Skid Row: “Can’t be king of the world, if you’re Slave To The Grind”
Κυριακή

4Ιούλ

Skid Row: “Can’t be king of the world, if you’re Slave To The Grind”

Δημοσιεύθηκε από:

04/07/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1095
Δευτέρα, 1η Ιουλίου 1991, Κτίριο Νομικής Σχολής Αθηνών, ώρα μία και μισή το μεσημέρι.
Tελευταία μέρα θερινής εξεταστικής και κατεβαίνω από τη στενή αίθουσα Χατζηδάκη του 1ου ορόφου στον άδειο από κόσμο και γεμάτο από ξεχασμένα πλακάτ της ΚΝΕ χωρο υποδοχής της γραμματείας, κι από κει στο στενό πεζοδρόμιο της Σόλωνος. Έχω μόλις δώσει Εγκληματολογία Ι, το τελευταίο μάθημα για φέτος, κι είμαι βέβαιος, με την επίγνωση που αναπτύσσεις ως τριτοετής, ότι έχω γράψει και καλά.
Είναι το κλείσιμο του τρίτου έτους της σχολής, εκεί που δεν είσαι πια νεούδι και βλέπεις το τέταρτο και τελευταίο έτος νά’ ρχεται προς το μέρος σου κάνοντας το αδιάφορο, τυλιγμένο λες σε ξηρό καπνό από ύπουλο αέρα ανασφάλειας. Τί υπάρχει πέρα από τη σχολή; Μετά από έναν χρόνο, τί;
Η ευφορία του ξεμπερδέματος από τα μαθήματα, ανάμικτη με την προσδοκία για το πρώτο κανονικό, χωρίς ενοχές, μπάνιο στη θάλασσα, με φέρνουν να κατηφορίζω την Ακαδημίας. Τί χρονιά κι αυτή.
Το πρώτο «κανονικό» έτος της νέας δεκαετίας μας έχει φουντάρει από νωρίς στα σκληρά. Ανυποχώρητες καταλήψεις κατά του νόμου Κοντογιαννόπουλου και δολοφονία Τεμπονέρα. Επιχείρηση «Καταιγίδα της Ερήμου», σε ζωντανή μετάδοση οι πύραυλοι του Ζβαρτσκοπφ να σπέρνουν παράπλευρες απώλειες, αποτεφρωμένα παιδιά και γυναίκες που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχουν, αλλά κανένα κανάλι δε ν δείχνει.
Κανονικός εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία, σα να λέμε στην βορεινή μας αυλή. Πόλεμος και στο «ΡΟΔΟΝ», όπου ο Iggy Pop έχει σαρώσει τα πάντα μεσα σε τρεις βραδιές 8 με 10 Φεβρουαρίου.


Στον Άρειο Πάγο έχει ξεκινήσει το Μάρτιο – μεταδίδεται σε πολύωρες απευθείας συνδέσεις ολόκληρη η δίκη- το πολυαναμενόμενο Ειδικό Δικαστήριο για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Στην ουσία το δικαστήριο που πάει να τελειώσει πολιτικά τον Αντρέα Παπανδρέου –ο οποίος ασφαλώς αρνείται να εμφανιστεί αυτοπροσώπως και καταγγέλλει τη διαδικασία. Μαζί του συγκατηγορούμενοι ο πρώην υπουργός οικονομίας με τη φράντζα σαλιωμένο αυτοκόλλητο κι ένας άλλος, ίδιος με το –αν υπήρχε- τέταρτο γουρουνάκι, το ένοχο/παγιδευμένο.
Παραδίπλα, κι αυτός συγκατηγορούμενος, ο άρχοντας του σκότους Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος λίγο πριν το Πάσχα καταρρέει από εγκεφαλικό μέσα στο δικαστήριο και πεθαίνει στο νοσοκομείο κάτι μέρες μετά. Στο μεταξύ, βόμβες σκάνε και οι ρουκέτες εξαπολύονται σε διάφορους στόχους «αμερικανικών συμφερόντων» σε Αθήνα και Πάτρα, οι τρομοκρατικές οργανώσεις είναι στα πάνω τους.
Στα κάτω τους οι ιδιοκτήτες λεωφορείων της ΕΑΣ, τους οποίους η κυβέρνηση προσπαθεί να ιδιωτικοποιήσει, την ώρα που οι οδηγοί τους ζητούν αυξήσεις. Κηρύσσεται απεργία διαρκείας και στο αμαξοστάσιο του Βοτανικού γίνονται κάθε μέρα μάχες με τα ΜΑΤ παρουσία εισαγγελέων.
Απειλείται επιστράτευση, ενώ σχεδόν κάθε βδομάδα υπάρχει πορεία, με τους συνδικαλιστές να κλείνουν το κέντρο, από την Ακαδημία ως τη Βουλή, με ντουντούκες, συνθήματα, ωρυόμενο πλήθος και μικροφωνικές που, στα διαλείμματα της απεργίας, γκαρίζουν το κλασσικό hit της Γλυκερίας «Γυφτοπούλα Στο Χαμάμ».
Μέσα στον Ιούνιο, κι ενώ ο καύσωνας δείχνει τα δόντια του με διήμερες κορυφώσεις που κάνουν τα τσιμέντα της Πλατείας Βικτωρίας να αχνίζουν – περιφέρεσαι στο κέντρο κι αγναντεύεις τις τσιμεντογραμμές να τρεμοπαίζουν σ’ ένα βραστήρα από καυσαέρια, λες κι είσαι κομπάρσος στο “Days Of Thunder” του Τόνυ Σκοτ- αποκαλύπτεται κι ένα «φρικιαστικό», όπως όλα τα πρωτοσέλιδα συμφωνούν, έγκλημα. Ο Ταϋλανδός μπάτλερ μιας τετραμελούς οικογένειας στα βόρεια προάστεια, τους δένει, τους βασανίζει για μέρες, τους σκοτώνει όλους κι εξαφανίζεται με τιμαλφή και χρήματα. Άντε να το χωρέσει αυτό η εγκηματολογία. Όσο καλά κι αν έγραψα.
Σα να μην έφταναν όλα αυτά, αρχές Ιουνίου, υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, έχει προσγειωθεί στο Ελληνικό με πτήση της Ολυμπιακής και ο Κοσκωτάς, καθώς, λέει, η δική του μαρτυρία είναι κρίσιμη για το Ειδικό Δικαστήριο. Εγώ ξέρω ότι και το φετινό πρωτάθλημα χάθηκε απ’ το Φεβρουάριο. Μας διακόψανε στο 84Ο λεπτό ενώ κερδίζαμε 2-1 το ματς με την ΑΕΚ, μας βάλανε να ξαναπαίξουμε στη Ρόδο και χάσαμε για να ‘ρθούν μετά οι επιστήμονες. Που τουλάχιστον αν κάνανε κεμπάπ τον απεχθή καραφλοχαιτά σέντερ φορ απ’ τη Γαστούνη θά’ χαμε κάτι να λέγαμε μπας και ρεφάρουμε για την τιμωρία που φάγαμε ως ομάδα, έξι μάτς σε ουδέτερο γήπεδο. Για όλα αυτά, τί έχεις να πεις, χοντρέ πρώην τραπεζίτη; Πες τα στον κύριο με τα γουνάκια, ντε. Άντε να σε δούμε !
Με τον τεράστιο ανεμιστήρα που κοιτάει στη μισάνοιχτη ανοιχτή πόρτα της εισόδου ν’ αποτελεί ικανό θέλγητρο, το “Rock City”, δυό βήματα δίπλα απ’ την εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής, με καλεί να μπω.
Meeting point, δισκάδικο και ακαφέδωτο μουσικό καφενείο, από κει προμηθευόμαστε τη μουσική μας τροφή.  Βγαίνω μετά από μισάωρο, έχοντας στη  μικρή σακκούλα με το λογότυπο του Rock City που πολύ μ’ άρεσαν και τις κράταγα το καινούριο των Skid Row σε κασσέττα. “Slave To The Grind”. Δεν το διάλεξα χωρίς σκέψη.
Καθώς το ’91 έχει κλείσει το πρώτο του μισό, η μουσική ύπαρξη ημών των χεβυμεταλλάδων συνεχίζει να διάγει περηφανής, ακμάζουσα, δικαιωμένη. Ο παρανοϊκός Jeff Waters με τους Annihilator, οι Candlemass, oι Running Wild με τους Raven, όλοι έχουν έρθει στο «ΡΟΔΟΝ».
Queensryche, μπάντα προμετωπίδα του progressive μας βγάζουν ασπροπρόσωπους μπαίνοντας στο top-10 της Αμερικής.
Οι Black Crowes με τον πρώτο τους δίσκο μας συνεχίζουν την εκδίκηση της δεκαετίας του ’70, ενώ οι Ζέππελιν επανακυκλοφορούν σε remastered cd όλη τους τη δισκογραφία.
Judas Priest και Motorhead ανανεωμενοι, οι AC/DC, αν και πιο light έχουν επιστρέψει με παγκόσμια περιοδεία και εκατομμύρια πωλήσεις, ενώ το hard rock είναι μια εμπορική δύναμη χωρίς γυρισμό. Winger, Warrant, House Of Lords, Damn Yankees, Steelheart, Poison σαρώνουν το MTV. Εδώ οι Firehouse έχουν τη μπαλάντα τους “Love Of A Lifetime” στο top – 5 ολόκληρου Billboard. Από κοντά τους κι εκείνοι οι μετρίως μετρημένοι οι Extreme, με το νανουρισματάκι “More Than Words”.
Αλλά αυτό με τους Skid Row, δεν το περίμενε κανείς.
Το ’89 είχαν έρθει από το πουθενά και καβάλησαν τη Μποντζοβειάδα της εποχής για τα καλά. Όλοι είχαν ξαναδεί ροκ συγκροτήματα με έναν, άντε δύο «ωραίους» τύπους μπροστά, να τους σεντράρει ο φακός στα κορίτσια. Εδώ όμως το πράμα ανέβαινε επίπεδο απότομα. Πέντε αρσενικά heavy metal μοντέλα, κοψοφλέβιες μπαλλάντες και τραγουδιστής που έστελνε τις γυναίκες από τα 14 και μετά στην εντατική, άμα τη εμφανίσει. Πόσο ν’ αντέξουμε κι εμείς οι απλοί ακροατές;
Τους κατατάξαμε στους αλαφρούς και στραφήκαμε προς λιγώτερο τρομακτικά πρότυπα. Έλα όμως που τελικά έφτασαν κι οι ίδιοι να υποφέρουν από την στυγνή κατηγοριοποίησή τους ως «μακρυμάλλικα ροκ γκομενάκια».
Περισσότερο, δε, απ’ όλους τους Skid Row υπέφερε ο 22χρονος Καναδός frontman με το εξόχως παραπλανητικό, υπεύθυνο για την απάλειψη ολόκληρου κεφαλαίου κλασσικής μουσικής από τη συλλογική μνήμη, ψευδώνυμο Sebastian Bach. Και είχε βαλθεί να κάνει τα πάντα για ν’ αποδείξει ότι δεν ήταν ένα μπάνικο άτριχο αγοράκι με μαλλί ισιωμενο από κομμωτήριο, αλλά ο αχαλίνωτος, ανεύθυνος ροκ-εν-ρολ καργιόλης που ούρλιαζε μέσα στα σωθικά του.



Ο Nikki Sixx των Motley Crue είχε δηλώσει –προφανώς έχοντάς το κάπου διαβάσει- ότι το ροκ-εν-ρολ είναι σαν αυτοκινητιστικό ατύχημα. Όταν τύχει και το δεις, τσακισμένες λαμαρίνες και κορμιά στην άσφαλτο, υποτίθεται ότι «δεν πρέπει» να κοιτάξεις, όμως κάτι σε κάνει να μην μπορείς να ξεκολλήσεις τα μάτια του από πάνω του.
Η οργή και η αλαζονεία του Bach ήταν βέβαιο, από τους πρώτους μήνες της καρριέρας των Skid Row ότι θα προκαλέσει, αργά ή γρήγορα, ένα τέτοιο ατύχημα.
Στις 27 Δεκεμβρίου του ’89, καθώς η πρώτη τους παγκόσμια περιοδεία περνούσε από το Civic Center του Springfield της Μασσαχουσέτης, τρώει από το κοινό ένα μπουκάλι στη μάπα.. Τον χτυπάει στο μάτι. Τσαντισμένος, το αρπάζει και το πετάει στα τυφλά μέσα στον κόσμο,  για να ριχτεί αμέσως μετά κι ο ίδιος μέσα στο πλήθος «να βρει τον πούστη που το πέταξε και να του σπάσει σαγώνι».
Αποτέλεσμα, μια ανύποπτη νεαρή φαν να χτυπηθεί εκείνη από το επιστραφέν μπουκάλι στο πρόσωπο και, τελικά, να χάσει το μάτι της. Και μπορεί στις 9 Ιανουαρίου του 1990 ο Bach να εμφανίστηκε ενώπιον του Hampden Country Superior Court κατηγορούμενος για βαρεία σκοπούμενη σωματική βλάβη αρνούμενος τις κατηγορίες, όμως η υπόθεση αυτή θα εξακολουθήσει για καιρό να βαραίνει τη μπάντα.
O Βach, παρ’ ότι ασκεί κι αυτός αγωγή αποζημίωσης κατά των διαχιεριστών του Civic Center και της αστικώς υπεύθυνης ασφαλιστικής εταιρίας («όπως και να το δεις, εγώ έφαγα το μπουκάλι πρώτος»), πείθεται τελικά να ομολογήσει ενοχή για σωματική βλάβη από αμέλεια.
Θα αποδεχθεί μια χωρίς δίκη ολιγόμηνη ποινή με αυστηρούς όρους τριετούς αναστολής και θα υποχρεωθεί να καταβάλει το ποσό των 200.000 δολλαρίων στο θύμα. Ποσό το οποίο εξάγεται από το κομπόδεμα του οργανισμού Skid Row, με όλους τους διαπροσωπικούς και οικονομικούς τριγμούς που αυτό προκαλεί.
«Ήταν η πρώτη φορά που έκλαψα από πιτσιρικάς. Η κοπέλα ασφαλώς και άξιζε και την τελευταία δεκάρα απ΄όσα πήρε. Όμως δε μπορούσα να χωνέψω ότι χωρίς να το θέλω έβλαψα κάποιον που του αρέσει η μουσική μας. Για τον τύπο, δε συζητάω καν. Έπεσαν να με ανακήρυξαν δημόσιο κίνδυνο».
Όταν η μπάντα μπαίνει το Σεπτέμβριο του 1990 στο New River Studios του Fort Lauderdale της Φλόριντα, έχοντας μαζί της ως παραγωγό -πάλι, όπως και στο ντεμπούτο τους- τον Michael Wagener, ένα είναι βέβαιο: οι εμπειρίες από 20 συνεχείς μήνες στο δρόμο –πάνω από 200 συναυλίες- η λατρεία από εκατομμύρια οπαδούς, οι πλατινένοι δίσκοι, τα βραβεία για το «Καλύτερο Πρωτοεμφανιζόμενο Συγκρότημα» και η ατυχηματική ασωτεία της ροκ ζωής αναζητούν διέξοδο να ξεσπάσουν.
«Άκουγες συχνά εκείνη την περίοδο από τα γκρουπ ότι θέλουν “το επόμενο άλμπουμ τους να είναι πιο heavy”, όμως οι Skid Row το εννούσαν πραγματικά», θα πει ο 41χρονος Γερμανός ηχολήπτης (Dokken, Accept, Metallica, Stryper, Megadeth, Alice Cooper, Bonfire, White Lion) που από μετανάστης έγινε με το σπαθί του περιζήτητος παραγωγός.
Πράγματι, στις 11 Ιουνίου 1991, ο δεύτερος δίσκος των Skid Row εξαπολύεται στη μουσική ανθρωπότητα μακράν πιο οργισμένος, βρωμόστομος, αγανακτισμένος και heavy απ΄ότι τα εκατομμύρια ροδομάγουλες φανς προσέμεναν.
Γιατί όντως το προσέμεναν. Μετά από δύο εβδομάδες κυκλοφορίας, το “Slave To The Grind”, μ’ ένα εξώφυλλο – γκραβούρα, φτιαγμενο από τον πατέρα του Sebastian Bach, φημισμένο ζωγράφο, θα βρεθεί στην κορυφή του Billboard, πάνω από κορυφαία ποπ ονόματα της εποχής, όπως οι Paula Abdul, Garth Brooks, R.E.M., Mariah Carey, Michael Bolton, Black Crowes και Extreme (US#1, 29/6/1991 και UK#5, 22/6/91).
Τις διαθέσεις του νέου υλικού έχει προλογίσει το single “Monkey Business” (UK#19, 15/6/91). Ένα κατηγορητικό travelling προς μια πινακοθήκη αχρείων χαρακτήρων: «cartoon φονιάδες», «κυρίες καγκουρώ», «φρικιά που ξεμυτάνε στις εννιά», «ξερακιανά πρεζάκια», σκληρόκαρδα «χωριατόπουλα», «ψυχωσικούς» κι «αρπακτικά». Μια περασιά από τις μούρες που απεικονίζονται και στο εξώφυλλο να προσπαθούνε να κατανικήσουν με τη βία –αν όχι να θάψουν ζωντανό – έναν οργισμένο μαλλιά.


Πριν συνειδητοποιήσεις ότι πρόκειται για το ίδιο γκρουπ που έγινε παγκόσμια γνωστό με αφελή, lite τσιτάτα όπως το “Big Guns” και το “Youth Gone Wild”, έρχεται καταπάνω σου ένας οδοστρωτήρας με μηχανή τούρμπο και σπασμένα τα φρένα. Το ομώνυμο “Slave To The Grind”  (UK#43, 14/9/91), ηχογραφημένο σε λιγώτερο από μια ώρα και αφημένο, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Wagener, σχεδόν χωρίς μίξη, είναι μια επίθεση στο σβέρκο που μόνον ίσως οι Motorhead θα μπορούσαν να δρομολογήσουν τόσο ακατέργαστα, με τον Bach να φτύνει απόγνωση για όσους «ξεσκίσαν τις προθέσεις μου, μία προς μία» και να υπενθυμίζει με οίηση στο ρεφραίν: «Βασιλιάς του κόσμου δε θα γίνεις, άμα μένεις σκλάβος στη ρουτίνα».


«Η ρουτίνα, η μηχανή του κιμά, αφορά κάθε είδους δουλειά. Από την πιο βαρετή, μέχρι και το ροκ-εν-ρολ. Άμα κάποιοι σου λένε τί θα κάνεις κι εσύ μαθαίνεις να τους υπακούς, αργά ή γρήγορα θα γίνεις σκλάβος σε μια μηχανή μεγαλύτερη από σένα. Αυτό προσπαθησαν να κάνουν και μ΄εμάς. Να παίξετε έτσι, να γράψετε ένα τραγούδι που ν΄ακούγεται έτσι. Τους αγνοήσαμε όλους. Δε θα βρεις εμπορικά ροκ τραγούδια στο δίσκο μας. ΤΙΠΟΤΕ !»
Στο “The Threat”, γραμμένο όπως και η πλειοψηφία των 12 τραγουδιών του δίσκου από τους 27χρονους διόσκουρους Dave “Snake” Sabo (κιθάρα) και Rachel Bolan (μπάσο, αυτόν με το σκουλαρίκι στη μύτη), έχει τον όγκο των πρώϊμων Priest και τον Bach να ουρλιάζει Once youve made your mark, youve made a threat to society”.
Εκεί έρχεται η πρώτη μπαλάντα του δίσκου, το “Quicksand Jesus”. «Άραγε να σωθούμε πάμε από τα λόγια μπάσταρδων αγίων – Ζούμε από φόβο ή από πίστη; - Πες μου, πια, ποιός κρύβεται πίσω απ΄τη βροχή;».  
Ο Sebastian Bach σε μια αρχέγονη, συγκλονιστική ερμηνεία σβήνει κυριολεκτικά όλες τις προηγούμενές του, ενώ οι κιθάρες των Sabo και Hill μεστώνουν με αυθεντικό πόνο. Στο κομμάτι αυτό είναι που ο Sebastian Bach προβάλλει εν έτει 1991 η «καλύτερη», από κάθε άποψη, – με διαφορά- hard rock φωνή στον πλανήτη.


«Μπορούσαμε να γράψουμε μια μπαλάντα ίδια με το I Remember You”, αλλά δε θέλαμε κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται να γίνουμε ποιητές, εντάξει, όμως τουλάχιστον θέλουμε να μην προσβάλλουμε τη νοημοσύνη του ακροατή. Μ΄αρέσει πολύ να διαβάζω στίχους των παλιών Rush. Το κομμάτι μιλάει για την πίστη στο Θεό και το πώς, ενώ την αναζητάς, διαρκώς κινδυνεύεις να την χάσεις».
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής απ’ άκρη σ’ άκρη είναι ο ήχος του Michael Wagener. Πεντακάθαρα βρώμικος, βρυχάται, με στρογγυλάδες, λεπτές αποχρώσεις, sustain, αιχμές, συρσίματα και στριγγλίσματα και τη φωνή του Bach να τρυπάει τα σύννεφα. Tο ανάλγητα σκοτεινό “Psycho Love” («Δες την Κλημεντίνη – πλένει τις βελόνες της στο κρασί - με τα μούτρα στον μονόφθαλμο κόσμο της –παρέα με τον εγκεφαλικά νεκρό της βαλεντίνο»), το γεμάτο μίσος και περιφρόνηση “Get The Fuck Out”, το παραλήρημα δυσαρέσκειας του “Living On A Chain Gang” και το έκφυλο “Creepshow” (“psychos, dykes and transvestites are on the choppin' block”) όλα τους βαράνε –κάπως κακόφωνα, αλλά- ασύστολα, με το μπάσο του Bolan και τα πιατίνια του Affuso να ακούγονται ενάμισυ μέτρο απ΄τ΄αυτί σου.
«Πώς είναι δυνατόν ΕΜΕΙΣ να είμαστε αυτοί;», θ΄αναρωτηθεί έκθαμβος ο ίδιος ο Sebastian Bach, έχοντας μόλις ακούσει τις ολοκληρωμένες ηχογραφήσεις.  
Κι εκεί που νομίζεις ότι ο δίσκος ό,τι είχε να δώσει το έδωσε, έρχεται η δεύτερη μπαλάντα, το “In A Darkened Room”. Ένα σπαρακτικό blues για τον προδομένιο έρωτα, όπου ο Bach τραγουδάει δικούς του στίχους με τη λυγμική ερμηνεία ενός θανάσιμα λαβωμένου Όμπερον, που σου κόβει την ανάσα.
“Tell me when the kiss of love
becomes a lie
That bears the scar of sin too deep
To hide behind this fear of running
unto you
Please let there be light
In a darkened room”.

 
Η συναισθηματική εξουθένωση βρίσκει το απεγνωσμένα αναγκαίο διάλειμμα στο γκαζωμένο “Riot Act” και το αδυσώπητο σα βαριοπούλα στα χέρια τσαντισμένου σιδερά “Mudkicker”, σαν οι Ramones να προηγούνται και να έπονται οι Corrosion Of Conformity. Για να ολοκληρωθεί η δωδεκάδα με την τρίτη, ναι την τρίτη, μπαλάντα.
Το Wasted Time, όπου ο Bach με δυσανάλογο προς τα 23 του χρόνια υπαρξιακό σθένος, πετάει στο πάτωμα το ροκ σταρ εικόνισμά του και το ποδοπατά με μένος, μαζί με ό,τι έχει απομείνει όρθιο από την ψυχή του ακροατή.
 
“Is it all just wasted time
Can you live with yourself
When you think of what
You left behind”

 
Με μια ιδέα πιο μελωδικό ρεφραίν από τις δύο προηγούμενες, η μπαλάντα θα γίνει η τελευταία επιτυχία από το “Slave To The Grind” (UK#20, 23/11/91 και US#88, 11/1/1992), κάτι μήνες μετά το καλοκαίρι εκείνο.
 

Κατά τη διάρκεια του οποίου, πάντως, ζούσαμε, ανύποπτοι, στην ευδαιμονία των τελευταίων ημερών του hard rock, όπως το γνωρίσαμε και μεγαλώσαμε μαζί του. Στις 29 Ιουλίου 1991 ο δίσκος των Skid Row ανακοινώνεται ότι έχει ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο πωλήσεις μόνο στις Η.Π.Α., ενώ η περιοδεία τους, σαπόρτ στους Guns N’ Roses –οι οποίοι προετοιμάζουν την κυκλοφορία των δύο “Use Your Illusion”- σπέρνει τον απόλυτο πανικό. Πρώτα και κυρίως στην Αμερική, για να συνεχίσει το φθινόπωρο σε Ευρώπη και Ιαπωνία. Τί θα μπορούσε να πάει στραβά;
Η απάντηση ήταν κρυμμένη σε μια αριστερή σελίδα του τεύχους Φεβρουαρίου του Metal Hammer. Τρεις φάτσες άπλυτες, μίζερες, μοχθηρά ατημέλητες, επηρμένες για τη μέτριότητά τους.
Το εντελώς αντίστροφο από τον εξωστρεφή, ψυχοσυναισθηματικά καθαρό ήχο των Skid Row.
Ο έλληνας συντάκτης Χ.Κ. απέδιδε το κείμενο κάποιου βρετανού James Sherry για μια μπάντα από το Σηάτλ, κλείνοντας με μια μάλλον προσωπική παρατήρηση, η οποία απηχούσε ακριβώς αυτή τη διάσπαρτη στους χορτασμένους, άφιλους μουσικογραφιάδες μοχθηρία κατά του ταλέντου που ξεχωρίζει: «(…) Πάντως υπάρχει συναρπαστική μουσική σήμερα, για όποιον ενδιαφέρεται πραγματικά. Οι (σ.σ.: αρνούμαι να γράψω το όνομα) όσο πάνε και καλυτερεύουν. Μακάρι να έμπαινε το (σ.σ.: σιγά μη γράψω τον τίτλο) στο τοπ-40, για να δούνε μερικοί. Κάποια μέρα όμως…».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites