Carlos Santana: Nύχτες Zebop, μέρες tο Burn με τον Miles Davis
Κυριακή

24Ιαν

Carlos Santana: Nύχτες Zebop, μέρες tο Burn με τον Miles Davis

Δημοσιεύθηκε από:

24/01/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

645
«Ασχολιόμουν με τη μουσική συνέχεια από δώδεκα – δεκατριών χρόνων. Αυτήν σκεφτόμουνα μονάχα, γι’ αυτήν ζούσα, αυτήν αγαπούσα περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο.
Μoυ είχε γίνει έμμονη ιδέα επί τριάντα εξι ή τριάντα εφτά ολόκληρα χρόνια και τώρα, στα σαράντα εννιά μου, ένιωσα την ανάγκη να κάνω ένα διάλειμμα, να δω όλα όσα έκανα με άλλο μάτι. Ήθελα να παίζω μουσική, αλλά με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στο παρελθόν. Σε μεγάλες αίθουσες μόνο, όχι πια σε τζαζ κλαμπάκια.
Η μουσική μου και οι απαιτήσεις της είχαν ξεπεράσει κατά πολύ τα όριά τους.  

Μέσα σε τέσσερα και βάλε χρόνια δεν πήρα στα χέρια μου την τρομπέτα ούτε μια φορά. Πήγαινα κοντά της και την κοιτούσα, σκεφτόμουνα να κάνω μια απόπειρα να παίξω. Ύστερα από λίγο σταμάτησα να κάνω ακόμη κι αυτή την κίνηση. Την έβγαλα τελείως από το μυαλό μου, άρχισα ν΄ασχολούμαι με άλλα πράγματα.  
Στη δεκαετία του ’70 η συμφωνία που είχα κάνει με την Κολούμπια ήταν να πάρω προκαταβολή πάνω από ένα εκατομμύριο δολλάρια για τους δίσκους που θα έβγαζα, συν τα δικαιώματα. Εξάλλου, είχα και κάτι ματσωμένες λευκές γκόμενες που φρόντιζαν να μην ξεμένω ποτέ από λεφτά.
Μέσα σ΄αυτά τα τέσσερα – πέντε χρόνια που δεν έκανα μουσική, τό’χα ρίξει στην κόκα -εχωνα μέχρι και 500 δολλάρια τη μέρα σε κάποια φάση- και στο γαμήσι. Γαμούσα όποια γκόμενα έφερνα στο σπίτι. Το κρατούσα σκοτεινό, οι κουρτίνες ήταν πάντα τραβηγμένες και καταθλιπτικό, σα μπουντρούμι.
Είχα κολλήσει και στα χάπια, Περκοντάν και Σεκονάλ, έπινα πάρα πολύ, μπύρες Χάϊνεκεν και κονιάκ. Δεν έβγαινα και πολύ από το σπίτι, κι όταν το αποφάσιζα, πήγαινα συζήθως σε κάτι ξενυχτάδικα στο Χάρλεμ, όπου συνέχιζα να μαστουρώνω και να ζω μονάχα για τη στιγμή». – 
Miles DavisMiles, 1989.  
Για πέντε ολόκληρα χρόνια, από το ’75 μέχρι το ’80, ο Miles Davis ζούσε σα φάντασμα στο διαμέρισμά του, στο κτίριο με το κοκκινόχρωμο τούβλο, γωνία 312 West και 77ης οδού.  
«Του έστελνα καρτ-ποστάλ και λουλούδια αραιά και πού. Μάθαινα γι’ αυτόν από τον Herbie Hancock. ‘Ακουγα και ‘γω τις φήμες για την κραιπάλη των πέντε εκείνων χρόνων. Όμως τώρα είχε αποφασίσει να επιστρέψει στη μουσική». – Carlos SantanaThe Universal Tone, 2014.  



Απρίλιος ’81. Οι Santana κυκλοφορούν το 12o δίσκο τους με τίτλο “Zebop!”. Ο Miles Davis έχει μόλις ολοκληρώσει το δίσκο που αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς θα αποτελέσει την επιστροφή του στη δισκογραφία μετά από πέντε χρόνια στην αφάνεια. Ο τίτλος του, “The Man With The Horn”».  
Οι Santana έχουν μόλις ξεκινήσει την περιοδεία για την προώθηση του “Zebop!”. Στις 5 Μαίου 1981, φτάνουν στη Νέα Υόρκη όπου θα παίξουν για μια βραδιά στο Savoy. Ο Μichael Carabello, συνομήλικος και φίλος του Carlos, βασικό στέλεχος στα τρία πρώτα άλμπουμ των Santana, συνθέτης μεταξύ άλλων, του “No One To Depend On”, είναι από τους ελάχιστους που ο Miles επιτρέπει να τον επισκέπτονται στο «καταθλιπτικό μπουντρούμι». Όταν ξεκινά το sound check έχει αφήσει ήδη μήνυμα στους ανθρώπους του Carlos. Θα έρθει να τους δει. Θα έχει μαζί του τον Miles Davis.  
Ο Carlos κυριολεκτικά προσκυνούσε δίσκους όπως το “Kind Of Blue”, το “Miles Ahead” και το “Sketches Of Spain”.
Η γνωριμία του με τον Milesέχει ξεκινήσει από ένα τηλεφώνημα την Άνοιξη του ’70, όταν οι Santana ηχογραφούσαν το “Abraxas”. Ο Miles επικοινωνούσε τον Michael Carabello, που τότε ήταν το μέλος των Santana με τη μεγαλύτερο afro, έπαιζε κρουστά, πλήκτρα και είχε καλές άκρες για ό,τι άλλο χρειαζόταν.
Του είπε «φέρε μου να πώ ένα γειά στον Carlos»
Τον είχε δει αρκετές φορές μετά το Woodstock, δεν ήταν κι εύκολο να παραβλέψει το καινούριο συγκρότημα για το οποίο όλοι μιλούσαν, που αναμείγνυε με τέτοιο πυρετώδη τρόπο ροκ, jazz και latin, που είχε ήδη δύο πλατινένια άλμπουμ και τη φήμη μιας από τις καλύτερες ζωντανές αττραξιόν. 
«Carlos, για σένα. Είναι ο Miles». Βέβαιος ότι ο Carabello του κάνει φάρσα, ο 23χρονος Carlos ακούει για πρώτη φορά την ύπουλη σα σύρσιμο κροταλία, σκληρή σα γυαλόχαρτο φωνή, που δε θα ξεχνούσε πια ποτέ. «HiCarlosI’ m just checking you out».  
Εκείνο τον Αύγουστο στη Νέα Υόρκη, ο Bill Graham, ο ιμπρεσσάριος, παραγωγός, και μάνατζερ που έχει οργανώσει την ψυχεδελική σκηνή στα δυτικά κι έχει πλέον αναπτυχθεί και στην ανατολική ακτή, αυτός που έδωσε την πρώτη ευκαιρία στον Carlos Santana, παίρνοντας τη μπάντα υπό την προστασία του, έχει κλείσει να παίξουν στο Tanglewood της Μασαχουσέτης.
Όπως συνήθιζε, o ακατάβλητος, οργανωτικός ρωσσο-γερμανοεβραίος που στα 8 του φυγαδεύθηκε από τη γερμανίδα μητέρα του στη Γαλλία για να γλυτώσει το μαζικό διωγμό των ναζί και κατέληξε στο Bronx, μεγαλώνοντας σε θετή οικογένεια, είχε συνδυάσει για το συγκεκριμένο φεστιβάλ ανοιχτού χώρου, όπως συνήθιζε, ένα καλειδοσκοπικό combo.
Πριν από τους Santana, ένα μεγάλο φωνητικό γκρουπ, οι Voices Of East Harlem, και μετά, ύστερα από αίτημα του ίδιου του Carlos, o ήρωας του, ο Miles Davis. Την εποχή εκείνη, έχοντας στην μπάντα μουσικούς που εμπνέουν δέος - Chick Corea, Wayne Shorter, Keith Jarrett, Dave Holland, Airto Moreira, Jack DeJohnette- με τα “In A Silent Way” και “Bitches Brew” ο Miles Davis είχε μέσα σ’ ένα χρόνο αλλάξει ολοκληρωτικά το μουσικό τοπίο της jazz.  
«Ο ήχος του Miles εκείνη την εποχή ήταν συγχρόνως ένα μικροσκόπιο -έδειχνε ό,τι είχε προηγηθεί στο χώρο της jazz- κι ένα τηλεσκόπιο –έδειχνε το προς τα πού η σύγχρονη μουσική κατευθύνεται».  
Mια - δυό μέρες πριν τη συναυλία της 18ης Αυγούστου, ο Carlos επιστρέφει με τα πόδια στο Tanglewood από τη βόλτα του στην πόλη, έχοντας αγοράσει μερικές μαυρόασπρες αφίσες του Miles από την εμφάνισή του στο Newport Jazz Festival και βλέπει μια λάϊμ Lamborghini να μπαίνει στο πάρκινγκ του χώρου φεστιβάλ. Η πόρτα του οδηγού ανοίγει κι από μέσα βγαίνει ο Miles Davis με σάρκα και οστά. Τεράστια φωτογκέϋ γυαλιά, πορτοκαλί φουλάρι, κοντό, ινδιάνικο τζάκετ και χαϊμαλιά, ένας 44χρονος σκούρος χίππυ μ’ έναν αέρα κινδύνου να τον τυλίγει. Κάτι που δεν επηρεάζει τον Carlos, που τον πλησιάζει, τον χαιρετά και του ζητά με τις αφίσες στα χέρια να του τις υπογράψει.
Ο Miles βγάζει απ’το τσαντάκι ώμου ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο και γράφει σε μια απ’ αυτές “Το Carlos and the best band”. 
Μιλάνε για τη μουσική και τις συναυλίες που έρχονται σε μερικές μέρες.  
You knowCarlos. Δεν είσαι κανένας κακομοίρης Μεξικάνος που τριγυρνάει με την ουρά ανάμεσα απ΄τα σκέλια του, ζητώντας συγγνώμη γι’ αυτό που είναι, παρακαλώντας να τον αφήσουν να βγάλει άδεια οδήγησης. 
Youre a bad motherfuckerright there».
 
Λίγη ώρα αργότερα, ο Miles ξαναβάζει το χέρι στο τσαντάκι και βγάζει ένα σωληνάριο σαν μεγάλο σταγονόμετρο, διπλωμένο σε μια θήκη από δέρμα αγελάδας. «Δοκίμασε».  
Ο Carlos δε θα μπορούσε να πει όχι στην προσφορά του ινδάλματός του. Όμως οι συναυλίες στο Tanglewood τον έπεισαν ότι η λευκή σκόνη δεν ήταν για κείνον. «Αποφάσισα να μην ξαναπάρω στη ζωή μου ποτέ κάτι που θα μου έδινε ο οποιοσδήποτε τρίτος. Το τήρησα».  




            Πίσω στη σκηνή του Savoy, 5 Μαίου 1981.  
«Με το που τελειώνει το sound check, νά’ τοι. Ο Miles φορούσε ένα σακκάκι μεγάλο σε νούμερο, τσαλακωμένο, τό’βλεπες πάνω του έχει αρχίσει πάλι την άστατη ζωή. Δε με ένοιαζε βέβαια, ήμουν τόσο χαρούμενος που τον ξανάβλεπα». 
Ο Bill Graham, στα 51 πια, διοργανωτής και αυτής της συναυλίας του Carlos, τους πλησιάζει ενθουσιασμένος. «Miles ! Πώς είσαι, man;»  
«Σήκω το χέρι σου, έτσι, εβραιόπουλο», τον διατάζει ο Miles υψώνοντας τη δεξιά του παλάμη ανοιχτή, είκοσι πόντους από το πρόσωπό του. Ο Graham υπακούει χαμογελώντας και τότε, αστραπιαία, ο Miles του χώνει μια γροθιά, με όλη του τη δύναμη. «Νιώθω μια χαρά, εβραιόπουλο»Αυταρχικός, απρόβλεπτος, να θέλει πάντα να δίνει εκείνος τον τόνο. Όπως πάντα έβλεπαν τον Miles Davis όσοι έπαιζαν μαζί του.  
«Miles, πρέπει να σου πώ κάτι», λέει ο Carlos μπροστά σε όλη την ομήγυρη. «Ολόκληρος ο κόσμος θα σου είναι ευγνώμων ακόμη κι αν δεν ξαναπαίξεις ποτέ ούτε μια νότα. Το μόνο που θέλουμε είναι να είσαι καλά στην υγεία σου και ευτυχισμένος». «Και τι πάει να πει αυτό;» ρωτάει μ’ ένα παράξενο μορφασμό ο Miles, σαν να είχε ακούσει την πιο παράλογη ευχή.
«Εννοώ Miles, ότι δεν πιστεύω να είσαι από κείνους που είναι ευτυχισμένοι μόνον όταν δυστυχούν». Δεν παίρνει απόκριση, μόνο ένα βαθύ, σιωπηλό βλέμμα, που κάνει τον Carlos να δαγκωθεί, μήπως είπε κάτι άθελά του προσβλητικό.
Καθώς η ώρα της έναρξης πλησιάζει, ο Carlos καλεί τον Miles στα παρασκήνια. Εκεί, ακολουθεί τη ρουτίνα της αυτοσυγκέντρωσης που έχει υιοθετήσει από χρόνια. Ένα τέταρτο διαλογισμού σε απόλυτη ησυχία. Ο Miles το σέβεται. Στέκεται δυό μέτρα δίπλα και δε βγάζει κουβέντα.  
«Είχα τα μάτια μου κλειστά, όμως τον ένιωθα να αναπνέει. Ανοίγω τα μάτια. Βλέπω που έχει καρφώσει με τη ματιά του ένα περιδέραιο που φορούσα στο λαιμό μου. Ήταν τόσο έντονο το βλέμμα του, που έλεγες ότι θα το λιώσει, θα το τρυπήσει το περιδέραιο, όπως γίνεται στις ταινίες, όταν κάποιος έχει μάτια με ακτίνες λέϊζερ.  
«Miles, το θέλεις;».  
«Μόνο αν μου το φορέσεις εσύ». Το βγάζω, του το φοράω και τον ακούω να λέει.  
«Ξέρεις, προσεύχομαι και γω».  
«Εσύ; Προσεύχεσαι εσύ, Miles;»  
«Φυσικά. Όταν θέλω να βρω κοκαίνη, λέω Σε παρακαλώ, κάνε να ρθει κείνος ο καργιόλης στο σπίτι να μου φέρει λίγη».  


Η συναυλία πηγαίνει θαυμάσια, δυόμισυ ώρες περίπου με το Savoy γεμάτο.  
«Είχαμε μια φοβερή μπάντα, έμπειρη, που ευχαριστιόταν να παίζει ζωντανά και που όταν τό’βρισκε, ήταν το κάτι άλλο. Οι τρεις κρουστοί μου σύντροφοι από χρόνια, Orestes VilatoRaul Rekowκαι Armando Peraza. Ο Alex Ligertwood με την αγγελική φωνή. David Margen στο μπάσο, Graham Lear στα τύμπανα, τον Άγγλο Richard Baker στα πλήκτρα. Aργότερα είχα τον Alphonso Johnson στο μπάσο, με τον ζεστό, έξυπνο ήχο, που είχε παίξει με όλους, από τον Billy Cobham ως και τον Phil Collins. Τον Chester CThompson στα τύμπανα, που είχε παίξει στους Weather Report. Αλλά και τον φοβερό συνονόματό του –καμία συγγένεια- Chester Thompson, που τον φωνάζαμε “CT” σε όργανο, πιάνο και συνθεσάϊζερ, ένα άνθρωπο πολύ σημαντικό γι΄αυτά που κάναμε στη δεκαετία του ’80».    


 
Τη βραδιά της 5ης Μαίου του ’81 πάντως, οι Santana ξεκινούν με το “All I Ever Wanted”, περνάνε στο “Primera Invasion” και προχωρούν σ’ ένα εύγευστο μίγμα από παλιά (“Black Magic Woman”, ”Evil Ways”, “Ιncident At Neshabur”, “Guahira”, “Savor”), γνωστά (“Europa”, “She’s Not There”) και καινούρια (“E Papa Re”, “Winning”, “Tales Of Kilimanjaro”), για να τελειώσουν με το “Samba Pa Ti”.
Στο “Soul Sacrifice”, που εξελίσσεται ως συνήθως σ’ ένα μακρύ medley, ο Carlos παίζει  ένα μικρό μέρος του “Will o’ the Wisp”, από το θρυλικό δίσκο του Miles, το “Sketches Of Spain”.  

Αμέσως μετά το τέλος της συναυλίας, στα παρασκήνια, ο Miles, μπροστά σε όλους, διατυπώνει ένα από τα σπάνιας γαλαντομίας κομπλιμέντα του: «Οι περισσότεροι δεν ξέρουν πώς να το παίξουν σωστά. O δικός σου τρόπος μ’ αρέσει».  
Ο Carlos, κάτι παραπάνω από ευγνώμων, του προτείνει να τον γυρίσουν σπίτι με τη νοικιασμένη λιμουζίνα που τους έχει εξασφαλίσει για μετά την παράσταση ο Graham.  
Μπαίνουν μέσα στην Κάντιλακ πέντε: Ο Michael Carabello δίπλα στον επαγγελματία οδηγό και στο πίσω κάθισμα, ανάμεσα από μπουκάλια τεκίλα, Jack και θήκες για πούρα, ο Carlos, o σαξοφωνίστας Bill Evans, o μπρατσωμένος σωματοφύλακας Rashiki –χρόνια μαζί με τη μπάντα- και ο Miles Davis. Με το που μπαίνει μπροστά, ο ψηλέας Carabello κάνει πίσω τη θέση και χτυπάει άθελά του τον Miles στο πόδι.  



Πνίγοντας έναν μορφασμό πόνου, ο Miles ορμάει στον Carabello κι αρχίζει να τον βρίζει άγρια, σα νά’ναι ένας εχθρικός διαβάτης που τον πρόσβαλε στα καλά καθούμενα. Έχει σακατέψει και τους δυό του αστραγάλους τον Οκτώβριο του ’72, όταν, τίγκα στην κόκα, επιχείρησε από τα αριστερά της West Side Highway του Μανχάτταν δεξιά στροφή με 60 μίλια την ώρα στην 125η οδό, διασχίζοντας τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και τσακίζοντας εκείνο το λάϊμ Lamborghini Miura, που οδηγούσε τη μέρα που είχε γνωρίσει τον Carlos από κοντά. Κάθε απότομο τράνταγμα, κάθε αθέλητο χτύπημα στα πόδια του θύμιζε από κείνη τη μέρα πόσο εύθραυστος μπορούσε να φανεί. Όταν πια ξεθύμανε πάνω στον στωϊκά σιωπηλό Carabello, σαν ηθελημένα προσπαθώντας να αποκαταστήσει τη νεκρική σιγή που απλώθηκε στο σαλόνι της Κάντιλακ, γυρίζει στον Carlos.  
«Έχω γνωρίζει μια καργιόλα Πορτορικάνα που παλεύει να με πείσει να γεμίσω το πόδι μου κορτιζόνες, μπας και με βοηθήσει. Cortizone thiscortisone that …».  
«Miles, δε σου λέει για κορτιζόνη. Corazon σε φωνάζει – πάει να πει «γλυκέ μου». Σ’ αγαπάει, Miles».  
Τα αυθόρμητα γέλια επαναφέρουν το πλήρωμα των μουσικών στο σωστό mood. Δεν θα πάνε το Miles στο σπίτι, όπως είχαν πει στην αρχή, θα ξεχυθούν στη μεταμεσονύκτια Νέα Υόρκη. Όχι όμως σε κανένα από τα γνωστά, αστραφτερά της μέρη.
Αναλαμβάνει ο Miles. Αυτός λέει κάθε φορά στον οδηγό που θέλει ακριβώς να τους πάει. Σ’ όποιο καταγώγιο αποβιβάζονται καταλαβαίνουν ότι οι μούρες που συχνάζουν εκεί τον γνωρίζουν, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι τον συμπαθούν. Εκείνος βρίσκεται στο παιχνίδι του, στα νυχτερινά κόλπα του δρόμου. Ξεγλυστράει, δοκιμάζει με τον τρόπο του τους όποιον συναντά.  
«Λέει στον οδηγό να σταματήσει σ΄ένα νάϊτ κλαμπ που ήταν σα να είχε βγει από το σκηνικό του “Απόδραση Απ΄τη Νέα Υόρκη”. Κατεβασμένα ρολά γύρω – γύρω, σαν εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο. Βγαίνουμε από τη λιμουζίνα και βλέπω έναν ογκώδη μπράβο που κρατάει μπαστούνι του μπέϊζμπωλ να’ ρχεται προς το μέρος μας. Mε κοιτάει βλοσυρά και λέει “Εσείς είσαστε εντάξει. Σας ξέρω”.  Δείχνει με το σαγόνι τον Miles“Όμως, αυτόν εδώ τί θέλατε και τον φέρατε μαζί;”».  

 
Ο Miles τον αγνοεί, περνά ήσυχα δίπλα του και οι υπόλοιποι τον ακολουθούν μέσα στο σκοτεινό κτίριο και τρυπώνουν από μια σκουριασμένη πόρτα στο υποφωτισμένο μπαρ, γεμάτο βλοσυρά πρόσωπα που τους σκανάρουν απρόθυμα. Φαίνεται ότι μόνο για την παρουσία του Miles δεν εκπλήσσονται –προφανώς τον έχουν ξαναδεί να εμφανίζεται έτσι μέσα στη μαύρη νύχτα.
Πάει κατευθείαν και κάθεται στο πιάνο. Κοιτάει καλά - καλά τα βρώμικα πλήκτρα και απλώνει τα μακριά μαύρα του δάχτυλα πάνω τους. Κάνει νόημα στον Carlos να έρθει κοντά του. Καθώς ο Miles παίζει μια παράξενη συγχορδία, ο ήχος, ακούρντιστος, απλώνεται μέσα στο καταγώγιο κι εξαφανίζει οσμές, καπνούς και υγρασίες.  
«Ξαφνικά, όλο το μπαρ γύρω μου εξαφανίστηκε. Βρίσκομαι στην Ισπανία, σ΄ένα κάστρο, σε μια παλιά μαυρόασπρη ταινία, με μπροστά μου μια άγνωστη ακόμη περιπέτεια».  
«Hey Carlos
, το ακούς;».  
«Απίστευτο. Σ΄ευχαριστώ».  
Καθώς ετοιμάζεται να παίξει κάτι άλλο, ένας τύπος σηκώνεται από ένα τραπέζι, περνάει από μπροστά τους επιδεικτικά και κατευθύνεται στο juke box. Ρίχνει μέσα ένα κέρμα κι αρχίζει να παίζει κάτι από Diana Ross, κάνοντας την ατμόσφαιρα κομμάτια.
Ο Miles τον καρφώνει με το αιμοβόρο του βλέμμα.  
«Man, ξέρεις ποιός είμαι;»  
Ο τύπος ανταποδίδει το βλέμμα, καθώς αργά – αργά απομακρύνεται προς το τραπέζι του.  
«Ο Miles Davis. Σιγά, και τί έγινε;»  
Σα να πήρε τη μόνη απάντηση που θα τον ικανοποιούσε απολύτως, ο Miles σηκώνεται, χαμογελά αυτάρεσκα και πάει στο μπαρ. «Give me a fucking rum and coke. And whatever he wants». 
Λίγη ώρα αργότερα θα δώσει το επόμενο σήμα. «Carlos, μήπως πείνασες; Ξέρω ένα φοβερό μέρος που φτιάχνει σούπα με μαύρα φασόλια». Πίσω στη λιμουζίνα, ο Miles δίνει οδηγίες για το πώς θα φτάσουν στο σημείο. Πιάνουν την κουβέντα και κάποιια στιγμή διαπιστώνει ότι ο οδηγός έχει προσπεράσει τη σωστή διασταύρωση.
Ανοίγει το σεπαρέ κι αρχίζει να φωνάζει, στον οδηγό, χτυπώντας τον με σφαλιάρες στο σβέρκο. «Κάνε πίσω είπα! Το πέρασες! Σταμάτα και κάνε πίσω!». Τρομοκρατημένος ο οδηγός καταφέρνει μετά από μερικά χιλιόμετρα να κόψει από έναν παράδρομο, οδηγώντας τους υπό τις κοφτές οδηγίες του Miles σ’ ένα  βρώμικο ρεστωράν, ξενυχτάδικο. Βρίσκουν τραπέζι. «Παραγγείλτε, πάω για κατούρημα», ενημερώνει. Για την ακρίβεια πηγαίνει προς την τουαλέτα, όπου απ’ έξω έχει κυαλάρει μια γκόμεναΣτέκεται και της πιάνει κουβέντα. Κάποια στιγμή, σκύβει, κάτι της λέει στ’ αυτί και χάνεται. Η γυναίκα έρχεται προς το τραπέζι τους, κoιτάει τον Carlos και του λέει:  
«Φαίνεσαι εντάξει τύπος. Πώς και κάνεις παρέα μ΄αυτό το βρωμόστομο κάθαρμα;».  
Όσο ο Miles είναι εξαφανισμένος για κάποιο λόγο στις ανδρικές τουαλέτες, οι υπόλοιποι παραγγέλνουν σ’ έναν κοιλαρά με τεράστια μπράτσα που κάνει το γκαρσόνι. «HeySantana, θέλεις και ψωμί με τη σούπα;». «Όχι ευχαριστώ, είμαι εντάξει, μόνο τη σούπα». Ο Miles επιστρέφει όταν τα πιάτα με τη σούπα έχουν ήδη σερβιριστεί. Και δε βλέπει καλάθι με ψωμί.  
«Hey, motherfucker, where’s the bread?».  
Το γκαρσόνι γυρίζει, κι έρχεται στο τραπέζι. Σκύβει πάνω από το κεφάλι του Miles, ακουμπώντας τις γροθιές του στο τραπέζι, έτοιμο να ορμήσει. «Man, πώς με φώναξες, δεν άκουσα καλά». Εκείνος σηκώνει το κεφάλι και αργά περνάει το βραχίονά του γύρω από το μπράτσο του τύπου.
Μπορεί να τον κλειδώσει με μια κίνηση, ενώ έχει το άλλο του χέρι ελεύθερο, μερικά εκατοστά μόνο χρειάζεται να κάνει και του την έχωσε στα μούτρα. Μεγάλος θιασώτης της πυγμαχίας και με ώρες προπόνησης μαζί με πρωταθλητές βαρέων βαρών –θαύμαζε την πειθαρχία, την αντοχή και τη δύναμη στις αναπνοές που του έδινε- ο Miles θα μπορούσε να τον τσακίσει.  Τον κοιτάει στα μάτια και του λέει με απόκοσμη ψυχραιμία:  
«Θα σε χαρακώσω».  





Το βαρυκόκκαλο γκαρσόνι κουνάει αργά το κεφάλι. Ακόμη πιο αργά ανακαλεί τον σαν από γκρο μπετόν κορμό του και απομακρύνεται, επιστρέφοντας ωστόσο δυό λεπτά αργότερα μ’ ένα καλάθι γεμάτο κομμένες φέτες μπαγκέτας από χέρι ανθρώπου της πιάτσας. Όλοι στο τραπέζι ανασαίνουν. Το Rashiki με το βαρύ χέρι, που δεν έχει δει και λίγα μια δεκαετία και παραπάνω μαζί με τους ξεφυσάει μέσα απ' τα δόντια του: «Μan, this is some scary shit!”.
Η νύχτα σβήνει παίρνοντας λεπτό το λεπτό τις σκιές απ’ τους τοίχους των κτιρίων του Bronx. O Miles ζητάει να τον πετάξουν σε μια γειτονιά λίγο παρακάτω, όπου μπορεί να βρει κόκα. Ο Carlosμε το που βλέπει τις μούρες που ξεμυτίζουν και κοιτάνε με ύφος ενοχλημένου κουναβιού την Κάντιλακ με τα φιμέ τζάμια, δεν το συζητάει να κατέβει. Δίνει μερικά χαρτονομίσματα στον Carabello και τον Bill Evans «για το ταξί» και κάνει να γυρίσει να χαιρετήσει τον Miles.  
Έχει ήδη βγει από την άλλη πόρτα και χωρίς να πει κουβέντα περπατάει ίσια προς την 52η οδό του Manhattan, με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου να δημιουργούν ένα διάδρομο από διαθλάσεις στο διάβα του. Η πλάτη του ξεμακραίνει, ώσπου στρίβει σε μια κάθετο και χάνεται.  
«Βλέποντάς τον με τα χέρια στις τσέπες να ξεμακραίνει, θυμάμαι να σκέφτομαι ότι πέρασα μια νύχτα στη Χώρα των Θαυμάτων ενός παιδιού με το δαιμόνιο μέσα του, απ’ αυτά που περιδιαβαίνουν το πιο μεγάλο μαγαζί με παιχνίδια, ξέροντας ότι όλα είναι δικά τους και αρπάζουν όποιο θέλουν, όποτε θέλουν, για όσο θέλουν. Ο Μiles ήταν ένας αμαρτωλός με θείο χάρισμα. Αυτό ήταν. Είχες συνεχώς την αίσθηση ότι δεν πρέπει να πλησιάσεις πιο κοντά του, γιατί θα γίνεις παρανάλωμα».  
Η ζωή συνεχίζεται. Το “Zebop!” θα γίνει το 7ο συνεχόμενο άλμπουμ των Santana που θα μπει στο top-10 του Billboard (αλλά και το τελευταίο μέχρι το “Supernatural”, 18 ολόκληρα χρόνια αργότερα). Θα ακολουθήσει το “Shango” (’82), το “HavanaMoon” (’83), το “Beyond Appearances” (’85) και ατέλειωτες περιοδείες. Ο Miles θα επιστρέψει θριαμβευτικά με το “Man With The Horn” και θ’ ακολουθήσουν τα “Star People” (’83), “Decoy” (’84) και “You’re Under Arrest” (’85), σε μια δεύτερη καρριέρα γεμάτη ευρεία αποδοχή και πρόσβαση σε νεαρό, ανυποψίαστα ποπ ακροατήριο, με σταθερά μεγάλη ζήτηση για ζωντανές εμφανίσεις στα μεγαλύτερα φεστιβάλ και τις πιο φημισμένες σκηνές ανά τον κόσμο.    
Πλησιάζει το καλοκαίρι του 1986.  
«Για ένα μικρό διάστημα στη μέση των ‘80s, νόμισα ότι κάτι από το πνεύμα των sixties ξαναζωντάνεψε. Μετά το Live Aid οι συναυλίες έγιναν ξανά happening μιας κάποιας αφύπνισης.
Φορούσαμε 
t-shirts με τα πρόσωπα των ηρώων μας, Bob MarleyJimi HendrixMartin Luther King, θέλαμε να δείχνουμε στο κοινό τί πιστεύουμε. Συχνά, πίσω από τα μεγάλα κονσέρτα υπήρχε ένας σκοπός.
Παίξαμε με 
Bonnie RaittJames Taylor και Doobie Brothers στη Μόσχα, μπροστά σε 250.000 ανθρώπους. Στο Ανατολικό Βερολίνο, στην Ιερουσαλήμ. Ο Bill Graham οργάνωσε μια σειρά από μεγάλα φεστιβάλ σε συνεργασία με τη «Διεθνή Αμνηστία», καταφέρνοντας να βάλει μπροστά μεγάλα ονόματα όπως ο Sting, ο Peter Gabriel, οι U2. Η μουσική σ΄αυτά είχε απ’ όλες τις γεύσεις. Latinpoprockjazzaφρικάνικα.  
Το συζήτησα μαζί του, του είπα ότι θέλω στην πρώτη ευκαιρία να συμμετέχω κι εγώ. «Γιατί δεν καλείς και τον Miles; Αν τα καταφέρεις, υπολόγιζέ με κι εμένα μέσα». Βρισκόμουν στην Αυστραλία σε περιοδεία όταν τέσσερις η ώρα το πρωί, δέχτηκα το τηλεφώνημα του Bill από τη Νέα Υόρκη.
«
O Miles είπε ναι. 15 Ιουνίου, Meαdowlands ArenaNew Jersey, στο γήπεδο των Giants. Όμως, με τον Miles έχω υπερβεί το μπάτζετ. Δεν μπορώ να πληρώσω και τη μπάντα σου. Θα έρθεις μόνος».  
Η συναυλία είναι σε μόλις δύο μέρες. Ενθουσιασμένος ο Carlos, παρά το ότι αφήνει τη μπάντα τοyπίσω, πετάει κατευθείαν από Αυστραλία για Χονολουλού κι από κει για Σαν Φρανσίσκο. Παίρνει μαζί του τη γυναίκα του Deborah και με την πρώτη διαθέσιμη πτήση προσγειώνονται στο New Jersey και φτάνουν στο στάδιο ενώ το event έχει ήδη ξεκινήσει.  



«Σε μισή ώρα ανεβαίνεις. Θα παίξεις μαζί με Ruben BladesFela Kuti και Neville Brothers. Και με τον Miles. Μάλιστα, μου ζήτησε να σε δει ιδιαιτέρως», του λέει ο BillGraham.  
«Θα παίξω μ ε τον Miles
; Και ζήτησε εκείνος να με δει;».  
Με το μυαλό φορτωμένο jet lag και τον πρωτοφανή ενθουσιασμό από την απροσδόκητη τιμή να ανεβεί για πρώτη φορά στη σκηνή μαζί με έναν από τους δια βίου ήρωές του, ο Carlos σπεύδει στο ειδικό τρέϊλερ στα παρασκήνια, εκεί που έχει καταλύσει ο Miles.  
«Δεν τον είχα ξαναδεί σε τόσο σκοτεινή διάθεση. Με κοιτούσε στραβά. Κοιτούσε τα παπούτσια μου, τη μπλούζα που φορούσα. Ξαφνικά μ΄αρπάζει από τη τσέπη του παντελονιού και λέει υποτιμητικά:
“Ακόμη και το τί φοράω πάς να αντιγράψεις, τόσο μαλάκας. Γιατί κάνεις ό,τι και ΄γω; Γιατί έστησες έτσι όλη αυτή τη φασαρία, για να σε δούνε να παίζεις μαζί μου;”. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω.
“Δεν ξέρω τί σου είπε ο 
Billman, αλλά δεν έχω ιδέα για ποιό πράγμα μιλάς. Του ζήτησα να καλέσει και σένα γιατί πίστεψα ότι αυτή η προσπάθεια δε θα είναι ολοκληρωμένη, αν δεν είσαι κι εσύ μέσα στα ονόματα που θ’ ανέβουν να παίξουν».  
O Carlos νιώθει ξαφνικά πώς είναι να βρεθείς αντιμέτωπος με την σκοτεινή πλευρά του “Dark Magus” της τρομπέτας. «Για να σε δουν να παίζεις μαζί μου; Και ποιός είσαι εσύ που θα στήσεις ολόκληρη ιστορία για να κλέψεις από μένα, τον Miles Davis
Με τα λόγια να καίνε το μυαλό του, σαστισμένος, αλλά με το ένστικτο αυτοσυντήρησης να τον σωζει ο Carlos βγαίνει άρον – άρον από το τρέϊλερ. Το κεφάλι του πάει να σπάσει, τα μάτια του είναι κόκκινα, είναι σχεδόν άϋπνος, σε μερικά λεπτά θα πρέπει να είναι έτοιμος ν΄ανέβει να παίξει μπροστά σε 60 χιλιάδες κόσμου δίπλα σ’  έναν από τους μεγαλύτερους στην ιστορία, όνειρο ζωής από τότε που παίζει μουσική, και το ίνδαλμά του είναι για κάποιον δικό του λόγο θανάσιμα τσαντισμένος μαζί του.  
Το πράγμα γίνεται ακόμη χειρότερο όταν, ενώ έρχεται η σειρά του να παίξει στο τελευταίο κομμάτι από το μισάωρο σετ του Miles, το “Burn”, ένα δαιμονιώδες funky, διαπιστώνει ότι η κιθάρα του είναι εντελώς ξεκούρδιστη. Ο Miles έχει ξεκινήσει ήδη το κομμάτι επί ένα λεπτό και ο Carlos κουρδίζει, μπροστά στο κοινό του Giants Stadium, με τον Miles να τον κοιτάει κάτω από τα τεράστια μαύρα γυαλιά του σα να του λέει «τελείωνε».
 
Με τον 35χρονο αμερικάνο κιθαρίστα Robben Ford δίπλα του, σχεδόν αμέσως το βρίσκουν και οδηγούν το κομμάτι σ΄ένα οργιαστικό κρεσέντο. Με το που κατεβαίνουν από τη σκηνή, ο Carlos, εντελώς αβέβαιος για το τί μπορεί ν΄ακούσει, ως εκ θαύματος βλέπει ότι ο Miles είναι άλλος άνθρωπος.  
«Hey Carlos, σου άρεσε;».  
Με ανυπόκριτη χαρά, αλλά και ανακούφιση, ο Carlos στέκεται μπροστά του σα σχολιαρόπαιδο που του απένειμαν το αριστείο για το οποίο δούλευε μια ζωή. ”Ήταν θαυμάσιο Miles. Σ΄ευχαριστώ, μεγάλη μου τιμή να παίξω μαζί σου». Και τότε κατάλαβε. Ακόμη κι εκείνος, ο ήρωάς του, πριν από ένα κονσέρτο με τόσο κόσμο, είχε αγωνία για το πώς θα βγει ο ήχος, πώς θ’ αποτυπωθεί στα αυτιά των χιλιάδων θεατών ο ίδιος και η τρομπέτα του.  



28 Σεπτεμβρίου 1991, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Οι Santana, στα κάτω τους πια, αναζητούν νέο συμβόλαιο, καθώς η δισκογραφική αγορά έχει αλλάξει. Εξακολουθούν πάντως να παίζουν.
Έχουν μόλις ολοκληρώσει μια μικρής μεγάλης σπουδαιότητας συναυλία στο Syracuse όταν χτυπά το τηλέφωνο.
Είναι ο Wayne Shorter. Ο θρυλικός σαξοφωνίστας, 6 χρόνια δίπλα στον Miles, σε μια από τις πλέον δημιουργικές του περιόδους (1964-1970), θα γίνει ο εξάγγελος του κακού μαντάτου.
Ο Miles, που είχε μπει στο νοσοκομείο αρχές του μήνα με αναπνευστικά προβλήματα, μετά από σοβαρή βρογχοπνευμονία, έπαθε εγκεφαλικό, έπεσε σε κώμα και λίγες μέρες αργότερα έσβησε. 
«Δεν τον είχα δει τον τελευταίο χρόνο, παρά ελάχιστες φορές. Μιλούσαμε πότε-πότε στο τηλέφωνο. Όταν έμαθα ότι μπήκε στο νοσοκομείο, του έστειλα μια ανθοδέσμη με ευχές για ανάρρωση κι εκείνος με πήρε για να με ευχαριστήσει. “Η κίνησή σου σημαίνει πολλά γιa μένα Carlos. Πές μου, εσύ κάνεις τίποτε αυτόν τον καιρό;”. Του απάντησα με την ατάκα που του έλεγα συνήθως. “Μαθαίνω και περνάω καλά, Miles”. “Μα, πάντοτε έτσι θα το πηγαίνεις εσύ. Είναι τέτοιο το μυαλό σου”, μου απάντησε. Ήταν η τελευταία κουβέντα που θυμάμαι να μου είπε».  
Τον Carlos Santana, έναν δια βίου μαθητή – θαυμαστή του, ο απόκοσμος γκραν μάστερ του, ο θεϊκός διάβολος της τρομπέτας, τον είχε καταλάβει σε βάθος. Όσο και το δικό του ελάττωμα, που του είχε αναγνωρίσει ότι το εντόπισε. με κείνη τη σιωπηλή ματιά, στα παρασκήνια του Savoy.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου