“Risin’ up to the challenge of our rival”: Το φαινόμενο “Eye Of The Tiger”.
Wednesday

3Aug

Προχωρημένο καλοκαίρι του 1982. Το διαστημικό λεωφορείο «Κολούμπια» εκτελεί την πρώτη στρατιωτική του πτήση μεταφέροντας έναν κατασκοπευτικό δορυφόρο, η SEIKO ανακοινώνει ότι έχει φτιάξει το πρώτο ρολόϊ - τηλεόραση με οθόνη 4 εκατοστών, η Ιταλία του Πάολο Ρόσι κερδίζει το Μουντιάλ της Ισπανίας και στην Ελλάδα, παίρνουμε μια ιδέα απ’ το πρώτο καλοκαίρι της «Αλλαγής»:
Η δραχμή τρώει μια γερή υποτίμηση έναντι του δολλαρίου, ο Αρσένης τοποθετείται Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, ο Τρίτσης απαγορεύει για πρώτη φορά πλήρως την κυκλοφορία Ι.Χ. στο δακτύλιο λόγω αιθαλομίχλης. Την κατάλληλη εποχή θά’λεγε κανείς, εν μέσω θέρους, η μοιχεία παύει να συνιστά ποινικό αδίκημα. Αρχίζουν δειλά – δειλά να τελούνται στα δημαρχεία οι πρώτοι πολιτικοί γάμοι. Kαι ενώ εξελίσσονται «τα μπάνια του λαού», η «ΥΕΝΕΔ» μετονομάζεται σε ΕΡΤ2.

Τέτοιο το εθνικό και υπερεθνικό μήκος κύματος όταν ένα θρυλικό τραγούδι αρχίζει την ραγδαία άνοδό του στα τσαρτ Αμερικής και Αγγλίας. Ένα τραγούδι σχεδόν σιαιμαίο με την ταινία στην οποία οφείλει την ύπαρξή του, που καθόρισε σε μέγιστο βαθμό μια σειρά από πρότυπα για κάθε αρσενικό νεοσσό της δεκαετίας του ’80.
Η ιστορία της πορείας του προς την κορυφή και της αδιαμφισβήτητης καθιέρωσής του στη μουσική ιστορία, είναι ένα εκρηκτικό μίγμα τύχης, σκληρής δουλειάς και συγχρονισμού με την ανάγκη της δεδομένης κοινωνικής και πολιτισμικής συγκυρίας.  Μιας ανάγκης για οπτικοακουστικά πρότυπα
larger than life.

Flashback μερικούς μήνες πριν εκείνο το καλοκαίρι. Τα μέλη της ροκ μπάντας απ΄το Σικάγο με το όνομα Survivor, ζουν κυρίως από session ηχογραφήσεις και τα ραδιοφωνικά jingle.
Γιατί έχουν ήδη κυκλοφορήσει δύο άλμπουμ από την “Scotti Bros”, αλλά στην χρυσή εποχή του αμερικάνικου ραδιοφώνου (Journey, Styx, Foreigner, REO Speedwagon) θα χρειάζονταν πολλά πράγματα παραάνω για να προκαλέσουν ικανή εμπορική αίσθηση.
Ο άνθρωπος πίσω απ΄τα πλήκτρα και βασικός τους συνθέτης,
Jim Peterik, έχει στο παρελθόν πάρει μια σύντομη γεύση από επιτυχία, με τους Ides Of March. Τον Ιούνιο του ’70 είχαν φθάσει στο #2 του Billboard με το κομμάτι “Vehicle” και είχαν περιοδεύσει με Hendrix, Joplin και Zeppelin.
Αιώνες όμως έχουν μεσολαβήσει από τότε. Από το ’79 δίπλα του, ο 26χρονος κιθαρίστας
Frankie Sullivan και ο 28χρονος τραγουδιστής Dave Bickler, με πενιχρές περγαμηνές, αλλά ασίγαστη επιμονή και αποφασιστικότητα να πετύχουν. Με την προσθήκη των έμπειρων session men Stephan Ellis (μπάσο) και Eric Droubay (ντραμς), αρχές του ’82 ετοιμάζονται για τον τρίτο και καθοριστικό για την ύπαρξή τους δίσκο. Στον δεύτερό τους,  με τον τίτλο “Premonition”, υπάρχει ένα κομμάτι, το “Poor Man’ s Son”, που ξεχωρίζει για το κοφτό ριφ κιθάρας – πιάνου (στη συνταγή του “Jane” των Starship και του “Hold The Line” των Toto) και για το αφοπλιστικό βιμπράτο του Bickler (“I'm a poor mans son- Workin' all night long - Got a bad guitar And a simple song - You're a rich mans daughter - Look at what you've done - You went and fell in love - With a poor mans son”). Είναι το πρώτο κομμάτι τους που έχει καταφέρει να μπει στο top- 40 του Billboard. Θα πρέπει όμως υποχρεωτικά να δώσουν συνέχεια. Αν θέλουν να κρατήσουν το συμβόλαιό τους με την Scotti Brothers.
Τον Ιανουάριο του ’82, σε ένα πολυτελές meeting room ουρανοξύστη κάπου στο Hollywood, ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής τους εταιρίας, Tony Scotti, βάζει στο στέρεο μια κασσέτα με το “Poor Man’s Son”.
Στην δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί του, κάθεται αναπαυτικά ο 36χρονος ηθοποιός -και ήδη σκηνοθέτης- Sylvester Stallone, ο άνθρωπος που με το σενάριο και την ερμηνεία του ως Rocky Balboa πήρε το ’76 το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Και που τώρα, ψάχνει να βάλει στη δεκαετία του ’80 την τρίτη ταινία του franchising, το “Rocky III”. Το σενάριο είναι και πάλι δικό του. Ο πάλαι ποτέ άσημος μποξέρ, αφού έγινε πρωταθλητής βαρέων βαρών στο τελευταίο δευτερόλεπτο, κατορθώνοντας να πιαστεί απ΄τα σκοινιά και να σηκωθεί, αφήνοντας νοκ άουτ τον πρωταθλητή Apollo Creed στο “Rocky II”, αυτή τη φορά χάνει τον τίτλο του με πάταγο.



Τον προκαλεί και στη συνέχεια τον ταπεινώνει μέσα στο ρινγκ ένας μοβόρος διεκδικητής, που έρχεται πεινασμένος από τα γκέτο του Σικάγο. Ο
Balboa πρέπει να αναμετρηθεί με την ιδέα ότι δεν είναι ξοφλημένος, να ξαναβρεί την καταρρακωμένη του αυτοπεποίθηση, τη φυσική του κατάσταση και το σθένος για να επανακτήσει τον τίτλο.
Το στόρυ πρέπει να δείχνει μοντέρνο και η μουσική είναι μια βασική ανησυχία του
Stallone.
Η μεγαλειώδης οπερατική επένδυση του Bill Conti που απογείωσε τα δύο πρώτα φιλμ δεν μπορεί να επαναληφθεί για τρίτη φορά, χωρίς κάτι αιχμηρό, κάτι «καινούριο». Αυτό που ακούει από τα ηχεία τον ενδιαφέρει. Δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του “Another One Bites The Dust” των Queen. Ζητάει λοιπόν από τον Scotti αν «το συγκρότημά του» θα μπορούσε να γράψει για την ταινία του ένα «σύγχρονο» κομμάτι με δυνατό ρυθμό, σαν το “Poor Man’s Son”.

Μέσα Ιανουαρίου ’82, ο Jim Peterik βρίσκει στον αυτόματο τηλεφωνητή του δύο φορές, με διαφορά λεπτών, ένα πανομοιότυπο μήνυμα :
“Yo, Jim. This Is Sylvester Stallone. Gimme α call. We need to Talk”. Ο Peterik δεν είναι χθεσινός. Έχει πατήσει τα 32 και γνωρίζει ότι μπορεί να γράψει τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος. Για την ακρίβεια, έχει γίνει ο ίδιος ο κύριος λόγος για να τους κρατά η Scotti Bothers στο ρόστερ της. Μπορεί να γράφει τόσα πολλά τραγούδια, που «περισσεύουν» και ενδιαφέρονται να τα πουν κι άλλοι, όπως οι 38 Special. Οπότε, μάλλον είναι αλήθεια. Στο τηλεφωνητή είναι όντως «ο μεγάλος». Δεν είναι το “candid camera”.
Ο Tony Scotti μεσολαβεί και περισσότερα τηλεφωνήματα ανταλλάσσονται. Στο γκρουπ στέλνεται μια 10λεπτη σύνοψη από σκηνές της ταινίας. Μπαίνουν στο πνεύμα, όμως ζητούν να δουν ολόκληρη την αμοντάριστη κόπια. Η αρχική σκέψη είναι να στείλουν μια μπαλάντα που έχουν έτοιμη για το επόμενο άλμπουμ, με τίτλο “Ever Since The World Begun”.
Όμως, στην χωρίς μουσική κόπια που τελικά παραλαμβάνουν τους κερδίζουν ορισμένες χαρακτηριστικές σκηνές. Όπως αυτές που ο
Apollo Creed (Carl Weathers) ντοπάρει ψυχικά τον Rocky Balboa (Stallone), βομβαρδίζοντάς τον όχι με άπερκατ και κροσέ, αλλά με μία και μόνη ιδέα, αυτήν που τον πονάει περισσότερο: Ότι η επιτυχία τον έχει κάνει «λογικό», φοβικό, εφησυχασμένο. Ότι για να ξαναπάρει αυτό που του ανήκει πρέπει να επιστρέψει στο δρόμο, να ξαναβρεί «την πείνα», να αποκτήσει πάλι τη «ματιά του τίγρη».
“It's the - eye of the tiger - it's the thrill of the fight - risin' up - to the challenge of our rival”.

Στις 5 Φεβρουαρίου του ’82, οι Survivor ηχογραφούν στα γρήγορα ένα demo και το στέλνουν στον Stallone. Το κομμάτι ακούγεται γρήγορo, τραχύ, με beat παλμικό, τέτοιο που να μπορεί ο πυγμάχος να χορεύει γύρω απ΄το ρινγκ ζυγίζοντας με τις γροθιές του το επόμενο χτύπημα στο πρόσωπο του αντιπάλου. Δεν υπάρχει χρόνος για επεξεργασία.
Ο
Stallone το παίρνει όπως είναι και το βάζει στην εισαγωγή της ταινίας, ν΄ακούγεται πίσω από ένα εντατικό ποτ-πουρί από νίκες του Balboa  ως πρωταθλητή εναντίον διεκδικητών του τίτλου.


Το προσεκτικά μιξαρισμένο και φινιρισμένο στις λεπτομέρειές του κομμάτι (μια ιδέα μετρονομικά πιο αργό απ΄ αυτό του demo) κυκλοφορεί σαν σινγκλ στις 29 Μαίου 1982, σχεδόν ταυτόχρονα με το που η ταινία “Rocky III” ξεκινά να προβάλλεται στις αμερικάνικες αίθουσες. Στις 24 Ιουλίου φθάνει στην κορυφή του Billboard, όπου παραμένει για έξι συνεχόμενες εβδομάδες. Δύο εκατομμύρια 45άρια πουλιούνται στις Η.Π.Α. μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και 800.000 ακόμη μέχρι το τέλος της χρονιάς στην Αγγλία.


Γυρίζεται για το κομμάτι ένα low key βίντεο κλιπ. Παραπέμπει στις πρώτες μέρες των Survivor, όταν συναντιούνταν αργά τη νύχτα για να κάνουν πρόβες σε μια ακατάστατη αποθήκη, αποκτώντας με τον τρόπο αυτό τη «ματιά του τίγρη» που θα όριζε την έκβαση στην αναμέτρηση με δική τους δισκογραφική τύχη. Το βίντεο κάνει θραύση στο ηλικίας ενός έτους MTV. Γίνεται μόδα ο μπερές και τα πέτσινα παντελόνια του Bickler, τα γυαλιά – πατομπούκαλα του Peterik, οι δερμάτινες άσπρες γραββάτες του Stephan Ellis, το γυρισμένο μανίκι -στο ήδη κοντομάνικο- μπλουζάκι του ντράμερ Eric Droubay, ενώ το περπάτημα της μπάντας ώμο με ώμο, σα συμμορία κάτω από τα φώτα της πόλης, ορίζει για τα επόμενα χρόνια τo attitude άπειρων συγκροτημάτων από την Αλάσκα μέχρι τη Γη του Πυρός.


Ένα ακαταμάχητα απλό, γεμάτο εσωτερική ένταση κομμάτι, με τέτοια οικονομία στη δομή του, που δεν θα τολμούσε να του αλλάξει κανείς ούτε μουσικό μέτρο στην ερμηνεία ή την εκτέλεση. Ξεκινώντας από την ταινία, την οποία βοηθά να αναδειχθεί στις πιο εμπορικές της χρονιάς παντού, το «Μάτι του Τίγρη» γίνεται σχεδόν αμέσως το συνώνυμο της πάλης του αρσενικού για επιβίωση, προσφέροντας άφευκτα σημεία ταύτισης στον μισό πληθυσμό του πλανήτη.  Επιρροή που διευρύνεται και εντατικοποιείται, καθώς ταιριάζει γάντι στον άκρατο ατομικισμό, ένα «ιδανικό» που το Hollywood καθ΄ όλη τη δεκαετία του ’80 αφειδώς διαχέει με τα προϊόντα του (από το «Ιπτάμενος και Τζέντλμαν» και το “The  Natural”  μέχρι το “Top Gun”) προς ολόκληρη την οικουμένη. Ένα κομμάτι macho, για μια εποχή που αναζητά ξεκάθαρους ρόλους και με τη δύναμη της κινηματογραφικής εικόνας και της μουσικής έχει αποκτήσει την ισχύ να τους επιβάλει. 

Τον Φεβρουάριο του ’83 στην τελετή απονομής των 25ων Grammy Awards το κομμάτι κερδίζει αναμενόμενα το βραβείο της καλύτερης ροκ ερμηνείας.
Στο τέλος της χρονιάς αναδεικνύεται το 2ο μεγαλύτερο σε πωλήσεις κομμάτι του 1982. Με το τέλος των ‘80s είναι ένα από τα 10 μεγαλύτερα σε πωλήσεις τραγούδια της δεκαετίας παγκοσμίως. Σήμερα κατέχει την 42η θέση ανάμεσα στα single με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών, σύμφωνα με τις μετρήσεις που αφορούν την προ-ψηφιακή εποχή (physical singles).

Ανεξάρτητα από τον όποιο μαγνητισμό άσκησε η εικόνα του «Ρόκυ» την εποχή της κυκλοφορίας του, το “Eye Of The Tiger” έχει τέτοια μουσική δύναμη και στιχουργική αμεσότητα, ώστε είναι από τα κομμάτια εκείνα που είναι σχεδόν αδύνατον να το ακούσει κανείς μόνο μια φορά, αν έχει την δυνατότητα να επαναλάβει άμεσα την ακρόαση.
Χάρις στην επιδραστικότητά του αυτή έχει κερδίσει δικαιωματικά στη μουσική συνείδηση εκατομμυρίων το άτυπο έπαθλο του αυτόματου συνειρμού με την προετοιμασία για κάθε λογής απαιτητική, ανταγωνιστική, «χωρίς αύριο» αναμέτρηση. Και σαν πρωτοπυγμάχος που υπερασπίζεται το τίτλο του, μέχρι σήμερα ρίχνει όντως νοκ-άουτ το ένα μετά το άλλο τα μουσικά κομμάτια που έρχονται να σφετεριστούν τη θέση του στην κορυφή των σάουντρακ «μάχης» κάθε συγκυρίας, φαντασιωτικής ή και ρεαλιστικής.
Ειδικά, αυτής που σε καλεί, μετά την πτώση σου, όσο οδυνηρή κι αν είναι, να σταθείς ξανά στα πόδια του και να κάνεις την μεγάλη επιστροφή. 

“Risin' up, back on the street - did my time, took my chances - went the distance - now I'm back on my feet - just a man and his will to survive / So many times, it happens too fast - you trade your passion for glory - don't lose your grip on the dreams of the past - you must fight just to keep them alive…”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου