The Rolling Stones: Εξόριστοι στην Κεντρική Λεωφόρο. Για πάντα.
Friday

29Jul

Tέλη Μαίου 1971. Ο Κηθ Ρίτσαρντς σωφάρει τη βαριά Μπέντλεϋ, ως συνήθως φτιαγμένος. Του έχει καρφωθεί να φτάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται στο σπίτι της Ανίτα Πάλλενμπεργκ στο Χάρροου στην άλλη άκρη του Λονδίνου, εκεί που η καλή του έχει αποσυρθεί για να καθαρίσει από την ηρωίνη «μόνη της», σύμφωνα με τη διαχρονικά ακράδαντη πεποίθηση περί αυτοδιαχείρισης των εθισμένων.
Καθώς παίρνει ανοιχτές στροφές σ΄όλο το Βόρειο Λονδίνο, χάνοντας κάθε λίγο και λιγάκι το δρόμο, ξαφνικά βλέπει να έρχεται καταπάνω του ένα φορτηγό.
Με τα φρένα να στριγγλίζουν, κόβει απότομα αριστερά και κατευθύνεται ίσια καταπάνω σ΄έναν απ΄αυτούς τους πλίθινους φράχτες κήπων με τα κοκκινότουβλα που συνηθίζεται να περικυκλώνουν τα νοικοκυρεμένα σπίτια της συνοικίας του Γουέμπλεϋ.
Για κλάσματα δευτερολέπτων η πιθανότητα να συμβεί κάτι μοιραίο περνάει από το θολωμένο του μυαλό. Εντάξει, δε θα σκοτωθεί, αυτά συμβαίνουν στους άλλους, δεν τολμάνε να συμβούν στον Κηθ Ρίτσαρντς. Όμως ξέρει ότι μεταφέρει ένα τέτοιο φορτίο ντραγκς ικανό να στείλει ταξίδι στη στρατόσφαιρα τον ολόκληρο τον πληθυσμό ενός μικρού χωριού. Αν τον βρει η αστυνομία στο σημείο του τρακαρίσματος, το πράγμα γ@μ#θ#κε, αυτή τη φορά για τα καλά.
Η σύγκρουση είναι εκκωφαντική. Η μάσκα της Μπέντλεϋ έχει εμβολίσει το φράχτη και το κουβούκλιο είναι τσαλακωμένο. Ο Κηθ ανοίγει βιαστικά τη στραπατσαρισμένη πόρτα, πετάγεται έξω άθικτος κι αρχίζει να ξεφορτώνεται, πετώντας από δω κι από κει, ό,τι χάπι και σακκουλάκι έχει στο παντελόνι, στο γιλέκο, στη φόδρα του πουκαμίσου, στο εσωτερικό του καπέλου, στη ζώνη. Μια ήρεμη, φιλική φωνή τον κάνει να σηκώσει το βλέμμα απότομα :
«Γειά Κηθ. Τί χαμπάρια;». Απ΄όλους του κατοίκους του Λονδίνου, έχει στουκάρει στον κήπο του Νίκυ Χόπκινς, του πιανίστα των Stones.
«Έλα μέσα να σου βάλω ένα φλυτζάνι τσάϊ μέχρι νά’ ρθει η αστυνομία». Υπό άλλες συνθήκες, θα ήταν τύχη βουνό. Όμως οι σειρήνες των περιπολικών ακούγονται ήδη να πλησιάζουν. Ο Κηθ σέρνει τα βήματά του στον κήπο ακολουθώντας τον Νίκυ. Έτσι κι αλλιώς κάποτε θα συνέβαινε. Ήταν η αφορμή για να αποχαιρετίσει για καιρό το Λονδίνο και την Αγγλία. Σε μια βδομάδα όλoι οι Rolling Stones θα μετακόμιζαν στη Νελκότ, της Νότιας Γαλλίας. Εξόριστοι.




Το πέρασμα στη δεκαετία του ‘70 είχε απρόσμενα δυσάρεστα νέα για την οικονομική κατάσταση των Stones. Καταρχήν, ο μάνατζερ Allen Klein, o άνθρωπος που μέχρι πριν λίγο καιρό τους διαβεβαίωνε για το πόσο πλούσιοι ήταν, είχε μεταβληθεί σε σκληρό αντίδικό τους. Ήταν αυτός που κατηύθυνε τις τύχες των δύο μεγαλύτερων συγκροτημάτων του πλανήτη (μέχρι τη διάλυση των Beatles) και σε μια νύχτα αποκαλύφθηκε ότι είχε «ξεχάσει» επί πέντε συναπτά έτη να πληρώσει την εφορία για τα έσοδα που έρεαν στους πελάτες του, απ’ όλο το φάσμα των πολυσχιδών καλλιτεχνικών τους δραστηριοτήτων.
Συγχρόνως, τους είχε δέσει με τέτοια λεόντεια συμβόλαια, ώστε για να τα σπάσουν, ειδικά οι Stones έφθασαν να παραχωρήσουν στον Klein τα δικαιώματα από τα πιο γνωστά κομμάτια του “Sticky Fingers”, ώστε να μπορούν να κυκλοφορούν εφεξής τη μουσική τους στη δική τους εταιρία (Rolling Stones Records).
Η όλη διαμάχη ήταν ακόμη στην αρχή, όμως οι εξελίξεις, καθώς πλησίαζε το καλοκαίρι του ‘71 ήταν αμείλικτες. Η Επιτροπή Δημοσίων Εσόδων του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν έτοιμη να κατάσχει κάθε περιουσιακό τους στοιχείο.
Με τη φορολογία, δε, που είχε πρόσφατα θεσπίσει το Κόμμα των Εργατικών να φθάνει το ποσοστό του 93% επί των εσόδων για καλλιτέχνες και τραγουδοποιούς, η οικονομική ασφυξία ήταν δεδομένη. Το ότι το κεφάλι του Κηθ είχε επικηρυχθεί από τις βρετανικές αρχές για διάφορες «ατυχίες» σχετιζόμενες πάντα με ό,τι παράνομη ουσία μπορούσε να φανταστεί κανείς, δεν διευκόλυνε τα πράγματα.

Μετά το περιστατικό της σύγκρουσης με το φράχτη, το να εγκαταλείψουν τη χώρα ήταν μονόδρομος. Η ίδια η Βρετανία τους έδιωχνε κλωτσηδόν. Το πλησιέστερο καταφύγιο ήταν η Γαλλία. Ο Μικ Τζάγκερ είχε αποφασίσει ήδη να περάσει τον επόμενο καιρό στο Παρίσι, δίπλα στην Μπιάνκα. Είχαν παντρευτεί ένα μήνα πριν και εκείνη ήταν έγκυος. «Αν είναι να πάμε στη Γαλλία, θα πάμε μόνο Ριβιέρα, man», αποφθευγμάτισε ο Κηθ. Έτσι κι έγινε. 

Ο μεγάλος συγγραφέας και διηγηματογράφος Σώμερσετ Μωμ αποκαλούσε τη δεκαετία του ’30 την περιοχή της Ριβιέρα «ένα ηλιόλουστο μέρος φτιαγμένο για ιδιαίτερα σκιώδεις ανθρώπους». Αρχές Ιουνίου του ’71, όταν ο Κηθ ξεπέζεψε στη Βίλλα Νελκότ, μια έπαυλη σε παραλιακή περιοχή κοντά στη Νίκαια και εγκαταστάθηκε εκεί, ήταν σαν η μοίρα να δικαίωνε ετεροχρονισμένα τη ρήση του Μωμ με τον πλέον παραστατικό τρόπο.
Μικ Ταίυλορ, Μπιλ Γουάϊμαν και Τσάρλυ Γουάττς ακροβολίστηκαν σε ξεχωριστές κατοικίες στην ίδια περιοχή. Μόνον ο τελευταίος είχε φέρει κάτι αντιρρήσεις για την απότομη αναχώρηση από τη μητέρα Αγγλία («Δεν είμαι τραγουδοποιός, δεν παίρνω δικαιώματα και δε με αφορούν οι αξιώσεις της Εφορίας»). Σύντομα όμως πείστηκε ότι η οικονομική υπόσταση του ονόματος της μπάντας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την αναγκαστική εξορία.
Σε τελική ανάλυση, θα ήταν μια περίοδος εκτεταμένων διακοπών στη λιακάδα, μακριά από το βροχερό Λονδίνο, μέχρι την επόμενη περιοδεία. Εγκαταστάθηκε και αυτός σε μια εξοχική κατοικία μία ώρα απόσταση με το αυτοκίνητο απ’ την έπαυλη  του Κηθ.

Οι Stones είχαν πάει εκεί κουβαλώντας τις εξαρτήσεις τους, όχι όμως και τα εξαρτήματά τους. Οι έλεγχοι στα τελωνεία των συνόρων και τα αεροδρόμια είχαν εξελιχθεί σε βασανιστήρια. Ώρες του κρατούσαν με σκυλιά να μυρίζουν κάθε σπιθαμή των αποσκευών, μέχρι να βρεθεί κάτι, γιατί οι αρχές ήταν βέβαιες ότι αυτό το τσούμο των ακούρευτων αναιδών Άγγλων, όπου και να κατευθύνονταν «κάτι» θα είχαν πάνω τους. Αυτή τη φορά όμως δεν θα υπήρχε πρόβλημα ανεφοδιασμού.
Γρήγορα άρχισε να συρρέει στη Βίλλα Νελκότ το ετερόκλητο πλήθος της αυλής των Stones, ο καθένας οικεία βουλήσει φορτωμένος και παραπάνω από πρόθυμος να μοιραστεί το φορτίο με τους σταρ, αφελώς, γλοιωδώς ή και απερίσκεπτα πιστεύοντας ότι γράφεται και το δικό του όνομα στη ροκ ν’ ρολ ιστορία. Πρώτος  - πρώτος ο Τόμμυ Βέμπερ. Ο τύπος ήταν ένας, σύμφωνα με τον όρο της εποχής, περιφερόμενος «πλαίυμπόϋ», ερασιτέχνης οδηγός αγώνων ταχύτητας και φυσικά ντήλερ, ο οποίος κατέφθασε με ένα κιλό κοκαΐνη, «γαμήλιο δώρο για τον Μικ και την Μπιάνκα», κομπορρημονώντας που μπόρεσε να το περάσει απ’ το γαλλικό τελωνείο, μέσα στα μπλουζάκια του Τζέϊκ και του Τσάρλυ, των δύο ανήλικων γιων του.
Η γυναίκα του Βέμπερ, στενή φίλη της Πάλλενμπεργκ και σύντροφός της στην αυτοσχέδια αποτοξίνωση του Λονδίνου που έληξε άδοξα, με την Πάλενμπεργκ να ακολουθεί τον Κηθ στη Γαλλία, είχε συλλάβει το σχέδιο. Περιττό να αναφερθεί ότι ούτε κόκκος απ’το «δώρο» δεν πρόλαβε να φτάσει στο νεόνυμφο ζεύγος που βρισκόταν ακόμη στο Παρίσι. Περίεργοι γλείφτες, μαστουρωμένες νεαρές και οι χίπυς με συστάσεις από τον «κύκλο» των
Stones, διαρκώς μπαινόβγαιναν στη Νελκότ της και το εκμηδένισαν μέσα σε ελάχιστες ημέρες.

Το νόμιμο φορτίο που πήραν μαζί τους οι Stones ήταν διάφορα λιγώτερο ή περισσότερο ημιτελή κομμάτια από τα sessions του “Sticky Fingers”. Στούντιο στην περιοχή δεν ήταν δυνατό να βρεθεί. Έτσι, αποφάσισαν κατ΄ανάγκην να ξεκινήσουν να ηχογραφούν στο υπόγειο της Bίλλας, χρησιμοποιώντας το φορητό στούντιο ηχογραφήσεων που είχαν πριν από καιρό νοικιάσει στο BBC για να καλύπτει αθλητικά γεγονότα. Επρόκειτο για ένα βαν, στην καρότσα του οποίου υπήρχε ένα πλήρως εξοπλισμένο στούντιο, ένα κανονικό ηχητικό διευθυντήριο πάνω σε ρόδες. Χώρισαν το υπόγειο σε αυτοτελή διαμερίσματα και στον άνετο αυλόγυρο της Βίλλας ήταν παρκαρισμένο το βαν, ενωμένο με το υπόγειο με δεκάδες πολύμετρα καλώδια. Η απουσία οπτικής επαφής καθιστούσε την επικοινωνία μεταξύ των μελών της μπάντας, του παραγωγού Jimmy Miller και του ηχολήπτη Andy Johns κάπως ιδιόμορφη για ηχογράφηση. Αυτό όμως δεν ενοχλούσε κανέναν.
Όπως δεν ενοχλούσε του καθενός το «φάρμακο». Ο Κηθ, ακολουθώντας τον Βέμπερ σε έναν «αγώνα με go – cart», έγδαρε ολόκληρη την αριστερή πλευρά της πλάτης του. Οι πόνοι ήταν μια πρόφαση για να ξαναπέσει στην ηρωίνη. Ο Γουάττς τσάκιζε αρκετές μπουκάλες κονιάκ καθημερινά. Ο Τζάγκερ, όταν επέλεγε να περάσει τις μέρες και τις ώρες του εκεί, έφερνε μαζί πανάκριβες συστοιχίες γαλλικών κρασιών. Ποτέ δεν υπήρχε θέμα εξαρτήσεων ή δυσλειτουργιών. Υπήρχαν ποσότητες και ποιότητες για όλους. Μακριά από το ασφυκτικό πρεσσάρισμα του τύπου και τους στριφνούς, μνησίκακους επιθεωρητές της δίωξης ναρκωτικών του Λονδίνου, οι μεταφορείς έφερναν στους δοκιμαστές, παραλάμβαναν οι επιφορτισμένοι για την αποθήκευση και την διανομή. Μέχρι και ο Ζακ, ο στρουμπουλός γάλλος μάγειρας της βίλλας ντηλάριζε κι εκείνος. Μάλιστα φτιαχνόταν τόσο συχνά με την πραμάτεια του ώστε κάθε λίγο και λιγάκι κάτι πήγαινε στραβά και το φαγητό στην κουζίνα της Βίλλας καιγόταν ή ανατιναζόταν.
Όπως ήταν επόμενο, ο Κηθ ήταν το πανταχού παρόν φάντασμα της Νελκότ. Κατά κανόνα περιφερόταν με μια κιθάρα – διαφορετική κάθε φορά- κρεμάμενη στον ώμο κι ένα τσιγάρο στο στόμα, ημίγυμνος και βλοσυρός. Κάπου – κάπου εξαφανιζόταν στη μέση της ηχογράφησης κι επανεμφανιζόταν.
Η δική του εξήγηση ήταν ότι ανέβαινε στον πρώτο όροφο της Βίλλας για να κοιμήσει τον 18 μηνών γιο του
Marlon («Τί έπρεπε να κάνω; Να τον στείλω σ΄ένα απ΄αυτά τα γελοία σχολεία με τις ομοιόμορφες στολές; Αυτή ήταν η δουλειά του μπαμπά του και έπρεπε να το γνωρίζει. Στα πέντε του τον έπαιρνα μαζί στα ταξίδια μου. Ηξερε ήδη να διαβάζει τους χάρτες. Έπρεπε να έχω υπ΄όψη μου πόσο κοντά ήμουν στα σύνορα, για να κρύψω ή να ξεφορτωθώ ό,τι κουβαλούσα, if you know what I mean», θα πει αργότερα). Κανείς δεν έλεγε σε κανέναν τίποτε, αν ήταν να μπει σ΄ένα δωμάτιο, να κάνει ό,τι είναι να κάνει και να επιστρέψει έτοιμος, διαυγής και δεκτικός να τζαμάρει για δύο-τρία εικοσιτετράωρα σερί («Αν είναι να κάνεις τη δουλειά, δεν πά’ να σνιφάρεις και το Θεό τον ίδιο», σύμφωνα με τον Κηθ).




Δεν έλειψαν βέβαια και τα ευτράπελα. Όπως τότε που ο Κηθ –στη συνήθη του κατάσταση- πήγε να πατήσει κατά λάθος κάτι Ιταλούς τουρίστες, οδηγώντας απόσεκτα ένα Ντεσεβώ. Ή όπως όταν, μια μέρα στις αρχές του Αυγούστου, ο Κηθ και ο φωτογράφος και ακόλουθος της μπάντας Τόνυ Σάντσες («ο Τόνυ ο Ισπανός») βγήκαν βόλτα στην Μπωλιέ, τη διπλανή κωμόπλη. Κάτι γάλλοι λιμενικοί είδαν δύο περίεργα ντυμένους ξένους ντυμένους με κουρέλια να περιφέρονται καπνίζοντας και γελώντας, τους στρίμωξαν και τους πήγαν στο Λιμεναρχείο για ανάκριση και σπάσιμο του τσαμπουκά.
Ο Τόνυ ο Ισπανός, πλάτη με πλάτη με τον Κηθ, ξεδίπλωσε μερικές από τις κινήσεις αλά Μπρους Λη που ήξερε, έσπασε μια καρέκλα στο κεφάλι ενός γορίλα ντυμένου με στολή και ως εκ θαύματος κατάφεραν να αποδράσουν από το Λιμεναρχείο
.
Όταν τις επόμενες μέρες η αστυνομία ήρθε στη Βίλλα Νελκότ για να επιδώσει κλήσεις για τη μηνυτήρια αναφορά που υποβλήθηκε, χρειάστηκαν κάποιες δεκάδες αντίτυπα άλμπουμ, υπογεγραμμένα με αυτόγραφα όλων των
Stones, να προσφερθούν ως «δώρο» στον αρχηγό του Λιμενικού, ώστε η υπόθεση να τελειώσει μ΄ένα πρόστιμο 12.000 δολλαρίων στον Τόνυ τον Ισπανό, το οποίο ο Κηθ πλήρωσε επί τόπου.

Το καλοκαίρι του ’71 προχωρούσε και η μπάντα, χωρίς τα πέντε μέλη της να είναι όλα δαρκώς παρόντα στις ηχογραφήσεις, πραγματοποιούσαν εκτεταμένα sessions, εκ των ενόντων. Συνήθως με τη βοήθεια του σαξοφωνίστα Bobby Keys και του ίδιου του παραγωγού Jimmy Miller, που έπαιζε ντραμς πολύ καλά και σπανίως κατά τις ηχογραφήσεις δεν κρατούσε κάποιο όργανο, από μαράκας μέχρι ακουστική κιθάρα. Τα σέσσιονς κρατούσαν όλη μέρα, συνήθως και ολόκληρη τη νύχτα, αν και στη Νελκότ η τυπική χρονικότητα σύντομα έχασε κάθε συμβατική σημασία.
Τα ημιτελή τραγούδια ξεκίνησαν να δουλεύονται σχεδόν απ΄το μηδέν και οι ιδέες για τα καινούρια ξεπηδούσαν από παντού. Ο Γκραμ Πάρσονς, η ψυχή των Flying Burrito Brothers και του ήχου που θα λεγόταν αργότερα country rock,  ήδη στενός φίλος του Κηθ, είχε αράξει στη Βίλλα πιστεύοντας ότι θα έφτιαχναν «εκείνο το δίσκο που είχαν κάποια στιγμή συζητήσει». Ο Μικ Ταίϋλορ, πειθήνιος και υπάκουος στις blues ασκήσεις που γεννούε ο Κηθ ακόμη και στον ύπνο του, έγινε μαζί με τον Κηθ η κοιτίδα της γέννησης των βασικών δομών για τα καινούρια τραγούδια. Άλλες φορές ο Τζάγκερ έπαιζε λίγη φυσαρμόνικα, έμπαιναν ζωντανά στο jam και όποιοι άλλοι ήταν παρόντες και στο τέλος της μέρας (ή της επόμενης) υπήρχε μια τουλάχιστον βασική ιδέα ηχογραφημένη. Η επαφή με τη φύση, η ελευθεριότητα, η ήλιος και ο αέρας της Ριβιέρα έφεραν τον Κηθ αβίαστα κοντά στις blues ρίζες του ήχου που άκουγε και υπηρετούσε μια ζωή.
H ρέουσα κιθάρα του Ταίϋλορ, το cool backbeat του Γουάτς και τα γεμίσματα του Γουάϊμαν ακολούθησαν το δρόμο αυτόν χωρίς δεύτερη σκέψη. Μετά από 8 χρόνια ηχογραφήσεων πάνω στους απόηχους των blues, οι Stones ήταν κοντά στο να αποδώσουν την καταδική τους εκδοχή πάνω στην παραδοσιακά αμερικάνικη αυτή μουσική. Ο Τζάγκερ αφέθηκε στο blues μονοπάτι με ερμηνείες γεμάτες ψυχή, υποδυόμενος πλάσματα χωρίς φύλο ή χρώμα, γράφοντας στίχους για βρώμικους έρωτες, νοσταλγία, μετάνοια, συγχώρεση, επιθυμία. Είχαν πλησιάσει την απογυμνωμένη, αρχετυπική blues θεματολογία μ΄έναν ήχο λιτό και ταυτόχρονα μεστό, με ρίζες σε ηχητικά πρότυπα της προ ροκ ν΄ρολ εποχής. 



Καθώς πλησίαζε το φθινόπωρο, όλο το υλικό που είχε προκύψει από το καλοκαίρι στη βίλλα Νελκότ ("Rocks Off", "Rip this Joint", "Shake Your Hips", "Casino Boogie", "Happy", "Turd on the Run" και "Ventilator Blues") μεταφέρθηκε στα Sunset Studios του Los Angeles. Εκεί έγιναν συμπληρωματικές ηχογραφήσεις, καθοδηγούμενες κυρίως από τον Τζάγκερ, που κράτησαν μέχρι και τις αρχές της Άνοιξης του ’72.
Θεωρώντας ότι έπρεπε να έχει τον τελεταίο λόγο στο υλικό, έβαλε στο παιχνίδι τα πλήκτρα των
Dr. John και Billy Preston και χρησιμοποίησε τις καλύτερες χοδωδίες από δεύτερες φωνές για να δώσει τον εμπλουτισμένο γκόσπελ αέρα σε κομμάτια όπως τα "Loving Cup", "Let It Loose" και "Shine a Light".

Τον Μάϊο του 1972  το διπλό άλμπουμ κυκλοφόρησε με προπομπό του το ράθυμο σινγκλ “Tumbling Dice” να μεταδίδει το κήρυγμα των εξόριστών δημιουργών του. Διπλωμένο σ΄ένα μαυρόασπρο gatefold εξώφυλλο, στο οποίο οι καρτ ποστάλ  με τους διάφορους περίεργους ανθρώπινους χαρακτήρες συμπλέκονταν με τα μικρά φευγαλέα προτραίτα των πέντε Stones δημιουργώντας μια πολλαπλή παραίσθηση. Σύγχρονο και αβάν γκαρντ, στεγνό και ποικίλο, αποστασιοποιημένο και προσωπικό ταυτόχρονα. Ο δε τίτλος, “Exile On Main Street” θέριευε ακόμη περισσότερο τον κινδυνώδη μύθο που περιέβαλε μέχρι τότε το μεγαλύτερο ροκ συγκρότημα που πατούσε πάνω στη γη μετά το τέλος των ‘60s. Απόκληροι μέσα στο κέντρο του κόσμου. Συγκεντρωμένοι, ακόμη και στο μάτι του κυκλώνα.



Για πολλούς ήταν το τελευταίο πραγματικά μεγάλο άλμπουμ των Stones, η ύστατη μουσική παρακαταθήκη στο ροκ, πριν αρχίσει να πλανάται στον αέρα μια αβεβαιότητα σε σχέση με τους καιρούς (“Goat’s Head Soup”, “It’s Only Rock N’ Roll”) και αρχίσουν κατόπιν τα πειράματα, όψιμα και μη) με άλλα είδη μουσικής (“Black N’ Blue”, “Some Girls”, “Emotional Rescue”).
Μέσα στα χρόνια, το διπλό άλμπουμ διαχώριζε «παλιούς» από «νέους» ακροατές, αποτελούσε ταχύρρυθμο μάθημα για τις ρίζες του ροκ ν΄ρολ με τελετή μύησης το γύρισμα των τεσσάρων πλευρών μουσικής (απ΄το ροκαμπίλυ στο γκόσπελ, το
swing και την country) υποδειγμάτιζε την ατόφια, ασυμβίβαστη έμπνευση, και το πώς αυτή τελικά βρίσκει το δρόμο της υπό αντίξοες συνθήκες.
Περισσότερο ίσως απ΄όλα συνοψίζει την αναζήτηση μουσικής έκφρασης μιας ομάδας ανθρώπων γύρω στα 30 απέναντι στο κατώφλι της αλλαγής των καιρών. Το τί κουβαλούν μαζί τους σαν απάντηση στις άγνωστες προκλήσεις, τους περισπασμούς, τις βίαιες και απρόσμενες αλλαγές. Η δεκαετία του ’70 δεν άλλαξε μόνο τους
Stones, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Το “Exile…” ήταν και παραμένει το διαβατήριο για κείνην και την όποια αλλαγή.



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites