακροάσεις βάζουν τη βούλα: Μόνο κάτι μελιστάλαχτοι που ακούνε Cure μπορούνε να λένε ότι είναι «μέτριοι» αυτοί οι δίσκοι.

Από το φθινόπωρο του '88, είμαι φοιτητής στην Αθήνα, με όλη τη μουσική της ζωής μου στις αποσκευές μου. Βγαίνει το live "Νο Sleep At All'', το παίρνω σε δίσκο, στη limited edition που έχει μέσα το σπάνιο σινγκλάκι "Acropolis", με τη live εκτέλεση του "Metropolis" από το Μάρτιο στο Σπόρτινγκ. Λίγα πράματα, δε χωνεύεται η «πρόχειρη» εκτέλεση του "Ace Of Spades" και τα "Traitor" και "Dogs" δεν τρώγονται, ούτε live. Ρεφάρει κάπως ο ογκόλιθος "Just 'Cos You Got The Power", που δεν υπάρχει σε δίσκο. Στο σάουντρακ της άσπονδης μεγαλούπολης, οι Μότορχεντ ταιριάζουν γάντι. Ταιριάζουν και στον τοίχο του φοιτητικού μου δωματίου, καθώς μια επική αφίσα (δώρο από τον πρώτο μου έρωτα) με τη σύνθεση εποχής "Orgasmatron" (με Pete Gill), από την Άνοιξη του '89 βρίσκεται πάνω από το μικροσκοπικό SATO γραφείο μου, που το μισό καλύπτεται από κασσέτες.

Έχει έρθει η ώρα για να τους δώ live. 31 Μαρτίου 1990. Μοναδική ροή αδρεναλίνης, καθώς μαζευόμαστε έξω στη Μάρνη απ΄τις πέντε το απόγευμα. Είναι και μια μεταλλοπαρέα από το Βόλο με την οποία τραβιέμαι (όχι ακριβώς με ολόκληρη την παρέα, χμ). Πίττα το «Ρόδον», Σάββατο βράδυ.
Ανεβαίνει ο
Lemmy - ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ - ("Hello, we are Motorhead and we play rock n' roll") και ξεκινάει κατευθείαν να κοπανάει με το "Dr. Rock". Απόλυτος white noise τα πρώτα κομμάτια (πίσω από τα τύμπανα ο Philthy), κάπως καθαρίζει ο ήχος μετά, αλλά δε ζητάει κανείς παρευρισκόμενος τους Floyd.
Το «Ρόδον» τρελλάδικο, παίζουν και τρία καινούρια ("No Voices In The Sky", "Going To Brazil", "The One To Sing The Blues"). Η χαίτη του Lemmy δεν έχει καν ιδρώσει. Στα ενκόρ βρίσκομαι στον εξώστη (για να βλέπω καλύτερα), έχοντας περάσει πάνω από μπυροποτισμένα πτώματα στις σκάλες. Τα "Ace Of Spades", "Bomber", "Overkill" ως εκ θαύματος ακούγονται καμπάνα (!) και μέσα σε κοινό που βγάζει αφρούς από το στόμα, φεύγουν και δεν ξαναγυρίζουν. 75 λεπτά όλα κι όλα. Στην έξοδο, γίνεται ντου από τα ΜΑΤ που είναι παραταγμένα στη Μάρνη και χανόμαστε στα δρομάκια του Μουσείου μέχρι που φτάνουμε Κάνιγγος. Με συνοπτικές διαδικασίες ψηφίζουμε να πάρουμε λεωφορείο και καρφί για τη Rainbow, αλλά το τί έγινε εκεί είναι μια άλλη ιστορία.

(συνεχίζεται...)


Παναγιώτης Παπαιωάννου