30 χρόνια μηχανοκέφαλος: Δεν είναι μύθος, είναι αυτό που είναι… δηλαδή ζωντανός μύθος (κεφάλαιο ΙV)
Η ζωή προχωρά και ο Wurzel (η μία lead κιθάρα) φεύγει. Ξαναγίνονται τρίο και μάλιστα ο Lemmy ξυρίζει το μουστάκι για κανά - δύο χρόνια, λες και καταβάλλει απεγνωσμένη προσπάθεια να γίνει ολοένα και πιο ανθρώπινος.
Από το "Overnight Sensation" του '96 μέχρι και σήμερα όλα τα άλμπουμ (τελικά, δεν άντεξα και ξεκίνησα τα cd με το πολύ μέτριο "Snake Bite Love" του '97) είναι περίπου το ίδιο. Τρία - τέσσερα καλά (σπάνια πολύ καλά) κομμάτια, κιθαριστική παραγωγή, δουλεμένος ήχος, στίχος συνειρμικά αυτοβιογραφικός και το γκρουπ αμετακίνητο στο «αυτό μπορώ, αυτό παίζω» του Lemmy.

Δύο τρία brutal ξεσπάσματα, μερικά blues περάσματα και κάποια ψυχεδελικά πισωγυρίσματα. Και βέβαια, συνεχείς περιοδείες. Τους ξαναβλέπω, αυτή τη φορά σαν τρίο, το Νοέμβρη του ΄98 στο Ρόδον (στην περιοδεία του χύμα λάϊβ "Everything Louder . Than Εverything Else") και το 2004 στο Λυκαβηττό. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από το '90, αλλά με δίωρη διάρκεια, παίρνουν τα εύσημα περπατώντας. Στο Λυκαβηττό έχουν και πιο γεμάτο σετ - λιστ, αφού τα "We Are Motorhead" (2000), "Hammered" (2002) και "Ιnferno" (2004) έχουν αρκετές καλές στιγμές ("We Are Motorhead", "One More Fucking Time", "Brave New World", "Killers", "Whorehouse Blues"). Το ενδιαφέρον πέφτει στην παραγωγή και στο στίχο. Οι Μότορχεντ έχουν πλέον σταθεροποιηθεί στη μέση ηλικία, με τακτά ξεσπάσματα αγριεμένης, άχρονης αυτοπεποίθησης. Δώστε βάση στο τί θέλω να πώ είναι σα να λέει ο Lemmy.
Ο οποίος, πλέον, αναγνωρίζεται ως «θεός» γενικώτερα, αφού όλα τα νέα γκρουπ, ταλαντούχα και ατάλαντα, τον προσκυνούν, οι ροκ δημοσιογράφοι λατρεύουν να ανακαλύπτουν τις διάφορες περιόδους της καρριέρας του και το "Ace Of Spades" δεν είναι πλέον «το πρώτο thrash κομμάτι», αλλά ένα οικουμενικώς αναγνωρίσιμο εικόνισμα σκληρού ήχου που εκποιείται ακόμη και σε συλλογές με «ροκ χιτς» που δίνουν οι εφημερίδες με το κιλό. Το 2003 έχει βγει και η αυτοβιογραφία του Λέμυ ("White Line Fever"), που είναι ειλικρινής στη ρηχότητά της. Δεν πρόκειται για διανοούμενο. Πρόκειται για τον πρώτο τρίτης ηλικίας ρόκερ που έχει πιεί, πάρει σπηντ, πηδήξει τ΄άντερά του, παίξει δυνατά και ταξιδέψει τόσο, ώστε το μόνο που θυμάται είναι μια ατέλειωτη σειρά από αδρές λεπτομέρειες, τις οποίες παραθέτει έχοντας τη γενναιοδωρία να μη θέλει να θίξει κανέναν (και καμία). Η κοπιώδης αλλά χωρίς κενά παράθεσή τους είναι και η μόνη αξία τους. Χωρίς εμβάθυνση και προεκτάσεις.  
 
Το 2006 βγαίνει το "Kiss Of Death", μάλλον το καλύτερο άλμπουμ από το 2000 και μετά ("Trigger", "God Was Never On Your Side"). Το 2008 το "Motorizer", τίμιο αλλά μικρό σε διάρκεια, με το "Rock Out" να έχει ένα βίντεο για φόλα οπαδούς και το στίχο "Rock Out, with your cock out, impress your lady friends" (μιλάμε για τρισμέγιστο ξεμώραμα) να προεξάρχει. Στα τέλη του '10, αρχές 2011, βγαίνει το "The World Is Yours", το οποίο έχει κι αυτό τα αναπόφευκτα σημάδια κόπωσης αλλά ένα φοβερό "I Know How To Die" κι ένα αποκαλυπτικό τερατούργημα όπως το "Brotherhood Of Man".
Η παραγωγή σε κομμάτια τα τελευταία 20 χρόνια αποδεικνύει, εκτός από την ικανότητα του αφανούς ήρωα Campbell να συνθέτει, ότι το γκρουπ δεν υπηρετεί κάποια εικόνα, ούτε πασχίζει να βγάλει νέο ύμνο. Ούτε φυσικά πειραματίζεται. Ζεί από αυτό που του έρχεται φυσικό να βγάζει ως ήχο. Ζει για να παράγει και να ηχογραφεί αυτόν το ήχο. Τον ήχο της ροκ ν΄ρολ ζωής μέχρι το μεδούλι.
 

To "Aftershock" το Νοέμβριο του '13 είναι χωρίς καμία υπερβολή καταιγιστικό. Το καλύτερο άλμπουμ τους μετά το Orgasmatron, με κομμάτια - επιδρομές όπως τα "Heartbreaker", "Coup De Grace", "Death Machine", "Going To Mexico", "Queen Of The Damned", Paralysed" και με δύο συγκλονιστικά βιωματικά blues ("Lost Woman Blues", "Dust And Glass"). Θα περάσουν χρόνια για να αντιληφθούμε τη μακροβιότητά τους, την ευθύτητα και την αξία του άκαμπτου χαρακτήρα τους. Τι άλλο θέλουμε, αυτός ο τύπος μας μεγάλωσε όλους.
 
Στην ταινία "Lemmy - The Movie" (2010) η εικόνα κουμπώνει με την αυτοβιογραφία. Ένας σιδερένιος λεβεντόγερας που βάφει μούσι και μαλλί σκούρο, φοράει κολλητά παντελόνια, μπότες και καου-μπόϋκα καπέλα (όλα μαύρα), πίνει ακατάπαυστα Τζακ με κόκα, καπνίζει μάρλμπορο, παίζει κουλοχέρη, λατρεύεται από όλα τα μεσόκοπα μέταλλα (με πρώτους τους «εμπόρους της Βενετίας», τους Μετάλλικα) και όλες τις γυναίκες μεταξύ 15 και 60 που φέρουν πάνω τους τουλάχιστον δέκα τατουάζ και τρία πήρσινγκ, βαράει αλύπητα το Ρικενμπάκερ (έτσι προφέρεται) πάνω στη σκηνή και γνωρίζει παντού το δέος και την αφοσίωση κάτω από αυτήν, σε όποιο μήκος και πλάτος του κόσμου κι αν βρίσκεται. «Το πιο πολύτιμο πράγμα του κόσμου είναι ο γιος μου», λέει απροσδόκητα, χτυπώντας στην πλάτη έναν ξαφνιασμένο τύπο που κάθεται δίπλα του, στα τριανταφεύγα με ντροπαλό χαμόγελο και μαζεμένους τρόπους, που είναι όντως ο γιος του.
«Έχω κι έναν άλλο, αλλά δεν τον έχω δει ποτέ, οπότε, αυτός είναι ό,τι έχω και δεν έχω».
«Έχεις μετανιώσει για κάτι;» τον ρωτάνε στην προτελευταία σεκάνς της ταινίας (τελευταία είναι μια προβλεπόμενα βάρβαρη εκτέλεση του "Overkill"). "None. Life's too short", πετάει ακαριαία. Τραβάει μια ρουφηξιά από το Marlboro και κοιτάει το υπερπέραν. Δεν μοιάζει, ε ί ν α ι χιλίων ετών. Και όπως συνηθίζει να παραφράζει το γνωστό στίχο του Ace Of Spades, "...Cos that's the way I like it baby, I don't wanna live forever - BUT APPARENTLY I AM !".

Παναγιώτης Παπαϊωάννου