Candlemass: H προαναστάσιμη συντριβή του Nightfall
Thursday

13Apr

Candlemass: H προαναστάσιμη συντριβή του Nightfall

Δημοσιεύθηκε από:

13/04/2023

Κατηγορία: To Be A Rock And Not To Roll

2055
Αρχές του ’88 είχαμε δει ότι τα ξένα περιοδικά το είχαν συμπεριλάβει στα πιο σημαντικά άλμπουμ της χρονιάς. Μια μικρή φωτογραφία τέσσερων λεπτοκαμωμένων τύπων και στη μέση ένας χοντρός με αφάνα, ντυμένος καλόγερος.
Οι Candlemass.
Σουηδοί, λέει.
«Τον Απρίλιο του ’86 ηχογραφήσαμε το πρώτο μας πραγματικό άλμπουμ, το Epicus Doomicus Metallicus. Τον καιρό εκείνο ήμασταν τρίο, είχαμε απολύσει τον κιθαρίστα μας κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Μας βοήθησε ένας σέσσιον μουσικός κι ένας τραγουδιστής που έφυγε από το γκρουπ αμέσως αφ’ ότου το ηχογραφήσαμε. Όμως η εταιρία μας, η γαλλική Black Dragon δεν έδωσε την άδειά της να κυκλοφορήσει το άλμπουμ στην Αμερική, κάτι που δεν μπορώ να καταλάβω μέχρι σήμερα», λέει ο 24χρονος Leif Edling, βασικός συνθέτης, στιχουργός και μπασίστας του κουιντέτου από τη Στοκχόλμη, ο μόμος από τους πέντε της μπάντας που μοιάζει με καθωσπρέπει αλάνι, με τα κοντά του μαλλιά.
«Τον Αύγουστο του ’86 με πήρε τηλέφωνο κάποιος Messiah Marcolin και με ρώτησε αν μπορούσε να τραγουδήσει με το γκρουπ. Πριν ακόμη του απαντήσω, άρχισε να τραγουδάει από το τηλέφωνο τους στίχους μου, τα δικά μου τραγούδια. Από κείνη τη μέρα βρήκαμε έναν σταθερό τραγουδιστή.
Ο κόσμος που θα ακούσει το δίσκο θα καταλάβει ότι είναι από τους καλύτερους τραγουδιστές που έχουν βγει ποτέ από τη Σκανδιναυία».

Μετά το Πάσχα του ’88, στο τεύχος Μαίου, την κριτική στο νεόκοπο, ανανεωμένο “Metal Hammer & Heavy Metal” την υπέγραφε ο πάντα εύστοχος Άρης Ζουρούδης και γι’ αυτό ήταν αδύνατο να την προσπεράσεις :
 
«100/100», «Ακούστε σήμερα το heavy metal που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια».

 
Την κασέτα, της FM Records, με τη μπορντώ ράχη μου την δάνεισε ο Νίκος ο Γίγαντας, τελευταίες μέρες του σχολείου, ενώ είχε ανακοινωθεί η απεργία των καθηγητών, που ήδη έστελνε τις ημερομηνίες για τις Πανελλαδικές μας στον αγύριστο.
Εν μέσω επαναλήψεων λατινικών, χρονικών αντικαταστάσεων ανωμάλων ρημάτων και ατάω το play στο ετοιμοπόλεμο Panasonic και μέσα από επουράνιες ψαλμωδίες να σκάει ένα ριφ ογκόλιθος. Η φωνή του καλόγερου, που άκουγε στο όνομα Messiah Markolin ήταν σαν ο Ozzy να είχε μικροξάδερφο ψάλτη που είχε μόλις καταδικαστεί σε είκοσι χρόνια καταναγκαστικά έργα και δε μπορούσε να συγκρατήσει την οδύνη του. Ο όγκος από τις κιθάρες πρωτόγνωρα υποβλητικός στ’ αυτιά μου, κι ας είχα προλάβει μέχρι τότε να μελετήσω σχετικά καλά τα τέσσερα πρώτα των Sabbath. Γιατί ήταν πεντακάθαρος, αλλά σκυθρωπός, ασήκωτος, αυτοτιμωρητικός σα μοναχός του μεσαίωνα που σέρνει τα βήματά του ψέλνοντας ύμνους εξαγνισμού, ενώ κοπανά το κεφάλι του με ξύλινη πλάκα, για εξαγνισμό.
Ειδικά η πρώτη πλευρά είναι άλλο πράμα, με τα “Well Of Souls” “Codex Gigas” και “At The Gallows End” να συνδημιουργούν ένα «Όνομα του Ρόδου» χωρίς Βαλεντίνα Βάργκας και χωρίς σωτηρία για ψυχή ζώσα.
 


 
«Ο περισσότερος κόσμος έχει αρχίσει να κουράζεται με τους speed δίσκους, μιας και δεν υπάρχουν αρμονίες και μελωδίες στο είδος αυτό της μουσικής. Επίσης, αυτό δεν είναι το πραγματικό heavy metal, που έπαιξαν γκρουπ σαν τους Sabbath, τους Priest και τους Uriah Heep. Δεν χρειάζεται να παίζεις 20 νότες του δευτερόλεπτο για να είσαι heavy», τονίζει ο Leif Edling.
 
‘Ντάξει φιλάρα. Ξέρουμε κι εμείς από θρήνο.
 
Η μεγαλοβδομαδιάτικες λειτουργίες βάρυναν τους νευρώνες του εγκεφάλου μου από μικρό παιδί. Κάπου κει στα δεκατρία, έπαιρνα την πλαστικοποιημένη Σύνοψη μαζί στις πολύωρες μεγαλοβδομαδιάτικες νύχτες εκκλησιασμού. Και πάσχιζα να παρακολουθώ την πλοκή των ευαγγελίων ανάμεσα απ’ τις δασείες, τις βυζαντινογενείς βαρύτονες φιοριτούρες του επίμονα σπανού ψάλτη με τα τέσσερα παιδιά και τις αναθυμιάσεις από τσακισμένη, σιωπηλή –πουμωμένη μ’ άκουα βέλβα και λιβάνι- ταπεινότητα του εκκλησιάσματος.
Τα κατάφερνα με δυσκολία. Όμως, στις μέρες της Τρίτης Λυκείου, το κόλπο είχε πια μπατάρει.
Η καταναγκαστική υποβολή είχε υποχωρήσει. Μεγάλη Βδομάδα σήμαινε Μεγάλη Παρασκευή έξω στο προαύλιο μπας κι ανάψουμε κερί από καμιά γκόμενα και μετά κοπανιστοί από τον Επιτάφιο για νηστίσιμα Πιτσίνια και Χέννιγκερ κουτάκι από το μόνο ανοιχτό περίπτερο περίπτερο στη ζούλα, μέχρι να προλάβουμε να γυρίσουμε στον περίβολο της εκκλησίας πριν το τελευταίο Δι’ ευχών.
Τη χρονιά των πανελλαδικών μας, σιγά σπάγαμε την παράδοση. Με το που η λιτανεία έκανε τη στροφή στο Φλοίσβο, ένα μαντραχαλέ κουαρτέτο εγχόρδων της μιας φοράς, όλοι Τρίτης Λυκείου, την πέσαμε στην αμπελοφιλοσοφία στα παγκάκια του Φλοίσβου, με τη ζεστή, ανοιξιάτικη βραδιά της Μεγάλης Παρασκευής, της τελευταίας του σχολείου, να μαίνεται ολόγυρά μας.
 
«Φαντάσου τη λειτουργία με ενορχήστρωση Candlemass. Φαντάσου να παίζουν τα όργανα τα παπαδοπαίδια απ΄τα εξαπτέρυγα, ντυμένα κανονικά με ράσα και να σολάρει υψιφωνίες, Ω Γλυκύ μου Έαρ και τα τοιαύτα, ο ψάλτης ο Θεοφύλακτος, ο σπανός, ρε, σε ρόλο Messiah Marcolin.
Να έχεις παπαΓιάννη και παπαΜάρκο να κάνουνε τα δεύτερα φωνητικά και να αναλαμβάνουνε τα
spοken pieces με τα Ευαγγέλια. Με πλήκτρα από κάτω, αλά Ken Hensley. Δε θα καθόσουνα μέχρι το τέλος; Δε θα ένιωθες το θείο πάθος κάπως περισσότερο; Άμα η εκκλησία δεν αλλάξει ενορχήστρωση, τό’χει χάσει το παιχνίδι, στο λέω».
 
Δεν είχα ακούσει ακόμη το “Nightfall”, όμως η ιδέα μπήκε στο μυαλό μου για καλά. Λίγο καιρό αργότερα, μπορούσα σχεδόν να προτείνω δύο – τρία instrumental περάσματα από το “Dark Are The Realms Of Death” που θα ταίριαζαν άνετα με το Σήμερον Κρεμάται Επί Ξύλου. Ή μήπως το γρήγορο “At The Gallows End” δεν μποορεί άνετα να δ είναι κατευθείαν βγαλμένο από το θείο πάθος πάνω στο Σταυρό.


 
“Ring brother, ring for me
Ring the bells of hope and faith
Ring for my damnation
I am at the gallows end”
 

‘Ντάξει με μια ελαφρά διασκευή στα λόγια. Βοήθειά μας.
 
Δε μ’ άρεσε ποτέ το “doom metal”, όπως όντως επικράτησε να λέγεται λίγους μήνες αργότερα μια εκδοχή του “heavy metal των επόμενων χρόνων". Όμως ο δίσκος “Nightfall”, με τον πίνακα του Thomas Cole που σου παγώνει το αίμα στο εξώφυλλο, την αδιάσπαστη ενότητα ύφους, τη συναισθηματική συντριβή και την ειλικρίνεια που αποπνέει, εξαιρείται. Απλώς, ούτε κι αυτό μπορώ να το ακούσω πλέον άλλη μέρα, από Μεγάλη Παρασκευή. Κυρίως, γι’ αυτό το συντριπτικής βαρύτητας και αναστάσιμης θλίψης τραγούδι που λέγεται “Samarithan” και σε διαλύει στα εξ ων συνετέθης, κάθε φορά.
 

«Μια μέρα είδα έναν άνθρωπο – Ντυμένο με κουρέλια, με ραβδί στο χέρι – Να ζητιανεύει μια δεκάρα για να ζήσει
Ο πιο φτωχός που υπάρχει – Τον φιλοξένησα – Του έδωσα ένα μέρος να ξαποστάσει και να φάει καλά
Ακόμη ακούω τα τελευταία του τα λόγια
"Δεν μπορώ ν’ ανταποδώσω όσα έκανες για μένα, αλλά ο Παράδεισος θυμάται και θα σε ανταμείψει"
Πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε – Έφτασαν τα τελευταία μου, θα πέθαινα
Τρεις Άγγελοι ήρθαν και στάθηκαν στο νεκροκρέββατό μου
Ο πρώτος μου είπε "Μη φοβάσαι, θα σου δώσω αθανασία και στην ψυχή σου θεία χάρη".
Η δεύτερη είχε μάτια από χρυσό και μου έδωσε τα φτερά μου.
Ο τρίτος μου έδωσε όλη τη σοφία, μόνον ένας άγγελος μπορούσε να τη δώσει.
Με το πεπρωμένο μου ενώθηκα, αιώνια.
Γεννήθηκα ξανά, Άγγελος για να γίνω
Ένα όραμα πέρα από τ’ όνειρο με φώναξε με τ’ όνομά μου
Άνοιξα τα φτερά μου με αφοσίωση και πέταξα
Στον Παράδεισο να μείνω»

 
Στενόθωρο να θεωρείς βλασφημία το να μπορείς να βρίσκεις τον δρόμο για τη μετάνοια και τη συντριβή μέσα από το doom metal. Η θεία Χάρις επέρχεται θρου μυστήριους γουέϊζ.
 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου