Αθώος όταν ονειρεύεσαι...
Tuesday

10Nov

Αθώος όταν ονειρεύεσαι...

Δημοσιεύθηκε από:

10/11/2015

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

9942
Νοέμβρης '88, πρόωρο βράδυ, ώρα αδιευκρίνιστη. Χέϋδεν, Πλατεία Βικτωρίας, τέταρτος. Χωρίς μπαλκονόπορτα, χωρίς τηλεόραση. Σωριασμένος σε πολυθρόνα εικοσαετίας. Ξεφτισμένη πλάτη, ξυλοπόδαρα που κρατάνε ακόμα.
Μπροστά στο πορτατίφ και το χοντρό σπιράλ μπλοκ για τις σημειώσεις της σχολής, φτιάχνω μια ακόμη λίστα με τ΄αγαπημένα μου τραγούδια. Ραδιόφωνο ανοιχτό, μέχρι το πρωί.
Η ξεβαμμένη πορτοκαλί βελόνα χωμένη σε μια σκοτεινή γωνιά της μπάντας των Εφ Εμ, κάθε βράδυ και σ΄άλλη. Μία δόση μετωπική από ερωτική σύγχυση (να την θέλεις σαν τρελλός, να νιώθεις ότι αναπνέεις για να την προστατεύσεις απ΄ όλα τ' άδικα του κόσμου, σωρηδόν οι δημοφιλείς παραισθήσεις), ανακατεμένη με μιάμιση δόση από κρυφή πεποίθηση ότι το παιχνίδι μόλις έχει αρχίσει, ότι όλος ο χρόνος είναι μπροστά μου. Δεκαεφτά και μισό. Το μυαλό ανοίγεται ερήμην μου σε κάτι απόκρυμνες μελαγχολίες. Ξεφύσημα. Τζούρα από κουτάκι Χάϊνεκεν (πάλαι ποτέ ροκ γεύση το τσιγκάκι, σήμερα δεν πίνεται ούτε από ξεψυχισμένο βεδουίνο). Κάτι ωραίο ακούγεται απ΄τα μπουκωμένα ηχεία.
 
Φωνή σα γριπιασμένος Τζο Κόκερ. Μελωδία αδρή, φέρνει σε J.J. Cale. «.On a Downtown Train...», το πώς πιάνω ότι καταλήγει το ρεφρέν. Όπως κατά βάθος αξίζει σε κάθε κομμάτι με ειδικό βάρος, δεν προλογίστηκε, ούτε κόπηκε στη μέση από προπέτη ερασιτέχνη, για ν΄ακουστεί ο τίτλος με ξενερουά προφορά. Μια αύρα από κιθαριστικές φράσεις, απ' αυτές που ζωγραφίζουνε τη μνήμη στη στιγμή, βγαίνουν' από το σκληροτράχηλο καρούλι JVC και αχνοπατούνε στον αέρα. Η κακοκεφιά του δωματίου στρογγυλεύει για μερικά κρίσιμα λεπτά. Δεν έχω ιδέα τί προέλευση έχει η μικρή αυτή μυσταγωγία. Η νέα ζωή μου κλείνει το μάτι. Καινούριες μουσικές να γνωρίσω, καινούριες παρέες να συναντήσω σε καφέ και πλατείες, καινούρια κορίτσια να περιμένω να φανούν απ' τη γωνία, καινούριοι φίλοι να μοιραστούνε μαζί μου τ' αδιάλυτα πάνω από μισοάδειες μπύρες. Ένα τέτοιο κάλεσμα μού'φερε κείνο το άγνωστο κομμάτι. Μια πρόσκληση από το υπερπέραν της πόλης στα ελαφρώς αγκυλωμένα εσώψυχά μου, να ξεκουμπωθούν και να κοπιάσουν στην άβυσσο της φοιτητικής ζωής, που μόλις ξεκινούσε.

To τραίνο απ΄το κέντρο έκανε στάση μπροστά μου εκείνη τη βραδυά του Νοεμβρίου. Αλλά έμεινα τα το κοιτάω να ξεκινάει λίγο μετά απ΄τη στάση και να χάνεται. Περίμενα κάποιο άλλο. Κάπως έτσι δεν πάει;
 
Μερικά αφάνταστα χρήσιμα πράγματα τα μαθαίνεις από τις γνωριμίες που μπαίνουν και βγαίνουν απ' τη ζωή σου σαν το γκολ του Τζεφ Χαρστ στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας. Άκυρες, αλλά, θέλοντας και μη, καθοριστικές για το χαρακτήρα. Όλα είχαν ξεκινήσει το καλοκαίρι. Απολειφάδια μπιτς πάρτυ, τσούρμο με καμιά δεκαριά καταπονημένους φιλαράκους της μιας φοράς, αποφασισμένους να  βγάλουν τη νύχτα στην παραλία. Σε μια κουβέντα περί μουσικής, ξεβγαλμένη απ΄τις τελευταίες Άμστελ που κείτονταν πάνω στα χαλίκια στη Βουλιαγμένη, εκείνη η τύπισσα άρχισε κάτι ασυνάρτητους ύμνους για τον Tom Waits και τα Gauloises, χλευάζοντας την καλοσιδερωμένη εκτέλεση του Ροντ Στιούαρτ στο "Downtown Train". Μου χαρίζει μια 90άρα Maxell συλλογή το φθινόπωρο του '90 με Springsteen, Eric Burdon, Clapton και συναφή και η πρώτη πλευρά αρχίζει με το "Downtown Train". Έχω μάθει πια ότι το rewind καταστρέφει τις 90άρες, αλλά δεν κωλώνω. Πρέπει να γράψω τους στίχους. Το καταφέρνω - έτσι λέω- μετά από εκατοντάδες προσπάθειες, σ΄ένα σημειωματάριο που έχω για το Ειδικό Ποινικό, πού' ναι να δώσω τον ερχόμενο Φλεβάρη.  
Μάϊος '92, προχωρημένο απόγευμα. Έχουμε χτυπήσει κάτι ούζα μετά μπινελικίων στο Θησείο. Εφήμερη παρέα συμφοιτητών γεμίζει την ατμόσφαιρα με φωναχτές φλυαρίες - τυπική ανασφάλεια ετερόκλητης και ελαφρώς ανέμπνευστης- παρέας νομικάριων. Τότε ακόμα η Αθήνα σου φύλαγε ίσαμε μ΄ ένα μισάωρο κάθε απόγευμα, όταν, ακόμα κι αν βρισκόσουνα στην Ακαδημίας, μπορούσες πραγματικά να μυρίσεις στον αέρα την αλλαγή του καιρού, μια ζεστή υπόσχεση απ' τις βραδιές του καλοκαιριού που έρχονταν με τις πάντες.
Είχαμε αποφασίσει να το συνεχίσουμε και πηγαίναμε με τον Ηλεκτρικό, από Θησείο, Μαρούσι, σε μια μεζονέτα με τρομερή θέα, όπου μένει μια Μαρία, μια Μίμι Ρότζερς απ' το τρίτο έτος, που ακούει κάτι περίεργα σάουντρακ, από μιούζικαλ, «Κούρτ Βάϊλ και τέτοια», με «μητέρα σκηνογράφο».
Νιώθω ωραία χωρίς λόγο. Μετά τα Πατήσια ο κόσμος πάντα αραιώνει. Η Άνοιξη σφηνωμένη στα μυαλά. Στάση Νέα Ιωνία. Ξαναξεκινάμε.

"Outside another yellow moon - punched a hole in the nighttime, yes - I climb through the window and down the street - shining like a new dime ... Will I see you tonight - on a downtown train - every night is just the same..."
           
Ξεπηδά από μόνο του στο μυαλό το ρεφρέν. Συμβαίνει, άμα είσαι ακόμα 20 και τρώς, πίνεις κι αναπνέεις μουσική. Σκύβω και κοιτάω ψηλά έξω απ'το βρώμικο παράθυρο του βαγονιού. Ψηλά βαθύ γαλάζιο, με μια μωβ ανταύγεια απ' άκρη σ' άκρη, η τελευταία ικμάδα Αττικού ουρανού πριν το απρόθυμο σούρουπο. Περνάμε από εργατικές κατοικίες και παλιοκαιρινές πολυκατοικίες χτισμένες σχεδόν κολλητά στην σήραγγα του ηλεκτρικού. Ακάλυπτοι γυμνοί και μπαλκονάκια μισακά, έρημα από την παραμικρή ένδειξη ζωής -πόσο μάλλον καλοπέρασης.
 
Θά' θελα να γράψω ένα τραγούδι γι΄ αυτές τις πολυκατοικίες, με τ' απλωμένα εσώρουχα στα σχοινιά τους, που τόσα χρόνια βλέπουν τον ηλεκτρικό να περνάει γεμάτο αγουροξυπνημένες διαθέσεις, βλοσυρά βλέμματα, κενά βλέμματα, ανήσυχα βλέμματα, με τις έγνοιες σκιτσαρισμένες φευγαλέα στις ρυτίδες τους. Βλέμματα που περιεργάζονται βουβά κι ανομολόγητα τρόπους να δραπετεύσουν απ' τα τζάμια του τρένου, χωρίς ποτέ να μπορούν να κάνουν τίποτε.
 
«Τα είδα όλα - Τα είδα όλα - Μέσ' απ' το μουντό κιτρινισμένο τζάμι - Του τελευταίου βραδινού τραίνου».
 
Η Μίμι Ρότζερς μας σερβίρει βότκες και Κάπταιν Μόργκαν και η θέα είναι πραγματικά το κάτι άλλο. Ανοίγει το τζάμι απ΄το σύνθετο του σαλονιού. Μια δισκοθήκη διακρίνεται. Βγάζει ένα δίσκο και πλησιάζει το πικάπ. «Πάει με την ώρα». «Ποιός θέλει το εξώφυλλο;». Είναι το "Frank's Wild Years". 
Παίρνω το "Rain Dogs" το Νοέμβρη του '94. Το βάζω στο πικάπ, δυναμώνω και πάω στην κουζίνα να φτιάξω ελληνικό στο γκάζι. Kαθώς έχει φτάσει στο "Tango 'Till They' Re Sore", νιώθω ένα φόρτωμα στο στήθος, σαν και αυτά τα ξαφνικά, μουντά άγχη που δεν ξέρεις ακριβώς από πού έρχονται, συνήθως γιατί θες να ξεχάσεις την αιτία που τα δημιουργεί. Αυτό είναι. Πάει πια, μεγαλώνω. Έχω κάνει μπόλικο δρόμο και δεν μπορώ πια να τον αγνοώ. Τα σημάδια απ' αυτόν το δρόμο δεν είναι πλέον μια σακκούλα «φάσεις», που άλλες κρατάω και άλλες πετάω, κατά τα καλά και συμφέροντα. Όλα είναι ένα. Είμαι ένα ψηφιδωτό από αισθήσεις που τις κουβαλάω μαζί μου, θέλω δε θέλω. To "Hang Down Your Head" καταφέρνει να χαμηλώσει με μιας όλες τις άλλες σκέψεις μου, μόνο και μόνο για ν΄ ακούσω για πρώτη φορά τον αχό από το βάδισμα του χρόνου. Ο θόρυβος μιας παρέας από κοπρόσκυλα που περιδιαβαίνουν μπουλουκηδόν την πόλη να προφυλαχτούν από το ψιλόβροχο. Ενοχλητικός, όπως και να' χει. 
Είναι το πιο κοντινό σ΄αυτό που λένε «ωδίνη ωρίμανσης». Ξεπήδησε απ' τα τραγούδια του Waits σα βαριεστημένη κυρία της νύχτας, ντυμένη το κοστούμι μιας ανεπιθύμητης καθωσπρέπειας και βαμμένη με τη μάσκαρα του θανάτου των παιδικών ονείρων, μπoύκαρε ράθυμα στην κουζίνα και με χτύπησε καθησυχαστικά την πλάτη, για να με ξεγελάσει. Με άφηνε για καιρό να κάνω το κορόϊδο και να τα πίνω, να τραβιέμαι, να αποζητώ τις μακριές συζητήσεις με ελεύθερο θέμα, να ξοδεύω το χρόνο σαν την τρίτη κι αχρείαστη μπύρα πριν την σαββατιάτικη έξοδο.
Και τώρα, στην ουδέτερη ζώνη της κουζίνας μου, η ύπουλη, με τελάλη της έναν λάβρο μεθύστακα με λάρυγγα γεμάτο πρόκες κι οπλισμένο με ένα ξεχαρβαλωμένο πιανάκι, μου ρίχνει ξαφνικά δυό σουβλιές στα σωθικά και με αρπάζουν κάτι ζουμιά, απ' αυτά που δεν σ΄αφήνουν ούτε ν' ανασάνεις, ούτε να σταματήσεις.
Απ' αυτά που έρχονται πάντα, όταν ανοίγει το πορτάκι του μυαλού και τρυπώνει μέσα εκείνος ο καταχθόνιος ανεμοστρόβιλος από τις πιο μύχιες αναμνήσεις, από στιγμές πού' σαι μόνος με τα στρατιωτάκια σου, ή από κείνη τη μέρα που σε ξύπνησε η μάνα σου για το σχολείο, ήπιες γάλα κι έφυγες στα γρήγορα γιατί έβρεχε, από φευγαλέα βλέμματα στα πρόσωπα των ανθρώπων στην Πανεπιστημίου, από κουβέντες στα σκοτεινά μετά από μια ακόμη βαρετή βραδιά με τη γυναίκα που σ' αγάπησε κάποτε, από πανομοιότυπες πρωτοχρονιές με τους συγγενείς πού εύχονται διαρκώς ''και του χρόνου'' με υγρά και ευάλωτα μάτια χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί, από σκηνές με τον εαυτό σου με κοντά παντελονάκια να παίρνει σκληρόφατσες πόζες μπροστά στη φωτογραφική μηχανή του πατέρα σου, από κείνη την κοπάνα που έκανες για να γλιτώσεις το διαγώνισμα Μαθηματικά και σε είδανε στην καφετέρια αγχωμένο, σα να' χες κιόλας γράψει και να τά' χες πάει χάλια ...


'' And it's time, time, time - And it's time, time, time - And it's time, time, time that you love - And it's time, time, time ..."
 
Έχει αυτή τη μυστήρια ικανότητα η αφήγηση του Tom Waits. Τσακίζει το χρόνο, εξαφανίζει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και χτυπάει κατευθείαν στην καρδιά. Τα άλμπουμ του από το '76 μέχρι και το '92 είναι ένα προς ένα γεμάτα ελεγείες για παρίες, εμμονικούς και ονειροπόλους, για την ίδια τη ζωή της μεγαλούπολης, τις διαρκείς παραισθήσεις και τις ιερές ουτοπίες της.
 
Το τελειωτικό σημάδι για την αποκάλυψη του μεγαλείου του καλλιτέχνη υπήρξε για την αφεντιά μου ο «Καπνός» ("Smoke") του Γουέιν Γουάνγκ, ένα Σαββατόβραδο πνιγμένο στις αναμνήσεις από χαμένες φιλίες κι από θηλυκά βλέμματα που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω αρκετά. Μεσάνυχτα μόνος στο «Παλλάς», σ' ένα από τα, αραιοσύχναστα ακόμη, φεστιβάλ με αβάν πρεμιέρ. Η τελευταία ονειρική σεκάνς, με τη διήγηση του Χάρβευ Καϊτέλ στον Ουίλιαμ Χαρτ για την τυφλή γιαγιά που τον κάλεσε να φάνε μαζί ανήμερα τα Χριστούγεννα και τον φώναζε με το όνομα του γιου της, ενώ ήξερε ότι δεν ήταν παρά ένας περαστικός. Το "Innocent When You Dream (barroom)" ακούγεται ολόκληρο, καθώς ο Καϊτέλ, με τις μεστές νεοϋορκέζικες παύσεις του, αφηγείται την ιστορία. Είναι ένα συναίσθημα τόσο παλιό και τόσο θλιμμένο. Μια ουσιαστική ευκαιρία να συγκινείσαι για όλες τις στεναχώριες και για όλες τις χαρές σου μαζί, κάθε φορά που ακούς αυτό το αποκαλυπτικό κομμάτι. Η πιο σταράτη υπόμνηση ότι υπήρξες, υπάρχεις και ότι θα πας και παρακάτω. Και ότι μπορεί η κάθε μέρα, η κάθε εποχή νά' ναι ωραία, είτε ξέρεις, είτε δεν ξέρεις να το νιώσεις, είτε προλάβεις να το νιώσεις, είτε σου ξεφύγει, είτε καταφέρεις μετά να το θυμάσαι, είτε όχι...
 
«Οι νυχτερίδες φωλιασμένες στο κωδονοστάσι
Όπως στο βάλτο η υγρασία
Πού' ναι η αγκαλιά που με κρατούσε
Που μπροστά της ορκιζόμουν την αγάπη μου
 
'Ενα συναίσθημα τόσο παλιό και τόσο θλιμμένο
Πεδιάδες καταπράσινες και απαλές
Αναμνήσεις είναι αυτό που κλέβω
Μα, είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι
Όταν ονειρεύεσαι
Είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι
 
Τρέχαμε μεσ' απ' το νεκροταφείο
Και γελούσαμε οι φίλοι μου και γω
Ορκιστήκαμε ότι θα' μαστε μαζί
Μέχρι την ημέρα που θα πεθάνουμε
 
Έδωσα μια υπόσχεση χρυσή
Ότι ποτέ δε θα χωρίσουμε
Χάρισα στην αγάπη μου ένα φυλαχτό
Και μετά της ράγισα την καρδιά
 
Κι είναι ένα συναίσθημα τόσο παλιό και τόσο θλιμμένο
Πεδιάδες καταπράσινες και απαλές
Αναμνήσεις είναι αυτό που κλέβω
Μα, είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι
Όταν ονειρεύεσαι
Είσαι αθώος όταν ονειρεύεσαι».

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου