Η ανεκπλήρωτη "ρεβάνς" των Douglas
Τετάρτη

11Φεβ

Η ανεκπλήρωτη "ρεβάνς" των Douglas

Δημοσιεύθηκε από:

11/02/2015

Κατηγορία: Greek Bands

10803
Οι Douglas ήταν ένα σπουδαίο αλλά αδικημένο ελληνικό hard rock σχήμα για την εποχή του κατά την άποψη του www.rocktime.gr , αφού παρότι είχαν μία δυνατή εταιρεία από πίσω τους για να τους προωθήσει, ατύχησαν και ουσιαστικά δεν μπόρεσαν να επιβληθεί στο τότε ελληνικό δισκογραφικό και μιντιακό κατεστημένο με συνέπεια να μην αναδειχτούν όσο τους άξιζαν.
Το συγκρότημα ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από τα αδέλφια ελληνοαυστραλέζικης καταγωγής (ζούσαν στο Σίδνευ) Αλέκο Παρασκευόπουλο (μπάσο) και Ηλία Παρασκευόπουλο (τύμπανα) οι οποίοι στα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν, άλλαξαν τα επίθετα τους σε Alex και Eliot Douglas.

Στη συνέχεια προστέθηκε ο Τόνυ Κονταξάκης στην κιθάρα από τους Foxes (έπαιζε παρέα με τον Ηλία Λογγινίδη των Spitfire) και ο Κορνήλιος Μισαηλίδης στη φωνή.

 Η πορεία τους ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και η χρονιά ορόσημο είναι το 1984 όπου ηχογραφούν το παρθενικό τους μάξι σίνγκλ που κυκλοφορεί από την RCA και περιλαμβάνει στην πρώτη πλευρά, διασκευασμένο το κλασικό “Baba O’ Rilley των θρυλικών WHO και στην δεύτερη πλευρά υπάρχει το δικό τους “I ‘m Free Now”. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι  το “I ‘m Free Now” την  προηγούμενη χρονιά (το 1983) με τη βοήθεια του γνωστού μουσικοσυνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου ακούγεται στην πολυβραβευμένη ταινία “Ρεβάνς” αλλά το γκρουπ εκείνη τη περίοδο ονομάζεται ακόμη Foxes. Μετά λοιπόν την κυκλοφορία του μάξι σινγκλ και την επίσημη αλλαγή του ονόματος από την εταιρία τους προσπαθούν παράλληλα να γίνουν ευρύτερα γνωστοί και  δίνουν κάποια σποραδικά live στην Αθήνα όπου μαζί με τα δικά τους κομμάτια παίζουν και διασκευές από Thin Lizzy, Iron Maiden και Judas Priest.
 
Το επόμενο χρονικό διάστημα προστίθεται στην μπάντα ο κημπορνήστας Χρήστου Χάρης και μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους κανονικό δίσκο κάτι που γίνεται πραγματικότητα το 1987 και ονομάζεται “State of Rock”.
O δίσκος κινείται στα μονοπάτια του melodic hard rock και είναι πραγματικά ένα μικρό διαμάντι με κορυφαίες μελωδίες και με σαφείς αναφορές σε σχήματα όπως  Styx, Bon Jovi, Europe,  αλλά και Thinlizzy.
Oι κριτικές από τον μουσικό τύπο της εποχής είναι αρκετά χλιαρές ενώ το συγκρότημα έκανε μόνο δύο ζωντανές για να υποστηρίξει τα επτά τραγούδια του “State of rock”. Η μπαλάντα “It’s Late” και το “Shout” ακούστηκαν από το ελληνικό ραδιόφωνο αλλά αυτό δεν αρκούσε για να κάνουν επιτυχία οι Douglas ενώ  πραγματοποίησαν και μερικές  τηλεοπτικές εμφανίσεις .
Στη συνέχεια το γκρουπ περιόρισε αισθητά την παρουσία του και ο κιθαρίστας Τόνυ Κονταξάκης ασχολήθηκε κυρίως με ντόπιους ποπ καλλιτέχνες τόσο σαν μουσικός όσο και σαν παραγωγός και συνθέτης.
Ξαφνικά το 1991 και ενώ δεν υπήρχαν ιδιαίτερα νέα για τη δράση των Douglas όλα τα προηγούμενα χρόνια παρουσιάζουν την δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική τους δουλειά που την ονομάζουν “Mad” (ο δίσκος είχε ηχογραφηθεί το 1989 στη Γερμανία) και περιλαμβάνει 9 πανέμορφα melodic hard rock τραγούδια όμως δυστυχώς δεν μπορούν να αναδειχτούν διότι είναι η εποχή που  ξεκινά να κυριαρχεί το grunge και ο μελωδικός ήχος περνά σε δεύτερη μοίρα.
Το “Mad” ηχητικά ακολουθούσε τα βήματα του πρώτου άλμπουμ με ακόμη καλύτερη παραγωγή και καλύτερα τραγούδια όπου  θυμίζουν αρκετά τους Bonfire, και αυτό εν μέρει εξηγείται διότι τους είχαν αναλάβει γερμανοί μάνατζερ και παραγωγοί. Το άλμπουμ αρχικά κυκλοφόρησε μόνο σε 500 αντίτυπα και επανακυκλόφορησε το 2006 σε 1000 αντίτυπα χωρίς την έγκριση του γκρουπ αλλά τουλάχιστον πολλοί από εμάς στην Ελλάδα μάθαμε για το “Mad”. Επίσης πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι στο “Mad” τραγουδά ο Klaus Luley (Craaft, Tokyo) που φυσικά πρόκειται για "τραγουδιστική παρεξήγηση".
Παρότι λοιπόν ο δεύτερος δίσκος ήταν εξαιρετικός, εμπορικά δεν τα κατάφερε να κάτι σημαντικό ενώ προέκυψαν και τσακωμοί ανάμεσα στη μπάντα και στους γερμανούς παραγωγούς με συνέπεια  οι Douglas να μην μπορούν να κινηθούν όπως επιθυμούσαν και στη συνέχεια ήρθε και οριστική διάλυση τους.
Συνοπτικά οι Douglas άφησαν πίσω τους δύο καταπληκτικούς δίσκους γεμάτους  aor/melodic συναίσθημα, παθιασμένες ερμηνείες και δυναμικούς hard rock ρυθμούς.

Φώτης Μελέτης