Michael Schenker: Δια πυρός Flying V και σιδήρου
Monday

9Jan

Michael Schenker: Δια πυρός Flying V και σιδήρου

Δημοσιεύθηκε από:

09/01/2023

Κατηγορία: Old Time Rock

1074
10 Ιανουαρίου 1955. Γεννιέται στο Sarstedt, 20 χιλιόμετρα έξω απ’ το Αμβούργο.
10 Ιανουαρίου 1964. Παίρνει δώρο στα γενέθλιά του την πρώτη του κιθάρα. Παίρνει μαθήματα κλασσικής, ενώ συγχρόνως παίζει με το αυτί δίσκους των Cream και Yardbirds, που φέρνει στο σπίτι ο αδελφός του, ο επτά χρόνια μεγαλύτερός του, Rudolf.
1966. Δίνει την πρώτη του συναυλία με το συγκρότημα του αδελφού του.
9 Φεβρουαρίου 1972. Κυκλοφορεί ο πρώτος δίσκος των Scorpions στο οποίο ο 16χρονος πιτσιρίκος έχει γράψει και συνθέσει όλα τα κομμάτια μαζί με τον αδελφό του. Το ομώνυμο και το “In Search Of The Peace Of Mind” δείχνουν ότι πρόκειται για σπάνιο ταλέντο, καθώς αποδίδει κλασσικές κλίμακες μ’ έναν προσωπικό τόνο, χωρίς να διστάζει ν΄αναπτυχθεί.
Ιούνιος 1973. Η μέτρια βρετανική space rock μπάντα των U.F.O. περιοδεύει στη Γερμανία και ζητούν από τους Scorpions που παίζουν support να τους «δανείσουν τον μικρό για να βγάλουν την περιοδεία». Δεν αργούν να προτείνουν στον 18χρονο να τους ακολουθήσει και να ενταχθεί κανονικά στο συγκρότημα, παρ’ ότι δε μιλάει λέξη αγγλικά.
Μάϊος 1974. Με νέο συμβόλαιο με την Chrysalis Records και εντελώς καινούριο ήχο, βασισμένο αποκλειστικά στον ασύγκριτα πλούσιο, βαρύ και μελωδικό συγχρόνως ήχο της Flying V του νεαρού, κυκλοφορούν το δίσκο “Phenomenon”.
Ο μικρός, που συνεννοείται μόνο με νοήματα και μεταφραστή τη μουσική του, δίνει ό,τι γράφει στον 26χρονο Phil Mogg, ο οποίος βάζει στίχους και τραγουδά. Ο δίσκος εκείνος περιέχει τα “Doctor, Doctor”, “Rock Bottom” και “Crystal Light”. Συγχρόνως, παρ’ ότι οι Scorpions τον έχουν ήδη αντικαταστήσει με τον Uli Jon Roth, δίνει στον αδελφό του κομμάτια για το επόμενο άλμπουμ των Scorpions, το “Fly To The Rainbow”.
 

 
1975 – 1978. Γίνεται ο πλέον καταλυτικός παράγοντας στο να γίνουν οι U.F.O. ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα heavy rockσυγκροτήματα με άλμπουμ όπως τα “Force It”, “No Heavy Petting” “Lights Out” (UK#54, 4/6/77), “Obsessions” (UK#26, 22/7/78), τα οποία θέτουν το πρότυπο για το heavy metal της επόμενης δεκαετίας.
Εξακολουθεί να μη μιλάει αγγλικά, ενώ αρχίζει να αντιμετωπίζει έντονο πρόβλημα άγχους πριν από κάθε εμφάνιση και αρχίζει να καταφεύγει σε χάπια και αλκοόλ για να το αντιμετωπίσει. Το γεγονός ότι ο Phil Mogg, πρώην πρωταθλητής μποξ στις κατηγορίες νέων του Βόρειου Λονδίνου τον δέρνει και τον απειλεί συνέχεια, κάνει τη ζωή του μέσα στους U.F.O. κόλαση.
Το μόνο στο οποίο δικαιούται να παραμένει ανυποχώρητος είναι οι ηχογραφήσεις που επιλέγονται για το εκάστοτε τελικό δισκογράφημα να είναι «τέλειες».
Αναπτύσσει μια εμμονή στη λεπτομέρεια και στον ήχο που θέλει να αποτυπώσει όπως τον έχει μέσα στο κεφάλι του.
  

 
Απειλεί ότι θα εγκαταλείψει τη μπάντα, επανέρχεται, περιοδεύει μαζί τους ασταμάτητα και πάνω που έχει αρχίσει να γίνεται διεθνώς αναγνωρίσιμος και οι U.F.O. να ανελίσσονται σε εμπορικά δυνατό όνομα πρώτης γραμμής, τους αφήνει, H σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι είναι ένας καυγάς του με τον παραγωγό Ron Nevison, καθώς ο Schenker θεωρεί ότι η εκτέλεση του “Rock Bottom” που θα συμπεριληφθεί στον επερχόμενο διπλό live δίσκο “Strangers In The Night” «έχει λάθη». Είναι Δεκέμβριος του ’78.
Επιστρέφει στη Γερμανία και μπαίνει οικειοθελώς σε νοσοκομείο για ν’ απεξαρτηθεί από τα χάπια. Απομονώνεται, κόβει τα μαλλιά του κοντά, λίγο αργότερα επιστρέφει στους Scorpions. Γράφει τα μισά τραγούδια από το άλμπουμ που θα ονομαστεί “Lovedrive”, παίζει σχεδόν όλες τις lead κιθάρες και ξεκινά ως μέλος τους να περιοδεύει. Όμως ο παραγωγός Dieter Dierks δε δέχεται να μπει το όνομα του Michael στα credits. Χολωμένος αποχωρεί, αποφασισμένος να αποκτήσει πλήρη έλεγχο στην καριέρα του.



 
Το ηχογραφημένο στην τελευταία αμερικάνικη περιοδεία τους διπλό live, με όλο το γκρουπ, ιδίως όμως τον Schenker, να αποδίδει μέσα σε τέσσερις πλευρές βινυλίου τρομερές εκτελέσεις των “Natural Thing”, “Doctor, Doctor”, “Rock Bottom”, “Love To Love”, “Only You Can Rock Me”, “Lights Out”, σύντομα μετά την κυκλοφορί του θα μπει στο top-10 της Βρετανίας (UK#7, 10/2/1979). Θεωρείται έκτοτε από τα πλέον σημαντικά live album στην ιστορία.
Τα επόμενες δεκαετίες, μια αχανής στρατιά από κιθαρίστες και συγκροτήματα του σκληρού ήχου θα αναφέρονται σ’ αυτό ως μια από τις θεμελιώδεις τους επιρροές.
  

Μέσα του ’79: περνά οντισιόν από τους Aerosmith που έχουν μόλις χωρίσει με τον Joe Perry. Μπαίνει στην πρόβα λέγοντάς τους σε εντελώς σπαστά αγγλικά:
«Καλημέρα. Ακούστε με καλά. Από αυτή τη στιγμή, εγώ κάνω κουμάντο, αυτός είναι ο όρος μου. Πάρτε το τζάκετ μου και κρεμάστε το».
Τον διώχνουν. Τον ζητούν να περάσει ακρόαση από τους Rolling Stones, το αποφεύγει, θεωρώντας ότι δεν είναι ικανός. Συγχρόνως, δέχεται πρόταση να ενταχθεί στο σχήμα του Ozzy και ζητά ένα εξωφρενικό ποσό για να διασφαλίσει ότι η πρόταση θα αποσυρθεί. Υπό το μάνατζμεντ των Mench και Burnstein εγκαθίσταται στο Λονδίνο, αποτοξινώνεται, δίνει συνεντεύξεις και ετοιμάζει σόλο δίσκο. Μέσα στα γραφεία της Chrysalis Records ακούει τυχαία να παίζεται ένα demo ενός άγνωστου τραγουδιστή από το Λονδίνο, ονόματι Gary Barden, συνομηλίκου του. Ζητά να τον βρουν και να του τον φέρουν στο στούντιο.
Η χημεία ως εκ θαύματος είναι ακαριαία. Πάνω στα μουσικά μέρη του Schenker ο Barden θα γράψει στίχους και μελωδίες αρκετές για να γεμίσουν ένα άλμπουμ. Του προτείνουν για παραγωγό τον Mutt Lange. Το αρνείται, γιατί «όλες οι παραγωγές του Lange (σ.σ.: ο οποίος μόλις είχε ολοκληρώσει το “Back In Black”) ακούγονται ίδιες». Με απόλυτη αφοσίωση στο μουσικό μέρος του πράγματος, πίνοντας, δε, μόνο χυμό πορτοκάλι και νερό (ούτε καν καφέ), μεταξύ Μαίου και Ιουλίου του ’80 ηχογραφεί το πρώτο άλμπουμ που θα φέρει στον τίτλο το όνομά του.
Αύγουστος 1980. Κυκλοφορεί το “Michael Schenker Group”, σε παραγωγή του Roger Glover (μπασίστα των Deep Purple και Rainbow και ήδη παραγωγού). Ολόκληρο απαρτιζόμενο από κοφτερό heavy rock, περιλαμβάνει τα κλασσικά “Armed And Ready”, “Cry For The Nations”, “Victims Of Illusion”, το επικό "Lost Horizons” και εκπληκτική κιθάρα, άκρη σ΄άκρη, αισθητή ιδίως στα δύο instrumental “Bijou Pleasurette” και “Into The Arena”. Μπαίνει στα βρετανικά τσαρτ (UK#8, 13/9/80) και χαιρετίζεται ως ένα από τα καθοριστικά lp της δεκαετίας για το heavy metal.
Σεπτέμβριος 1981. Έχοντας δίπλα του από τα τέλη του ’80 μια τρομερή μπάντα, με Barden και πάλι στα φωντηικά, Cozy Powell στα τύμπανα, Chris Glenn από The Sensational Alex Harvey Band στο μπάσο, το φοβερό πολυεργαλείο Paul Raymond από τους UFO στα πλήκτρα και τον Ron Nevison παραγωγό, κυκλοφορεί το “MSG” (UK#14, 14/9/81), ένα ισάξιο με το πρώτο δίσκο, με τα πολλών αστέρων “Ready To Rock”, “Attack Of The Mad Axeman”, “On And On”, “Let The Sleeping Dogs Lie”, “Looking For Love” και “Never Trust A Stranger” (σύνθεση του Raymond). Τσακώνεται με τον Nevison, του οποίου η σχολαστικότητα και οι αργοί ρυθμοί δουλειάς στο στούντιο τον κάνουν «να θέλει να κοπανήσει μερικά ποτά για να σπάσει την αναμονή». Ήδη, στις 12 Αυγούστου 1981 έχει δώσει με τη σύνθεση αυτή μερικές τοπ συναυλίες στο θρυλικό Budokan, η μία απ' αυτές, δε, θα κυκλοφορήσει σε διπλό live, το “One Night At Budokan” που θα γίνει και η μεγαλύτερη δισκογραφική του επιτυχία (UK#5, 13/3/82).



 
Φεβρουάριος 1982. Ο μάνατζερ Peter Mench επιδιώκει η μπάντα του Schenker ν΄ ανέβει επίπεδο και προτείνει την πρόσληψη του αλαζόνα σωσία του James Dean, του αμερικάνου πρώην τραγουδιστή των Rainbow, Graham Bonnet.
Ο Barden απολύεται, μαζί κι ο Cozy Powell, στην θέση του οποίου έρχεται ο ντράμερ Ted McKenna (η ρυθμική βάση των Sensational Alex Harvey Band ξαναβρίσκεται μαζί).
Με πλήκτρα από τον περίφημο Tommy Eyre και παραγωγή του μέγιστου Martin Birch, το “Assault Attack” είναι υπερηχητικό (UK#19, 30/10/82), όμως κυκλοφορεί αφ' ότου ο τραγουδιστής έχει εκδιωχθεί χωρίς να παίξει ούτε μία συναυλία.
Ο Barden, αναγνωρίσιμος από τους φαν, αλλά ήδη κι αυτός παγιδευμένος στη σπείρα των ουσιών και του αλκοόλ, επανέρχεται.


 
 
Σεπτέμβριος 1983. Ο Michael άγεται και φέρεται από τις αποφάσεις του μάνατζμεντ, της γυναίκας του, η οποία έχει αναλάβει το ρόλο της μεταφράστριας, των ανθρώπων της δισκογραφικής που του ζητούν «να γράψει κάτι για το ραδιόφωνο». Κυκλοφορεί το “Built To Destroy” (UK#23, 17/9/83) τίτλος που κατά τραγική ειρωνεία συνοψίζει σχεδόν όλη την καρριέρα του.
Οι ξυπνιτζήδες Αγγλοι κριτικοί το θάβουν, παρά το ότι είναι φανερά καλύτερο από τη μισή διεθνή hard rock παραγωγή του 1984.
Έχοντας μια δυνατή μπάντα (με τον νεαρό Andy Nye στα πλήκτρα και δεύτερη φωνή και κιθάρα τον Derek St. Holmes από τη μπάντα του Τed Nugent) και παραγωγό τον μεγάλο Jack Douglas, επιχειρεί να επανέλθει. Το ζωντανό “Rock Will Never Die” (UK#24, 23/6/84), ηχογραφημένο στις 22 και 23 Οκτωβρίου του ’83 στο Hammersmith κρατά τον πήχυ ψηλά, όσο κι αν η φωνή του Barden είναι συχνά εκτός τόπου και χρόνου. Αποκαμωμένος και ταπί, καταλήγει στον καναπέ του αδελφού Rudolf, o οποίος στο μεταξύ γεύεται την παγκόσμια επιτυχία με τους Scorpions.
  

1987 – 1992. Μοιράζεται το όνομα του συγκροτήματός του με τον τραγουδιστή των Grand Prix και Far Corporation Robin McAuley, επειδή «θέλει έναν πραγματικό συνεταιρισμό». To Σεπτέμβριο του ’87 σε παραγωγή Andy Johns κυκλοφορεί το εκμοντερνισμένο hard rock του “Perfect Timing”, το οποίο επίσης αδικείται, παρά το ότι ο Michael είναι fit και ικανός όσο λίγοι στη σκηνή. Θα ακολουθήσουν δύο άλμπουμ. “Save Yourself” (τέλη ’89) το οποίο περιέχει και τη μεγαλύτερή του επιτυχία στην Αμερική (“Anytime” - US#69, 10/3/1990), όμως τα περισσότερα κομμάτια πλέον έχει δεχθεί να μην τα γράφει αυτός, αλλά οι σεσσιονάδες Steve Mann και Rocky Newton με τον McAuley.
To άλμπουμ “M.S.G.” (Φεβρουάριος ’92) θα του χαρίσει μια τελευταία επιτυχία με το στοιχειωτικό “Nightmare” που ακούγεται κυριολεκτικά παντού στην Ευρώπη, χωρίς όμως αυτό να μεταφραστεί σε πωλήσεις, αφού πλέον το πάνω χέρι στη διεθνή σκηνή έχει το επάρατο grunge.
 


1995. Επιστρέφει στους UFO με όρο «να του παραχωρηθεί το 50% των δικαιωμάτων σε ότι φέρει εφεξής το λογότυπο UFO». Θα βγάλει τα πρώτα του πραγματικά λεφτά μετά τα 40. Ανάμεσα σε ’95 και 2003 οι UFO θα κυκλοφορήσουν επτά άλμπουμ (τα δύο live), και ο Schenker, τουλάχιστον σποραδικά, θα πιστοποιήσει ότι υπάρχει ακόμη μουσικός παλμός στον ήχο που 17 χρόνια πριν τον ανέβασε στην κορυφή.
 
2002. Η γυναίκα του πουλάει όλες τις κιθάρες, τα μηχανήματά του και τις δύο Mercedes του, παίρνει τους δύο ανήλικους γιους του και φεύγει για την Αμερική. «Μου άφησε ένα ποδήλατο, μερικά φανελάκια και δυο – τρία παντελόνια. Κυριολεκτικά. Ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου». Αναγκάζεται να μετακομίσει στην Η.Π.Α. και να εμπλακεί σε έναν πολυδάπανο δικαστικό αγώνα για να μπορεί να τους βλέπει. Αντιμετωπίζει την κατάθλιψη με φαρμακευτικά και στη συνέχεια με βιολογικά βοηθήματα κι εγκαταλείπει τους UFO για μια ακόμη φορά, «χαρίζοντας» το μισό όνομα και τα οικονομικά του επακόλουθα στον παλιό του bully, Phil Mogg.
 
2004-2022. Επανασυγκροτεί το “Group”, ηχογραφεί και περιοδεύει έχοντας για πρώτη φορά τον πλήρη έλεγχο των εισοδημάτων και των κυκλοφοριών του. Θεωρείται παγκοσμίως ένας πρωτυπικός axeman, με μουσικούς απ’ όλες τις γενιές να θέλουν να παίξουν μαζί του και τα μέσα διεθνώς να ζητούν να εμφανιστεί για μια δήλωση, ή ένα ριφ. Έχει μάθει πλέον αρκετά καλά αγγλικά, είναι καθαρός από κάθε ουσία και το απολαμβάνει. Έχει πλέον συμφιλιωθεί με πρόσωπα και καταστάσεις του παρελθόντος, πλην ενός:
«Ο αδελφός μου ο Rudolf με εκμεταλλεύτηκε, αντέγραψε όλα τα ριφ μου και έγινε με κάθε κόστος αυτό που ήθελε πάντα να γίνει. Ένας σούπερ σταρ. Θέλω να κρατηθώ όσο πιο πολύ γίνεται μακριά του», θα πει το 2019.
 «Όσο για μένα, ήμουν και πάντα θα είμαι καλλιτέχνης».
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου