Def Leppard: High ‘N’ Dry, ένα ρηξικέλευθο πρήκουελ θριάμβων
Τρίτη

31Αύγ

Οι μυστακοφόροι, καραφλοί και λοιποί ασχομομούτσουνοι που κοιτούν προς τους ουρανούς -έχω, δε, την υποψία ότι κάποιοι είναι και διπλοί μέσα στο μαυρόασπρο πλήθος του εξωφύλλου- τί βλέπουν, άραγε, νά’ ρχεται καταπάνω τους, κι έχουν τέτοια έκπληξη, μπορεί να την πεις κι αγωνία;
Η ορθογώνια έγχρωμη φωτογραφία με την απόκοσμα ήρεμη σα γυαλί πισίνα τί να σημαίνει; Λες νά’ν η ίδια εξοχική κατοικία απ’ το “Phenomenon” των U.F.O. αυτή που φαίνεται πίσω; Και πάνω της, ο καταδύτης, χαρτοκομμένος κολλάζ από μέτριο μαθητή σε τμήμα καλλιτεχνικών δημοτικού σχολείου του Νόριτς έχει τοποθετηθεί κι αυτός αλλούτερα, μουμιοποιημένα, λες και δεν τον νοιάζει που θα σκάσει σε κλάσματα δευτερολέπτου στο νερό – ή μήπως στη φυσική του πόζα ήτανε γυρισμένος ανάποδα και λιαζότανε; Και τέλος πάντων, γιατί, στο οπισθόφυλλο, οι ίδιοι μαυρόασπροι ασχημομούρηδες κοιτούν προς τα κάτω με χαμόγελα μυστηριώδους αγαλλίασης; Χαίρονται για κάτι που έπεσε μπρος στα πόδια τους; Τί νά’ναι άραγε;
Το θυμάμαι εκείνο το καλοκαίρι που πρωτόπιασα στα χέρια μου το “High ‘N’ Dry” των Def Leppard, το διπλωμένο στο εξώφυλλο της Hipgnosis, που μας είχε μάθει την παραίσθηση από τα εξώφυλλα των U.F.O., Pink Floyd, Yes, Wishbone Ash και Scorpions. “High ‘N’ Dry”. Άλλο πάλι κι αυτό. Τί να πα’ να πει, δηλαδή, αυτός ο τίτλος;
Ο αγγλικής εκτύπωσης δίσκος της Vertigo, με κίτρινη λεπτή ράχη, φθαρμένος στις γωνίες από τα διαδοχικά στοιβάγματα σε ντουλάπες, σύνθετα και ράφια, είχε εκείνο το λούστρο το διαφορετικό από τους ελληνικούς. Παρά τα πέντε καλοκαίρια από την πρώτη κυκλοφορία του, τα χρώματα ήταν αυθεντικά, όχι σαν κουνημένη έγχρωμη φωτοτυπία, όπως στους ελληνικής εκτύπωσης.
Τα καλοκαιρινά απογεύματα μετά το μπάνιο, στις μεταξύ ροδάκινου, νεσκαφέ και σπράϊτ ακροάσεις μας πριν τη βραδυνή περαντζάδα, είχαμε όλο το χρόνο να τα παρατηρούμε αυτά τα πράγματα προσεκτικά, έχοντας βάλει το βινύλιο να γυρίζει.



Το “Pyromania” -πρώτο όλοι αυτό είχαμε ακούσει- μας επέβαλλε κάποιο επίπεδο σχολαστικότητας, καθώς, έτσι ξέραμε, εκείνη τη στιγμή ο δίσκο με το στόχαστρο και το κτίριο που καίγεται ήταν το «πιο εμπορικό hard rock άλμπουμ όλων των εποχών». Οπότε, ο δίσκος με το μυστήριο καταδύτη στο εξώφυλλο ήταν ένα από κείνα τα άλμπουμ που, ενώ στην πραγματικότητα ήταν «πρήκουελ», είχανε δηλαδή βγει αμέσως πριν το δίσκο - επιτυχία του συγκροτήματος, που μας συναντούσε κατά κανόνα πρώτος, εμείς χρονικά το ακούγαμε σαν σήκουελ. Το “Highway To Hell” μετά το “Back In Black”, το “Animals”, μετά το “The Wall”, το “ΙΙΙ” (το «Τρίο») των Zeppelin μετά το “IV” (το «Τέσσερο», που λέγανε μερικοί - μερικοί).
Κατά την ηχογράφηση του άλμπουμ, τους τρεις ανοιξιάτικους μήνες του ’81 στα Battery Studios του Λονδίνου, το βέβαιο είναι, όπως το καταγράφει για πάντα το βινύλιο, ότι από τους πέντε νεαρούς μουσικούς υπήρχε ενθουσιασμός, όσο και προσήλωση στις οδηγίες του παραγωγού Robert “Mutt” Lange Lange που τους εξάσκησε στο να ακονίζουν τις ικανότητές τους πάνω στη λεπτομέρεια. Από τις πρώτες νότες η σφραγίδα του Lange στο υλικό είναι αισθητή, ακόμη κι αν ο τότε ακροατής είχε ως δόκιμο μέτρο σύγκρισης μόνον ένα όνομα το οποίο ο νεαρός Νοτιοαφρικάνος παραγωγός είχε πιάσει στα χέρια του, τους AC/DC. Το “Let It Go” έχει κάτι από τη δυναμική του “Shoot To Thrill” και τον ραφιναρισμένο ήχο που χρειάζεται για να περπατήσει ίσια καταπάνω σου και να σου φωνάξει καταπρόσωπο, χωρίς να φείδεται ροκοσύνης : τρία ιδανικού χρονισμού σόλο από τον Steve Clark, στιγμιαίο χαμήλωμα του ρυθμού μέσα σε παραισθητικά flantzer (“cool womancool eyesyou got me hypnotized”) κι ένα σημειωτόν της ρυθμικής κιθάρας κάτω από τη γέφυρα -πατέντα που ο Lange είχε τελειοποιήσει ήδη από το “Touch Too Much” του ’79- είναι οι λεπτομέρειες που εξασφαλίζουν αποτύπωμα στη μνήμη. Ένα πρώτο κομμάτι που δίνει όλα όσα η μπάντα επιδιώκει: σκληρό τέμπο, αρμονίες, ρεφραίν που να μπορεί κάθε μεθυσμένη παρέα ακούρευτων σπυριάρηδων να φωνάξει και πάνω απ΄όλα ένας πεντακάθαρος ήχος.
Αίσθηση που γίνεται ακόμη πιο έντονη με το ορμητικό “Another Hit And Run”, που κουβαλάει ένα από τους καλοκουρδισμένα κιθαριστικά μπαράζ –ιδίως για τότε που βγήκε, στο hard rock κόσμο του ’81. Με το μοτίβο του Clark και το μπάσο του Savage να προλογίζουν, προσμένεις την έκρηξη να’ ρχεται, σχεδόν δαγκώνεις με τα δόντια το ρεφραίν και νιώθεις ότι μπορείς να το ακολουθείς να επαναλαμβάνεται στο υπερπέραν. Μετά το πρωτόλειο ντεμπούτο, ο Joe Elliot είχε εξελιχθεί σ’ έναν φωνακλά πρώτου θρανίου στη νεόκοπη μεν, αλλά τόσο «μεταλλική» σχολή του Brian Johnson, η τέρψη που προκαλεί η φωτοσκίαση από τις κιθάρες – πρώτο σόλο o Clark, το δεύτερο και πιο σπηνταρισμενο ο Pete Willis- γεμίζουν σχεδόν ένα πεντάλεπτο, που πριν τελειώσει, είσαι σίγουρος ότι αμέσως μετά θα σηκώσεις το λεβιέ, θα ζυγίσεις τη βελόνα στο κενό και θα την αφήσεις να κατέβει στο μισού δευτερολέπτου κενό μετά το ‘Let It Go”, για να το ξανακούσεις.




Οι παραπομπές στη διάσημη AC/DCιακή φόρμουλα του Lange κορυφώνονται στο τρίτο, ομώνυμο κομμάτι. Παίρνοντας τη σκυτάλη θά’ λεγες από το “Rock ‘N’ Roll Ain’t Noise Pollution” και με τα συναρπαστικά σόλο του Peter Willis που μοιάζουν σαν ο Mick Ronson νά’χει καταπιεί σπηντάκια και να το γλεντάει απελευθερωμένος από το γκλαμ παρελθόν του, το “HighNDry (Saturday Night)” στιχουργεί τη μεθυσμένη ολιγάρκεια ενός hangover που δεν τελειώνει ποτέ  :
“Saturday, I feel right - I've been drinkin' all day
Yes I got a date, a midnight ride - I had to get it away

I'm not a loner, I'm not a fool - Don't need a reason, reason to be cool
I got my whiskey, I got my wine - I got my woman and this time the lights are goin' out

High (Saturday night) High an' dry”



Είναι όμως το τέταρτο κομμάτι της πρώτης πλευράς που πείθει ότι εδώ το συγκροτηματάκι από το Sheffield καλώς το τσίμπησαν οι ανερχόμενοι και φιλόδοξοι μάνατζερ Peter Mench και Cliff Bernstein και τους υπέγραψαν στην νεοσύστατη Q Prime, ξεδιαλέγοντάς το από την πλειάδα τιγκαρισμένων ενέργεια συγκροτημάτων του New Wave Of British Heavy Metal. Αυτό το κομμάτι αποδεικνύει ότι εδώ από το 1981 επιδίωξαν ν’ ανέβουν πίστα, προσπερνώντας σε εμβέλεια όλους τους βαρυκόκκαλους συντρόφους τους (από Maiden και Saxon, ως Tygers Of The Pan Tang και Diamond Head), με τους οποίους με χαρακτηριστική προχειρότητα ο τύπος της εποχής τους κατέτασσε.


Το “Bringing On A Heartbreak” είναι μια από την πρώτη νότα επιδραστική μπαλλάντα, που είναι power ballad πριν καν εφευρεθεί ο όρος. Μαέστρος ολκής στο να ενορχηστρώνει δεύτερες φωνές, ο Lange βάζει τους τέσσερις Leppard να κάνουν τα δεύτερα φωνητικά του ρεφραίν, τα αναδιπλασιάζει στο στούντιο και καβάλα στο κοφτό ριφ - βατήρα των Clark/Willis που άπειροι θα μιμηθούν τα επόμενα χρόνια, οδηγεί το ρεφραίν στη στρατόσφαιρα (“Bringin on the heartbrea-eeeeeeeeeeak  - Bringinon heartaaaaa-aaa- aaache !”). Είναι ο τύπος του «εμπορικού» single που, έχοντας ανεβάσει το επίπεδο από τις κατεξοχήν «απαλά μελωδικές» μπαλάντες συγκροτημάτων όπως οι Journey και οι Foreigner σε ένα ψευδοσυμφωνικό hard rock βάθρο, θα κυριαρχήσει στο ραδιόφωνο από τα μέσα της δεκαετίας και μετά. Το Μάρτιο του ’84, στον απόηχο της σαρωτικής επιτυχίας του “Pyromania” ο “Mutt” Lange ξαναμίξαρε το “Bringing On A Heartbreak”, προσθέτοντας γεύση από συνθεσάϊζερ και περισσότερη κιθάρα από τον Phil Collen, o οποίος είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Pete Willis, τον οποίο είχε χαλάσει το μπουκάλι. Ένα πιο «μοντέρνο» κλιπ γυρίστηκε μάλιστα για το MTV, το οποίο μπορεί από εμπορική άποψη μπορεί να μην έκανε κάτι σπουδαίο (US#61, 30/6/84), όμως το κομμάτι έγινε από τις πρώτες hard rock μπαλλάντες που ταυτίστηκε με το όνομα των Def Leppard.


Πίσω στο δίσκο, η τελευταία νότα του “…Heartbreak”, προεκτείνεται για να μπει το “Switch 625”, μια όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη ή αναπτυγμένη στις λεπτομέρειές της instrumental ιδέα του Steve Clark, που κλείνει πάντως με παλμό την πρώτη πλευρά.  
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το στακάτο “You Got Me Runnin” που κινείται πάνω σ’ ένα κοφτό μοτίβο ακκόρντων για ν’ απογειωθεί από τα φωναχτά δεύτερα φωνητικά και τα αεροδυναμικά σόλο του Pete Willis. Το “Lady Strange” που ακολουθεί βάζει μια ευπρόσδεκτη δόση μελωδίας στο σκαρί του, με ρεφραίν και αρμονίες που θα το έκαναν ιδανικό single -χωρίς να κάνει έκπτωση στις εύγεστες κιθάρες, για μια ακόμη φορά- και το “Mirror Mirror (Look Into My Eyes)” προσθέτει μια γερή κουταλιά δράματος, κτισμένη και πάλι στην ενορχήστρωση πρώτης και δεύτερης γραμμής φωνητικών (η οποία και θα τελειοποιηθεί στο “Pyromania” με κομμάτια όπως τα “Die Hard The Hunter”, “Too Late For Love” και “Comin’ Under Fire”). Τα κάπως μονοκόμματα έως και πεζά “On Through The Night” και “No, No No” είναι μεταλλογενή fillers, από υλικό που είχε γράψει το γκρουπ την εποχή του πρώτου δίσκου, ξαναπερασμένα βέβαια κι αυτά με το δομικό λούστρο του Lange, για να ακούγονται εύπεπτα χτισμένα πάνω σε μεσαίες και ψιλές συχνότητες.
Με έξι σχεδόν ισάξια, πρώτης κλάσης, εύληπτα και χωρίς κανέναν πλατειασμό hard rock κομμάτια (συν την μπαλλάντα που ξεχωρίζει ένα κεφάλι απ΄όλα) τα οποία διαθέτουν συνυπάρχοντα τουλάχιστον τρία άξια λόγου στοιχεία στο σκαρί τους -ευκρινή μελωδία, δυνατό μεταδοτικό ρεφραίν και αξιοπρόσεκτη κιθάρα που δε βαβουριάζει ούτε δευτερόλεπτο- το κύριο στοιχείο που κληροδοτεί στον ακροατή το “High & Dry” είναι προσδοκίες. Ότι την επόμενη φορά θα είναι και τα υπόλοιπα τρία κομμάτια από τα δέκα θα είναι στην κλάση των πρώτων εφτά. Έχοντας το προνόμιο να έχεις ακούσει πρώτα το ‘Pyromania”, βλέπεις ότι το κατάφεραν να εκπληρώσουν την προσδοκία και με το παραπάνω.
Εκείνα τα καλοκαίρια που ψάχναμε τις μουσικές, τα στυλ, τις φιλίες, τις γυναίκες και τον εαυτό μας, συνηθίζαμε να βλέπουμε ευνοϊκά τους δίσκους τους προηγούμενους από την μεγάλη επιτυχία, αναζητώντας να επικυρώσουμε τη γνησιότητα των προθέσεων κάθε μπάντας που μετά, έφτασε στ΄αυτιά μας έχοντας γίνει διάσημη. Δεν ξέραμε και δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, τότε, ότι δέκα φορές πιο δύσκολο είναι να κρατηθείς το ίδιο επιτυχημένος, αμέσως μετά το μεγάλο σου hit, όταν όλοι, φθονεροί και μη, σε συγκρίνουν με τον καλύτερό σου εαυτό σου. Ότι το ζητούμενο είναι να ξεπεράσεις αυτό ακριβώς το μπλόκο της αόρατης, «προσδοκίας» Να διαρκέσεις, να αντέξεις, να υπερασπιστείς την ταυτότητά σου, μερικές φορές και να μετασχηματιστείς. Και μέσα από χίλια δύο εμπόδια, να ξαναγυρίσεις.
Αυτά τότε δεν τα ξέραμε. Όπως δεν ξέραμε ότι το “High And Dry” που κυκλοφόρησε αρχές Ιουλίου του ’81, στη Βρετανία πέρασε συμπαθητικά απαρατήρητο (UK#26, 1/8/81), με μερίδα του τύπου να θεωρεί ότι ήδη «έχουν ξεπουληθεί στην αμερικάνικη αγορά».



Ότι η αντιμετώπιση αυτή αποτέλεσε ένα από τα πρώτα κεφάλαια ενός μετέπειτα σχεδόν κανονιστικού φαινομένου: όταν ένα βρετανικό ροκ συγκρότημα εμφάνιζε φιλοδοξία μεγαλύτερη από τα γεωγραφικά όρια του νησιού, ο βρετανικός μουσικός τύπος πρώτα θα του φορούσε ασφυκτική ταμπέλα και θα το μισούσε, κι ύστερα, όταν καταλάβαινε ότι δεν κατάφερε να σε γκρεμίσει, θα σε εκθείαζε, οδηγώντας ή και προτρέποντας πολλούς άλλους να αντιγράψουν το στυλ και τον ήχο του.
Ότι στην παγκόσμια περιοδεία των εξήντα επτά εμφανίσεων που ξεκίνησε Ιούνιο στο Γκέτεμποργκ, πέρασε Φιλανδία, Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ελβετία, Ισπανία, 12 στη Βρετανία (με στάση στις 25/6 στο Hammersmith και μάλιστα ως headliners με τους Lionheart και τους More για support) κι έφτασε μέχρι το Σεπτέμβριο του ‘81, με 33 εμφανίσεις στις Η.Π.Α., support στην εξώλης και προώλης περιοδεία του Ozzy Osbourne (με Randy Rhoads, Rudy Sarzo και Tommy Aldridge στη σύνθεση, λίγο πριν κυκλοφορήσει το “Diary Of A Madman”).
Ότι, στην Αμερική, όπου και οι Mench και Bernstein στόχευαν πλέον ξεκάθαρα, με ώθηση από εκείνες τις 33 εμφανίσεις 45 λεπτών, το άλμπουμ ανέβηκε αθόρυβα στο top-40 (US#38, 17/10/81), επίτευγμα καθόλου ευκαταφρόνητο, το οποίο μάλιστα κανένα γκρουπ του New Wave Of British Heavy Metal δεν είχε τότε ακόμη καν ονειρευτεί.
Ιδίως, δεν ξέραμε ότι το “High And Dry”, το «ξεκρέμαστο», το «αβοήθητο», ακόμη και 40 χρόνια μετά, θ’ ακούγεται ενθουσιώδες και αποφασιστικό. Στην ουσία ρηξικέλευθο, σαν το κάθετο άλμα του καταδύτη στο εξώφυλλο, όπως ταιριάζει σε κάθε άγουρο «πρήκουελ» ώριμων θριάμβων.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

// Old Time Rock

// Live Favorites