ZZ TOP (Eliminator): Ασταμάτητο Fuzz για τρεισήμισι δεκαετίες
Wednesday

7Oct

Όπως καθένα από αυτά τα ροκ άλμπουμ που θα ακούγεται για γενιές και μάλιστα απνευστί, από το πρώτο μέχρι και το τελευταίο του κομμάτι, έτσι κι αυτό έχει τη μαγεία του, τις συνταγές, τα μυστικά και τα απόκρυφά του. Για να αναφερθείς σ΄αυτό πρέπει να υπάρχει λόγος.
Και για να προσεγγίσεις κάπως τους λόγους για τους οποίους υπήρξε τόσο μαζικά επιτυχημένο και διαχρονικό, πρέπει να ανατρέξεις στο τί συνέβαινε πριν αυτό βγει στα ράφια των δισκοπωλείων (γιατί έτσι συνέβαινε τότε, στα 1983, τα καινούρια άλμπουμ τοποθετούνταν προσεκτικά στις προθήκες και τις βιτρίνες, με τη ζελατίνα τους ν΄αστράφτει).
Οι δρόμοι για να προσεγγίσεις τον «Αφανιστή» (σε κατά προσέγγιση μετάφραση ο τίτλος) είναι τρεις:
α) ο ήχος του - πώς φτιάχτηκε, τί σήμανε, γιατί άρεσε, πώς και πόσο επηρέασε
β) το
hype που δημιούργησε ως δίσκος την εποχή του απογείου του MTV (1983-1985) και...
γ) η αξία των τραγουδιών που τον απαρτίζουν, τόσο σε σχέση με το ρεπερτόριο του γκρουπ, όσο και γενικώτερα στο ροκ στερέωμα.
 
Ο ακραία φαζαριστός ήχος της κιθάρας του Gibbons, με ασταμάτητες φράσεις και διαδοχικά εφέ διατρέχει και τα έντεκα κομμάτια του, αφήνοντας ένα αποτύπωμα μοναδικό.

Η επιλογή να παραχθεί (και να αποδοθεί στο βινύλιο - μην ξεχνιόμαστε, 1983) ένας ήχος - κόμπακτ για να μπορούν όσο το δυνατόν περισσότερα κομμάτια του δίσκου να παίζονται στο ραδιόφωνο ήταν σταθερή στα ροκ τμήματα των δισκογραφικών της εποχής.
Αρχέτυπα της επιλογής τα άλμπουμ των
Foreigner, Journey και REO Speedwagon που είχαν σαρώσει σε πλατίνα μόλις 1-2 χρόνια πριν. Όποιο γκρουπ ήθελε (μάλλον, όποιος μάνατζερ διέθετε την διεισδυτικότητα και την πειθώ απέναντι στα "κουστούμια" των δισκογραφικών) να «ανέβει επίπεδο», να παιχτεί από το MTV και να κολυμπήσει στα δολλάρια, έπρεπε να βρει και να ακολουθήσει έναν ήχο - μπετόν, χωρίς κομμάτια «πειραματικά».
Ο ήχος των
ZZ Top, έμοιαζε μέχρι τότε ξεχασμένος πίσω στο χρόνο. Μια δόση '60s μπλουζ, με επίμονες δόσεις Χεντριξικής κιθάρας και southern εκφορά σε παίξιμο, στίχο και συνολικό σερβίρισμα. Η απόπειρά τους να βάλουν στον ήχο πλήκτρα και ηλεκτρονικά στοιχεία με το "El Loco" του '81 έδειχνε ένα συγκρότημα σε πλήρη αποπροσανατολισμό, που ακουγόταν εκτός τόπου και χρόνου.
Με νέο συμβόλαιο από το '77 με την
WEA, με παγκόσμια διανομή και με υπερ-μάνατζερ, συμβουλάτορα, εμπνευστή και καθοδηγητή τον πολλά βαρύ Τεξανό Bill Ham, οι ZZ TOP όφειλαν να δοκιμάσουν το άλμα στα βαθιά, καθώς η δεκαετία του "new wave", της συνθετικής ποπ και των τρίλεπτων τραογουδιών είχε για τα καλά ξεκινήσει.
 
Ο ιθύνων νους (κιθαρίστας, στιχουργός και βασικός ενορχηστρωτής) του σχήματος, ο 34χρονος τότε Billy Gibbons, για τον οποίο κάποτε οι φήμες λένε ότι ο ίδιος ο Hendrix είχε πεί ότι θα γίνει ο "next hottest guitarist", έψαχνε πώς θα φτιάξει τον "μεγάλο" δίσκο που ονειρευόταν.
Κλείστηκε λοιπόν το '82 στα Ardent Studios στο Memphis και άρχισε να ετοιμάζει κομμάτια μαζί με κάποιον Linden Hudson, τεξανό θιασώτη της μπάντας και ηχολήπτη με μονομανία στις ηλεκτρονικές (τότε στα σπάργανα) τεχνικές ηχογράφησης.
Ο
Hudson είχε πείσει τον Gibbons ότι για να μπορεί η μουσική του να "χορεύεται", έπρεπε τα κομμάτια να είναι "των 120 beat το λεπτό", όπως όλα τα κομμάτια που είχαν πάει στα τοπ τα τελευταία χρόνια.
Το πόσο ο
Hudson συνέβαλε στην προπαραγωγή των κομματιών του άλμπουμ, προγραμματίζοντας sequencers και ηλεκτρονικά ντραμς, δίνοντας ιδέες για τις ενορχηστρώσεις και γράφοντας ολόκληρα μέρη τους, ώστε να ταιριάζουν στον ηλεκτρονικό καμβά, είναι ένα θέμα που έχει εγείρει τριάντα και πλέον χρόνια τώρα μεγάλη συζήτηση, πολυδάπανες και πολύχρονες δίκες και τεράστια πικρία από μέρους του, αφού ποτέ δεν του αποδόθηκε το παραμικρό.
 


Απεναντίας, το μάνατζμεντ του γκρουπ (βλ. Bill Ham), αλλά και ο ίδιος ο Gibbons προσπάθησαν μέσα στα χρόνια να τον αγνοήσουν ή και να τον φιμώσουν. Αυτό αποδεικνύεται και από το ότι στα τέλη των 80s, η πλευρά των ZZ TOP επέλεξε τον εξωδικαστικό συμβιβασμό, καταβάλλοντας στον Hudson 600.000 δολλάρια, αφού εκείνος μπορούσε να αποδείξει ότι τουλάχιστον το κομμάτι "Thug" (στη δεύτερη πλευρά του δίσκου) το είχε γράψει εξ ολοκλήρου μόνος του.
Μόλις τον Ιούνιο του 2013 (να και ένας επιπλέον λόγος για να ξαναεπισκεφθεί κανείς το
Eliminator), μετά 32 σχεδόν χρόνια, ο Gibbons, παραχωρώντας συνέντευξη, αναγνώρισε στον Lindsay Hudson ότι "έφερε κάποιες ιδέες στο προσκήνιο, που αναδιαμόρφωσαν αυτό που κάναμε, τόσο στο στούντιο, όσο και ζωντανά στη σκηνή. Ο Linden ήταν πρόθυμος να πειραματιστεί με μεθόδους που φόβιζαν πολλές άλλες μπάντες". Ωστόσο, τεχνηέντως αναφερόταν στον ήχο του προηγουμένου άλμπουμ, του "El Loco", καθώς οι περίφημες ρήτρες εμπιστευτικότητας που υπογράφονται όταν κλείνει μια υπόθεση πνευματικών δικαιωμάτων υποχρεώνουν όλους τους εμπλεκομένους να αναφέρουν δημοσίως μόνον μια "ακίνδυνη" και συμβιβασμένη εκδοχή της πραγματικότητας.
 
Σε κάθε περίπτωση, ο ήχος των ZZ TOP του Eliminator, επιμελημένος από την αυθεντία του ηχολήπτη Terry Manning, ήταν πρωτοφανής.

Ακραιφνώς ροκ, με μια υποδώρια μελωδική βάση. Το ένα κομμάτι να ακολουθεί κατά πόδας το προηγούμενο, με τους "κεραυνούς" ("squank") της κιθάρας και το βραχνό γαύγισμα του Gibbons να αποκαλύπτουν στο μουσικό ποπ κοινό κάτι ατόφιο, παράξενα παραδοσιακό και ταυτόχρονα σύγχρονο. Η ρυθμική βάση (μπάσο και ντραμς), παρά τα διάφορα που ειπώθηκαν κατά καιρούς, προέρχεται στην πραγματικότητα αποκλειστικά από ... κουμπάκια, καθώς ο μπασίστας Dusty Hill και ο ντράμερ Frank Beard δεν συμμετείχαν παρά ελάχιστα στις ηχογραφήσεις.
 
Ο "συνθετικός" ήχος του άλμπουμ απενοχοποίησε τα επόμενα χρόνια μαζικά τα hard rock γκρουπ, που άρχισαν να χρησιμοποιούν πλέον ανοικτά ηλεκτρονικά ντραμς και synth-guitar στις ηχογραφήσεις τους, για να «γεμίσουν» ή να «εμπλουτίσουν» τον ήχο τους (βλ. Judas Priest του "Turbo", Iron Maiden στο "Somewhere In Time").
Ταυτόχρονα, η πατίνα «γρήγορο ριφάτο κομμάτι που να χορεύεται σαν πρώτο σινγκλ και βλέπουμε» έγινε -χωρίς υπερβολή μέχρι το τέλος της δεκαετίας- "must" για την προώθηση όλων των καινούριων χαρντ ροκ δίσκων.
 
Τα υπόλοιπα για την αποθέωση του Eliminator τα ανέλαβαν τα αξέχαστα βίντεο (ποιός δεν έχει δει την τριλογία "Gimme All Your Lovin'" - "Sharp Dressed Man" - "Legs"), το πλασσάρισμα των γενειοφόρων σαν μεταμοντέρνων καου - μπόϋς στη γενιά του MTV και η επανάληψη (μήτηρ πάσης παθήσεως, ως γνωστόν). Στην προ του internet εποχή, το "Sharp Dressed Man" ακούγεται στο ράδιο, στα πάρτυ, στις μουσικές εκπομπές και μέσα σε μήνες γίνεται κλασσικό.
Στην Ελλάδα, οι ZZ TOP έγιναν τεράστιοι το τέλη '84 με αρχές '85, χωρίς η συντριπτική πλειοψηφία των μουσικόφιλων να γνωρίζει ότι αυτό ήταν το όγδοο και όχι το πρώτο άλμπουμ τους.
 

Η κατακλείδα, βέβαια, πέρα από ιστορικές αναφορές, είναι τα ίδια τα κομμάτια. Η ξερή εισαγωγή από τα τύμπανα (ηλεκτρονικά ή όχι, never mind the bollocks) σε προϊδεάζει για την ξενοιασιά του "Gimme All Your Lovin'".
Το "Got Me Under Pressure" ανεβάζει την ένταση και προλειαίνει το έδαφος για το σε κάθε συλλογή με τα ultimate party anthem "Sharp Dressed Man", το οποίο περισσότερο πλέον το οραματίζεσαι, παρά το ακούς μετά από 32 χρόνια πλύσης εγκεφάλου με το βίντεό του.
Το αξεπέραστα ηλεκτρικό μπλουζ "I Need You Tonight", κάθε φορά σε ταξιδεύει μοναδικά, με τη νυκτόβια φωνή και την blues to the bone κιθάρα του Gibbons. Το φτιαγμένο για γκάζια με πειραγμένο αμάξι "I Got The Six" είναι οι '70s ΖΖ ΤOP με κάποιο καινούριο αναβολικό.
Το επίμονο ηλεκτροφόρο boogie του "Legs" με την εφετζίδικη κιθάρα και την λάγνα ερμηνεία του Gibbons σου κλέβει την προσοχή, ακόμη και χωρίς το - επίσης αξέχαστο - βίντεο. Τα "Thug" και "TV Dinners" είναι διαολεμένα μπλουζ, το πρώτο μ΄ένα χαρακτηριστικό σόλο μπάσο του Hill, που ακόμη και ο Hudson ομολόγησε ότι είναι έμνευση του μουσάτου μπασίστα και χαρακτήρισε "εξαιρετικό".
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται καλπάζοντας να σε αποτελειώσει μια τριπλέτα αφηνιασμένων boogie ("If I Can Only Flag Her Down", "Dirty Dog" [με γαυγίσματα κουταβιού στο peak], "Bad Girl" [με εισαγωγή φωνές του κοινού, λες και είσαι σε μπαράκι με rednecks αλά "Blues Brothers"]) για να θυμίσει ότι οι μάστορες απ΄το Τέξας χωράνε και παραχωράνε στα '80s, στέκονται δίπλα σε οποιοδήποτε ροκ γκρουπ, και ορίζουν εξ αντιδιαστολής με την ενέργειά τους «ον ουκ έστιν» δεινοσαυρικόν.
 
Οι πιουρίστες των ZZ TOP βρίσκουν το "Eliminator" μονοδιάστατο και ανίερα εμπορικό. Είναι μάλλον υπερβολικοί.
Στην πραγματικότητα περιέχει συμπυκνωμένη την ουσία των southern ήχων, διασωσμένων μέσα από μια εκμοντερνισμένη αλλά ξεκάθαρα ροκ ματιά. Παραμένει και θα συνεχίσει αν παραμένει ένα ροκ ελιξήριο για όλους εμάς, τα παιδιά των '80
s (στην ηλικία και στα μυαλά), που τότε το χρειαζόμασταν ως αντίδοτο στον Michael Jackson και τώρα ως ξόρκι για τον Justin Bieber και τους διάφορους ηχορυπαντικούς Πασχαλίδηδες.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου