Johnny Thunders : Μπαλάντα για ένα μοναχικό αγόρι.
Κυριακή

2Μάι

Johnny Thunders : Μπαλάντα για ένα μοναχικό αγόρι.

Δημοσιεύθηκε από:

02/05/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

486
29 Απριλίου 1991. Κάτω από έναν βαρύ, ψυχοπλακωτικό ουρανό, λίγες δεκάδες ανθρώποι έχουν μαζευτεί στο ρωμαιοκαθολικό ναό της Αγίας Αναστασίας στην 245η Οδό του Queens.
Παλιοί φίλοι, πρώην σύζυγοι, συνεργάτες και συγγενείς, ενωμένοι στο πένθος τους, βρίσκονται εκεί για να συνοδεύσουν στην τελευταία του κατοικία τον John Genzale. Τον σύντροφο, τον αδελφό, τον συνοδοιπόρο, τον πατέρα.
Η Mariann Bracken έχει χάσει τον άσωτο μικρό της αδελφό, αυτόν που η ίδια έμπασε στις μελωδίες των Shangri-Las, όταν ακόμη εκείνος ήταν αμούστακο παπαδοπαίδι. Ο πρώην μάνατζερ του αποβιώσαντος, Leee Black Childers – ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο του John, λιποθύμισε - είναι απαρηγόρητος.
Του είναι αδύνατον να φανταστεί τη ζωή του χωρίς τον άνθρωπο για τον οποίο δήλωνε ολοκληρωτικά ερωτευμένος.
Η Susanne Blomqvist, για πρώτη φορά ίσως συνειδητοποιεί τί θυσίασε ο σύζυγός της όταν διάλεξε να εγκαταλείψει το σπίτι που μοιραζόταν με την ίδια και την τεσσάρων ετών κόρη τους, καθώς ταξινομεί αφηρημένα τις κάρτες που είναι καρφιτσωμένες πάνω στις ανθοδέσμες, τις παραχωμένες στο πίσω κάθισμα μιας μαύρης El Camino. Τα ονόματα πού’ναι γραμμένα σ΄αυτές με επίσημα ξερά γράμματα, Deborah Harry, Mötley Crüe, Aerosmith, μια χτυπητή υπενθύμιση της άλλης ζωής του Genzale, αυτής που έρρεε σαν πηχτός χείμαρρος ανάμεσα στις λιγοστές μα βραχώδεις στιγμές τη οικογενειακής τους ευτυχίας.
Καθώς η τελετή ολοκληρώνεται, οι παριστάμενοι ακούγονται, μονολογώντας κάποιοι στην αρχή, με τις φωνές του να ενώνονται πιο θαρρετά στη συνέχεια, να τραγουδούν τα λόγια από ένα θλιμμένο τραγούδι:
«(...) Είσ’ ένα  μπάσταρδο – ούτε όνομα δεν έχεις –
Ζεις μαζί μου, γι΄αυτό – είμαστε ένα και το αυτό
Ακόμα κι αν δε φαίνονται – Οι πληγές δεν είναι τόσο παλιές
Κι όταν είναι να χαθούν – Θα στο πουν να καταλάβεις»
 


Ούτε ένας δεν προσποιείται ότι είναι τόσο δυνατός, ώστε να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Johnny Thunders. Ραγίζει καρδιές μέχρι το στερνό, πικρό του τέλος.  
Λίγο πριν το φέρετρο κατέβει στο φρεσκοσκαμμένο χώμα, κάνει χώρο ανάμεσα από τον κόσμο ο Jerry Nolan. Ο μεγαλύτερος αδελφός,  ο πατέρας που δεν είχε ποτέ, το άσπονδο μουσικό του alter ego. Κρατά ένα τριαντάφυλλο. Το φέρνει στο στόμα του, το φιλάει απαλά και το ακουμπά τελετουργικά στο καπάκι από το φέρετρο. Έχει έρθει μαζί με τον άλλο New York Doll, τον Sylvain Sylvain. Αποχωρούν βιαστικά και κατευθύνονται προς τα ιδιαίτερα του εντευκτηρίου. Έχουν την ανάγκη να εξαφανιστούν. Για λίγο.
Μετά από μισή περίπου ώρα, επιστρέφουν και οι δύο στο σημείο της ταφής. Το μυστήριο έχει τελειώσει. Δεν υπάρχει ψυχή. Βγήκαν στη σκηνή, αλλά έχασαν το encore. Aυτή η κατάρα του Johnny Thunders, ξανά. Nolan και Sylvain ανταλλάσουν αμήχανες ματιές. Ο δεύτερος σκύβει, παίρνει μια χούφτα χώμα και την πετά στον ανοιχτό ακόμη τάφο.
«Johnny, you motherf@c#er !!!».
Η ζωή του Johnny Thunders βρίθει από τραγικό γκλάμουρ και παραισθησιογόνο μυθολογία. Σε σημείο ώστε, κάπου στην πορεία, ο πραγματικός Anthony Genzale να χάνεται στις ρωγμές της διήγησης. Όμως, για να τον βρει κανείς, αναγκαστικά θα βουτηχτεί και στα δύο.
Γεννιέται σε μια μικροαστική οικογένεια στο Jackson Heights του Queens στις 15 Ιουλίου 1952. Το αγόρι που μεγαλώνοντας θα γίνει ο διαβόητος Johnny Thunders σημαδεύεται στη νηπιακή ηλικία από ένα γεγονός που συμβαίνει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη των οικογενειών ανά τον κόσμο. Ο πατέρας του, Emil Genzale, εγκαταλείπει την οικογένειά του.
Γυναικάς και ριψοκίνδυνος, έχει βάλει μπρος για μια – έτσι έλεγε – καρριέρα ως «επαγγελματίας ξιφομάχος».
Ο μικρούλης Johnny μένει με τη μητέρα του Josephine και την ελάχιστα μεγαλύτερή του αδελφή, Mariann.
Μεγαλώνει χωρίς πατρικό πυλώνα, στον κόρφο μιας κλασσικής ιταλικής μητριαρχικής οικογένειας. Κακομαθημένος, αλλά ανικανοποίητος. Αρχικά του παίρνει το μυαλό το baseball, για να εστιάσει λόγο αργότερα όλη την εφηβική του ορμή, το θυμό και την απόγνωση σ’ ένα αέναο σαουντρακ από το ροκαμπίλυ της μπριγιαντίνης, του σουγιά και του πέτσινου τζάκετ.
Αυτό που στο άκουσμά του ουρλιάζαν τα κορίτσια. Αυτό που ξεπετιόταν από το φορητό πικαπάκι Dansette της αδερφής του.
Kαθώς ο μικρός Genzale βρίσκεται στην εφηβεία, αρχίζει ν’ αναπτύσσει μουσικά γούστα που αντανακλούν αυτό που ο ίδιος αισθάνεται ότι θά’ θελε να γίνει: Ένας δανδής γεννημένος στον downtown σκουπιδότοπο της μητρόπολης, με αδυναμία στα πρωτόλεια blues, ατίθασο μαλλί στο χρώμα του κάρβουνου και μια τάση για αντίδραση στους κανόνες, φαρδιά - πλατιά όσο κι η λεωφόρος του Broadway. Aναπόφευκτα, ίνδαλμά του γίνεται ο Keith Richards. Τέρποντας το μυαλό του με ροκ-εν-ρολ φαντασιώσεις, ο Johnny Genzale δεν θ’ αργήσει να πραγματοποιήσει το κρίσιμο άλμα. Από παρατηρητής, συμμέτοχος και σύντομα πρωταγωνιστής. Πριν καν ενηλικιωθεί.


«Μαζί με την ξαδέρφη μου την Janis πηγαίναμε στο Fillmore East κάθε Σάββατο», θυμάται η Gail Higgins, φίλη του από παιδί. «Ο Johnny και οι φίλοι του στέκονταν στη μια πλευρά της αίθουσας κι εμείς στην άλλη. Κοιτούσαν αυτοί, κοιτούσαμε κι εμείς, καρφωνόμασταν, τέτοια πράματα».
O 16χρονος Johnny και η Janis γίνονται ζευγάρι κι αρχίζουν να βγαίνουν. Νοικιάζουν μάλιστα ένα διαμέρισμα στην Πρώτη Λεωφόρο. Όσο μένει εκεί ο Johnny ξεκινά να μαθαίνει να παίζει μπάσο. Πηγαίνουν σε συναυλίες των The Who, The Hollies και Small Faces, πίνουν μπύρες με τον Rod Stewart στα παρασκήνια του Newport Folk Festival. Ο Johnny απαθανατίζεται σε φιλμ ως φαν της πρώτης γραμμής που παρακολουθεί με δέος τον Keith Richards, όταν στο Madison Square Garden παίζουν οι Rolling Stones και η εμφάνισή τους κινηματογραφείται για να φτιαχτεί το ντοκυμανταίρ “Gimme Shelter”. To 1969 μάλιστα ταξιδεύουν μαζί στο κέντρο του κόσμου, το Λονδίνο, πεινασμένοι να γευθούν το ροκ-εν-ρολ στην πηγή του. Ωστόσο, είναι ο ήχος του Detroit αυτός που θα επηρεάσει πιο έντονα τον Johnny.
«Κάναμε οκτώ ώρες δρόμο για να πάμε να δούμε τους MC5 ή τους The Stooges», θυμάται η Gail. Λίγο καιρό αργότερα θ’ αφήσει το μπάσο και θα ξεκινήσει να γρατζουνάει την κιθάρα. «Κάθε φορά που ξεκινούσε να παίζει, του φώναζα “παράτατα, Johnny!”».
Όχι μόνο δε θα τα παρατήσει, αλλά θα ξεχωρίζει όλο και περισσότερο μέσα από οποιοδήποτε πλήθος. Μακριά μαύρα μαλλιά με ατίθασες μύτες και μια παγιωμένη συνήθεια να δανείζεται ρούχα από τη γκαρνταρόμπα της φιλενάδας του. Μπότες με ψηλά τακούνια, βελούδινα τζάκετ, γάντια και παντελόνια, θυμάται ο Walter Lure μετέπειτα συμπαίκτης του στους Heartbreakers.
«Τον έβλεπα για χρόνια ολόκληρα σε όλες τις συναυλίες. Περισσότερο στις βρετανικές μπάντες, σε αντίθεση με τους Grateful Dead και Jefferson Airplane. Όταν κάποια στιγμή ξεκίνησαν οι New York Dolls, τρελλάθηκα. “Κοιτάτε, είναι κείνος ο τύπος!”».
Η γέννηση των New York Dolls προκaλεί τεράστια αίσθηση στη Νέα Υόρκη του 1971. Οι δε μετασεισμοί της σύντομης και θορυβώδους πορείας τους θα αποδειχθούν ακόμη ισχυρότεροι και με εκτεταμένη εμβέλεια. «Οι Dolls έγιναν για τις μπάντες της Νέας Υόρκης αυτό που υπήρξαν οι Sex Pistols για τα βρετανικά γκρουπ της εποχής», θα συνοψίσει αργότερα ο Richard Hell.
Η ραγδαία ανέλιξη των New York Dolls aπό τα drag bars του Manhattan ως το Wembley Empire Pool (το μέρος που αργότερα ονομάστηκε “Wembley Arena”) εκτινάσσουν απότομα και τις προσδοκίες του Johnny, που πλέον τον φωνάζουν με το νέο, επιδεικτικά βροντώδες, καλλιτεχνικό του επώνυμο: “Thunders”. Η εικόνα του ως ο κομψευόμενος αλητήριος κιθαρίστας των Dolls εντυπωσιάζει και σε χρόνο μηδέν τον κάνει να νιώθει αυτό που πάντα οενιρευόταν να γίνει: σταρ. Όμως η ζωή είχε άλλα σχέδια.
7 Νοεμβρίου 1972. Οι Dolls παίζουν σαπόρτ στους Faces στο Wembley του Λονδίνου. Στα παρασκήνια, ο 21χρονος Billy Murcia, ντράμερ των Dolls, βυθίζεται σε ημιαναισθησία συνεπεία mandrax και σαμπάνιας. Τα  παριστάμενα party animals, θεωρώντας ότι έχει πάρει υπερβολική δόση, τον βυθίζουν –δυστυχώς κυριολεκτικά- σε μια μπανιέρα με κρύο νερό. Πεθαίνει από ασφυξία. Ένας άχαρος, αποφεύξιμος, επώδυνα ηλίθιος θάνατος. Για τον ευαίσθητο, δοτικό και ανασφαλή Johnny, ένα συντριπτικό χτύπημα. Ο Billy ήταν ο πιο στενός του φίλος.
«Ο θάνατος του Billy ήταν η αρχή του τέλους για τους Dolls», υποστηρίζει ο Leee Black Childers, μια Warholική περσόνα, μέχρι τότε φωτογράφος πάντων των glam θεοτήτων της εποχής και αντιπρόεδρος τότε της εταιρίας μάνατζμεντ MainMan, που υπό την διεύθυνση του Tony Defries, κουράριζε τον David Bowie.
«Γιατί αμέσως μετά, μπήκε στο συγκρότημα ο Jerry Nolan. Κι αυτός ήταν πραγματικά βίαιος, κακοποιητικός και αυτοκαταστροφικός. Αυτός έμαθε στον Johnny την ηρωίνη».  
O επτά χρόνια μεγαλύτερος Jerry Νolan, σύντομα θα καταλάβει την θέση που παραμένει κενή στη ζωή του Johnny.
«Ήταν κάτι παραπάνω από σχέση ανάμεσα σε αδέρφια», λέει η Phyllis Stein, μια από τις πιο γνωστές περσόνες της πανκ σκηνής της Νέας Υόρκης, που γνώριζε καλά τον Nolan. «Κάτι φορές, μου έλεγε ο ίδιος ο Jerry, ένιωθε σα νά’ ναι ο πατέρας του».
«Ήταν μια σχέση σαν πατέρα με γιου, πράγματι», θα συμφωνήσει ο Walter Lure.  
«Σ’ ό,τι κι αν έκανε, ο Johnny διαρκώς κοιτούσε προς την μεριά του Jerry περιμένοντας επιδοκιμασία. Όσο υπήρχαν οι Dolls, κάθε φορά που ο Johnny το παράκανε και έκανε ηλιθιότητες επειδή ήτανε λιώμα, οι υπόλοιποι λέγανε στον Jerry “Δεν τον παίρνεις παρακεί να του ρίξεις καναδυό στα μούτρα, να ηρεμήσει”; Έχω δει κι εγώ τέτοιες σκηνές. Τον Jerry να τον προειδοποιεί σαν αυστηρός επιστάτης :“Τί θες τώρα; Μήπως θες πάλι να τις φας;»”.  



«Ο Jerry ήταν υπερβολικά προστατευτικός απέναντι στον Johnny», επιβεβαιώνει η Gail Higgins. Ήταν και μεγαλύτερος σε ηλικία. Βέβαια, έχει σημασία ότι έκαναν και χρήση μαζί. Είχαν μια απ’ αυτές τις σχέσεις που συνηθίζουμε να τις λέμε αγάπης – μίσους. Τσακώνονταν όλη την ώρα, αλλά συγχρόνως αγαπούσε ο ένας τον άλλον βαθιά».
Ο περίγυρος των Dolls έβλεπε στη σχέση του Johnny με τον Jerry πολλά και δυνατά στοιχεία, όπως ήθελε ο καθένας να τα ερμηνεύσει. «Ο Johnny κι ο Jerry είχαν μια ανορίωτη ερωτική σχέση. Καυγάδιζαν σαν εραστές, τα σπάγανε σαν εραστές, τα ξαναβρίσκανε σαν εραστές. Ο Jerry τον χειραγωγούσε, τον έφτανε στα όριά του, ο Johnny ξεσπούσε σε κλάμματα, γινόταν κομμάτια, ο Jerry χτυπούσε πόρτες κι έφευγε, ο Johnny έπεφτε στην αγκαλιά μου κι έκλαιγε. Μονολογούσε:
“Πού είναι ο
Jerry?
Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν, δεν μπορώ να δουλέψω μακριά του δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτόν”.
Εγώ ξέρω ότι μόνον οι εραστές μιλάνε έτσι μεταξύ τους»,
θα πει ο Leee Black Childers, μια από τις διασημώτερες gay φιγούρες στη ροκ σκηνή της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του ‘70.
Δεν ήταν μόνον η πατρική στοργή, η επιβολή και η πειθαρχία που έφερε ο Nolan στην υπό διαρκή εκτροχιασμό ζωή του Johnny.
O ντράμερ είναι ένας αφοσιωμένος χρήστης ηρωίνης και ο Johnny, τραυματισμένος από το χαμό του Billy Murcia και επιδιώκοντας να ικανοποιήσει τα πρότυπα συμπεριφοράς που του θέτει ο Nolan, εύκολα ενδίδει στην καθημερινότητα της χρήσης. Δεν ήταν η πρώτη του φορά, μάλιστα λέγεται ότι πρώτοι του έδωσαν να δοκιμάσει κάποιοι διάσημοι ρόκερ που εξακολούθησαν δεκαετίες αργότερα να ζουν και να βασιλεύουν. Όμως σίγουρα ήταν ο Jerry Nolan αυτός που σύστησε στον Johnny την ευλαβική καθημερινή χρήση, ως την απόλυτη απάντηση σε όλα όσα τον βασάνιζαν.
«Είχε αρχίσει πρώτα να κατεβάζει ηρεμιστικά. Όμως η επιρροή τους για τον Johnny ήταν ένα μια συνεχόμενη κατατονία. Και ο Johnny ανασφαλής, από τους ανθρώπους που δεν είναι ικανοί να νιώσουν ευτυχία» - Gail Higgins.
«Ήταν ντροπαλός. Κι επειδή η πρέζα τον έκανε να νιώθει δυνατός κι εξωστρεφής, παίρνοντάς του αυτή τη ντροπαλότητα που είχε από φυσικού του, αυτό τον έκανε να μην προσπαθήσει στην ουσία ποτέ σοβαρά να ξεκόψει. Φοβόταν ότι άμα καθάριζε, δε θα μπορούσε να ξαναγίνει αυτό που έβλεπαν οι άλλοι: ο Johnny Thunders» - Billy Rath, μπασίστας των Heartbreakers.
Ο Johnny γράφει μαζί με τον David Johansen, τραγουδιστή των Νew York Dolls, τα 9 από τα 21 τραγούδια που βρίσκονται στους δύο, ιστορικούς, πλέον, δίσκους τους. Ανάμεσά τους τα “Personality Crisis”, “Jet Boy”, “Puss ‘N’ Boots”, “Who Are The Mystey Girls?” και “Human Being”. Το παίξιμό του, ένα ακατέργαστο κράμα ωμής ενέργειας των Stooges και μεταλλαγμένων blues ριφ του Keith Richards, έρχεται κατευθείαν από την ψυχή. Ελάχιστα πρωτότυπο, κακόφωνο, παρά ταύτα, ορμητικό. Χρωματίζει, δε, εξίσου και τις διασκευές που υπάρχουν εκεί, από blues του Bo Diddley ως doo wop των Jay Hawks: “Pills” , “Stranded In The Jungle”, “Bad Detective”, Don’t Start Me Talkin”. 
Η εικόνα του Johnny, μαζί με αυτήν του τραγουδιστή, γίνονται σήμα κατατεθέν των Dolls.
Το εσκεμμένα ανδρόγυνο look της μπάντας –πλατφόρμες, λαμέ καμπάνες, γούνες, γιλέκα, φω μπιζού, έντονο τραβεστί μακιγιάζ είναι πρωτοφανώς προκλητικό και αποστάζεται στο χωρίς μάτια χλωμό πρόσωπο του Jοhnny με τα σφιγμένα χείλη και το κατάμαυρο μαλλί που ανατινάζεται πάνω απ’ το κεφάλι του, προσθέτοντάς του και κάτι γερούς πόντους ύψος. Από τα γκέϊ μπαρ και τα χαμάμ θα αναβαθμιστούν σε συχνή ατραξιόν στο Max’s Kansas City του Andy Warhol και με ισχυρή προώθηση από τον τύπο, ζουν στο τέρμα τη ζωή του ροκ σταρ, ακόμη κι αν οι δίσκοι που πουλούν είναι ελάχιστοι.
Μπορεί να τον βοηθούσε να περάσει τη μέρα, όμως η πρέζα ποτίζοντας το μυαλό και το κορμί του μεταβάλλει καταλυτικά και τη συμπεριφορά του. Πριν, ήταν ήσυχος και σχετικά καλόβολος, ενώ μετά απρόβλεπτος, οργίλος, ενοχλητικός. Ο Sylvain Sylvain, κιθαρίστας των New York Dolls, καθόλου αμέτοχος κι ο ίδιος στη χημική κραιπάλη της εποχής, συνοψίζει, πολλά χρόνια μετά: «Γινόταν ένα τέρας, επιθετικός χωρίς λόγο. Γιατί όλα μοιάζουν βαρετά και χωρίς νόημα μέχρι να βαρέσεις την ένεση. Αυτό κυριαρχεί στα πάντα και καταστρέφει τα πάντα».
Αρχές Μαρτίου του ’75. Καθώς η καριέρα των New York Dolls αρχίζει να δείχνει στάσιμη αν όχι κατωφερής, μετά από έναν καυγά με τους άλλους τρεις και με έντονα τα συμπτώματα στέρησης, ο Johnny και Jerry Nolan, δηλώνουν ότι παρατάνε τη μπάντα. Τους αφήνουν στη Φλόριντα κι επιστρέφουν στη Νέα Υόρκη να βρουν τις άκρες για να θρέψουν την έξη τους.
«Το πρόβλημα είναι ότι όταν έχεις ανάγκη, πρέπει να έχεις πάντοτε αμέσως διαθέσιμα τα σύνεργα και φυσικά να ανανεώνεις σε τακτική βάση το απόθεμά σου. Αυτό σου περιορίζει τη δυνατότητα να κινείσαι από τόπο σε τόπο, ξέχωρα απ’ όλα τα υπόλοιπα που σου περιορίζει. Δεν μπορείς εύκολα να ταξιδέψεις, καθώς χρειάζεσαι κάποιον συνεχώς κοντά σου να σε τακτοποιεί», θα επιβεβαιώσει ο τραγουδιστής των Dolls, David Johansen.
Τα δύο μέλη των διασπασμένων Dοlls με το που φτάνουν στη Νέα Υόρκη προμηθεύονται ό,τι χρειάζονται για μερικές ώρες αναισθησίας κι ετοιμάζονται για την επόμενη μέρα.  Για να βρουν πρέζα, πρέπει να βρουν να παίξουν για να πληρωθούν.
Κάνουν μια προσπάθεια να συνυπάρξουν με τον Richard Hell, μπασίστα των Television, όμως σύντομα τον αντικαθιστούν με κάποιον Billy Rath, ενώ επίσης από τα χαμηλά της νεοϋορκέζικης μουσικής σκηνής στρατολογούν στη δεύτερη κιθάρα τον Water Lure.


Ο Johnny έχει πλέον τη «δική του» μπάντα, τους Heartbreakers. Αρχίζουν να εμφανίζονται στο κύκλωμα των club περί την Νέα Υόρκη, όμως σύντομα έρχονται αντιμέτωποι με την πραγματικότητα: καμία αμερικάνικη δισκογραφική δεν ενδιαφέρεται να εντάξει στο ρόστερ της μια μπάντα που την κινούν δύο τελειωμένα junkies όπως οι Thunders and Nolan.
Εμφανίζεται λοιπόν εκεί ο Malcolm McLaren. Ο, ως επίδοξος μάνατζερ ιδιαίτερα πειστικός, κοκκινοτρίχης λονδρέζος τους προσφέρει μια τουρνέ στη Βρετανία, support στο βασικό του πρότζεκτ, που έχει ονομάσει, όπως διατείνεται, “Sex Pistols”. Oι Heartbreakers προγειώνονται στο Heathrow την 1η Δεκεμβρίου 1976, την ίδια μέρα που οι Pistols θα κάνουν τη διαβόητη εμφάνιση στην εκπομπή Today Show του Bill Grundy με τα βρισίδια που θα κανουν έξω φρενών ολόκληρη τη Βρετανία.
H δημόσια κατακραυγή των ταμπλόϊντ που θα ακολουθήσει θα έχει ως αποτέλεσμα να ματαιωθούν οι περισσότερες συναυλίες της περιοδείας για την οποία οι Heartbreakers έχουν έχουν έρθει από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Ο Johnny δε δίνει και μεγάλη σημασία. Ούτε στις ματαιώσεις, ούτε στις άθλιες συνθήκες της περιοδείας, ένα μάταιο πάνω-κάτω στη Βρετανική ενδοχώρα σ’ ένα λεωφορείο χωρίς θέρμανση, στοιβαγμένοι οι Heartbreakers μαζί με τους Sex Pistols και τους Clash.
Επιστρέφοντας στο Λονδίνο απένταροι και ως εκ τούτου αναγκαστικά «καθαροί», οι Heartbreakers θα κάνουν μια εμφάνιση στο Roxy club. Ανάμεσα στο κοινό βρίσκονται όλοι όσοι αποτελούν τη δεδομένη στιγμή την κοχλάζουσα πανκ σκηνή του Λονδίνου.
Ο Johnny, με την τσίχλα στο στόμα, το μάτι υγρό, την κιθάρα κρεμασμένη χαμηλά και τα ακκόρντα ατίθασα, ασυμμάζευτα, τους παρέχει εν αγνοία του ένα αξεπέραστο οπτικοακουστικό καλούπι. Τους παρέχει βέβαια και τη σύνδεση του όλου υπεροπτικά αυτοκαταστροφικού ύφους με κάτι άλλο. Ο μπασίστας των Sex Pistols,  Glen Matlock, δε διστάζει να το επισημάνει:
«Μέχρι να εμφανιστούν οι Heartbreakers στο Λονδίνο, δεν είχα ακούσει τη λέξη ηρωίνη να αναφέρεται στους δικούς μας κύκλους».
Ο 17χρονος Steve Dior, fan των New York Dolls, βρίσκεται στην πρώτη σειρά του Roxy κι έχει τα μάτια του κολλημένα στον Johnny.
«Τον κοιτούσα. Τον μελετούσα. Πήγα μετά στα καμαρίνια. Άνοιξα την πόρτα και έβαλα μέσα το κεφάλι μου. Ο Johnny με κοίταξε και μου είπε “Είσαι τίποτα διάσημος ή κάτι τέτοιο; Άκουσα τον Jerry Nolan δίπλα του, να λέει “Ίδιος σαν και σένα είναι ο καργιόλης”. Άρχισα λοιπόν να κάνω παρέα μαζί τους. Ο Johnny μου μάθαινε πώς να παίζω κιθάρα σαν κι αυτόν. Όταν κατάλαβε ότι καταπίνω χαπάκια speed, μου είπε “Έλα, τώρα μικρέ. Αυτό που θες είναι να γευτείς πώς είναι το σωστό το πράμα. Θες να παίζεις σαν κι εμένα; Πρέπει να μάθεις να παρτάρεις σαν κι εμένα. Πόσα λεφτά έχεις πάνω σου;”
Εβγαλα από τις τσέπες μου περίπου εκατό δολλάρια, πήγαμε μαζί στο
Mayfair κι εκεί βρήκαμε ηρωίνη και κάναμε μαζί». 
Ο Johnny Thunders στα 25 του ήταν ένας επαγγελματίας πρεζάκιας, με ψυχαναγκαστικό χόμπυ το να παίζει ζωντανά μουσική.
Η απόδοσή του, πάντα αδύνατο να αποχωριστεί από τη χρήση και την πόζα επί σκηνής, είναι ή του ύψους ή του βάθους.
Ο Lee Black Childers, που από κείνη την περιοδεία του Λονδίνου έχει αναλάβει μάνατζερ των Heartbreakers, περιγράφει την αδιανόητη για οποιονδήποτε νοήμονα μουσικό καθημερινή ρουτίνα του Johnny. 
«Είχαμε έναν κουβά πίσω από τον ενισχυτή του, να πηγαίνει και να ξερνάει, όποτε ήθελε. Το εντυπωσιακό είναι ότι γύριζε πίσω και συνέχιζε τη συναυλία σα να μην τρέχει τίποτε, πολλές φορές δίνοντας τις καλύτερές του παραστάσεις σε τέτοια κατάσταση. Κάποια στιγμή ξεκίνησε τη μεθαδόνη. Του μετρούσα ο ίδιος προσωπικά την καθημερινή του δόση και τον έβλεπα να την πίνει μπροστά μου. Και τί έκανε; Δεν την κατάπινε. Την κρατούσε στα μάγουλα του και την έφτυνε μέσα σε μεγάλες κούπες, μέχρι να μαζέψει τις δόσεις μιας βδομάδας. Έκανε κανονικά ηρωίνη και κρατούσε τη μεθαδόνη για να μπορεί να παραμένει φτιαγμένος».  
Καλοκαίρι του ’77. Ο Johnny αποφασίζει να προσκαλέσει στο Λονδίνο την Julie Jordan, τον δύο ετών γιο της John jr. από προηγούμενη σχέση της και το δικό τους γιο, τον Vito. Έχει μαζί της σταθερή σχέση από τις πρώτες μέρες των Heartbreakers κι αποφασίζει να την παντρευτεί. Σε μια απονενοημένη απόπειρα να ενσταλλάξει μια ιδέα οικογένειας στη διαλυμένη ζωή του, το κάνει, στις 16 Αυγούστου 1977.  
«Η κατάσταση ήταν τραγική», θυμάται ο κιθαρίστας των Heartbreakers, Walter Lure. «Μπήκαν στη λιμουζίνα ως νιόπαντροι με τους καλεσμένους να τους χαιρετούν απ’ έξω και τους βλέπαμε να ξερνάνε κι οι δύο στο πίσω κάθισμα. Η Julie ήταν ένα όμορφο κορίτσι, όμως είχε κι αυτή θέματα με την ψυχική της υγεία». 
Η Gail Higgins δε φοβάται να μπει λίγο πιο βαθιά: «Aπό το μυαλό του Johnny θα πέρασε το “Αν θα έχω οικογένεια, θα γίνω ευτυχισμένος”. Τί να πώ; Εκείνη δεν του έλεγε τίποτε, δεν ήξερε τίποτε, δεν προσέθεσε τίποτε στη ζωή του. Ήθελε να του βάλει κάποιους κανόνες, αλλά δε μπορούσε. Με ένα παιδί στην αγκαλιά κι άλλο ένα να μπουσουλάει, θα ήταν δύσκολο για την οποιαδήποτε γυναίκα. Σα να μην έφτανε αυτό, ο Johnny από την ανασφάλειά του την ήθελε συνέχεια δίπλα του, κάτι που γρήγορα προκάλεσε δυσαρέσκεια στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας. Με πρώτον τον Jerry Nolan, που δεν πήγε ούτε στο γάμο. Πίστευε ότι ο Johnny “μ΄αυτήν έκανε μεγάλο λάθος”»
Κατά τη διάρκεια εκείνου του χαοτικού καλοκαιριού του ’77 οι Heartbreakers, χώνονται στα Ramport Studios του νότιου Λονδίνου –ιδιοκτησία των The Who- και με κάποιον Speedy Keen πίσω από την κονσόλα, ηχογραφούν τη -μία και μοναδική όπως θ’ αποδειχθεί- καταγεγραμμένη τους απόπειρα να διεκδικήσουν μια υποψία δισκογραφικής αθανασίας.
Τιτλοφορείται “L.A.M.F.” (τα αρχικά ενός τίτλου που ποτέ δε θα γραφόταν ολόκληρος: “Like A Mother Fucker”) κι έχει έναν ευθέως αντίστοιχο με τον τίτλο και το εξώφυλλο ήχο: πηχτό, κακόφωνο, νευρωτικό σαν κακοδεμένη στενή γραβάτα, λερό σαν πουκάμισο που ο ιδιοκτήτης του δεν τό’χει βγάλει επί μια βδομάδα. Εξαιτίας του modus vivendi, όχι από άποψη.



Ανεξάρτητα από τη φτωχή παραγωγή, η ενέργεια είναι εκεί. Κομμάτια όπως τα “Born To Lose”, “Chinese Rocks” και “Pirate Love” θα αποτελέσουν πανκ αρχέτυπα, ενώ στα “I Wanna Be Loved” και “I Love You” ο Johnny αποκαλύπτει άτσαλα και θορυβωδώς την ποδοπατημένη του ευαισθησία.
Ο Lee Black Childers δε μασάει τα λόγια του : «Η άθλια μίξη είναι αναμφίβολα ένα επίτευγμα του Jerry Nolan. Toν έπιασε μια μανία να τα ελέγξει όλα, οπότε,  άσφαλώς, “έπρεπε” και να μιξάρει το υλικό με τα χέρια του. Όλοι τους ήταν μέσα στη μαστούρα. Έμπαινες μέσα στο στούντιο κι ήταν σα να μπουκάρεις σε τεκέ. Θά’ πρεπε να’χω πάρει κανα πιστόλι να’ χω πυροβολήσει δυό-τρεις από δαύτους». Με την ασάφεια και τα κενά μνήμης του εξαρτημένου, ο Walter Lure θυμάται:
«Μας είπαν ότι χρειάζεται να προλάβουμε να είναι έτοιμος ο δίσκος πριν τα Χριστούγεννα, για να βγάλουνε λεφτά. Μας βάλανε λοιπόν σ’ ένα δωμάτιο και μας είπαν ότι άμα δεν τον τελειώσουμε για να κυκλοφορήσει, δεν έχει συμβόλαιο, δεν έχει και λεφτά.
Ο
Johnny, o Βilly κι εγώ συμφωνήσαμε. Ο Jerry, όμως, τους είπε όχι και σηκώθηκε κι έφυγε».
Ο Nolan δεν έφυγε απλώς από τους Heartbreakers. Έφυγε παρατώντας τον Thunders και παίρνοντας μαζί του και τον μέχρι τότε προστατευόμενό του, τον Steve Dior.  Με τον Barry Jones στη δεύτερη κιθάρα και τον γιγαντόσωμο Arthur Kane των Dolls στο μπάσο, ο Nolan φτιάχνει αμέσως δική του μπάντα, τους The Idols και σκάει μύτη στο ίδιο δίκτυο clubs απ’ όπου περνούσαν μέχρι πριν λίγους μήνες οι Heartbreakers. Ο Johnny γίνεται συντρίμμια, καθώς δοκιμάζει με το χειρότερο τρόπο την προδοσία από τον μόνο άνθρωπο με τον οποίο έχει δεθεί στη ζωή του. Λίγο μετά, κατεβαίνει απ’ το τραίνο και ο Leee Black Childers.
«Ο Johnny ήρθε κοντά μου και με κοίταξε μεκείνα τα τεράστια θλιμμένα του μάτια. Μ’ αγκάλιασε και μου είπε σιγανά:
“Ξέρω τί θέλεις να κάνεις και είμαι εντάξει. Δεν
τρέχει τίποτε, κάντο”. Με αγκάλιασε πολύ σφιχτά. Έτσι αγκάλιαζε, δε σάφηνε να φύγεις. Έμενε εκεί, κολλημένος πάνω σου. Όταν κάποια στιγμή με άφησε, είπα αυτό ήταν. Έτσι, από κείνη τη στιγμή, σταμάτησα κι εγώ να μανατζάρω τους Heartbreakers».
Ο Johnny μ’ αυτόν τον τρόπο υποχρεώνεται ν’ ακολουθήσει «σόλο καριέρα». Παίζει σκόρπιες συναυλίες στο Λονδίνο, βρίσκοντας εύκολα πρόθυμους όσο και διάσημους «φανς του» να τον πλαισιώνουν. Steve Jones και Paul Cook από τους Sex Pistols, Phil Lynott των Thin Lizzy, κι ένας άγνωστος ψηλέας, φαν των Pistols, που τον φωνάζουν Sid Vicious, Με τους περισσότερους απ’ αυτούς ο Johnny μοιράζεται ένα καταλυτικό κοινό ενδιαφέρον, αυτό που τον οδηγεί να βαφτίσει το σχήμα που κάθε βράδυ αλλάζει, ως “The Junkies”. O καινούριος του μάνατζερ, ο 30χρονος Bernard Patrick “BP” Fallon, μουσικός δημοσιογράφος και μάνατζερ του Ian Dury, αντιπροτείνει τελευταία στιγμή το “The Living Dead”.
Οι Heartbreakers, επισήμως διαλύουν, καθώς ο δίσκος “L.A.M.F” πάει άπατος.
«Όσες φορές εγώ κι ο Cooky παίξαμε μαζί του, στο τέλος άρπαζε τα λεφτά και την έκανε.
Το
αποδεχόμασταν, γιατί καταλάβαμε ότι έτσι ήταν ο Johnny. Βούτα ό,τι λεφτά μπορείς, πάρε λίγη πρέζα και αυτό είναι – δεν είχε στο μυαλό του κάποιο σχέδιο. Δυστυχώς, το πράγμα γινόταν ολοένα και χειρώτερο κι εκείνος έπεφτε όλο και πιο χαμηλά» -
Steve Jones.
Από τα τραγούδια που γράφονται ενδιάμεσα στις εμφανίσεις των The Living Dead προκύπτει υλικό για έναν ακόμη δίσκο, αυτός που συν τω χρόνω θα θεωρηθεί η μονάκριβη στην αντιφατικότητά της, τραγική αυτοπροσωπογραφία του Johnny. Κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 1978 από την Sire records στις ΗΠΑ. Tον υπογράφει ο ίδιος, σκέτος ως Johnny Thunders και έχει τίτλο So Alone.
Στα δέκα του τραγούδια συμπεριλαμβάνονται το συγκλονιστικό “You Can’t Put Your Arms Around A Memory”, δύο από τις μέρες των Dolls (“Downtown” και “Subway Train” – το δεύτερο με φωνητικά από την Chrissie Hynde), διασκευές κατευθείαν από τις μέρες ραδιοφώνου που ανέθρεψαν τον έφηβο Genzale, όπως το surf instrumental “Pipeline” των The Chantays και το ενθουσιώδες “Great Big Kiss” των Shangri-Las (όπου συμμετέχει και μια τραγουδίστρια από το Brooklyn, η Patti Palladin).
Στο “Daddy Rolling Stone” του Otis Blackwel, λένε από μια στροφή ο Phil Lynott και Steve Marriott (o πρώτος παίζει μπάσο και ο δεύτερος πιάνο και φυσαρμόνικα), ενώ άλλοι «Ζωντανοί Νεκροί» προσθέτουν εδώ κι εκεί τις πινελιές τους (Paul Cook στο μπάσο, John «ο Ιρλανδός» Earle στο σαξόφωνο κι ο ανερχόμενος πιανίστας Steve Lillywhite που τα επόμενα χρόνια θα αναδειχθεί σε κορυφαίο παραγωγό). Όμως, ούτε το “So Alone” θα απασχολήσει τους καταλόγους των επιτυχιών.
Εγκατεστημένος πλέον μαζί με την οικογένειά του στο Dexter του Michigan, ο Johnny συναντά ένα ακόμη εφηβικό του είδωλο, τον Wayne Kramer των MC5.
Θα ξεκινήσουν ένα project με τίτλο “Gang War”, όπως ούτε μ’ αυτό το όχημα θα οδηγηθούν πουθενά.  «Ήταν αδύνατο να δουλέψεις με τον Johnny, γιατί καθημερινά ήταν απορροφημένος με μια άλλη δουλειά, πολύ πιο σημαντική, πρωτεύουσα για τον ίδιο. Έτσι δουλεύει η εξάρτηση. Δεν μπορείς να κάνεις το ο,τιδήποτε αν πρώτα δε βαρέσεις. Πίστευα, αφελώς, ότι θα του το άλλαζα αυτό. Όμως έκανα λάθος». 
Τον Φεβρουάριο του ’79 ο Johnny θα μάθει για το θάνατο του Sid Vicious. Ήξερε ότι ο Sid τον ειχε είδωλό του. Ακολούθησε το δικό του δρόμο και η κατάληξή του, πάντα πιθανή και για τον ίδιο, τον γεμίζει θλίψη, ενοχές.
Κάθεται και γράφει το τραγούδι “Sad Vacation”, στο οποίο ανοίγει διάλογο με τον ίδιο τον Sid.
“Συγγνώμη που δεν είχα λόγια κι άλλα να σου πω
Μπορεί την μοίρα σου να άλλαζα
Σε παρεξήγησαν πολύ
Κι όμως μπορούσες να γίνεις ό,τι ήθελες

Θλιμμένες αυτές οι διακοπές
Και τί μπορώ να πώ;
Είναι θλιμμένες αυτές οι διακοπές
Ήξερες πώς να παίζεις

Στου Ρομάντσου τα Λουλούδια
Εϊ, εσύ δεν ήσουνα;

Το “Belsen Is A Gas
Ή κάποιος σαν κι εσένα”

To Δεκέμβριο του ’79 η Julie, απροειδοποίητα, παίρνει τα δύο μικρά και τον νεογέννητο Dino και τον εγκαταλείπει.
Ο Johnny δεν θα τα ξαναδεί ποτέ. Η αρχή της δεκαετίας του ’80 τον βρίσκει να περιφέρεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης, αποστεωμένος, βρώμικος, ζητιανεύοντας ψιλά από τους περαστικούς για να πάρει τη δόση του.
«Ένας ζωντανός νεκρός», θα πει ο Joe Perry, ο οποίος, εκείνη την περίοδο, φευγάτος από τους Aerosmith ήταν κι εκείνος βυθισμένος στην εξάρτηση. «Κάθε φορά που τον έβλεπα προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει, από ώρα σε ώρα. Άκουγα πότε – πότε ότι προσπαθούσε να καθαρίσει, όμως μετά από λίγο τον ξανάβλεπα στους δρόμους».  O Barry Jones, κιθαρίστας των London Cowboys και από τους ιδρυτές του Roxy Club, θυμάται:
«Κάποια στιγμή άκουσα να λέει στη μητέρα του ότι είχε πάθει σοβαρή μόλυνση στο χέρι. Τον πήγα λοιπόν στο κέντρο υγείας Beth Israel, όπου του είπαν ότι αν είχε αργήσει έστω και μια μέρα ακόμη, θα είχε χάσει το χέρι του. Είχε βαρέσει άτσαλα tuinal και ο βραχίονάς του είχε φουσκώσει σα μπαλόνι. Στη μάνα του είπε ότι τό’πιασε κατά λάθος στην πόρτα ενός ταξί».



Ο Franz - Christopher Giercke, τριαντάρης γερμανός επιχειρηματίας συναντά τον Johnny στο ρετιρέ της διάσημης φωτογράφου Marcia Resnick την Άνοιξη του ’81. «Όταν είχε τα ναρκωτικά της επιλογής του –τα οποία ατυχώς γι’ αυτόν συμπεριελάμβαναν και την ηρωίνη- ήταν γοητευτικός, εύστροφος, ατακαδόρος. Εκείνη την περίοδο έκανε περίπου δύο γραμμάρια την ημέρα. Είχε φτάσει να πουλήσει όλες τις κιθάρες του για να πάρει ηρωίνη».
Ο Gierke είναι νέος στην κινηματογραφική μπίζνα, έχοντας κανει παραγωγή στην ταινία “Cocaine Cowboys”, με πρωταγωνιστή τον γερασμένο Jack Pallance. Κατ’ ειρωνεία της τύχης, το στόρυ της ταινίας εκτυλίσσεται γύρω από την προσπάθεια ενός ρόκερ και του μάνατζέρ του, που ντηλάρουν ναρκωτικά, να ξεφύγουν από τα πλοκάμια της μαφίας, στην οποία χρωστούν ένα τεράστιο ποσό. Αναλαμβάνοντας να προεκτείνει στην αληθινή ζωή ένα σενάριο που, δυό χρόνια πριν, ο ίδιος χρηματοδότησε για το σελιλλόϊντ, κλείνει στον Johnny κάποιες εμφανίσεις.
Συζητά μαζί του και του λέει ότι μπορεί να τον βοθήσει να έρθει στα ίσα του, στην καλύτερη να τον ξαναφέρει στο προσκήνιο όπως ταιριάζει «σ’ ένα αστέρι της αξίας του». Του προσφέρει μάλιστα κι ένα δωμάτιο κάτω από το δικό του λοφτ, πιστεύοντας ότι μια σταθερή στέγη και καλύτερης ποιότητας ντρόγκα θα δώσουν στο έρμαιο που λέγεται Johnny Thunders μια αίσθηση κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς εκείνη την περίοδο που μέσα από τους χαοτικούς διαδρόμους της ντρόγκας, ο Johnny ξανασυναντιέται, μετά από τριάμισυ περιπου χρόνια με τον «αδερφό του», τον Jerry Nolan και ξεκινούν να παίζουν μαζί.
Καθώς ο Giercke εμφανίζεται πρόθυμος να τους κλείνει εμφανίσεις υπό τον όρο «να περνάνε από τα χέρια του τα λεφτά», παίρνουν μαζί τους και τον Walter Lure και αναθέτουν στον Giercke, στην ουσία, να τους μανατζάρει.
«H ρουτίνα του Johnny μέχρι τότε  ήταν να εμφανίζεται ο ίδιος στον ιδιοκτήτη της σκηνής ή του μπαρ, να τσεπώνει τις προκαταβολές, να μην πληρώνει κανέναν μουσικό και να αργεί να εμφανιστεί, να είναι κομμάτια ή, πολλές φορές, ακόμη και να μην εμφανιστεί καν να παίξει. Η σχέση του με τον Jerry Nolan εξακολουθούσε να είναι από μουσική άποψη κρίσιμη, αλλά καταστροφική από κάθε άλλη. Ειδικότερα στην προσπάθειά μου να απομακρύνω τον Johnny από την ηρωίνη. Εκείνος μπορούσε να τη βρει και με ποτό, χόρτο και κοκαίνη, όμως ο Nolan ήταν φανατικός ηρωϊνομανής».
Ο Johnny δείχνει για κάποιο διάστημα να φωλιάζει, να επαφίεται στην ασφάλεια της προστατευτικής παρουσίας του Giercke στη ζωή του. Όμως για πόσο θα μπορούσε κάτι τέτοιο να κρατήσει; Κατά πόσο θα μπορούσε ο Johnny Thunders να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις «καριέρας», επουλώνοντας τις πληγές του John Genzale που έχαιναν μέσα του;
Ηχογραφεί κάποια demo με παραγωγό τον Jimmy Miller των Motorhead και παλιότερα των Stones, το mini lp που θα κυκλοφορήσει μέσα στο ’83, παίζει ζωντανά με τους Heartbreakers, διαφημίζοντας τις ξεπέτες της μιας φοράς ως «επανσύνδεση». Από οικονομική άποψη δεν τα πηγαίνει καθόλου άσχημα.
Η Susanne Blomqvist, μια εικοσάχρονη Σουηδέζα κομμώτρια πρωτοσυναντά τον Johnny Τhunders στiς 20 Iουνίου του ’83 στη Στοκχόλμη, λίγο αφ’ ότου τον έχει παρακολουθήσει να παίζει σε μια συναυλία των Hanoi Rocks. Την επόμενη βραδιά ένας κοινός τους φίλος την καλεί στα παρασκήνια.
«Ήταν πολύ όμορφος. Ένας πολύ γλυκός άντρας πίσω και πέρα απ’ όλα τ’ άλλα. Δεν τον ερωτεύθηκα αμέσως, αλλά το ότι ήταν ντροπαλός και ευάλωτος πραγματικά με άγγιξε». Όταν πλησίαζε η ώρα ν’ ανέβει στη σκηνή, ο Johnny ζητά να βγουν από το καμαρίνι όλοι, εκτός απ’ την Suzanne και στη συνέχεια απαιτεί από τον Giercke, για να βγει να παίξει, να την πείσει να ανέβει μαζί του στην σκηνή και να τον αφήσει να την παρουσιάσει ως «η Σουηδέζα σύζυγός μου». Μια ώρα αργότερα, η Suzanne πείθεται.
«Ήμουν στα 20, παιδί ακόμη κι ο Johnny δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου. Σταθήκαμε πάνω σ’ εκείνη τη σκηνή σε απόσταση δύο μέτρων ο ένας από τον άλλο και έτσι περίπου παραμείναμε για τα επόμενα επτά χρόνια. Στάθηκε ένας πραγματικός τζέντλμαν, μια καλή καρδιά. Ήταν χωμένος στα σκληρά ναρκωτικά όμως μου είχε δώσει να καταλάβω ότι δεν ήθελε με τίποτα να πέσω κι εγώ εκεί μέσα, ούτε καν να δοκιμάσω. Ήταν πάντα τόσο ρομαντικός, με τα λουλούδια και τα δώρα του. Με έβγαζε έξω για φαγητό και μου φερόταν σα να είμαι πριγκίπησα. Ανάμεσά μας υπήρξε πραγματική αγάπη». 
Μετά από περίπου δύο χρόνια δίπλα στον Johnny, o Giercke έχει συνειδητοποιήσει ότι το τιμωρητικό πλαίσιο αντιμετώπισης των τοξικοεκαρτημένων στις Η.Π.Α. –το να μοιράζονται οι δόσεις μεθαδόνης σε ειδικά περίπτερα μέσα στους δρόμους από ένστολους και ένοπλους αστυνομικούς- είναι ταπεινωτικό και αποθαρρυντικό κάθε δημιουργικής δραστηριότητας. Αφού λοιπόν του εξασφαλίζει μια ιατρική συνταγή από έναν ψυχίατρο στη Harley Street για να μπορεί να προμηθεύεται νομίμως τη δόση του, αποφασίζει να εγκαταστήσει μόνιμα τον Johnny στο Παρίσι.
Μετά από δέκα περίπου χρόνια περιφερόμενος ως το μοντέλο του ροκ ηρωϊνομανούς «που τη γλύτωσε», ο Johnny Thunders επιχειρεί έχοντας στο πλευρό του την Suzanne να ανασυγκροτήσει τη ζωή του, ξεκινώντας από το να βρει τον εσώτερο John Genzale, από τον οποίο τόσα χρόνια προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει.
«Του άρεσε να μαγειρεύει, ένας πραγματικός ιταλιάνος. Λάτρευε να φτιάχνει =σπαγγέτι με σάλτσα ντομάτας, σούπες. Του άρεσε να μένει σπίτι και να διαβάζει τη Herald Tribune. Ένας ευαίσθητος, έξυπνος άνθρωπος».
«Του άρεσε πολύ να διαβάζει», θυμάται ο Stevie Klasson κιθαρίστας των Oddballs, της τελευταίας μπάντας με την οποία θα περιοδεύσει τα τελευταία του χρόνια ο Johnny. «Πάντα είχε στο σακίδιό του βιβλία για πολιτικά ή θρησκευτικά ζητήματα. Αυτοβιογραφίες, από του Howard Hughes ως και του δικτάτορα Noriega. Του άρεσε ιδιαίτερα ένα βιβλίο για τις θεωρίες που προέκυψαν από έρευνες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Α΄, το “In Gods Name” του David A Yallop”.
«Ήταν καθολικός, με την κλασσική έννοια. Μου έλεγε να μη φοράω πολύ κοντές φούστες, να μην δείχνομαι πολύ. Προσευχόταν και πολύ συχνά έκανε το σταυρό του. Ήθελε η κόρη μας να μεγαλώσει με τις καθολικές αρχές. Επισκεπτόμασταν αρκετές φορές διάφορους Καθολικούς ναούς. Μου είχε πει ότι όταν ήταν νέος πήγαινε τακτικά για εξομολόγηση. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν εξακολούθησε να πηγαίνει, χωρίς να το λέει σε κανέναν».



1986. Ο ρόλος του Christopher Giercke στη ζωή και την καρριέρα του Johnny φθίνει. Έχει κυκλοφορήσει στα τέλη του ’83 το ημι-ακουστικό, υπερχειλίζον από συναίσθημα άλμπουμ Hurt Me  και τον Αύγουστο του ’85 το πραγματικά δυναμικό, με γκαράζ, παλιακό ύφοςQue Sera Sera . Ξαναβρίσκεται με τη μητέρα του και την αδερφή του, αλλά δεν τολμά να αναζητήσει την Julie, ούτε και επιδιώκει να δει ή ν’ ακούσει τους μικρούς Vito και Dino τα παιδιά του, ή έστω να μάθει αν είναι καλά στην υγεία τους. Έχοντας βιώσει ο ίδιος τον πόνο από την απουσία του πατέρα, πιστεύει βαθιά ότι οι δύο γιοί του έχουν εισπράξει την με πολλούς τρόπους καταναγκαστική του απουσία ως μοιραία, τραυματική απόρριψη. Όπως κι ο ίδιος από τον πατέρα του.
 «Του έλειπαν τα παιδιά του. Τον πονούσε πολύ που δεν ήξερε πώς μεγαλώνουν, πού να βρίσκονται, ακόμη κι αν δεν περνούσε μέρα που εκείνος να μην τα σκέφτεται. Η θλίψη και ο θυμός του έβρισκε διέξοδο στη μουσική. Κάθε φορά που ξεκινούσε περιοδεία ο πόνος αυτός θεραπευόταν, όμως το να μπαίνει κάθε φορά στο πετσί του αλαζόνα, ενοχλητικού, καμένου από την πρέζα Johnny Thunders άρχισε να γίνεται γι’ αυτόν ολοένα και πιο επίπονο. Δεν ήθελε καθόλου να βγαίνει στο δρόμο. Προτιμούσε να μένει σπίτι με τα βιβλία και τις ταινίες του».
Έχοντας πλέον περάσει από την ηρωίνη στη μεθαδόνη ήταν υποχρεωμένος να μεταμορφώνεται στην επί σκηνής του περσόνα με άλλα μέσα.
«Μια φορά βρισκόμασταν μέσα στο τραίνο, στο δρόμο για τη συναυλία» θυμάται ο Alison Gordy, τραγουδιστής των Oddballs. «Έπαιζε χαρτιά με τον Stevie (Klasson) και ξαφνικά, άρχισε να γίνεται o Johnny Thunders. Άρχισε να έχει φαγούρα. Γυρίζω προς το μέρος του και του λέω “Johnny, αρχίζεις πάλι να γίνεσαι αυτός!”. Έγνεψε ναι. Δεν έπαιρνε τίποτε τότε, κι όμως τον έπιανε κάτι, άλλαζε όψη, κινήσεις, γινόταν αυτός που ήθελαν όλοι να βλέπουν πάνω στη σκηνή». 
Και δυστυχώς είναι αλήθεια. Σημαντικό μέρος του κοινού που έρχεται στις συναυλίες δεν έχει καμία όρεξη να δει έναν «καθαρό» Johnny Thunders. Δεν έχει έρθει γι’ αυτό, έχει έρθει για να την βρει με το μυθικό ζόμπι της πρέζας. Όσες φορές με ο Johnny κατόρθωνε να παραμένει στεγνός για βδομάδες ή μήνες στο δρόμο, άκουγε από κάτω να ουρλιάζουνε ζητώντας το “Junkie Business”  κα να του πετούν σύριγγες στη σκηνή.  Έχει αρχίσει να απεχθάνεται το να «πρέπει» να υποδύεται τον Johnny Thunders. Θέλει απλώς να δίνει καλές παραστάσεις και να έχει στο πλευρό του μια δυνατή μπάντα. Πεισμωμένος να δίνει στο κοινό αυτό που ζητούσε, καθώς κι ο ίδιος προήλθε από κείνο το παθιασμένο κοινό των πρώτων σειρών, συχνά προσποιείται. Ο Glen Matlock θυμάται :
«Κουβεντιάζαμε ήσυχα κι ωραία, όταν ξαφνικά μου λέει “ σε λίγο ανεβαίνω”. Πήγα και στάθηκα στις πρώτες σειρές. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα να μπαίνει στη σκηνή με την κιθάρα στα χέρια, το έπαιζε ότι τρεκλίζει, ότι είναι λιώμα. Ήταν όλο μια παράσταση».
 «Το έκανε εντελώς συνειδητά» επιβεβαιώνει η Gail Higgins. «Ήξερε τί ήθελαν. Τα τελευταία χρόνια, συχνά έλεγε : “Έρχονται να με δουν να πεθαίνω”. Ήταν θλιβερό, καθώς τον έκανε να νιώθει τόσο μόνος».
«Τον θυμάμαι να γυρίζει προς το πλάϊ της σκηνής και να μου κλείνει το μάτι για να μου πει “είμαι καλά, ακόμη κι αν το παίζω λιώμα”», θυμάται και η Susanne Blomqvist. «Μπορεί ο κόσμος να θεωρήσει ότι βγάζω τ’ άπλυτά του στη φόρα λέγοντας αυτό, αλλά είναι αλήθεια. Πάνω στη σκηνή δεν ήταν τόσο λιώμα όσο το έπαιζε ότι ήταν».
Όσο αναλάμβανε τις δυνάμεις του, τόσο προσπαθούσε να τιθασεύσει και τους γύρω του σε σχέση με τις ουσίες. Όταν ο Stevie Klasson του ζητά «να βαρέσει», ο Johnny του ρίχνει ένα χαστούκι, ενώ δασκαλεύει τον Peter Perrett «μην χαραμίζει το ταλέντο του». Δείχνει να θέλει να αποτρέψει τους γύρω του από τα κάνουν τα ίδια λάθη μ’ αυτόν.
Η τελευταία φάση της αυτοδιάσωσης για τον Johnny, από αποκαίδι της πρέζας σε survivor, ολοκληρώνεται μέσα στο 1987 και συμπίπτει με την γέννηση της κόρης που θα αποκτήσει με την Suzanne, της Jamie. Μέσα στη χρονιά ολοκληρώνει με συμπρωταγωνίστρια την Patti Palladin και έναν δίσκο διασκευών με μια δωδεκάδα από τα κλασσικά τραγούδια της δεκαετίας του ’50 και του ’60 που αποτελούν βασικές του επιρροές. Οι εμπλουτισμένες με ήχο big band μπαλάντες και τα καλοηχογραφημένα swing και rhythm & blues κομμάτια είναι το πιο ευξευγενισμένο και στέρεο ηχογράφημα με την αναγνωρίσιμη και εκφραστική φωνή του, μια ένδειξη του τί θα μπορούσε να είχε κάνει αν έπαιρνε την καριέρα του στα σοβαρά.


Μετά την ηχογράφηση του δίσκου επιστρέφει τα Χριστούγεννα στη Σουηδία όπου γεννιέται η κόρη του. Αυτή τη φορά, με δύο γιους που ξέρει ότι δε θα ξαναδεί, θέλει να επιχειρήσει να σπάσει την τραγική αλυσίδα γονεϊκής εγκατάλειψης που στοιχειώνει ολόκληρη τη ζωή του.
«Όταν γεννήθηκε η Jamie», λέει η Susanne Blomqvist, «τον έβλεπα κάπως διστακτικό να έρθει κοντά της. Ήταν πολύ περήφανος, χαρούμενος και την φρόντιζε, όμως μέσα του, το έβλεπα, φοβόταν να γίνει γονιός. Φοβόταν ότι θα έρθει η ώρα που θα πληγώσει κι αυτό το παιδί του. Δεν άντεχε την αίσθηση που είχε –και την είχε πιστέψει- ότι δεν πρόκειται να γεράσουμε μαζί και να την δει να μεγαλώνει. Κι έτρεμε στη σκέψη ότι θ’ αναγκαστεί και πάλι κάποια στιγμή να κάνει το Ίδιο που του έκανε ο πατέρας του: να την εγκαταλείψει, όπως εγκατέλειψε και κείνος τον Vito και τον Dino».
Αρχές του ’89, ανακοινώνει στη Suzanne ότι «επιστρέφει στη Νέα Υόρκη».
 «Τον πήγα με το αυτοκίνητο στο αεροδρόμιο. Αποχαιρετιστήκαμε. “Κάτι έχεις, το νιώθω” του είπα, όμως εκείνος με καθησύχασε. Λίγο καιρό νωρίτερα πριν είχε κάνει κάποιες ιατρικές εξετάσεις. Ρουτίναςμου είχε πει. “Όλα Ο.Κ.”. Όμως μέσα μου ήξερα ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ».
Είναι λογικό, γιατί τότε, κανείς δεν ήξερε ότι ο Johnny Thunders, στα 36 του, είχε διαγνωστεί με λευχαιμία.   
«Τους τελευταίους μήνες είχε αρχίσει να ξαναγίνεται ανυπόφορος. Σταμάτησε να είναι ο σπιτόγατος που του άρεσε να φτιάχνει κοτόσουπα και να νοικιάζει βιντεοκασσέττες. Γινόταν εριστικός, απόμακρος και ξεγλυστρούσε ολοένα και περισσότερο μέσα στην πανοπλία τουJohnny Thunders”, ενώ ήξερα ότι αυτόν τον ρόλο είχε φτάσει να τον απεχθάνεται. Είναι γιατί κείνος ήξερε κάτι που εγώ αγνοούσα. Δε θα ζούσε για πολύ ακόμη. Όμως δεν μου είπε κουβέντα, συνειδητά. Δεν ήθελε να ταράξει τη ζωή τη δική μου και της μικρής μας. Προτίμησε να φορτωθεί την εγκατάλειψη ο Johnny Thunders, υποκύπτοντας και αποδεχόμενος την οριστική ήττα απέναντι στη μοίρα που πάσχιζε να αποφύγει. Όμως το έκανε, για να λυτρώσει εμάς».
Μέσα στο 1989, γίνεται το επίκεντρο της γυρισμένης στο Παρίσι ταινίας του Patrick Grandperret «Η Μόνα κι Εγώ».
Παίζει στην πραγματικότητα τον εαυτό του: o αμερικάνος ροκ σταρ “Johnny Valentine”, le guru du Sex Pistolsέρχεται για συναυλία στη γαλλική πρωτεύουσα κι επηρεάζει τις ζωές μιας ομάδας νεαρών γαβριάδων που φλερτάρουν με τις μικροκλοπές, τα ντραγκς, και τον έρωτα. Με το μύθο του, ο οποίος προλέγει και προκαθορίζει κάθε φορά την φυσική του παρουσία. Σε κάθε πλάνο, μαγνητίζει την προσοχή. Χλωμός, μόνος, βυθισμένος στην απόξενη ροκ-εν-ρολ μαστούρα και τον επιτηδευμένο κωλοπαιδαρισμό του ρόλου του. Η εμφάνιση στην ταινία και του Giercke -που παίζει τον μάνατζερ του Valentine- προσδίδει στην ταινία το ύφος και την αξία ντοκυμανταίρ.
Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του, ο Johnny ρίχνεται με μένος στο δρόμο.


Λέει στον BP Fallon ν’ αρπάξει όποια προσφορά κινείται και περιοδεύει διαρκώς. Νέα Υόρκη, Leeds, Wolverhampton, Cardiff, Λονδίνο, Ντητρόιτ, Σαν Ντιέγκο, Κάλγκαρυ, Σαν Φρανσίσκο. Σαν Χοσέ, Παρίσι. Μάλιστα, στις 12 Φεβρουαρίου του 1989 θα εμφανιστεί με τους Oddballs σε μια συναυλία στο "Tessera Club" της οδού Πειραιώς. Στις 8 Απριλίου του 1990 στο σινεμά Odeon Quatorze De Julliet του Παρισιού, κάνει πρεμιέρα το «Η Μόνα Κι εγώ».
Μετά από μια περιοδεία με ακουστικά σετ στην Ιρλανδία, στις 28 Απριλίου 1990 προβάλλεται στην εκπομπή “Nighthawks” της ιρλανδικής τηλεόρασης μια μίνι συνέντευξη που έχει δώσει στο γεμάτο κόσμο “New Inn” του Δουβλίνου δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα, Παρασκευή και 13.
«Ναι, έχω δει τους καλύτερους. Janis Joplin. Howling Wolf, Jimi Hendrix. Yardbirds, Free, The Kinks, Them.
Μισώ τη λέξη πανκ. Δεν έχω παίξει ποτέ πανκ. Εγώ είμαι ροκ-εν-ρολ.

O Μalcolm McLaren ήταν ο υπεύθυνος που διαλύσαμε τους Dolls. Πρώτον, μας είχε δει το ’72 στο Λονδίνο και πήρε τη γενική ιδέα. Αργότερα δούλεψε μαζί μας για λίγο και μας κατέστρεψε. Έφτασε το σημείο να θέλει να φωτογραφηθούμε ντυμένοι στα ολοκόκκινα με πίσω μας μια σημαία με σφυροδρέπανο και σλόγκαν “Better Red Than Dead”.
Όχι, όχι, δεν έχω τίποτα με τους Sex Pistols. Κάναμε περιοδεία μαζί, ήταν μια σπουδαία ροκ-εν-ρολ μπάντα. Η μουσική δεν θά’ πρεπε ποτέ να είναι ανταγωνιστική. Σε μένα αρέσει αυτή τη μουσική, σε σένα κάποια άλλη.
Η σημερινή μουσική είναι σκέτη μαλακία. Δεν έχει ρίζες, καθόλου. Δες τα σημερινά ροκ γκρουπ: τα καρφιά στα παντελόνια τους απέχουν ακριβώς ίση απόσταση το ένα από το άλλο. Τί είναι αυτό; Ροκ-εν-ρολ;».
Έχω καταλάβει ότι και πενήντα χρόνια καθαρός να ήμουν, πάλι θα με λέγανε πρεζάκια. Ο λόγος που ακόμη ανεβαίνω και παίζω είναι τα παιδιά. Τα παιδιά το αξίζουν, γι’ αυτά πρέπει να δίνεις ό,τι καλύτερο μπορείς. Γι’ αυτά το κάνω. Αν δεν ήταν αυτά, θα σού’λεγα».
Οι νότες από την Gibson του βγαίνουν με σπαρακτικές παύσεις, καθώς ο ίδιος, αποστεωμένος, με ρουφηγμένα τα μάγουλα και μαλλί επιτηδευμένα ξεπουπουλιασμένο ροκαμπίλυ φαντάζει και ηχεί σαν επιλαχών μάρτυρας σε μια φλου χωροχρονική ροκ-εν-ρολ διάσταση.
Το απόγευμα της ηλιόλουστης Κυριακής, 29 Απριλίου 1990 ο Johnny επισκέπτεται το σπίτι του BP Fallon. Αράζει και του βάζει στο κασετόφωνο ν’ ακούσει κάποια καινούρια κομμάτια που έχει πρόχειρα ηχογραφήσει. Η ηρωίνη; Όχι, πάει πια. Παίρνω μεθαδόνη, με συνταγή τον διαβεβαιώνει. Ποτέ ξανά. Δηλαδή, μάλλον ποτέ. Ελπίζει ότι από κάπου, κάποια στιγμή θα έρθει μια πρόταση για νέο δισκογραφικό συμβόλαιο. Η Julie, απ’ όσο ξέρει, είναι στο Michigan με τα δυό αγόρια. Έχει να τα δει 11 χρόνια. Στη Στοκχόλμη με τη Suzanne και τη μικρή Jamie, το πράγμα κι εκεί κουτσάνει. Ο Fallon του βάζει τη διασκευή του στο “Give Him a Great Big Kiss” των The Shangri-La’s, από το δίσκο του “So Alone”.
 
«Ακούγοντας τη φωνή της Patti Palladin, με τη νεοϋρκέζικη προφορά της να παιχνιδίζει, χαμογελά. “Mαθαίνω είναι ζόρικη”, του λέω. Ναι”, χαμογελά. “Όμως καλή ζόρικη, όχι κακιά”. O Johnny με το ταλαιπωρημένο, χλωμό, του πρόσωπο κάθεται εκεί δίπλα μου και για μια στιγμή, ανάμεσα στο στραβό του χαμόγελο και τα βλέφαρά του που χαλαρώνουν, βλέπω στα μάτια μια φευγαλέα υποψία αγαλλίασης, στη θύμησή της. “Well, you can’t put your arms around a memory”, μου θυμίζει με την ένρινη εκφορά του. Μέσα σ’ αυτή τη φευγαλέα λάμψη στο βλέμμα του είδα με βεβαιότητα για τελευταία φορά τον λόγο για τον οποίο ο κόσμος ακόμη τον αγαπά. Είναι ο εύθραυστος, δοτικός καλλιτέχνης που προσπαθεί να γεννήσει και να μοιραστεί τη χαρά της εγγύτητας που τόσο του έλειψε σε όλη του τη ζωή. Δυό ώρες αργότερα, μαζεύει σε μια πλαστική σακούλα τα φάρμακά του κι ετοιμάζεται να φύγει. Λίγο πριν ανοίξω την πόρτα με αγκαλιάζει. Κάποτε, το κορμί του ήταν δυνατό και λεπτό, σαν του Iggy. Τώρα, κάτω από σακάκι με το σταυρωτό κούμπωμα τον νιώθω αδύναμο, έτοιμο να καταρρεύσει. Τον ξεπροβοδίζω. Θα πάρει ταξί για το αεροδρόμιο. Μου έχει πει ότι, αφού πρώτα παίξει στο Λονδίνο, μπορεί να γυρίσει μετά στη Νέα Υόρκη. Θα του άρεσε, λέει, να ζήσει στη Νέα Ορλεάνη. Δεν έχει δικό του σπίτι. Δεν έχει δικό του τηλέφωνο».
 
Όμως θα εκπλήξει τους πάντες. Νοικιάζει ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη και αποφασίζει να μπει σε αποτοξίνωση.
Έξι εβδομάδες αργότερα, το φθινόπωρο του 1990 για πρώτη φορά εδώ και 15 χρόνια, είναι καθαρός από ναρκωτικά. Δε χρειάζεται ούτε καν την μεθαδόνη. Είναι συγκεντρωμένος και κανει σχέδια για το μέλλον. Η προσφορά δε λείπει. Τορόντο, Νέα Υόρκη. Όμως, στο γύρισμα της χρονιάς, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, μια εβδομάδα μέσα στην περίοδο των γιορτών, θα ξανακυλήσει.
Ζητά ιατρική φροντίδα, μέρος της οποίας είναι και πάλι η συνταγογραφημέμνη μεθαδόνη. Μετά από μια σειρά καλοπληρωμένων εμφανίσεων στην Ιαπωνία – περισσότερο για να μη μπορεί να βρει ναρκωτικά, καθώς τα μέτρα εκεί είναι αυστηρότατα- ηχογραφεί μι εκδοχή του “Born To Lose” με το γερμανικό γκρουπ Die Toten Hosen φτάνει στις 22 Απριλίου 1991 στη Νέα Ορλεάνη. Σκοπός του να πραγματοποιήσει το μεγαλύτερό του μουσικό όνειρο, για το οποίο, καιρό τώρα μιλάει ανοιχτά.  
Έχει στην άκρη αρκετά για να νοικιάσει για έναν μήνα τα Sea-Saint studios, να φωνάξει την ακατάβλητη μηχανή του ρυθμού, τον αδελφό του, τον Jerry Nolan να κάτσει πίσω απ’ τα τύμπανα και να καλέσει τον Dr. John στο πιάνο και τον John Campbell στην κιθάρα, να παίξουν μαζί. Και βέβαια, να φέρει μαζί του και την Alison Gordy. Η Νεοϋορκέζα ηθοποιός, μοντέλο και ραδιοφωνική παραγωγός τον έχει συνοδεύσει σε πάνω από 80 εμφανίσεις με τους Oddballs την τελευταία διετία. Έχει μια blues, σχεδόν βαρύτονη, φωνή και δίπλα του προσθέτει κάτι ευπρόσδεκτα ζεστό και συγχρόνως εξωτικό πάνω στη σκηνή.



Δε θα προλάβει να υλοποιήσει τα σχέδιά του. Στις 23 Απριλίου 1991 τον βρίσκουν νεκρό στο δωμάτιο νούμερο 37 της παραδοσιακής μονοόροφης πανσιόν St. Peter House στη γαλλική συνοικία της Νέας Ορλεάνης. Είναι 38 ετών και 9 μηνών.
Οι ακριβείς συνθήκες του θανάτου του θα παραμείνουν αδιευκρίνιστες, γεννώντας μια σειρά από εικασίες και αντιδικίες τα επόμενα χρόνια. Ο οργανισμός του, αδύναμος από τη λευχαιμία, δεν θα μπορέσει ν’ αντέξει την καρδιακή προσβολή που υπέστη το βράδυ της 22ης Απριλίου. Κάποιοι «νέοι του φίλοι», είτε τον προμήθευσαν με τη μοιραία δόση που τον έστειλε στον άλλο κόσμο, είτε είχαν τον τρόπο να αφήσουν στον τόπο του θανάτου αρκετές ενδείξεις ικανές να πείσουν τις αρχές που έφτασαν το πρωί στο ξενοδοχείο ότι «κάπως έτσι συνέβη». Το σίγουρο είναι ότι αυτοί με τους οποίους πέρασε τη νύχτα, τον άφησαν να πεθάνει, μόνο και αβοήθητο.  
Ο Dee Dee Ramone, χρόνιος συναγωνιστής του στις μαραθώνιες πρεζοδρομίες, ισχυρίζεται ότι ο περίγυρός του γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι κάποιο ανθρώπινο χέρι που παρέμεινε ασύλληπτο του έδωσε τη μοιραία δόση και μάλιστα όταν ήδη ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να το ελέγξει.
Στη βιογραφία του (“Lobotomy: Surviving The Ramones” - Dee Dee Ramone & Veronica Kofman, Da Capo Press, 2000), ο Dee Dee, που ισχυρίζεται επίμονα ότι ο Thunders «του έκλεψε το “Chinese Rocks”», λέει:
«Ο Steve Klasson μου είπε την επόμενη μέρα από το τηλέφωνο ότι ο Johnny έμπλεξε με κάτι καθίκια. Του βουτήξανε όλη την καβάτζα μεθαδόνης που είχε, του δώσανε LSD και μετά του κάτι άλλο και τον στείλανε. Και να σκεφτείς ότι ταξίδευε με μεγάλη καβάτζα, ακριβώς για να μη χρειάζεται ν’ ανακατευτεί με τέτοια καθάρματα. Ντήλερς, θαυμαστές, μιμητές του, τέτοια χαμένα κορμιά».
O Willy De Ville, πρώην Mink De Ville, που έμενε σε διπλανό δωμάτιο στο St. Peter House όπου ο Johnny βρέθηκε νεκρός, θα γίνει πιο κυνικός:
«Δεν ξέρω πώς μαθεύτηκε ότι έμενα στο διπλανό δωμάτιο. Ξαφνικά άρχισαν να χτυπούν τα τηλέφωνα. Από το “Rolling Stone”, από το “Village People”, από την οικογένειά του, ο κιθαρίστας που είχε στη μπάντα του, o Κlasson. Τους λυπήθηκα. Ήταν τραγικό το τέλος του –στον κωλωφώνα της δόξας του, χαχαχα- και σκέφτηκα κάτι που, από σεβασμό στον Johnny, θα εξωράϊζε καπως το κατάντημά του. Τους είπα λοιπόν ότι τον βρήκαν ξαπλωμένο στο πάτωμα και ότι κρατούσε αγκαλιά την κιθάρα του. Από το μυαλό μου το έβγαλα. Στην πραγματικότητα τον βρήκαν διπλωμένο στα δύο, σε εμβρυϊκή στάση, κάτω από το τραπεζάκι του καφέ.
Όταν τον μετέφεραν μέσα στο νεκρόσακκο, το κορμί του ήταν σε σχήμα
U, από τη νεκρική ακαμψία. Άθλια κατάσταση».
Τα ερωτηματικά επέτεινε και η ανακοίνωση, από τον προϊστάμενο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας της Νέας Ορλεάνης John Gagliano, των αποτελεσμάτων της νεκροψίας. «Οι τοξικολογικές εξετάσεις δείχνουν ότι πέθανε από υπερβολική δόση κοκαίνης και μεθαδόνης, καθώς βρέθηκαν στον οργανισμό του σημαντικές ποσότητες κι από τις δύο ουσίες», γράφηκε σε δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας Orlando Sentinel.
Η βιογράφος του Nina Antonia αντιτείνει ότι οι ποσότητες καθεαυτές που ανακοινώθηκαν δεν ήταν ικανές να προκαλέσουν το θάνατο.  H αδελφή του, Mariann Bracken, σε συνέντευξή της επισήμανε ότι η λευχαιμία του είχε εξελιχθεί σε καλπάζουσα και οποιοσδήποτε παράγοντας εξασθένησής του ήταν ικανός να τον σκοτώσει. «Μόνον ο Johnny ήξερε πόσο πολύ άρρωστος ήταν»..
Έκτοτε, η οικογένειά του όχλησε τις αρχές της Νέας Ορλεάνης για να ξανανοίξει η υπόθεση, αλλά μάταια. Άλλο ένα πρώην διάσημο πρεζάκι επέλεξε την τύχη του και γι’ αυτούς η υπόθεση είχε κλείσει οριστικά και αμετάκλητα.
Η σωρός του Johhny Thunders στάλθηκε πίσω στη Νέα Υόρκη για την κηδεία.  Παρών στην τελετή και ο 13χρονος Vito Genzale – ο γιος του από τον πρώτο του γάμο, ο «σπόρος», όπως τον φώναζε ο πατέρας του. Κανείς δεν είχε μιλήσει ούτε σε κείνον, ούτε στον αδελφό του Dino, για ποιός ήταν ο πατέρας τους. Το έκανε η Alison Gordy. Πήρε τον Vito παραμερα, τον κάθησε μπροστά της, έσκυψε κοντά του και του είπε τρυφερά:
«Θα ακούσεις πολλά για το μπαμπά σου. Όμως μην τα πιστέψεις. Θέλω να ξέρεις ότι ήταν ένας άνθρωπος αισιόδοξος, έξυπνος, με χιούμορ. Ένα σπουδαίο άτομο».
Πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Jerry Nolan παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης. Μαθαίνει το νέο του θανάτου και καταρρέει.
Οι κοινοί τους γνωστοί δεν πιστεύουν στα μάτια τους. Βλέπουν τον σκληρόπετσο 45χρονο ντράμερ να κλαίει και στην κυριολεξία να χτυπιέται και δεν πιστεύουν στα μάτια τους. «Johnny, δεν έμαθες ποτέ πόσο πολύ σ’ αγαπάω!».
Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει «να στρώσει» τον μικρό Johnny, αυτός που τον νουθετούσε με το καλό και το άγριο, αυτός που τον ανέθρεψε με ηρωίνη, που απομάκρυνε σα ζηλόφθων σύντροφος οποιονδήποτε πήγαινε να τον τραβήξει μακριά του και τιμωρούσε σαν αυστηρός πατέρας όποιον τολμούσε να εκμεταλλευτεί τα τραύματα και την ευαισθησία του, αυτός που μακριά του δεν έκανε, όμως ούτε μαζί του μπορούσε χωρίς να καυγαδίσει, δε θα αντέξει παρά μερικούς μόνο μήνες χωρίς την αδερφή ψυχή του. Στις 14 Ιανουαρίου 1992, μετά από μερικές εβδομάδες νοσηλείας στο Νοσοκομείο St. Vincent στη Νέα Υόρκη με βαριά πνευμονία και μηνιγγίτιδα, η καρδιά του θα τον εγκαταλείψει.
Λίγο μετά το θάνατο του Johnny είχε ζητήσει από την Mariann Bracken, την αδελφή του: «Αν μου συμβεί κάτι, θέλω να με θάψετε δίπλα του». Η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε. Οι δύο τάφοι των αχώριστων Dolls και στη συνέχεια Heartbreakers βρίσκονται πλάϊ ο ένας στον άλλον στο Κοιμητήριο St. Mary, στο Queens.
Κάτω από την περσόνα του Johnny Thunders βρισκόταν καλά κρυμμένος ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος που, σε ολόκληρη τη ζωή του, με κάποιον τρόπο έχανε όποιον ήθελε να κρατήσει κοντά του. To έχει πει, όπως συχνά συμβαίνει με τους καταραμένους, σε ανύποπτο χρόνο, σε μια από τις πολλές στιγμές που δεν είχε τίποτε παραπάνω να χάσει, στη γέφυρα ενός από τα τραγούδια του. 



“Seems every time I try to love somebody
It's that same old story
I try so hard, gave it everything I got
When in the end I'm the one who's left out”

Η Mariann Braken, έζησε ολόκληρη τη ζωή της στο Queens, διαχειριζόμενη την περιουσία του, που κατά το χρόνο του θανάτου του υπολογιζόταν σε 4 εκατομμύρια δολλάρια. Πέθανε το 2009.  
Τότε, η γεννημένη το ’87 Jami - Michelle, ανύπαντρη μητέρα, ιδιωτική υπάλληλος και κάτοικος Στοκχόλμης μαζί με τη μητέρα της Suzanne, ξεκίνησε διαδικασίες για να οριστεί εκείνη διαχειρίστρια του υπολοίπου της περιουσίας, από την οποία αποκαλύφθηκε ότι είχαν απομείνει μόλις 160.000 δολλάρια. Όμως, το δικαστήριο απαιτούσε εγγυοδοσία 75.000 δολλαρίων για να της αναθέσει αυτόν τον ρόλο, έστω και προσωρινά.
Με την ανακοίνωση των νέων στον διεθνή τύπο, ως εκ θαύματος ξύπνησαν απ’ το λήθαργο και οι δικηγόροι των δύο γιών του εκλιπόντος. Του γεννημένου το ’77 Vito, του «σπόρου», που εγκαταλελειμμένος κι αυτός από βρέφος όπως ο πατέρας του από τον δικό του, οδηγήθηκε από μια παράξενη λες μοίρα στο να κάνει ό,τι μπορούσε για να συνεχίσει την αυτοκαταστροφική παράδοση του επωνύμου του, με κορυφαίο ξεπεσμό του τα τεσσεράμισυ χρόνια εγκλεισμού στο Sing-Sing για εμπορία ναρκωτικών. Και του γεννημένου το ’79 Dino, που μέχρι τότε ζούσε στο Texas, φορτωμένος μ’ ένα ποινικό μητρώο εκτεινόμενο σε 16 χρόνια δράσης, με κατηγορίες που ποικίλλουν -κατοχή μαριχουάνας και κοκαίνης, ληστεία, προσβολής της δημοσίας αιδούς και απόπειρα σωματικής βλάβης- απαγγελθείσες, δε, από εισαγγελικές αρχές τεσσάρων διαφορετικών πολιτειών.
Μάλιστα επιχείρησαν προσεπικαλέσουν υπέρ τους τους και τη μητέρα τους, Julie. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν μπορούσε να την εντοπίσει. Τελευταία διεύθυνση που είχε δώσει ήταν στο Springfield του Ohio.
Ως το το 2013, κανείς δεν μπορούσε να αγγίξει τα χρήματα αυτά.
Ακόμη και η κληρονομιά του Johnny Thunders ήταν μια πραμάτεια άδοξη, πραμάτεια γεμάτη προβλήματα και θλίψη. Όχι όμως και για την Suzanne Blomquist, την κάποτε εικοσάχρονη που διάλεξε ν’ ανεβάσει εκείνο το βράδυ στη Στοκχόλμη πάνω στη σκηνή ως «γυναίκα του».
«Τον σκέφτομαι και μου λείπει κάθε μέρα. Τον έχω για πάντα μέσα στην καρδιά μου. Είμαι ευγνώμων για τα χρόνια που περάσαμε μαζί και για το ότι αποκτήσαμε την όμορφή μας Jamie. Δεν είδα ποτέ τον John ως Johnny Thunders. Για μένα ήταν ανέκαθεν ο John Genzale. Και κανένας άλλος».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου