Accept: Αποχαιρετισμός στα Όπλα, aka “Russian Roulette”
Saturday

4Dec

Accept: Αποχαιρετισμός στα Όπλα, aka “Russian Roulette”

Δημοσιεύθηκε από:

04/12/2021

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

1092
Τον Δεκέμβριο του 1917 ο μόλις 18χρονος Έρνεστ Χέμινγουεϊ κατατάσσεται ως εθελοντής τραυματιοφορέας και στέλνεται στο Ιταλικό μέτωπο, «στον πόλεμο που θα έβαζε τέλος σε όλους του πολέμους».
Εισπνέει τα αέρια κοντά στην πρώτη γραμμή, τραυματίζεται και σώζεται από θαύμα, καθώς χρησιμοποιεί ως ασπίδα το κορμί ενός νεκρού Ιταλού στρατιώτη. Τα συγκλονιστικά του βιώματα γεννούν το –κατά πολλούς- αριστούργημά του, «Αποχαιρετισμός Στα Όπλα», το 1929.
Φορτωμένοι με τις εμπειρίες τεσσάρων μεγάλων διεθνών περιοδειών, που κατά μια έννοια φέρουν τα στοιχεία πολέμου «που εξαντλεί όλους τους χαρακτήρες», οι πέντε μουσικοί από το Solingen της Βεστφαλίας, πόλη κοντά στα γαλλογερμανικά σύνορα, είναι αποφασισμένοι να παραγάγουν το δικό τους αριστούργημα.
Ντυμένο μ’ ένα αριστουργηματικό εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τον Dieter “Didi” Zill, με τους πέντε Accept ντυμένους με στολές αξιωματικών -υποτίθεται του ρωσικού στρατού- στη μπαρόκ γωνία ενός καρέ στρατιωτικής λέσχης, έτοιμους για μια παρτίδα ρώσικης ρουλέττας, το “Russian Roulette” κυκλοφορεί στις 21 Απριλίου 1986.
Οι υποδειγματικά φροντισμένοι φωτισμοί, η κίνηση και η εκφραστικότητα στα πρόσωπά τους (η αλαζονεία του Kaufmann, η ψυχράδα του Udo [που φαίνεται και βαθμολογικά ανώτερος], η έκπληξη του Hoffmann, η ταραχή του Baltes και η βλοσυρή αυτοκυριαρχία του Fischer, που περιμένει τον Udo να σηκώσει το γάντι), συν η τρανταχτή διχρωμία χακί και κόκκινου, σου σερβίρει μια υψηλής ευκρίνειας γκραβούρα, γεμάτη ένταση έτοιμη να ξεσπάσει. Μια εικόνα πραγματικά heavy metal.
Χωρίς εισαγωγές, με τη δίκαση του Stefan Kaufmann να χτυπάει τα μηνίγγια, τις κιθάρες των Hoffmann και Fischer πακτωμένες στη μίξη και τον Udo να οδηγεί επιβλητικά προς το ρεφραίν, το “T.V. War” ξεκινά την επέλαση σε φουλ ταχύτητα, χωρίς περιστροφές.



Με εντελώς επίκαιρες τις «χειρουργικές» αεροπορικές επιθέσεις των Αμερικανών κατά της Λιβύης, οι Accept καταπιάνονται –μέσω της μάνατζερ Gabi Hauke που για μια ακόμη φορά γράφει τους στιχους- με κάτι που ακόμη το κοινό του δυτικού κόσμου έχει βιώσει ως ένα απλό t.v. dinner: την τηλεοπτικά φορμαρισμένη προβολή πολεμικών επιχειρήσεων άδηλων «καλών» έναντι «κατάδηλων κακών», entertaining and far, far away”, η οποία θα προσλάβει την παγκοσμιοποιημένη της διάσταση πέντε ολόκληρα χρόνια αργότερα, με τον Πόλεμο του Κόλπου. Μια πενταετία, στη διάρκεια της οποίας οι Accept με τον κρυστάλλινα σκληρό ήχο του “Russian Roulette” έχουν καλουπώσει το θεμέλιο, το οποίο οι μέτριοι τευτονοσκανδιναυοί επίγονοί τους θα οικειοποιηθούν μέσα στην επόμενη δεκαετία, ως “power metal”.
Ο ήχος αυτός, πάλι σμιλεμένος στα Dieter Dierks Studios της Κολωνίας, αυτή τη φορά δεν έχει την εποπτεία του ιδιοκτήτη τους. Τα επίσημα χρονικά αναφέρουν βέβαια ότι άφησε στο πόδι του τον ηχολήπτη Michael Wagener, απασχολημένος –και καλοπληρωμένος- ων με το “Come Out & Play” των Twisted Sister σε διάφορ στούντιο μεταξύ Νέας Υόρκης και L.A..
Η αλήθεια είναι ότι η εμπορικά αδικαίωτη επένδυση του “Metal Heart”, ο πανάκριβός λογαριασμός του στουντιακού χρόνου και η επανεμφάνιση, πιο έντονα αυτή τη φορά από ποτέ, της διάστασης ανάμεσά τους για το αν θα έστρεφαν τον ήχο τους στο «πιο μελωδικό» (γραμμή Hoffmann) ή αν θα παρέμεναν στεγνά μεταλλικοί (γραμμή Udo) έκαναν de facto όχι και τόσο επιθυμητή την παρουσία του απαιτητικού Dierks.
Η θεματική του δίσκου είχε σε κάθε περίπτωση κεντραριστεί. Ένας σκληρός αντιπολεμικός άνεμος διατρέχει λελογισμένα το ύφος του καινούριου άλμπουμ, καθόλου, δε, τυχαία.  Ούτε δύο χρόνια πιο πριν, η έντονη δυσφορία μέρους του γαλλικού μουσικού τύπου για τη χρήση στην εισαγωγή του “Fast As Shark” του παραδοσιακού “Ein Heller und ein Batzen”, προσφιλούς στα στρατεύματα της Βέρμαχτ στον δεύτερο παγκόσμιο, επέβαλε η πεντάδα από το Solingen να τοποθετηθεί με σαφήνεια απέναντι στο μοιραία επιβαρυντικό προπατορικό αμάρτημα του ναζισμού, με το οποίο δεν ήθελαν να διατηρούν την παραμικρή σχέση.



War GamesKilled In Action! – War GamesFor Satisfaction! – Shangaid!”, ακούγονται στο ομώνυμο κομμάτι τα πανταχού παρόντα, επιβλητικά σαν χορωδία καθολικής εκκλησίας, δεύτερα φωνητικά, με τον Udo μπροστά να ξεκαθαρίζει το τοπίο: What a lie to say I'm immortal - What a lie to sell me your fame - Where is God when I'm buried - Does he stop this bloody game”.
Με μια από τις αμίμητες –είμαι ο κακός από τους εφτά νάνους κι έχω κοπεί στο lower εφτά φορές- ερμηνείες του Udo, το εφέ της ωρολογιακής βόμβας και ηλεκτρικό σιτάρ, το επικό “Russian Roulette” είναι το επίκεντρο του δίσκου. Έρχεται μετά το το με ρυθμικές επιδιώξεις υποψήφιο single, “Monsterman”, που προσθέτει άλλον έναν σκοτεινό αρσενικό χαρακτήρα στην τραγουδοποιία τους. Τhey call me mercy killercause I did it right, γρυλίζει ο Udo στο κουπλέ, συνεχίζοντας την παράδοση της προσωπογραφίας των αλητηρίων που έχουν καθιερώσει με τα “Breaker”, “Son Of A Bitch”, “Flash Rockin’ Man” και “Midnight Mover”.
To “Its Hard To Find A Way” είναι το πρώτο πραγματικά μεγάλο κομμάτι του άλμπουμ. Ένα ημιραδιοφωνικό, ημιάγριο ερωτικό soliloquy που δυναμώνει στα σωστά σημεία, σου κοπανάει το μυαλό με γουδοχέρι με τον αναγνωρίσιμα Acceptικό, αυτοτιμωρητικό στίχο “Ι’ m acting sweetnessbut im burning in hate – ‘cos I cαnt stand you hurting me the same way I hurt you(η Gabi σε μια από τις αρκετές της στοχουργικές κορυφές) και λιανίζει την ψυχή μ’ ένα συνταρακτικό σόλο του Hoffman, μαεστρικά περασμένο και κάτω από τα ρεφραίν). Σ΄ έναν ιδανικό κόσμο, ακόμη κι αυτόν του 1986, στον οποίο πήρε νταμπλ ο Μπατσινίλας και εκπομπή στην ΕΡΤ η Δήμητρα Λιάνη, το ιδανικό άσμα για βουτυρόκαρδους μεταλλάδες από τα Ταταύλα ως την Πολίχνη.



Για τους δε σκληρόκαρδους υπάρχει κολλητά το έπος “Aiming High”. Με κιθάρες -καλπασμό και εμψυχωτική δύναμη που σε εκτοξεύει στη στρατόσφαιρα, αν ερχόταν καπάκι μετά το “TV. War” θα ανέβαζε κατακόρυφα και την αξία όλου του δίσκου, καθώς, ακόμη κι έτσι χωμένο τελευταίο στην πρώτη πλευρά, επενεργεί ακαριαία: είναι ανθρωπίνως αδύνατο να έχεις μεγαλώσει με δίαιτα πλούσια σε μεταλλικά στοιχεία και να μην πιάσεις τον εαυτό σου να τραγουδάει τους στίχους με τη γροθιά στον αέρα, ήδη από το πρώτο ρεφραίν. Ακόμη κι αν η Gaby Hauke μ’ αυτό το τόσο φουλ macho κομμάτι ενδέχεται να ήθελε, λιωμένη στα γέλια, να κλωτσήσει τον υπερχειλίζοντα ανδρισμό του μέταλ στ’ αχαμνά (“Aiming HighAnd Im waiting for relief, to the best of my belief - What a fight to get it right, for a minute of delight), το κομμάτι ισοδυναμεί με ενέσσα αδρεναλίνης από τις λίγες.
Το “Heaven Is Hell”, το τρίτο αντιπολεμικό –κυρίως κατά των λεγόμενων «ιερών» πολέμων- κομμάτι ανοίγει τη δεύτερη πλευρά κι εκτείνεται σε εφτά λεπτά, αποπειρώμενο να εκμεταλλευτεί τη φόρμα του “Balls To The Wall” (εξ ου και κυκλοφόρησε σε single, σε συντετμημένη εκδοχή). “We swear it on the bible - If wanted on the Koran / It's always good for trouble - To have a holy ghost”. Όσο κι αν ο απαιτητικός φαν των Accept προσλαμβάνει την ευκολία στη φόρμα, δε γίνεται να μην απολαύσει τη στιγμή που σκάει το μελωδικό, κτισμένο με προσοχή, σόλο του Hoffmann.
Με το συμφωνικά ενορχηστρωμένο “Another Second To Be” έρχεται μια ακόμη  ηχογράφηση προορισμένη να κοπιαριστεί ad infinitum. Όχι πάντως η ουσία του, που βρίσκεται στο στοχαστικό των στίχων. «Είναι για έναν εκατομμυριούχο που μαθαίνει ότι θα πεθάνει από καλπάζουσα ασθένεια και με πίκρα, αναλογίζεται, όσο γράφουν οι εφημερίδες γι’ αυτόν, ολόκληρη τη ζωή του», θα εξηγήσει ο Hoffmann σε συνέντευξή του, δημοσιευμένη τον Ιούνιο του ’86 στο παρ’ ημίν μηνιαίο μεταλλικό συναξάρι που εκδίδεται στην Καλλιθέα με τίτλο “Heavy Metal”.  



Ο δίσκος κλείνει με τρία από τα κομμάτια που όσο κι αν λειτουργούν στο γενικό ύφος του, αποτυπώνοντας κι αυτά μονολόγους που συνδέουν πόλεμο, ανδρισμό και ματαιότητα, στη ματιά ενός επόπτη της όλης τους δισκογραφίας, καταλογίζονται χωρίς μεγάλη πιθανότητα λάθους στα «γεμίσματα».
Το “Walking In The Shadow” μιλάει για το υψωμένο ακόμη τείχος του Βερολίνου, προϊόν κι αυτό του πολέμου, το “Man Enough To Cry” συνεχίζει την αυτοαμφισβήτηση του “Monsterman” (“I was taught and I thought - A man is cold as ice - Showing off is not allowed”) και το “Stand Tight” τελειώνει οχληρά, ανακατεύοντας έμμεση κριτική στην στρατόκ@υλη φαντασίωση πειθαρχίας / υποτέλειας.
«Δε θα μπορούσαμε να έχουμε σχέδια για καριέρα, αν δεν είχαμε πρώτα τελειώσει τις στρατιωτικές υποχρεώσεις μας», εξηγεί ο Hoffmann στην συνέντευξη που διαβάσαμε εκείνον τον Ιούνιο και τη νιώθεις τη βιασύνη του να κλείσει το θέμα. Είναι όμως μια άλλου τύπου δική του βιασύνη που θα αποβεί άκαρπη και θα οδηγήσει πολύ πιο σύντομα απ’ όσο όλοι περιμέναμε ποτέ το τέλος των Accept.
«Ορισμένοι μέσα στη μπάντα βιάζονταν να πουλήσουμε εφτά εκατομμύρια αντίτυπα, δεν τους έφτανε το ένα που πλησιάσαμε με το “Balls To The Wall”. Ήθελαν να το γυρίσουμε στο πιο εμπορικό, με μπαλάντες και συνταγές για να ακουστούμε στο αμερικάνικο ραδιόφωνο. Με φωνή σαν την δικιά μου αυτό, βέβαια, είναι αδύνατο», θυμάται ο Udo δεκαετίες αργότερα.
Το “Russian Roulette” δεν ήταν, ούτε κατάφερε να ξεπεράσει τα μουσικά στάνταρ του “Metal Heart”. Δεν έχει τον τρισδιάστατο, περιποιημένο από τον Dierks ήχο ούτε, κυρίως, την συμπαγή αισθητική του, κάτι που μπορεί μεν να μην επηρέαζε τότε τον μέσο μεταλλά, ο οποίος αγκάλιασε την «σκεπτόμενη» σοφομοριά του.
Συνεκτιμώντας, δε, και την οικουμενικώς ευδιάκριτη -ακόμη τότε, στα ταραχώδη νερά του 1986- προκατάληψη του (αμερικάνικου κυρίως) κοινού απέναντι σε Γερμανούς που μιλάνε κατά του πολέμου αλλά πραγματοποιούν περιοδείες ντυμένοι με faux στρατιωτικές στολές –ο δε Udo και πάλι με παντελόνι παραλλαγής- είναι εξηγήσιμο γιατί ο ο «ευρωπαϊκής» μενταλιτέ αυτός δίσκος, παρά την πλήρους επαγγελματισμού, 85 εμφανίσεων εντός 7 μηνών περιοδεία, δεν προσέγγισε καν τις προσδοκώμενες πωλήσεις (UK#80, US#114), σηματοδοτώντας έτσι την αποχώρηση του λαοφιλούς Udo Dirkschneider από το συγκρότημα και την κατάρρευσή τους ενάμισυ χρόνο αργότερα, καθώς προσπαθούσαν να γίνουν Dokken από την Έσση.



Το “Russian Roulette” έμελλε να παραμείνει η τελευταία απόπειρα της κλασσικής σύνθεσης των Accept να ανέβει στην πρώτη εμπορική κλάση του heavy metal, o δικός τους «Αποχαιρετισμός στα Όπλα». Ταυτόχρονα, παραμένει η cult αδυναμία του λαού τους. Ενός λαού που τους είδε να φτάνουν κοντά στο στόχο, αλλά να διαλύονται από άστοχες φιλοδοξίες. Που αυξήθηκε στα στείρα χρόνια του φλοράλ μουσικού εναλλακτικισμού των nineties, ιδίως χάρις την βραχύβια επανένωση του ’92. Που παρά τη μονομοποίηση του διχασμού (από τη μια ο Udo και από την άλλη οι Accept του Hoffmann), κάθε φορά που μπαίνει εκείνο το τελευταίο κομμάτι της πρώτης πλευράς, σφίγγει τα δόντια και χαμογελά με την ικανοποίηση που τ κατάφερε να περιγελάσει το χρόνο:
“Aiming high indeed - Seeking for my need
That is my sense of touch - Hard and heavy, way too much”


Παναγιώτης Παπαϊωάννου