Firehouse: Φλογισμένες hard rock μελωδίες
Σάββατο

29Ιούλ

Firehouse: Φλογισμένες hard rock μελωδίες

Δημοσιεύθηκε από:

29/07/2017

Κατηγορία: Rocktime Groups

552
Οι Firehouse ένα από τα σημαντικότερα και πιο επιτυχημένα Hard Rock συγκροτήματα των αρχών της δεκαετίας του ’90 δημιουργήθηκαν στη Charlotte της Βόρειας Καρολίνας το 1989 από τους Bill Leverty (κιθάρες), C.J. Snare (φωνητικά, πλήκτρα), Michael Foster (ντραμς) Perry Richardson (μπάσο) και Cosby Ellis (κιθάρες).
Οι ρίζες της μπάντας όμως εντοπίζονται στο ακόμα πιο μακρινό 1984.
Εκείνη την περίοδο ο Leverty ηγούταν μιας μπάντας με το όνομα White Heat, της οποίας μέλος αποτελούσε κι ο Cosby Ellis, κι αναζητούσε έναν ντράμερ για να την πλαισιώσει.
Τότε, εμφανίστηκε ο Michael Foster ο οποίος δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να εντυπωσιάσει τον Leverty με τις ικανότητες του και να αποτελέσει το νέο μέλος των White Heat. Σύντομα οι δυο τους εκτός από συνεργάτες έγιναν και πολύ καλοί φίλοι περνώντας πολύ χρόνο μαζί ακόμα κι εκτός μπάντας.
Σε μια από τις συνηθισμένες τους εξόδους σ’ ένα rock club παρακολουθήσαν το live κάποιων Maxx Warrior. Το όνομα του τραγουδιστή των Maxx Warrior ήταν C.J. Snare, και του μπασίστα Perry Richardson.
Ο Snare εντυπωσίασε τόσο τον Leverty όσο και τον Foster με τις φωνητικές του ικανότητες και προσπάθησαν να τον προσεγ- γίσουν ώστε να ενώσουν τις 2 μπάντες, κάτι που δεν κατέστη δυνατό. Έπειτα από ενα μικρό χρονικό διάστημα όμως, οι Maxx Warrior διαλύθηκαν κι ο Leverty άδραξε άμεσα την ευκαιρία στέλνοντας στον Snare κάποια από τα τραγούδια του και ζητώντας του να τραγουδήσει στο demo τους, για μια ακόμη φορά οι Leverty, Foster αλλά κι ο Ellis έμειναν εντυπωσιασμένοι από την έκταση της φωνής και τις δυνατότητες του.



Έτσι, τον προσέλαβαν άμεσα ώστε να αποτελέσει τον τραγουδιστή του γκρουπ για την επερχόμενη συναυλία των White Heat στη Virginia λίγες εβδομάδες αργότερα. Με τη σειρά του ο Snare πρότεινε τον Richardson για τη θέση του μπασίστα ολοκληρώνοντας το line up της μπάντας που έμελλε να γίνει γνωστή ως Firehouse. Το γκρουπ μετακόμισε ομαδικά στη Charlotte και ξεκίνησε να δουλεύει πυρετωδώς, την ημέρα – έλλειψη άλλου χώρου- ηχογραφούσαν στην κρεβατοκάμαρα του Leverty, και τα βράδια, για να εξοικονομήσουν χρήματα, έπαιζαν διαρκώς live οπουδήποτε μπορούσαν ακόμα και σε δεξιώσεις ξενοδοχείων.
Εκείνη την περίοδο αποφάσισαν και την αλλαγή του ονόματος από White Heat σε Firehouse (επηρεασμένοι από το ομότιτλο τραγούδι των KISS), Firehouse καθώς τα εμπορικά δικαιώματα του ονόματος που έφεραν ως τότε είχαν ήδη κατοχυρωθεί στους Καναδούς Hard Rockers White Heat, οι οποίοι με αυτό το όνομα, το 1989 κυκλοφόρησαν το μοναδικό τους άλμπουμ, το αρκετά αξιόλογο “We Never Heard Of You Either”.
Δουλεύοντας πυρετωδώς και δίνοντας συνεχώς συναυλίες κατάφεραν να φτιάξουν ένα αρκετό καλό όνομα για τους εαυτούς τους. Ο Cosby Ellis όμως αποφασίζει εκείνη την εποχή να εγκαταλείψει το συγκρότημα, η απόφαση του αυτή κάθε άλλο παρά πτοεί τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος που αποφασίζουν να μην τον αντικαταστήσουν αλλά να συνεχίσουν ως έχουν. Απόρροια του θορύβου που είχαν καταφέρει να προκαλέσουν γύρω από το όνομα τους ήταν το ότι τον Δεκέμβριο του 1989 σε ένα από τα live τους παραβρέθηκε ο Michael Caplan της Epic Records ειδικά για να τους δει και να εκτιμήσει το κατά πόσο ήταν έτοιμοι για δισκογραφικό συμβόλαιο!
Μετά το πέρας της συναυλίας κατευθύνθηκε στα παρασκήνια όπου κι ανακοίνωσε στα μέλη των Firehouse, πως σκόπευε να τους προτείνει συμβόλαιο με την εταιρεία του άμεσα! Αυτό ήταν!
Ο δρόμος για την κορυφή του κόσμου ήταν πλέον ορθάνοιχτος! Υπό την καθοδήγηση του David Prater (Dream Theater) που ανέλαβε την παραγωγή του πρώτου τους άλμπουμ μπήκαν αμέσως στο studio και ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις. Λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο απλά το όνομα τους, “Firehouse”, και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές, κατακτώντας κοινό και κριτικούς. Το “Firehouse” έγινε 2 φορές πλατινένιο στις ΗΠΑ και χρυσό σε αρκετές ακόμα χώρες, μεταξύ αυτών Firehouse ο Καναδάς, η Ιαπωνία κι η Σιγκαπούρη, ξεπερ- νώντας τα 2 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις μόνο στις ΗΠΑ.


Το πρώτο single του άλμπουμ ήταν το “Shake & Tumble” το οποίο αν και δεν κατάφερε να μπει στα charts, εντούτοις, σημείωσε σημαντική επιτυχία στο ραδιόφωνο κατα- κτώντας άφθονο χρόνο airplay κι ανοίγοντας το δρόμο για την επιτυχία των singles που θα ακολουθούσαν, του “Don’t Treat Me Bad” το οποίο έφθασε μέχρι το νούμερο 14 των αμερικάνικων charts και της μεγαλύτερης μέχρι σήμερα επιτυχίας τους “Love Of A Lifetime” που αναρριχήθηκε ως το νούμερο 5 των charts και το single του οποίου πούλησε περισσότερα από 500.000 αντίτυπα.
Την ίδια στιγμή η μπάντα σάρωνε κυριολεκτικά στο διάβα της, όλα σχεδόν τα βραβεία που θα μπορούσαν να της απονεμηθούν καθώς κέρδισε το American Music Award για τo καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο Hard Rock/Heavy Metal συγκρότημα, καταφέρνοντας μάλιστα να υπερκεράσει στην απονομή 2 συγκροτήματα που αποτελούσαν τις ναυαρχίδες του grunge το οποίο είχε ήδη αρχίσει την καταστροφική του επέλαση έναντι του Hard Rock, τους Nirvana και τους Alice In Chains. Εν τω μεταξύ τους απονεμήθηκε ο τίτλος του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου τόσο από τα περιοδικά Metal Edge, και Young Guitar, αλλά και από τους αναγνώστες του Music Life οι οποίοι επίσης τους ψήφισαν σαν το καλύτερο πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα.


Οι Firehouse εκστασιασμένοι από την αναπάντεχη επιτυχία του πρώτου τους δίσκου επιστρέφουν άμεσα στο studio, με παραγωγό και πάλι τον Prater, για να ηχογραφήσουν τον 2ο δίσκο τους. Έτσι, τον Ιούνιο του 1992 κυκλοφορεί το εξαιρετικό “Hold Your Fire” το οποίο αν και δεν γνώρισε την εμπορική επιτυχία του προκατόχου του (Το Hard Rock είχε ήδη αρχίσει να πνέει τα λοίσθια), εντούτοις έγινε αμέσως χρυσό στις ΗΠΑ- το 2008 ξεπέρασε το 1.000.000 πωλήσεις κι έγινε κι αυτό πλατινένιο - και κατόρθωσε να βγάλει 3 ακόμη singles τα “Reach For The Sky”, “Sleeping With You”, και την μπαλάντα “When I Look Into Your Eyes” η οποία αποτέλεσε και τη μόνη top 40 επιτυχία του δίσκου. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους οι Firehouse περιόδευσαν στη Μεγάλη Βρετανία ανοίγοντας τις συναυλίες των σπουδαίων boogie rockers Status Quo. Το 1995, κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ με τον ενδεικτικό τίτλο “3”, με παραγωγό αυτή τη φορά τον Ron Nevison (Europe, Heart, Kiss, Led Zeppelin). Στο “3” οι Firehouse είχαν “μαλακώσει” κάπως τον ήχο τους κι είχαν δώσει μεγαλύτερη έμφαση στις μπαλάντες, αποφεύγοντας όμως να “εκμοντερνιστούν” και να αλλάξουν ριζικά τον ήχο τους, όπως έκαναν άλλες μεγάλες Hard Rock και Heavy (ονόματα δεν λέμε υπολήψεις δεν θίγουμε) μπάντες της περιόδου προκειμένου να επιβιώσουν.


Αν και πλέον είχε παρέλθει ο καιρός των μεγάλων επιτυχιών στις ΗΠΑ για τους Firehouse, το single "I Live My Life for You" εισήλθε στο top 20 των charts. Την ίδια στιγμή το “3” γινόταν το πιο επιτυχημένο άλμπουμ των Firehouse στην Ασία, καθώς έγινε χρυσό σε πολλές Ασιατικές χώρες, και έδωσε για πρώτη φορά την ευκαιρία στους Firehouse να περιοδεύσουν σε χώρες όπως η Ινδία κι η Ταϊλάνδη. Την αμέσως επόμενη χρονιά, με τoν κιθαρίστας της μπάντας Bill Leverty να αναλαμβάνει την παραγωγή, κυκλοφορεί το “Good Acoustics”, μια συλλογή που αποτελούνταν από τις ακουστικές εκδοχές των μέχρι τότε μεγαλύτερων επιτυχιών της μπάντας, ενώ περιελάμβανε και τέσσερα νέα τραγούδια.
Το “Good Acoustics” έγινε χρυσό σε 6 χώρες και τραγούδια όπως το "In Your Perfect World", "You Are My Religion", και "Love Don't Care" έκαναν πολύ μεγάλη επιτυχία σε διάφορες Ασιατικές χώρες. Την κυκλοφορία του “Good Acoustics” ακολούθησαν 2 μεγάλες περιοδείες στην Ασία το 1996, και το 1997 με πολλές από τις εμφανίσεις τους να είναι sold out!
Μετά την ολοκλήρωση και της 2ης περιοδείας τους, τον Φεβρουάριο του ’97, οι Firehouse απογοητευμένοι από την ελλιπή προώθηση τους αμερικανική αγορά ζήτησαν από την epic να τους απαλλάξει από το υπόλοιπο του συμβολαίου τους, όπως κι έγινε. Η Ιαπωνική Pony Canyon Records τους πρόσφερε άμεσα νέο συμβόλαιο καθώς η μπάντα παρέμενε ιδιαίτερα δημοφιλής στην Ιαπωνία κι οι Firehouse το αποδέχτηκαν. Με τη νέα τους εταιρεία κυκλοφόρησαν την αμέσως επόμενη χρονιά το “Category 5”.
Το “Category 5” ήταν και το τελευταίο studio άλμπουμ στο οποίο συμμετείχε ο Perry Richardson. Η μπάντα συνέχισε να περιοδεύει σε όλα τα μήκη και Firehouse τα πλάτη της Ασιατικής ηπείρου καθ’ όλη τη διάρκεια του 1998 και του 1999, ενώ περιόδευσαν και στην Αμερική στα πλαίσια του πρώτου "Rock Never Stops Tour" μαζί με τους Slaughter και τους Quiet Riot.
Στις 22 Απριλίου του 1999, οι Firehouse, ηχογράφησαν ζωντανά την συναυλία τους στην Οσάκα της Ιαπωνίας η οποία και κυκλοφόρησε σε CD με τίτλο “Bring ‘Em Out Live” λίγους μήνες αργότερα. Το 2000, ο επί 11 συναπτά έτη μπασίστας της μπάντας, ο Perry Richardson αποφάσισε να αποχωρήσει από τους Firehouse λόγω προσωπικών διαφορών.
Οι Firehouse τον αντικατέστησαν με τον Bruce Waibel, ο οποίος υπήρξε μέλος των The Gregg Allman Band για 10 χρόνια. Ο Bill Leverty τον γνώρισε τυχαία στην Sarasota της Φλόριντα και εντυπωσιάστηκε από τις ικανότητες του, με αποτέλεσμα να του προσφέρει άμεσα την θέση του Richardson στους Firehouse. Με τον Waibel στη σύνθεση τους ηχογράφησαν το “O2” και συμμετείχαν στην “Metal Edge 2002 Tour” μαζί με τους Dokken, τους Warrant, και τους L.A. Guns. Μετά το πέρας της τρίμηνης περιοδείας, ο Waibel αποφάσισε να αποχωρήσει από την μπάντα καθώς ήθελε να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στην οικογένεια του κι οι συνεχείς περιοδείες των Firehouse δεν του επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Ένα μόλις χρόνο αργότερα ο Bruce Waibel πέθανε, εντελώς αναπάντεχα σε ηλικία μόλις 39 ετών. Την θέση του εκλιπόντος Waibel, ανέλαβε ο Βραζιλιάνος Dario Seixas, με τον Seixas στη σύνθεση τους οι Firehouse κυκλοφόρησαν το 2003 ένα από τα καλύτερα άλμπουμ της ιστορίας τους, το καταπληκτικό “Prime Time”.

 Ούτε ο Seixas έμελλε όμως να στεριώσει, καθώς λίγο μετά την κυκλοφορία του “Prime Time” αποχώρησε και αυτός από την μπάντα, την θέση του πήρε ο μέχρι σήμερα μπασίστας των Firehouse, Allen McKenzie ο οποίος έως τότε έπαιζε στο προσωπικό σχήμα του Jani Lane (Warrant).
Στις αρχές του καλοκαιριού του 2011 η αμερικάνικη μπάντα κυκλοφορεί το άλμπουμ της που τιτλοφορείται “Full Circle” και περιλαμβάνει κυρίως επανεκτελέσεις συνθέσεων που έκαναν γνωστό το συγκρότημα στο ευρύ κοινό με όλα τα αρχικά του μέλη εκτός του μπασίστα Perry Richardson και εμπορικά αποτυγχάνει ενώ ακολούθησε και μία εκτεταμένη περιοδεία σε χώρες της Ασίας, της Νοτίου Αμερικής και φυσικά σε πόλεις των ΗΠΑ.
To ευτύχημα ήταν ότι οι Έλληνες οπαδοί των Firehouse είχαν την χαρά να απολαύσουν στην χώρα μας δύο φορές live, μία τον Οκτώβριο του 2008 σε μία εκπληκτική εμφάνιση και την δεύτερη μαζί με Bonfire και Pretty Maids.
Οι Firehouse σήμερα συνεχίζουν να περιοδεύουν διαρκώς σε όλο τον κόσμο παρόλο που μετά το “Prime Time” δεν έχουν κυκλοφορήσει κάποιο νέο studio άλμπουμ με καινούργιο υλικό, αποδεικνύοντας πως πάνω από όλα είναι μια μπάντα που γουστάρει να παίζει live κι εκεί βγάζει και τον καλύτερο της εαυτό. Το ενδεχόμενο ενός νέου άλμπουμ είναι πάντως ανοιχτό και όποτε αυτό συμβεί είμαστε σχεδόν  σίγουροι πως και αυτή την φορά θα ανταμείψουν τους φανατικούς οπαδούς τους για την πολύχρονη υπομονή τους.
Εξάλλου, με την στάση τους, οι Firehouse στήριξαν το Hard Rock τα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του ’90, και πλέον είναι η δική τους σειρά να στηριχτούν από το απαιτητικό κοινό του Hard Rock όσο χρόνο κι αν τους πάρει να κυκλοφορήσουν το επόμενο άλμπουμ τους!
Το έχουν κερδίσει!
 
Τάσος Κορομπίλιας


// Old Time Rock

// Live Favorites