“Worship the survivors”: Ένα γράμμα στον John Lennon
Τρίτη

8Δεκ

“Worship the survivors”: Ένα γράμμα στον John Lennon

Δημοσιεύθηκε από:

08/12/2020

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

888
Παρασκευή απόγευμα, δυό βδομάδες και κάτι πριν να σταματήσει η Πέμπτη Δημοτικού για Χριστουγεννιάτικες διακοπές.Μπαίνω με τον πατέρα στο Πρακτορείο Τύπου στη Βασιλέως Κωσταντίνου, με τη μυρωδιά από τις φρεσκοτυπωμένες εφημερίδες να με κυκλώνει μ’ αυτή την ανεπαίσθητη ζάλη.
Ένα οσφρητικό κάλεσμα ευχάριστο, που σημαίνει πάντα ένα πράγμα. Με καινούργιο περιοδικό στα χέρια θα γυρίσω σπίτι.  Παίρνει «Τα Νέα» – που έχουν και στην προτελευταία σελίδα κάτω–κάτω δυό σειρές Λούκυ Λουκ- τον «Ταχυδρόμο» που βγαίνει κάθε Πέμπτη, μερικές φορές κι ένα περιοδικό για μεγάλους που το λένε «αντί» (που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το πρώτο άλφα δε γράφεται με κεφαλαίο).
Το Πρακτορείο σα να μην έχει τοίχους. Εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία, ελληνικά και ξένα, καλύπτουν τα πάντα, κρέμονται μέχρι κι απ’ το ταβάνι. «Φαντάζιο», «Ρομάντσο», «Οικογενειακός Θησαυρός» δίπλα σε «Δράσις», «Πόλεμος», «Τανκς», «Ποπάϋ» και «Τιραμόλα». Οι μαγαζάτορες -γιος και πατέρας κι εκείνοι, ο πρώτος μια τσαλακωμένη ξεπατικούρα του δεύτερου με γαλανά μάτια, κάμποσα χρόνια νεώτερη- στέκονται πίσω από έναν πάγκο μ’ απάνω του ό,τι χρώμα στυλό, ξύστρα και γομολάστιχα μπορείς να φανταστείς.
Περιμένω το «Διαλέγεις ό,τι θέλεις». Αυτό είναι το σύνθημα να ξαμολυθώ. Όσο κρατάει η κουβέντα του πατέρα μαζί τους, πέφτω με τα μούτρα σε μια από τις πιο απολαυστικές συνήθειες. Ντριμπλάρω τους στεκούμενους πελάτες, χάνομαι ανάμεσα στις ξαπλωτές και τις όρθιες στοίβες με εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία και ξεφυλλίζω. Εκείνο το μυστήριο “Mad”, με τη φαφούτικη φάτσα, ντυμένη διαφορετικά κάθε φορά στο εξώφυλλο, «Μπλεκ», «Αγόρι», «Τρουένο», “Newsweek”, «ΜOYΣΙΚΗ», “Corriere Della Sera”.



Εκείνη την Παρασκευή είναι που σε βλέπω για πρώτη φορά.  
“DEATH OF A HERO”, γράφει η “Daily Mirror”.  
Κάνω αγγλικά τρία χρόνια και τις λέξεις τις ξέρω, μπορώ να διαβάσω τη βαριά κι ασήκωτη φράση. Έτσι όπως σε αντικρύζω για πρώτη φορά, μαυρόασπρον, στα μάτια μου μοιάζεις σαν ένας ακόμη απ’ τους μεγάλους. Μαύρα γυαλιά, γραββάτα, στη φωτογραφία σαν κάτι να πηγαίνεις να πεις. Ήρωας;
Ποιός είσαι που είσαι ήρωας; Και γιατί να πεθάνεις, τόσο νέος; - πιο νέος κι απ’ τον πατέρα μου φαίνεσαι. Το όνομά σου με τα δύο “Ν” και το πρόσωπό σου, άλλοτε με στρογγυλά γυαλιά, άλλοτε με μακριά μαλλιά, να κοιτάς ίσια το φακό, ν’ αγκαλιάζεις μια κοντούλα κινέζα, θα την δω εκείνη την Παρασκευή και σ’ άλλα εξώφυλλα περιοδικών. Σ΄ είχε σκοτώσει από τη Δευτέρα εκείνος ο προτυπικός ατάλαντος, αλλά τα νέα, ξέρεις, δεν ταξιδεύανε και με την ταχύτητα του φωτός στα χρόνια σου.  
Σε σκότωσε εκείνος ο ηλίθιος, ο χοντρός, ο ασήμαντος, έξω απ το σπίτι σου, στη μητρόπολη που είχες διαλέξεις για να ησυχάσεις, στη χώρα που η ψύχωση, η βία και η παράλογη δολοφονία μέσα στη μέση του δρόμου είχε -και εξακολουθεί να έχει-εξελιχθεί σε τρόπο ζωής.
Έφυγες άδικα. Αδιανόητα. Χωρίς κανένα λόγο. Όχι σαν αμφιλεγόμενη, βασανισμένη ιδιοφυία, καταπώς απαιτεί η μυθολογία του μεγάλου καλλιτέχνη, στην οποία αντιστρατεύτηκες μέχρι τέλους με κείνο το «Να μάθετε να λατρεύετε όσους επιβιώνουν», που είπες στην τελευταία σου έντυπη συνέντευξη. Έφυγες ακριβώς σαν αυτό που είχες κατορθώσει στα 40 σου να είσαι: ένας ικανοποιημένος από τη ζωή οικογενειάρχης, που, απαλλαγμένος από τα άγχη της καθημερινότητας, που οδεύει ήρεμος και γεμάτος προς τη μέση ηλικία.  
Το να πώ, τόσα χρόνια μετά από κείνη την απογευματινή επίσκεψη στο Πρακτορείο, ότι είσαι και θα είσαι ένας από τους μεγαλύτερους ανθρώπους του εικοστού αιώνα αποτελεί κλισέ φρικτό. Τό’χω δει γραμμένο τόσες πολλές φορές που είναι σα να με απέτρεπε διαχρονικά από το να ασχοληθώ με το έργο σου. Περνώντας τα χρόνια, άρχισα όμως να υποψιάζομαι την αλήθεια που περικλείει. Ιδίως όταν άκουσα  να λέει κάτι για σένα –θα γελάσεις- ο πέντε χρόνια μικρώτερός σου Lemmy:
«Όλοι λένε για τον Jagger και τον Richards, που ήτανε παιδιά του Λονδίνου. Για σκέψου όμως του Beatles. Τον Lennon, που κατέβηκε από το Λίβερπουλ, επαρχιώτη, με προφορά που στο Λονδίνο περιγελούσαν. Κι όμως, έπαιξε πράγματα που δεν είχε κανείς διανοηθεί και δεν έχει ξαναπαίξει μέχρι σήμερα».  
Μου πήρε, λοιπόν, καιρό να καταπιαστώ μ’ όσα άφησες πίσω. Σε συνέλεγα, αλλά προτιμούσα να σε στοκάρω. Και μεγαλώνοντας, λίγο – λίγο, δίσκο το δίσκο, πότε Beatles, πότε βιβλία, πότε ντοκυμανταίρ και ταινίες, το αχανές παζλ του τί πρόλαβες να καταθέσεις μέσα σε κάτι λιγώτερο από 20 χρόνια ηχογραφημένης ζωής άρχισε να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μου.  
Σε κείνη τη συνέντευξή σου στο Playboy, που βγήκε μετά το θάνατό σου, Ιανουάριο του ’81, σ’ ένα τεύχος με εξώφυλλο τη Barbara Bach–παραδόξως, ντυμένη- είχες προλάβει να πεις πόσο βασανιστικό υπήρξε σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια το να γράφεις τραγούδια. Σχεδόν κάθε τραγούδι σου, είπες, γράφτηκε επίπονα, με αγωνία, ανασφάλεια, ενώ μέχρι τελευταία στιγμή μονολογούσες ότι πολλά απ’ αυτά δεν αξίζουν δεκάρα.
«Εκτός», τόνισες, «από κείνα τα δέκα ή κάτι παραπάνω που στα δίνουν οι θεοί, που δεν καταλαβαίνεις πώς σου κατεβαίνουν από το πουθενά».  
Άσε το “Imagine”, που μας συναντά όλους με μια επίτηδες εξουδετερωμένη συχνότητα, σχεδόν απωθητική, συνήθως ύπουλα σερβιρισμένο, ίσα να συνοδεύσει αοριστολόγα αντιπολεμικά ευχολόγια και να κοιμήσει τα συλλογικά μας αντανακλαστικά.
Μιλάω για το “Woman”, που το άκουσα σα να’ ναι πρώτη φορά όταν μπορούσα πια να καταλάβω αυτό που είπες, ότι οι γυναίκες είναι πράγματι «το άλλο μισό του ουρανού».
Το “Nobody Loves You (When You’re Down And Out)” που μού’ μοιαζε για χρόνια ανεπιθύμητο, ώσπου να το ζήσω, το “Instant Karma!”, με την αγωνιώδη σου σύσταση better recognize your brothers, evryone you meet!”, ή το γλυκόπικρο “Whatever Gets You Through The Night”. 


Και ξέρεις, κατάλαβα με το καιρό ότι υπήρξες από τους λίγους που τα λόγια σου, πολλές φορές ήταν το ίδιο σημαντικά με τα τραγούδια σου. Δεν κρύφτηκες πίσω από την βολικότατη αχλύ που φτιάχνει τα είδωλα. Θέλησες να επεξηγήσεις και να επεξηγηθείς. Αντίθετα με τους ήρωες της γενιάς σου, δεν είχες τίποτε να κρύψεις, γιατί δεν είχες τίποτε που γι’ αυτό πρέπει να ντραπείς.  
Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 1980, έδωσες την τελευταία σου συνέντευξη στον Jonathan Cott του “Rolling Stone”.
Του μιλούσες εννιά ώρες. Μίλησες για το μόλις μερικών ημερών καινούριο διπλό σου άλμπουμ, το “Double Fantasy”, το οποίο το NME πρόλαβε κι έθαψε, γράφοντας «(…) η μουσική του είναι τόσο εγωκεντρική και εγωμανής που είναι αδύνατον κάνοντας κριτική σ΄αυτήν, να μην αποτιμήσεις συγχρόνως και τον καλλιτέχνη ως άνθρωπο. Θα ευχόμασταν να είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό, αφού δεν έχει να πει τίποτε που να αφορά εμάς τους υπόλοιπους που δεν έχουμε παντρευτεί τη Yoko».
Αν ρωτάς τη γνώμη μου, το άλμπουμ θά΄ πρεπε νά’ναι μονό (και “Sole Fantasy”, με τους δυό σας απ’ έξω μια χαρά ακούγεται), αλλά δεν μου πέφτει λόγος - εγώ έμαθα ν’ ακούω μουσική σε μια πολύ πιο στεγνή, ανελέητη εποχή, αυτή που ανέτειλε μετά τη φυγή σου. Μίλησες για τις εκδικητικές, βιτρολικές σε βάρος σου κριτικές, γνωρίζοντας σε βάθος το θέμα. Οι κριτικές, το’ξερες αυτό καλά, τόσο πριν, όσο και μετά από σένα, προσπάθησαν επίμονα, με ψεύδη, απολυτότητες, συγκριτισμούς, ακόμη και με το διχαστικό λόγο να διαμορφώσουν το παρόν και το μέλλον του ροκ-εν-ρολ. 
 «Δεν το κάνουν μόνο σε μένα. Να, δες τον Mick», είπες, εννοώντας τον Jagger. «Κυκλοφορεί με συνέπεια αξιόλογες δουλειές για περίπου είκοσι χρόνια. Νομίζεις ότι θα σκεφτεί κανείς “ο τύπος είναι 37 χρονών, και να, μόλις έβγαλε ένα ωραίο τραγούδι;” -το “Emotional Rescue”, το οποίο μου άρεσε, σε πολύ κόσμο άρεσε. Κύριε ελέησον, δε, τον Bruce Springsteen, όταν κάποιοι θα αποφασίσουν ότι δεν είναι πια θεός. Τους τα είπε όλα, πώς νιώθει όταν ήταν μεθυσμένος και κυνηγούσε κορίτσια και αυτοκίνητα και εντάξει μέχρι εκεί, το ευχαριστιούνται. Προς το παρόν, οι fans του είναι ικανοποιημένοι. Όταν όμως ο ίδιος αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που θα του επιφέρει η ίδια του η επιτυχία, παράλληλα με το ότι, παρ’ ότι θα μεγαλώνει θα πρέπει να την αναπαράγει πάλι και παλι, τότε οι ίδιοι φανς θα στραφούν εναντίον του. Του έυχομαι να επιβιώσει».  

Στο Esquire, στο τεύχος του τελευταίου Νοεμβρίου της ζωής σου, ο Laurence Shame σε είχε πρωτοσέλιδο.
Το τρισέλιδο άρθρο του είχε τίτλο «John Lennon: Πού βρίσκεσαι;».
Εκεί, εν γνώσει του ότι ο κόσμος περίμενε τη δισκογραφική σου επιστροφή μετά από πέντε χρόνια σιγής, πριν ακούσει νότα από τα καινούρια σου τραγούδια, συνόψισε όλο το εις βάρος σου κατηγορητήριο:

«Ο Λέννον που ψάχνω είναι εκείνος που δεν κρατάει τα λόγια του, που προσβάλλει τους πάντες χωρίς καν να το προσπαθήσει. Ο δικός μου Λέννον ήταν ένας πικρός γελωτοποιός, ένας άνθρωπος με εξωφρενικά ολισθήματα και τεράστια ανεκτικότητα, ένα μεγάλο μωρό, ένας δεινός, όσο κι αξιοθρήνητος κάτι φορές, θηρευτής της αλήθειας, που με το πονεμένο, γκαφατζίδικο, ειλικρινές και παρανοϊκό του προσωπείο έγινε το συνειδησιακό έμβλημα της γενιάς του. Εκείνον τον Λέννον ψάχνω. Και τί βρίσκω; Έναν σαραντάχρονο επιχειρηματία που βλέπει τηλεόραση με τις ώρες, που έχει 150 εκατομμύρια δολλάρια στην τράπεζα, έναν γιο που λατρεύει και μια γυναίκα που υποκλέπτει τις τηλεφωνικές του συνομιλίες. Είναι αλήθεια Τζων; Τα έχεις στ’ αλήθεια παρατήσει;»   
Και φυσικά, σιγά μην κόλωνες να του απαντήσεις.  
«Και τί θα’ πρεπε δηλαδή να κάνω; Να γίνω κάποιου τύπου μάρτυρας που είναι, υποτίθεται, υποχρεωμένος να μη γίνει πλούσιος; Τί στο διάολο, τί θα ήθελαν να με δουν να έχω στη δούλεψή μου; Πουτάνες; Σκλάβους; Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα μυαλό σαν υπόνομο. Θέλουνε μόνο να πουλήσουνε φύλλα, να πουλήσουνε προϊόντα που ο κόσμος δεν έχει ανάγκη, ούτε και τα λεφτά να τ΄αγοράσει. Και μετά, κάθε τρεις μήνες, να του τα ξαναπλασσάρουν να τα ξαναγοράσει “ανανεωμένα”».  
Δεν καταλαβαίνω καν για ποιό πράγμα με κατηγορούν.
Το ξέρω καλά αυτό το είδος των ανθρώπων. Αυτούς που κάποτε σε λάτρευαν και τώρα σε μισούν. Σαν εραστές που τους έχουν απορρίψει. Δεν τον ξέρω αυτόν τον μαλάκα που έγραψε το άρθρο, αλλά όπως φαίνεται ξόδεψε το χρόνο του για να ψάχνει μια ψευδαίσθηση, τη οποία ο ίδιος είχε δημιουργήσει για μένα και επειδή δεν την βρήκε, ταράχτηκε». 


Σε κείνη, την τελευταία σου έντυπη συνέντευξη, περιέγραψες με τα λόγια αυτά το κυρίαρχο πρόβλημα της πρόσληψης της μουσικής τέχνης από το ευρύ κοινό, όπως τουλάχιστον τίθεται από το διαμεσολαβητικό φίλτρο της «επαγγελματικής» κριτικής. Το υπό ποιές προϋποθέσεις, δηλαδή, δια μέσου της τελευταίας, η δημοφιλής μουσική καταλήγει στο κοινό της, και κατά πόσον αυτό την ιδιοποιείται, την ταυτίζει ή την αποξενώνει από το δημιουργό της.  

«(…) Έτσι είναι. Οι κριτικοί και οι ψευδαισθήσεις τους. Ειδωλολατρία. Όπως τότε, που εκείνα τα παιδιά στο Λίβερπουλ μας γούσταραν, μόνο όμως όσο ήμασταν γνωστοί στο Λίβερπουλ. Μόλις πήγαμε δίπλα, στο “μεγάλο” Μάντσεστερ, μας έφτυσαν, διαδίδοντας ότι “ξεπουληθήκαμε”. To ίδιο έγινε λίγο αργότερα με το κοινό στην Αγγλία. Θύμωσαν που κάναμε επιτυχία στην Αμερική. Τί στο διάολο είναι αυτό; Τους αρέσεις μόνον όταν πασχίζεις να τα καταφέρεις. Όταν όμως τα καταφέρεις, το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να κάνουν ό,τι μπορούνε για να σε ξεσκίσουνε δημόσια. Εγώ, το ξέρω, δεν θα χρειαστεί να προσπαθήσω ξανά για ν’ ανέβω στην κορυφή. Γι’ αυτό και μετά αρχίζουν να τους αρέσουν οι ήρωες νεκροί, ο Sid Vicious, ο James Dean.
Δε σκοπεύω να γίνω ο γαμημένος νεκρός ήρωας κανενός. Να μάθετε να λατρεύετε τους επιζώντες. Εξάλλου,
Im a doer, not a voyeur. Είμαι απ’ αυτούς που τους αρέσει να κάνουν πράγματα, όχι να γίνομαι ο ματάκιας άλλων ανθρώπων που κάνουν πράγματα».   



Αγαπήθηκες περισσότερο από κάθε πολιτικό ηγέτη και εκφόβισες πολλούς τέτοιους ηγέτες ο ίδιος. Τρομοκράτησες πιο πολύ τους υποκριτές και τους ψευδοδημαγωγούς, αυτοί μάλιστα οι τελευταίοι προσπάθησαν πολλές φορές να υποτιμήσουν την προσωπική σου ζωή, να περιγελάσουν τις πεποιθήσεις σου και να ευτελίσουν τα μηνύματα και τη μουσική αξία της δουλειάς σου. Απέναντι σ’ αυτούς παρέμεινες ενάντιος μέχρι τέλους.
Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε καμία περίοδος ανακωχής ανάμεσα σε σένα και το κατεστημένο, ούτε καν το κατεστημένο της επανάστασης, της μόδας, της αμφισβήτησης, όσο πλούσιος ή διάσημος κι αν έγινες.
Γιατί μπορεί ο κόσμος να σε ακολουθούσε όποια παράδοξη μουσική στροφή κι αν έπαιρνες, όμως υπήρχαν και πολλοί που σε προτιμούσαν καλοκουμπωμένο στα σακκάκια της πρώτης περιόδου των Beatles, μέσα στα οποία, ο αντικοφορμισμός σου, η οξύτητα και η απαξία που έδειχνες στην καθωσπρέπει κοινωνία εύκολα μπορούσαν να ξεθωριάσουν, αφού πρώτοι οι «ειδικοί» θα επιχειρούσαν να τη μετασχηματίσουν σε «γεύση του μήνα», σε «κλασσική», ή «ρομαντική», ξέρεις, να σε εντάξουν στην ιερή παράδοση της show business, που στεφανώνει τον αμφισβητία της και τον ξεδοντιάζει πριν καλά – καλά το καταλάβει. 
Όμως εσύ έφτασες να το μισήσεις το κοστούμι των Beatles, όσο κι αν απόλαυσες το χρήμα και τη δόξα που σού πρόσφερε. «Ήταν ιδέα του Πωλ ΜακΚάρτνεϋ και του Μπράϊαν Επστάϊν να φορέσουμε τέτοια ρούχα», είπες.  

«Όλη αυτή η μπίζνα κατέληξε να είναι απαίσια, Έπρεπε να ταπεινώσεις εντελώς τον εαυτό σου για να παραμείνεις αυτό που είχαν γίνει οι Beatles, κι αυτό είναι που μισούσα περισσότερο. Δεν μπορούσα να το ξέρω, ούτε να το προβλέψω. Συνέβη λίγο – λίγο, σταδιακά, μέχρι που φτάνεις μια μέρα να πιάνεις τον εαυτό σου να κάνεις ακριβώς αυτό που δεν ήθελες ποτέ να κάνεις και μάλιστα μαζί με αυτού του τύπου τα άτομα που δεν αντέχεις - απ’ αυτά τα άτομα, που ξέρεις από τα δέκα σου χρόνια ότι δεν θα τα χωνέψεις ποτέ».  
Γι’ αυτό και θύμωσες που ο Πωλ, έχοντας ετοιμάσει τον πρώτο προσωπικό του δίσκο, βγήκε πρώτος στον τύπο και ανακοίνωσε τη διάλυση των Beatles, ενώ μήνες πριν ήσουν εσύ ο πρώτος που είχες πεις στους άλλους τρεις «Θέλω διαζύγιο, σαν κι αυτό που πήρα απ’ τη Synthia».  
Γι’ αυτό και όταν γνώρισες τη Yoko, κι άρχισες να μιλάς για το πόσο άδικο και άσκοπο βρίσκεις τον πόλεμο του Βιετνάμ, ή όταν το Δεκέμβριο του ’69 έστειλες πίσω πακέτο το Μετάλλιο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, διαμαρτυρόμενος για την εμπλοκή της Αγγλίας στον πόλεμο της Μπιάφρας, πολλοί ήταν αυτοί –συμπεριλαμβανομένων των τριών σου μουσικών σου αδελφών- που χωρίς δεύτερη κουβέντα άρχισαν να σε βλέπουν με μισό μάτι.  
Ειδικά για τους γραφιάδες και τους ιδεοπλάστες που είχαν αυτόκλητα αναλάβει –ή τους είχαν αναθέσει- το ρόλο του τοποτηρητή των πρωτοβουλιών και των επιλογών σου, «έπρεπε» να παραμείνεις αυτό που ήσουν στην αρχή.
Ο ρέμπελος απ’ την Καλών Τεχνών, ο άξεστος ροκάς από το διαλυμένο σπίτι που κατουρούσε τις καλόγριες από το μπαλκόνι του τσαρδιού του στο Αμβούργο, αυτός που είπε την ατάκα για τον Ιησού Χριστό – οι ηλίθιοι έχουν μια αναπαλλοτρίωτη κλίση να παρερμηνεύουν, να δένονται πισθάγκωνα από το μερικό και να το διαλαλούν, όπως το έχουν στο μυαλό τους, ως όλον.  


Εκεί, δε, που έκανες το μοιραίο λάθος ήταν που ξεβράκωσες όλη τη βιομηχανία της αμφισβήτησης που ερήμην σου είχε χτιστεί γύρω σου, όταν το 1970 πριν ακόμα ο κόσμος χωνέψει τη διάλυση των Beatles, με τo δίσκο "Plastic Ono Band" αποκήρυξες τις εναλλακτικές αυταπάτες:
«Δεν πιστεύω στη μαγεία – δεν πιστεύω στη Βίβλο – στον Κέννεντυ - στο Βούδα, στη Μάντρα – στο Χίτλερ – στον Ιησού – σε βασιλιάδες – στον Έλβις – στον Ζίμμερμαν - στους Beatles. Μόνο στη Γιόκο και σε μένα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το όνειρο τελείωσε».  
Στο κοινό το είπες εγκαίρως, σιγά όμως μην ήθελε κανείς να ξυπνήσει.  
Ως προς τη Γιόκο, έχω, δε, να σου πω, με κάθε ειλικρίνεια, αυτό. Τώρα, ναι, σε καταλαβαίνω. Όμως ανέκαθεν μ’ ενοχλούσε κι εμένα το απαθές -και κόβω το χέρι μου, κρυφο-υπολογιστικό- υφάκι της δίπλα σου. Δεν ήταν δύσκολο να ευθυγραμμιστώ εξάλλου με το άρρεν, ορθολογικό και εμπειρικά βάσιμο τριπάκι «έβαλε τη γκόμενά του μέσα και τους διάλυσε», το οποίο, όπως κάθε αληθοφάνεια που απέχει ύπουλα απ’ την αλήθεια, έχει συμβεί σε πολλούς μέσα στα χρόνια, κι όχι μόνο όταν αυτοί συμμετέχουν σε κορυφαίες μουσικές μονάδες.
Όμως και αυτό το στερεότυπο τελικά υποχώρησε και πήρε άλλη θέση μέσα μου όταν σε έψαξα καλύτερα, όταν άρχισα να σε αφουγκράζομαι μέσα στα χρόνια, με την επιμέλεια του ψαρωμένου σπουδαστή στο σχολείο της μουσικής ιστορίας των περασμένων χρόνων.
Ένα άλμπουμ τη φορά, ακούγοντας όσα έκαναν οι άλλοι τρεις, παρατηρώντας ποιές είχαν αυτοί δίπλα τους, το τί έλεγαν ή δεν έλεγαν εκείνοι και το τί είχες εσύ να πεις.
Αν ήταν να διαλέξω ανάμεσα στην πρώτη και πιο δυνατή αντροπαρέα μου, όπου όμως από κάποιο σημείο και πέρα ένα της μέλος (και κάποιοι άλλοι πίσω του) θέλει να την κουμαντάρει και στο να ακολουθήσω την πιο δημιουργική γυναίκα που έχω συναντήσει στη ζωή μου, δεν ξέρω, πιθανότατα θα έκανα το ίδιο μ’ εσένα. 


Επίσης, να σου πώ ότι το πρώτο άλμπουμ σου που άκουσα προσεκτικά ήταν, περιέργως, το “Rock ‘N’ Roll” του ’75. Το τελευταίο πριν το μεγάλο σου διάλειμμα. Αυτό με τις διασκευές που ηχογράφησες στα κομμάτια που άκουγες μικρός, Chuck Berry, Fats Domino, Sam Cooke, τέτοια. Αυτό που σε δείχνει απ’ έξω με φτηνό πέτσινο, τζην παντελόνι με ρεβέρ και μαλλί κοκοράκι, στα είκοσί σου, αγέρωχο νιάτο και μπροστά σου οι περαστικοί θολοί, δευτερεύοντες, κομπάρσοι.
Κόκκινο μόνο το νέον του τίτλου, “Rock ‘N’ Roll”, γιατί αυτό υπήρξε η ζωηφόρος μουσική του αιώνα, αυτή που σε εμπότισε και την υπηρέτησες.
Πάλι απ’ τους πρώτους ήσουν και σ’ αυτό, το δίσκο διασκευών, να ξέρεις. Αυτό που οι κριτικοί είπαν «στέρεψες», άπειροι το ακολούθησαν, ως και το αντέγραψαν αργότερα, ενώ εσύ τό’κανες στα 35 σου και ξεμπέρδεψες, γιορτάζοντας χωρίς πολλή σκέψη τον ήχο που σε μεγάλωσε και σε κράτησε μέσα στη ζωή, το ροκ-εν-ρολ.  


Δεν ξέχασες ποτέ από πού ξεκίνησες. Αυτή είναι, μου φαίνεται, μια κύρια διαφορά σου από πολλούς άλλους αστέρες. Επειδή μάλιστα δεν το ξέχασες, συχνά αναφέρεσαι στο πώς είναι νά’σαι παιδί. Τη μαγεία, την ανεμελιά, τη αθωότητα. Δεν έπαψες ποτέ, έγραψαν, μετά το θάνατό σου να είσαι «το παιδί που μπορεί να δει ότι τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν».
When I was younger, much younger  than today, I never needed anybodys help help in aνy way”. “When I was a boy, every thing was right.
Κάτι που όλοι, πια, ξέρουμε ότι δεν ήταν ακριβώς έτσι, αφού πατέρα δε γνώρισες και η τσιριμπίμ – τσιριμπόμ μητέρα σου σε είχε για σεντράρισμα στην αυστηρή σου θεία. Όμως εσύ, πήρες το καλύτερο, άδραξες την ελευθερία, το χώρο που σου αναλογούσε κι άρχισες να χτίζεις από πολύ μικρός. Από τότε που ήσουν αθέλητος. Γι’ αυτό και θυμόσουν. Γι’ αυτό και δεν ξεχνούσες πώς ήταν και πώς ήθελες να είναι. Γι’ αυτό και επανεκτιμούσες, ξαναεπισκεπτόσουν, αναθεωρούσες.
Επειδή είχες σα φορτίο βαρύ, ασήκωτο για το μέσο άνθρωπο, τη νοημοσύνη που κουβαλά η καθαρή, χωρίς ενοχές, μνήμη.  
Θέλησες να παρατήσεις τη βιομηχανία. Το είχες δει, το πράμα το κατευθύνουν, οι καλλιτέχνες είναι εύκολο να υποκύψουν, ν’ αφήσουν τον αδύναμο εαυτό τους να πάρει τα ηνία, ήζη ζεμένο στα ματζούνια, τις εύκολες γκόμενες, τις λιμουζίνες με τις τριπλές πόρτες, τους σωματοφύλακες.
Είπες κάποτε για τους Stones –που προς απογοήτευση πολλών, δεν ήσουν ποτέ αντίπαλός τους- «όταν παραμένεις ακόμη περικυκλωμένος από μια συμμορία … αυτό σημαίνει ότι μέσα στο κεφάλι σου παραμένεις δεκάξι». Εσύ κατάλαβες και το ξεκαθάρισες, ότι «Αυτό το πράγμα», κι εννούσες τη μηχανή παραγωγής ειδώλων, «δεν λειτουργεί».
Γι’ αυτό επέλεξες να φτιάξεις και να προφυλάξεις μια ομαλότητα στο ζωτικό σου χώρο, μακριά από το κρεωπολείο της εταιρικής μουσικής. Αυτό έγινε το διακύβευμά σου.
Να γίνεις ο σύντροφος μιας γυναίκας που να είναι δίπλα σου τόσο σταθερή όσο δεν ήταν η μητέρα σου, τόσο δεκτική όσο δεν ήταν η θεία σου, που σε μεγάλωσε. Να γίνεις για τους γιους σου, ο πατέρας που δεν είχες εσύ ποτέ.  
Την τελευταία σου ραδιοφωνική συνέντευξη την έδωσες το τελευταίο πρωί της ζωής σου 8 Δεκεμβρίου 1980, αφ’ ότου έφτιαξες πρωϊνό και παρακολούθησες “Sesame Street” με τον μικρούλη Sean. Στο συνεργείο του ραδιοσταθμού RKO τί διάλεξες να πεις, ρε άνθρωπε;  
«(…) Γιατί άραγε υπάρχουν άνθρωποι που είναι θυμωμένοι μαζί μου; Επειδή δε δουλεύω; Ξέρετε, αν είχα πεθάνει μετά το δίσκο “Walls And Bridges”, πόσο καλά θα τους ερχόταν; Δε θα ήταν πια θυμωμένοι. Θά’ γραφαν όλα αυτά τα ωραία λατρευτικά κείμενα για το πόσο φοβερός τύπος υπήρξα και τα ρέστα.. Όμως, δεν πέθανα και αυτό τους εξόργισε. Τους εξόργισε ότι έζησα και διάλεξα να κάνω αυτό που ήθελα».  

Με την απόλυτη πεποίθηση ότι αφού δεν είσαι πια ανταγωνιστικός παίκτης του συστήματος, μπορείς να επιστρέψεις, έφτιαξες λοιπόν το “Double Fantasy” και δήλωσες έτοιμος για «άλλα σαράντα χρόνια δημιουργίας που βλέπεις να’ χεις μπροστά σου».
Όμως, accidentally, like a martyr που λέει και το τραγούδι του Warren Zevon, αγνόησες ότι το σκότος ελλοχεύει, τρελλαμένο από τη μοχθηρία που του προκαλεί το φως.  
Η γενιά μου είναι αλήθεια ότι δε σε πρόλαβε, όμως μεγάλωσε με την εικόνα σου και τις πανταχοπυ παρούσες αναφορές στο όνομά σου. Κληρονομιά βαριά, πολύπλοκη και με πολλά κεφάλαια, σαν ένα ακόμη μάθημα του σχολείου που έπρεπε να το διαβάσουμε καλά - γι’ αυτό και το αποφεύγαμε.
Από το ταπεινό ύψος του ακροατή και του αναγνώστη, λοιπόν, κι όχι του ελιτίστα, ή του φανατικού, μου φαίνεται ότι αν είχες σκοπό να θυμίζεις κυρίως ένα πράγμα μέσα από τα τραγούδια σου είναι ότι όσο υπέροχο και αναπόφευκτο είναι να έχουμε ήρωες, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μην περιμένουμε κανέναν σωτήρα. Να προσπαθούμε, με τις δικές μας δυνάμεις, να γράψουμε τη δική μας ιστορία.  
Και γι’ αυτό, τα γραπτά και οι νότες σου, που τόσο απέτρεπες κι απευχόσουν να τα βλέπει ο κόσμος σα διδαχή, συνιστούν, τόσες δεκαετίες μετά την ξαφνική σου αναχώρηση, μια πυκνή κατάθεση από πανανθρώπινες αλήθειες. Εσύ, το χρέος σου σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης, το εκπλήρωσες. Από μας, πια, εξαρτάται. Τό’ χεις πει, εξάλλου, και αυτό. 
“And so, dear friends, you’ll just have to carry on”. 


Υ.Γ.: Ο βυθισμένος στο κενό της απουσίας οποιουδήποτε ταλέντου και ως εκ τούτου βαθιά ανισόρροπος –κάποιοι μίλησαν για σχιζοφρένεια, άλλοι για διπολισμό-  Mark Chapman, ετών 25, μια  από τις ομογενοποιημένες κανονικότητες «χαμηλών τόνων» που κυκλοφορούν λυτοί, οικειοποιούμενοι τις ζωές των άλλων, επιχειρώντας να αποκτήσουν ταυτότητα με τη λατρεία και την δαιμονοποίηση των ειδώλων, προτυποποιώντας μηχανιστικά, κατατρώγοντας ο,τιδήποτε νιώθουν ότι δε θα αξιωθούν ποτέ με το επίπεδο προσωπικό τους απόθεμα σε ψυχή, μυαλό και συναίσθημα, στις 10:50 το βράδυ της Δευτέρας, 8 Δεκεμβρίου 1980, παραμονεύει έξω από το κτίριο Ντακότα, στο Μανχάτταν, όπου είναι γνωστό ότι διατηρεί διαμέρισμα ο Λέννον με τη Γιόκο. Επιστρέφουν από το Record Plant Studio και τους βλέπει να αποβιβάζονται από τη λιμουζίνα, κατευθυνόμενοι προς την είσοδο του Ντακότα, από τη μεριά της 72ης οδού. Προχωρεί με γρήγορο βήμα προς το μέρος τους, φωνάζει «Κύριε Λέννον!» και χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση, τον πυροβολεί πέντε φορές στην πλάτη.
Ο Λέννον, που πήγε να γυρίσει μόλις άκουσε το όνομά του, παραπατάει, προσπαθεί ν΄ανεβει μερικά σκαλοπάτι προς την εσοχή της εισόδου, τρεκλίζει και σωριάζεται νεκρός. 
Το μηδενικό που ονομάζεται Τσάπμαν, ένα κλασσικό υποπροϊόν της μαζικής κουλτούρας του δυτικού πολιτισμού, ένας κενός, ύπουλος, «συμπαθής», αθόρυβος νεαρός που «δεν είχε δώσει καμία αφορμή», αναζητά από έφηβος μια πίστη, από τους Beatles ως τη Βίβλο, να τον «φωτίσει». Κατάγεται από τη Τζώρτζια αλλά μένει στη Χονολουλού. Έχει παρατήσει το κολλέγιο, δεν έχει στεριώσει σε καμία δουλειά, γρατζουνάει στην κιθάρα του τραγούδια των Beatles, έχει παντρευτεί το ’79 μια μια αμερικανογιαπωνέζα ξεναγό και έχει αναπτύξει εμμονή με το βιβλίο «Ο Φύλακας Στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ.
Τους τελευταίους μήνες έχει αποφασίσει ότι προορισμός του στη ζωή είναι να σκοτώσει κάποιον διάσημο. Στη λίστα του έχει διάφορους σελέμπριτυ και στα ταξίδια του στη Νέα Υόρκη, έχει σχεδιάσει μήνες πριν τί θα κάνει.
Γνωρίζει μάλιστα ποιός είναι ο πιο εύκολος -και πιθανόν ο διασημώτερος όλων- στόχος. Ο Λέννον δεν κυκλοφορεί ποτέ με σωματοφύλακες και οι φανς γνωρίζουν ότι μένει στο κτίριο Ντακότα, μάλιστα διάφοροι κατά καιρούς τον περιμένουν έξω από την πόρτα του και λίγα μέτρα απέναντι, στο πάρκο, για να πιάσουν μια κουβέντα του, ένα νεύμα, να του πάρουν ένα αυτόγραφο. «Ποιός στο διάολο νομίζει ότι είναι αυτός ο Λέννον; Αυτός ο υποκριτής, ο πλούσιος, ο προδότης που μιλούσε για επανάσταση, ενώ έχει εκατομμύρια;». Έχει πανεύκολα προμηθευτεί το τριανταοχτάρι και σφαίρες, έχει εγκαταλείψει τη δουλειά του σε εταιρία σεκιούριτυ, υπογράφοντας στο χαρτί της παραίτησης ως “John Lennon” κι έχει αναμιχθεί με τους φαν που συνηθίζουν να περιφέρονται έξω από τo κτίριο Ντακότα. Λίγες ώρες νωρίτερα το ίδιο απόγευμα, κατά την τυπολογημένη για τους ναρκισσιστές, πρόβα εγκλήματος, έχει συναντήσει το διάσημο θύμα του από απόσταση αναπνοής.
Τον έχει ρωτήσει αν «γίνεται να τον προσλάβει ως βοηθό στο γραφείο του» και ταυτόχρονα, έχει σπρώξει κάτω από τη μύτη του Λέννον ένα αντίτυπο από το “Double Fantasy” ζητώντας του αυτόγραφο. Την κίνηση έχουν κάνει χιλιάδες θαυμαστές του μέσα στα χρόνια, γι' αυτό κι εκείνος, με τη στωϊκότητα και την ελαφρά ενοχή του ακούσιου ειδώλου, δε διανοείται ότι υπογράφοντας “John Lennon, 1980”, συμμετέχει εν αγνοία του σε μια διεστραμμένη προσποίηση του οσονούπω θύτη του, σε μια νοσηρή χειρονομία της ανυπαρξίας προς την ιδιοφυία. Κατά τραγική ειρωνεία, ο Paul Goresh, φίλος και φωτογράφος του Lennon θα απαθανατίσει τη στιγμή. 
Με το σώμα του Λέννον να κείται στο πλακόστρωτο, ο Τσάπμαν περιμένει στο σημείο για να συλληφθεί – πώς αλλιώς θα δρέψει τις δάφνες της διασημότητας για το κατόρθωμά του; - και σηκώνει απόλυτα ήρεμος τα χέρια ψηλά, καθώς το πλήρωμα του πρώτου περιπολικού καταφθάνει στο σημείο ελάχιστα λεπτά αργότερα.
Ο αστυνομικός James Moran, βλέπει τον επιστάτη του Ντακότα να του δείχνει φωνάζοντας έντομος τον εύσωμο, ήρεμο άντρα με τα χέρια στο κεφάλι.
Βλέπει τον Λέννον μέσα στο αίμα, τον αναγνωρίζει. Ορμά ενστικτωδώς και αφοπλίζει το δράστη, στρίβοντάς του το χέρι πίσω απ’ την πλάτη. Οι πρώτες λέξεις που βγαίνουν από το στόμα του δεν ανήκουν στον αστυνομικό, αλλά στον ανώνυμο άνθρωπο που παρίσταται σε μια χρονική στιγμή κομβική για την παγκόσμια ιστορία. «Έχεις καταλάβει τί έκανες;» 
Ευτυχώς, ο αχρείος αυτός, που πολύ καλά ήξερε τί έκανε, εκτίει ακόμη την ποινή του -20 ως ισόβια- στην οποία καταδικάσθηκε εννέα μήνες αργότερα, αφού επιχείρησε να εδραιώσει, φυσικά ανεπιτυχώς, κάθε υπερασπιστικό ισχυρισμό περί παραφροσύνης, δίνοντας μάλιστα δεκάδες μέσα στα χρόνια συνεντεύξεις για το ότι «άκουγε φωνές» και για το ότι «έχει μετανιώσει».
Οι αιτήσεις του για αναστολή έχουν απορριφθεί δώδεκα φορές μέχρι σήμερα. Δίχως άλλο, αντάξια σωφρονιστική μεταχείριση για ένα τίποτε που ξήλωσε τη μουσική πορεία της ανθρωπότητας. 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου