ΜΝΗΜΗ ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Thursday

3Dec

ΜΝΗΜΗ ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε από:

03/12/2015

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

21402
Δεκέμβριος '85... Ακούμε δίσκους στο στέρεο του κολλητού μου του Διονύση, στο σαλόνι του σπιτιού του. Ανάμεσα σε Santana, Gary Moore, Zeppelin και μικρές δόσεις «Παρφέ Ντ' Αμούρ», βγάζει έναν δίσκο με ένα χρώμα ξεφτιλέ ροζ (πολύ αργότερα έμαθα ότι το λένε «φούξια»), που έχει απ΄ έξω ένα πιτσιρικά ντυμένο «καμπόϋ», σε μια πόζα βγαλμένη λες απο κείνο αναγνωστικό του Δημοτικού.
«Θες ν΄ακούσεις κάτι ελληνικό;» μου πετάει σαρδόνια. Παίζει πλήκτρα (πιάνο και συνθεσάϊζερ) σε μια μπάντα απ το Λουτράκι, τους «Rotten Roll». Από δισκοθήκη, τεράστια μπροστά στις είκοσι όλες κι όλες δικές μου κασσέτες. Του έχω εμπιστοσύνη.
«Βάλε».


Με τα πρώτα γκάζια του «Ροκ ν' Ρολ στο Κρεββάτι» τα καλοακονισμένα σε AC/DC αυτιά μου γνωρίζουν με τον Παύλο Σιδηρόπουλο και τους Απροσάρμοστους. Ο δίσκος ακούγεται κομμάτι τσίγκινος, αλλά μου κάνει εντύπωση πόσο αβίαστα ακούγεται ο ελληνικός στίχος πάνω σ΄αυτόν το νευρώδη ήχο. Εκτός  από το «Ροκ ν' Ρολ στο Κρεββάτι» (που του λέω να το ξαναβάλει άλλες δύο φορές στο καπάκι), μένουν κατευθείαν το «'69» και το «Αντε και καλή Τύχη Μάγκες», κυρίως απ΄τα λόγια. Η πινακοθήκη των καθαρμάτων που κοσμεί το (ομοίως φρικαλέο ροζ) οπισθόφυλλο με πείθει ότι εδώ μιλάμε για αυθεντική αλητεία.
 
Φεβρουάριος '86. Ένας εκστασιασμένος Διονύσης μου διηγείται στο πρώτο διάλειμμα της Δευτέρας για το χαμό που έγινε όταν παίξανε με τους «Rotten Roll» κι ένα σωρό άλλα νέα γκρουπάκια στο «Ροντέο». «Είδα και το Σιδηρόπουλο», πετάει πονηρά. «Ήτανε από κάτω και μας άκουγε. «Μ@%@#α, ήτανε κομμάτια τελείως». Κάπως έτσι, σχεδόν αμέσως, ο ήχος, ο στίχος και το όνομα του Παύλου Σιδηρόπουλου συνδέθηκε στο νου μου με το «κακό» των ναρκωτικών (που μαζί με το Αids [και για κάτι μέρες το Μάρτη του '87, το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία] υπήρξανε οι μόνοι μπαμπούλες εμάς των εφήβων των '80s).
 
Οκτώβριος '89, φοιτητής στην Αθήνα, κάτι ηλιόλουστα μεσημέρια στη Βικτώρια, κολλημένος με μια 60άρα TDK, γραμμένη από τον αιώνιο φοιτητή Νικόλα Α. (επαΐοντα των Εξαρχείων και της Βίλλας Αμαλίας), ακούω και ξανακούω στη μια πλευρά το «Εν Λευκώ», στην άλλη το «Street Hassle» του Lou Reed (με κομμένο το «Leave Me Alone»). Μετανιώνω που δεν κατάφερα να δω το Σιδηρόπουλο νωρίτερα το χειμώνα, στο «Μετρό». Πού νά' ξερα .
 Ένα χρόνο και κάτι μετά, κλαμένη η συμφοιτήτριά μου η Κατερίνα (της παρακμάζουσας τότε συνομοταξίας μαλλί μέχρι τη μέση, χαϊμαλιά, μάλμπορο και σαλβάρι) μου ανακοινώνει το άσχημο νέο. «Πέθανε χτες ο Παύλος». Έτσι, χωρίς επώνυμο, όπως ήταν και είναι γνωστοί και οικείοι μόνο οι πολύ μεγάλοι κάθε χώρου και κύκλου της ζωής. «Κι αν ήταν ροκ», έγραφε η «Ελευθεροτυπία», κι από κάτω μια μαυρόασπρη θολή φωτογραφία με τον ίδιο χαμογελαστό, αλλά γερασμένο. Είχε φύγει άδοξα, μια άσημη Τετάρτη προς Πέμπτη, 5 προς 6 Δεκέμβρη. Όσο κι αν πέρασε από τα Μ.Μ.Ε. ως προδιαγεγραμμένο γεγονός, ο θάνατός του καταγράφηκε στο συλλογικό μνημονικό ως η πρώτη ελληνική απώλεια ροκ σταρ από τα ναρκωτικά. Σα να έφυγε ξαφνικά μαζί του μια ολόκληρη εποχή.
 
Όμως, η μουσική του πήρε σάρκα και οστά, γι΄αυτό και δεν αναχωρεί ποτέ. Ακολούθησαν δεκάδες βράδια με το «'69» (την πρώτη εκτέλεση), το «Φλου», ή το «Η» να μπλέκονται με Iggy Pop, Blondie και Gallagher στα λίγα μπαράκια και κλαμπάκια που αντιστέκονταν στην εκατόμβη του «εναλλακτικού» ροκ στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '90. Και κάπου εκεί μέσα, Άνοιξη του '95, στο «Εργαστήρι Δημοσιογραφίας», αναλαμβάνω - σαν «πτυχιακή» εργασία - να φτιάξω μια ραδιοφωνική εκπομπή εξήντα λεπτών, με θέμα τα έργα και τις ημέρες του Σιδηρόπουλου.
Για το υλικό της, ρίχνομαι στη μελέτη. Με τα προϊντερνετικά διαθέσιμα μέσα, αυτό σήμαινε σάρωμα αρχείου εφημερίδων, κυνήγι ανθρώπων για συνέντευξη και κυρίως προσεκτικό άκουσμα των δίσκων (πεισματικός ακόμη αρνητής οποιουδήποτε μικρού γυαλιστερού δίσκου) και διάβασμα των στίχων.


Η θητεία στο ραδιόφωνο βοηθάει. Ο Δημήτρης Δημητράκας των Panx Romana, γνωστός από το υπόγειο του "ΗΧΩ FM" ('92-'94, τί ωραίες playlist - free εποχές !), ανασύρει εύκολα μνήμες από παλιά live, από εκείνη την ιστορική τελευταία συνέντευξη που του πήρε στον «Rock FΜ», μου μιλάει για ώρες για μια εποχή μου απείχε μόλις μερικά χρόνια από τότε, κι όμως έμοιαζε και τότε σαν άλλος αιώνας. Μου δίνει και μερικά τηλέφωνα φίλων του Παύλου. Μιλάω με τη Μαρία Π. ένα μεσημέρι στην Πλατεία Εξαρχείων και τηλεφωνικά με δύο - τρία άλλα γνωστά του πρόσωπα (έχω ακόμη τις κασσέτες). Μέσα από τη γλώσσα, τη μνήμη και τη διάθεση του καθενός εισπράττω τέτοια συγκίνηση και θαυμασμό, που για πρώτη φορά υποψιάζομαι ότι η μορφή του Σιδηρόπουλου χάραξε τα δικά μας μουσικά πράγματα για καιρό και πολύ πιο βαθιά απ΄όσο γνώριζε η γενιά μου. «Κατέφυγε στην ηρωίνη για να κατέβει στο επίπεδο του κόσμου. Αυτού που ήταν δίπλα του, αυτού που τον χειροκροτούσε και τον λάτρευε, της γυναίκας που κάθε φορά ερωτευόταν, του κακομοίρη που υπέφερε ή του ανώνυμου που πάλευε, ακόμη κι εκείνου που τον έβριζε ή τον αμφισβητούσε». Έτσι μου είπε κάποιος «φίλος» του, ζυγίζοντας καλά τις κουβέντες. Προσωπική τοποθέτηση, όμως στις λέξεις της και στη σημασία τους κρύβονται δύο δεκαετίες Ελλάδας.
 
Κουβάλησα αυτή τη φράση μαζί μου από το '95, χωρίς να μπω στον κόπο να την διασταυρώσω, να την ερμηνεύσω, ή στον πειρασμό να την διαψεύσω. Σα κάτι να μού'λεγε ότι μόνον ο χρόνος θα δώσει απαντήσεις και ερμηνείες, κι αυτό μόνον αν πραγματικά χρειάζεται.
 
Όντως, ενώ τα τραγούδια του Σιδηρόπουλου παρέμειναν έκτοτε με κάθε ευκαιρία παρόντα (αυτό το «Να Μ' Αγαπάς», που δεν είναι καν δικό του, κόντεψε για πολύ κόσμο να γίνει απωθητικό από τις κλαψοw&#%&κες λεηλασίες του κάθε τραγουδιάρη), το πραγματικό μέγεθος της μουσικής παρουσίας του Σιδηρόπουλου μεγάλωσε μέσα μου σταδιακά, σε φάσεις ύστερες από κείνη την μετωπική με την ανθρώπινη μαρτυρία και το μουσικό υλικό για την «πτυχιακή εργασία» του '95. Με τη συνδρομή της επικοινωνιακής εξέλιξης, έγινε μέσα στα χρόνια πιο απτό το να ανασυνθέσει κανείς τη χρονική συγκυρία, τις συνθήκες και το περιβάλλον μέσα στο οποίο περπάτησε και δημιούργησε ο Σιδηρόπουλος. Αυθεντικά του γραπτά, παρτιτούρες, συνεντεύξεις, συναυλίες, φωτογραφίες κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και οι αναφορές στην πορεία του είναι πολύ πιο συχνές απ΄ότι όταν ζούσε. Ειδικά η κινούμενη εικόνα (συνεντεύξεις, εμφανίσεις σε τηλεόραση ή σε κάθε λογής πάλκα, ζωντανές βιντεοσκοπήσεις από ερασιτέχνες) αποπληρώνει το μύθο και γι΄αυτό αντικατοπτρίζει ψήγματα μιας πραγματικά σπάνιας περίπτωσης καλλιτέχνη. Μέσα από την κακή ηχητική των live που έχουν διασωθεί, το άτσαλο ποζάρισμα των μουσικών, το φτωχό σκηνικό στήσιμο, η μέθεξη του περφόρμερ Σιδηρόπουλου καταφέρνει πάντα να λάμπει. Είναι, δε, μέσα από το συνδυασμό γραπτού λόγου και ηχογραφημένης μουσικής που αναδεικνύεται ευκρινέστερα η ουσία του τί υπήρξε ο Σιδηρόπουλος. Αν διαβάσεις κάποιες από τις δημοσιευμένες συνεντεύξεις του (μαζεμένες οι περισσότερες στο βιβλίο του Άκη Λαδικού) και μετά ακούσεις τον όποιο δίσκο του, καταλαβαίνεις βαθύτερα τη μουσική και τον άνθρωπο (γιατί ως γνωστόν, "it's the singer, not the song").
 
Από τον συγκερασμό γραπτού και προφορικού, έμμετρου και πεζού λόγου βγαίνουν όλα στην επιφάνεια : Η ενσυνείδητη προσπάθεια του Σιδηρόπουλου να αφιερωθεί στα ελληνικά γλωσσικά εργαλεία για να εκφράσει τη στάση του και το όραμά του, για να αποσαφηνίσει τα μηνύματά του, το ρόλο του ως "Voodoo Child". Η ολιστική μουσική του προσέγγιση στο «ροκ εντ ρολ» (όπως ο ίδιος το λέει τόσο χαρακτηριστικά).


Η στιχουργική του περιπλάνηση σε μέρη λίγο - πολύ απόκρυφα ή και ακατανόητα για το μυαλό του μέσου μουσικόφιλου (τόσο τότε, όσο και σήμερα). Μια παλινδρόμηση μεταξύ εξάρτησης και απεξάρτησης από τη ντρόγκα, με τη συστολή αλλά και την αυτοπεποίθηση αυτού που έχει δει το χάρο με τα μάτια και αναρωτήθηκε «ε, και;». Κάποιο ανεξίτηλο λάβωμα ανεκπλήρωτου έρωτα που διατρέχει τη φωνή, τη ματιά και την ερμηνεία του. Μια ματαιωμένη αυταξία, θυματοποιημένη εξίσου από τον κόσμο των άσχημων και των κομπλεξικών όσο και απ΄αυτόν των «ψαγμένων». Μια κάποιου είδους ενοχή για την τιμημένη καταγωγή του, που έγινε με τον καιρό αυτοκαταστροφική ευαισθησία. Η ανάγκη του για βιτριολικό εξορκισμό της υποκρισίας όλων όσων τον περικύκλωναν ή τον περιστοίχιζαν στα είκοσι χρόνια της πορείας του: των μουσικών (άλλων που υποφέρουν από κρίση μεγαλομανίας, άλλων που «ροκάρουν» με το μυαλό στο σκυλάδικο), των εργολάβων της κοινωνικής «επανάστασης», των μουσικοκριτικών (που, ανεπαρκείς ή αποτυχημένοι ως μουσικοί, μυαλοπωλούν μουσική «αντισυμβατικότητα»).
Ακόμη και του ίδιου του κοινού, που η πλειοψηφία του στην χώρα μας μάθαινε ανέκαθεν να συγκρίνει και να κατακρίνει, πριν μάθει να ακούει (ή να παίζει) μουσική, που έχει μάθει να καταναλώνει το ροκ αδηφάγα, ψάχνοντας μάταια την ταύτιση με πρότυπα πολύ απόμακρα σε σχέση με την πραγματικότητά του, μια πραγματικότητα από την οποία, διαχρονικά ηττάται, ενώ συγχρόνως αποδεικνύεται απρόθυμο να μεταστρέψει.

 
Αν το καλοδεί κανείς, ο Σιδηρόπουλος πρόλαβε να τα πει και να τα τραγουδήσει όλα, ή σχεδόν όλα. Δηλαδή, περίπου τόσα, όσα έχουν προλάβει να μας πουν στα αγγλικά και οι άλλοι «ροκενρολίστες» που έφυγαν αιώνια νέοι, υποκαθιστώντας την «θνητότητα» του σώματος με το μεγαλείο της μουσικής κληρονομιάς. Μήπως γι΄αυτό να την έκανε;
Όπως και να' χει, κάθε φορά που κάποιος ή κάποια χοροπηδάει μ΄ένα τσιγάρο στο ένα χέρι και μ΄ένα ποτήρι στο άλλο, με το «Ροκ ν' Ρολ στο Κρεββάτι», θα χαμογελάει -ίσως πικρά, ίσως με σοφία- από κει πάνω και θα μονολογεί «Τελικά, κάτι άφησα κι εγώ ο Φρηκ.».

 

 
 Παναγιώτης Παπαϊωάννου